Μαρία Κουγιουμτζῆ: Σκιά

 

 

Μαρία Κουγιουμτζῆ

 

Σκιά

 

ΕΝ Υ­ΠΗΡ­ΧΕ Ω­ΡΑ, στιγ­μὴ ποὺ νὰ μὴ νι­ώ­θω τὰ μά­τια του νὰ μ’ ἀ­κο­λου­θοῦν. Κι ὄ­χι μό­νο αὐ­τά. Αἰ­σθα­νό­μουν τὴ σκιά του πί­σω μου, ἄ­σχε­τα ἂν δὲν τὴν εἶ­δα πο­τέ. Κά­που κά­που μο­νά­χα ἕ­να ξέ­φτι ἔ­στρι­βε σὲ κά­ποι­α γω­νιά.

       Χι­ο­νί­ζει, ἄ­η­χες οἱ νι­φά­δες πέ­φτουν στὰ μαλ­λιά μου, τὸ κρύ­ο εἶ­ναι ἁ­πα­λό, ἡ σι­ω­πὴ του γε­μά­τη μά­τια. Τὰ μά­τια του. Ἴ­δια μὲ τὰ δι­κά μου. Ἐ­πι­μέ­νουν.

      Παίρ­νω τὴ μι­κρή μου κό­ρη καὶ πᾶ­με. Χώ­νο­μαι βα­θιὰ μέ­σα στὸ δά­σος. Τὸ σπί­τι ζε­στό, ἀ­φοῦ τὸ κο­ρί­τσι ρί­χνει συ­νε­χῶς ξύ­λα στὴ φω­τιά. Για­τί εἶ­σαι ἀ­νή­συ­χος; μοῦ λέ­ει, ἐ­δῶ θὰ τὸν βρεῖς.

      Βλέ­πω τὰ ψη­λὰ χι­ο­νι­σμέ­να βου­νά, μό­νο μὲ ἄ­λο­γο μπο­ρῶ νὰ τ’ ἀ­νέ­βω. Ὅ­μως δὲν ξέ­ρω ἀ­πὸ ἄ­λο­γα. Ρω­τῶ ἕ­ναν χω­ρι­κό, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του. Μό­νο μὲ μου­λά­ρι, λέ­ει, καὶ ὄ­χι μ’ αὐ­τὸν τὸν και­ρό. Μὲ τὰ πό­δια; ρω­τῶ. Ἀ­δύ­να­τον, λέ­ει, θέ­λεις τέσ­σε­ρις μέ­ρες νὰ φτά­σεις πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, στὴν κοι­λά­δα. Πρέ­πει νὰ κου­βα­λή­σεις τὸ νε­ρὸ καὶ τὴν τρο­φή σου καὶ τὶς νύ­χτες τρι­γυρ­νοῦν λύ­κοι.

      Ἡ κό­ρη μου βλέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζο­μαι. Ἂν εἶ­ναι νὰ τὸν βρεῖς ἐ­κεῖ, θὰ τὸν βρεῖς κι ἐ­δῶ, λέ­ει. Κοι­τῶ τὸ θλιμ­μέ­νο της πρό­σω­πο, ἴ­σως ἔ­χεις δί­κιο, λέ­ω. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, γύρ­να στὴν πό­λη. Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω, λέ­ει. Τὰ μά­τια της εἶ­ναι κόκ­κι­να. Τῆς χα­ϊ­δεύ­ω τὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά.

      Τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ξύ­πνη­σα ἀ­π’ τὸ τρί­ξι­μο τῶν σα­νι­δι­ῶν. Κά­ποι­ος περ­πα­τοῦ­σε στὸ δω­μά­τιο. Ἐ­σὺ εἶ­σαι; ψι­θύ­ρι­σα. Μιὰ κρύ­α ἀ­νά­σα μοῦ ἄγ­γι­ξε τὰ χεί­λη. Ντύ­θη­κα στὰ σκο­τει­νά, τώ­ρα ὁ ἀ­έ­ρας μοῦ φά­νη­κε χλια­ρός. Ἔρ­χο­μαι, εἶ­πα, ἔρ­χο­μαι. Κά­τι φουρ­φού­ρι­σε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου. Ἡ κό­ρη μου ση­κώ­θη­κε, ἔ­ρι­ξε μιὰ πλε­χτὴ ζα­κέ­τα πά­νω ἀ­π’ τὴ νυ­χτι­κιά της, ὅ­λα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα, εἶ­πε, τὸ ψω­μί, τὸ νε­ρὸ ἐ­δῶ, ἡ κου­βέρ­τα ἐ­κεῖ. Φό­ρε­σες δυ­ὸ ζευ­γά­ρια κάλ­τσες; Σοῦ ἔ­χω ἄλ­λα δυ­ὸ μὲς στὴν κου­βέρ­τα κι ἕ­να ζευ­γά­ρι γάν­τια ἀ­κό­μα. Τὰ τσι­γά­ρα σου στὶς τσέ­πες τοῦ μπου­φὰν καὶ σπίρ­τα. Μ’ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε βου­βά, τὰ μά­τια της στε­γνά. Αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι γεν­νή­θη­κε μὲ τὴ γνώ­ση. Ἔ­τσι ἦ­ταν κι ἡ μά­να της, ἀ­κό­μα καὶ τὸν θά­να­τό της ἤ­ξε­ρε, εἶ­πε στὴν κό­ρη μας νὰ μὲ προ­σέ­χει, μό­νο νὰ τὸν ἀ­φή­νεις λεύ­τε­ρο, τῆς εἶ­πε, χω­ρὶς λευ­τε­ριὰ δὲν ἀν­τέ­χει.

      Ὅ­μως λεύ­τε­ρος δὲν ἤ­μουν. Ἤ­μουν σκλά­βος τῆς σκιᾶς του. Μιὰ σκιὰ ποὺ ἦ­ταν ἡ σκιὰ τῆς σκιᾶς, ἕ­νας ἀ­έ­ρας μό­νο, ἕ­να θρό­ι­σμα.

      Ὁ σκύ­λος μὲ πε­ρί­με­νε ἀ­νυ­πό­μο­νος. Τὰ χνό­τα του σχη­μά­τι­ζαν πα­γω­μέ­να σύν­νε­φα, τὰ ἔ­γλει­φε ἡ γλώσ­σα του καὶ λι­ῶ­ναν, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα του ἀ­ση­μέ­νι­ες κλω­στές. Τὸ φεγ­γά­ρι ἄ­σπρο, ἔ­τρε­με μὲς στὰ κρύ­α σύν­νε­φα, ἅ­πλω­νε μο­νο­πά­τια πέν­θι­μα, τὰ δέν­τρα ὀρ­θώ­νον­ταν βλο­συ­ρά, ξε­γυ­μνω­μέ­να ἀ­πὸ τὰ φύλ­λα τους, ἔ­τρι­ζε ἡ μπό­τα μου στὸ πα­γω­μέ­νο χι­ό­νι, ὁ μό­νος ἦ­χος μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­νά­σα τοῦ σκυ­λιοῦ, νε­κρο­τα­φεῖ­ο χω­ρὶς τά­φους ὁ δρό­μος. Κι ἐ­γὼ ἔ­πρε­πε νὰ βρῶ τὸν τά­φο τῆς σκιᾶς.

      Χι­ο­νί­ζει πά­λι. Σκε­πά­ζον­ται τὰ ἴ­χνη μου. Ὁ ἥ­λιος βγαί­νον­τας μά­τω­σε τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ σκύ­λος ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι, τὸν κοι­τά­ζει, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται.

      Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς αὐ­τὸς τὸν βλέ­πει. Τὸν σκιά.

      Περ­πα­τῶ ἀρ­γά, δὲν βι­ά­ζο­μαι. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σα νὰ τὸν βρῶ, ἔ­χω ἠ­ρε­μή­σει. Βα­δί­ζω ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὸ βά­δι­σμα λὲς κι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ σκο­πός μου, νὰ βα­δί­ζω αἰ­ω­νί­ως. Σὰν νὰ εἶ­ναι τὸ βά­δι­σμα ποὺ θὰ λύ­σει τὸ αἴ­νιγ­μα τοῦ σύμ­παν­τος. Τὸ χι­ό­νι κά­θε­ται πά­νω μου, ὑ­ψώ­νε­ται στοὺς ὤ­μους μου, λα­φρὺ δὲν μὲ βα­ραί­νει, φτά­νει στ’ αὐ­τί μου, μοῦ μι­λᾶ. Ἡ ὁ­μι­λί­α του εἶ­ναι ἁ­πα­λὴ καὶ ζε­στή. Ξέ­ρει πολ­λά, εἶ­δε, ἄ­κου­σε, γνω­ρί­ζει τὶς σκι­ές. Μοῦ λέ­ει πὼς εἶ­δε αὐ­τὴν ποὺ ψά­χνω, ἐ­κεῖ ψη­λά, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ βου­νά, στὶς κοι­λά­δες τοῦ Ἄρ­μεν, ἐ­κεῖ ποὺ περ­πά­τη­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ση­κώ­νω τὸ κε­φά­λι μα­ζὶ μὲ τὸν σκύ­λο, εἶ­μαι στοὺς πρό­πο­δες ἀ­κό­μα. Ἡ κό­ρη μου τώ­ρα θὰ τρώ­ει τὸ πρω­ι­νό της καὶ ἴ­σως κλαί­ει. Τώ­ρα μπο­ρεῖ νὰ κλά­ψει. Ὅ­μως δὲν εἶ­ναι θυ­μω­μέ­νη. Τὰ δά­κρυ­ά της, ἁ­πα­λὰ σὰν τὸ χι­ό­νι. Πλέ­νουν τὸ βά­ρος ἀ­π’ τὴν ψυ­χή της.

      Κό­βω ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί, τὸ μοι­ρά­ζο­μαι μὲ τὸν σκύ­λο. Τί ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ποὺ εἶ­ναι ὁ σκύ­λος μου. Πλη­σιά­ζει, ἀρ­γὰ τὸ ψω­μί, τὸ μυ­ρί­ζει ἤ­ρε­μα, ἁ­πλώ­νει τὴ γλώσ­σα, τὸ γλεί­φει χα­ϊ­δευ­τι­κὰ κι ὕ­στε­ρα τὸ τρώ­ει μὲ μι­κρὲς ἀρ­γὲς δαγ­κω­νι­ές, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ σκυ­λιὰ τοῦ σα­λο­νιοῦ, πάν­το­τε λαί­μαρ­γα, ἀ­χόρ­τα­γα κι ἀ­δι­άν­τρο­πα πέ­φτουν πά­νω στὴν τρο­φὴ σὰν λεί­α γιὰ νὰ τὴν κα­τα­βρο­χθί­σουν.

      Ὅ­σο ἀ­νε­βαί­νω, τό­σο πιὸ ἐ­λα­φρὺς γί­νο­μαι. Ἡ κου­βέρ­τα στὸν ὦ­μο μου πιὸ πο­λὺ μ’ ἀγ­κα­λιά­ζει πα­ρὰ μὲ βα­ραί­νει. Μιὰ ἀ­λε­ποῦ πε­τά­χτη­κε μέ­σα ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι, μᾶς κοί­τα­ξε, ἐ­μέ­να πρό­χει­ρα, τὸν σκύ­λο μου ἔν­το­να, τὰ μά­τια τους φεγ­γο­βό­λη­σαν γιὰ μιὰ στιγ­μή, ὕ­στε­ρα ἡ οὐ­ρά της κόκ­κι­νη σὰν τὴ φω­τιὰ χά­θη­κε πί­σω ἀ­πὸ τοῦ­φες χι­ο­νιοῦ. Δι­έ­κρι­να με­ρι­κὲς σπί­θες πά­νω στὴ φω­τει­νὴ ἀ­σπρά­δα.

      Με­ση­μέ­ρια­σε. Φά­γα­με πά­λι ψω­μὶ μὲ τὸν σκύ­λο. Ἔ­τρι­ψα χιό­νι, ἤ­πια. Ὁ σκύ­λος τὸ ἔ­γλει­φε μὲ τὴ γλώσ­σα. Μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ρω ἕ­να ὅ­πλο, νὰ ἔ­χου­με γεῦ­μα ἀ­π’ ὅ,τι ξε­πε­τα­γό­ταν στὸν δρό­μο μας, ὅ­μως ὄ­χι. Ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τρυ­φε­ρό­τη­τα γιὰ τὰ ζῶ­α, ὄ­χι, ἔ­πρε­πε νὰ ‘­μαι λα­φρύς, νὰ γί­νω δι­ά­φα­νος, ἀ­έ­ρι­νος, νὰ ἔρ­θουν οἱ ὀ­πτα­σί­ες νὰ μὲ βροῦν, νὰ ζων­τα­νέ­ψουν. Ἀ­π’ τὴ νη­στεία ἔ­βλε­παν ὁ­ρά­μα­τα οἱ ἐ­ρη­μί­τες κι οἱ προ­φῆ­τες. Τὸ ἤ­ξε­ρα πὼς μπο­ροῦ­σα νὰ ξα­πλώ­σω πά­νω στὸ χι­ό­νι καὶ σι­γὰ σι­γὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα μου, νὰ ἁ­πλω­θῶ στὸν χῶ­ρο καὶ τό­τε θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν μπρο­στά μου ὅ­λα τα πα­ρελ­θόν­τα ποὺ δι­έ­σχι­σαν αὐ­τὸν τὸν τό­πο. Θὰ ἤ­μουν ἀ­πό­λυ­τος, κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, θὰ ζοῦ­σα ἀ­έ­ρας, μέ­σα σὲ ζων­τα­νὸ παλ­λό­με­νο ἀ­έ­ρα. Ὅ­μως ὄ­χι. Ἔ­πρε­πε νὰ φτά­σω ἐ­κεῖ ποὺ μὲ κα­λοῦ­σε ἡ ἕλ­ξη τῆς σκιᾶς. Ὣς τώ­ρα ἡ ἕλ­ξη αὐ­τὴ ἦ­ταν βα­ριά, δύ­σθυ­μη. Σὰν νὰ μ’ ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε καὶ γι­νό­μου­να κι ἐ­γὼ σκιά. Σκιὰ ποὺ σή­πον­ταν καὶ μύ­ρι­ζε. Τώ­ρα μο­σχο­βο­λοῦ­σε. Ὅ­πως ἡ μο­σχο­ζά­χα­ρη ποὺ ἔ­και­γε ἡ μα­μά μου μα­ζὶ μὲ τὸ μο­σχο­λί­βα­νο γιὰ νὰ γλυ­καί­νον­ται οἱ ψυ­χὲς τῶν πε­θα­μέ­νων. Τώ­ρα και­γό­μου­να ἐ­γὼ σι­γὰ σι­γὰ μέ­σα στὸ χι­ό­νι, κι ἡ ἕλ­ξη μ’ ἔ­σερ­νε ἐ­ξα­χνω­μέ­νο. Ἡ σκιὰ γευ­ό­ταν εὐ­τυ­χί­α κι ἤ­μουν σί­γου­ρος πὼς ὣς νὰ φτά­σω ψη­λά, θὰ σαρ­κω­νό­ταν. Ἡ σκιά, ὁ δί­δυ­μος ἀ­δελ­φός μου, θὰ μοῦ ἔ­δι­νε τὸ χέ­ρι.

      Σου­ρου­πώ­νει, τὸ φεγ­γά­ρι βγῆ­κε ν’ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει τὸν ἥ­λιο. Σὲ λί­γο θὰ σκο­τει­νιά­σει, πρέ­πει νὰ βρῶ κα­τά­λυ­μα γιὰ τὴ νύ­χτα, ὁ σκύ­λος ἔ­χει λα­χα­νιά­σει, ἐ­γὼ ἀ­να­σαί­νω ἤ­ρε­μα, δὲν εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος. Φτιά­χνω ἕ­να πρό­χει­ρο ἰγ­κλού, χώ­νο­μαι μέ­σα μὲ τὸ σκυ­λί. Ἡ ἀ­νά­σα του ζε­στή, τὸ τρί­χω­μα του ὑ­γρὸ ἀλ­λὰ φι­λι­κό. Σκε­πα­ζό­μα­στε μὲ τὴν κου­βέρ­τα. Ἀ­πο­κοι­μι­έ­μαι μι­σο­ξα­πλω­μέ­νος. Ἕ­να ἄλ­λο σῶ­μα ἀ­νά­λα­φρο ξα­πλώ­νει δί­πλα μου.

      Τὸ πρω­ὶ εἶ­μαι ζε­στὸς σὰν νὰ κοι­μή­θη­κα ἀγ­κα­λιὰ μὲ νε­α­νι­κὸ σῶ­μα. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα σὰν νὰ μὲ σκέ­πα­ζε ἡ κό­ρη μου καὶ τὸ σκυ­λὶ ἔ­τρε­με ἀ­να­τρι­χι­ά­ζον­τας. Πλέ­νω μὲ χι­ό­νι τὸ πρό­σω­πό μου, μοι­ρά­ζο­μαι ψω­μὶ μὲ τὸν σκύ­λο. Τὸ χι­ό­νι πέ­φτει λα­φρὺ πά­νω μας μι­λών­τας. Μᾶς ὁ­δη­γεῖ. Τὰ δέν­τρα κου­κου­λω­μέ­να στὸ ἄ­σπρο, μᾶς ὑ­πο­δέ­χον­ται μ’ ἕ­να δρο­σε­ρὸ μουρ­μου­ρη­τό. Ἀ­νοί­γουν δρό­μο νὰ πε­ρά­σου­με. Ἡ σκιὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται καὶ κά­πο­τε σὰν νὰ σαρ­κώ­νε­ται γιὰ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου. Βλέ­πω ἕ­να χα­μό­γε­λο στὸν ἀ­έ­ρα.

      Δὲν βι­ά­ζε­ται κα­νείς μας. Οὔ­τε αὐ­τὴ οὔ­τε ἐ­γώ, οὔ­τε ὁ σκύ­λος, ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ ξε­τρύ­πω­σε ἕ­ναν σκί­ου­ρο κι ἔ­παι­ξε μα­ζί του κυ­νη­γη­τό.

      Τὸ ἀ­πό­γευ­μα μᾶς πλη­σί­α­σαν δυ­ὸ ἄ­σπροι λύ­κοι. Τὰ μά­τια τους ἀ­ση­μέ­νια. Μᾶς κοί­τα­ξαν κα­λὰ κα­λά, μᾶς μύ­ρι­σαν ἀ­πὸ μα­κριὰ κι ὕ­στε­ρα ἔ­τρε­ξαν χα­ϊ­δεύ­ον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μὲ τὴ μου­σού­δα τους. Ὁ σκύ­λος μου ζή­λε­ψε καὶ τρί­φτη­κε στὸ βρεγ­μέ­νο μου παν­τε­λό­νι.

      Τὴ νύ­χτα ξα­πλώ­νει δί­πλα μου ἡ πε­θα­μέ­νη γυ­ναί­κα μου. Ὅ­λα κα­λά, λέ­ει, θὰ δεῖς. Πρὶν μὲ σκο­τώ­σει, τὸ πρω­ὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ παν­τε­λό­νι, δές το πό­σο κα­θα­ρὸ εἶ­ναι, μοῦ δεί­χνει ἕ­να κομ­μά­τι μα­τω­μέ­νο πα­νί, δὲν πει­ρά­ζει, λέ­ει, ὅ­λα κα­λά.

      Τὸ πρω­ὶ τὸ χι­ό­νι στα­μά­τη­σε. Μπρο­στά μου καὶ πί­σω μου ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το ἄ­σπρο. Σὰν σὲ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸ μοῦ φέρ­νει κον­τὰ τὴν κό­ρη μου. Μ’ ἕ­ναν χω­ρι­κὸ σὲ δυ­ὸ μου­λά­ρια ἀ­κο­λου­θεῖ τὰ ἴ­χνη μου. Σὰν τὶς Ἰν­διά­νες εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα κοκ­κι­νω­πή. Με­ρι­κὲς τοῦ­φες μαῦ­ρα μαλ­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­να ξε­φεύ­γουν ἀ­π’ τὸ κου­κού­λω­μά της. Τὰ μά­τια της δὲν τὰ βλέ­πω, εἶ­ναι σκυ­φτή.

      Πί­σω ἀ­π’ τὰ δέν­τρα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ γυ­ναί­κα μου, ἔ­χει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἕ­να μι­κρὸ ἐ­λά­φι. Τὸ φι­λᾶ στὴ μου­σού­δα. Λί­γο ἀ­κό­μα, λέ­ει, λί­γο ἀ­κό­μα, πί­σω ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ βου­νά. Ἡ κοι­λά­δα ἐ­κεῖ εἶ­ναι πρά­σι­νη.

      Ἐ­πι­τέ­λους φτά­νω. Ἕ­νας ἥ­λιος κα­τα­κί­τρι­νος ἀλ­λὰ κρύ­ος μὲ ὑ­πο­δέ­χε­ται. Δὲν ὑ­πάρ­χει που­θε­νὰ χι­ό­νι. Χνού­δια ἀ­πὸ ἀν­θοὺς χρυ­σο­κί­τρι­νους καὶ γα­λα­νούς, κόκ­κι­νη θά­λασ­σα ἀ­πὸ πα­πα­ροῦ­νες, καὶ στά­ρια κα­τα­πρά­σι­νά μου στρώ­νουν νὰ πλα­γιά­σω.

      Ξα­πλώ­νω, ὁ σκύ­λος δί­πλα μου. Πε­ρι­μέ­νω. Ἀ­κού­ω ἀ­νά­σες, φι­λή­μα­τα, χέ­ρια μὲ ψαύ­ουν, ἡ κό­ρη μου, ἡ μά­να της σκυμ­μέ­νες πά­νω μου. Ἐ­κεῖ­νος, ποῦ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος, ὁ δί­δυ­μος ἀ­δελ­φός μου; Αὐ­τὸς ποὺ μὲ πρό­στα­ξε νὰ ἔρ­θω.

      Νά τος, μὲ ὅ­λες του τὶς σάρ­κες καὶ τὴν ὀ­μορ­φιά του. Κλαί­ει, μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά. Ἡ κό­ρη μου μα­ζεύ­ει τὰ κό­κα­λά μου. Ἔ­χει φέ­ρει κρα­σὶ καὶ τὰ πλέ­νει. Ὁ ἀ­δελ­φός μου σκύ­βει καὶ μὲ φι­λᾶ στὰ χεί­λη. Για­τί τὸ ἔ­κα­νες, λέ­ει, για­τί τὴ σκό­τω­σες; Ἀ­φοῦ τὸ ξέ­ρεις, σὰν δί­δυ­μοι αἰ­σθα­νό­μα­σταν τὸ ἴ­διο, ἦ­ταν ἑ­πό­με­νο νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σω, μὰ δὲν τὴν ἄγ­γι­ξα πο­τέ. Ἡ γυ­ναί­κα μου σκύ­βει κι αὐ­τὴ καὶ μὲ φι­λᾶ, δὲν πει­ρά­ζει, λέ­ει, ὅ­λα κα­λά.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (2009).

 

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ λέ­ξη, Παν­δώ­ρα, Πά­ρο­δος, Πα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011).

 

Διαφημίσεις