Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Καθαρὴ ἀφηρημάδα

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Καθαρὴ ἀφηρημάδα

(De puro distraido)

 

ΟΤΕ ΔΕΝ ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ πο­λι­τι­κὸς ἐ­ξό­ρι­στος. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν πα­τρί­δα του ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς πα­ρά­ξε­νης πα­ρόρ­μη­σης ἡ ὁ­ποί­α σφυ­ρη­λα­τή­θη­κε σὲ τρεῖς φά­σεις. Ἡ πρώ­τη, ὅ­ταν τὸν στρί­μω­ξαν ἐ­πα­νειλ­λη­μέ­να τρεῖς ἄ­στε­γοι στὴν Ἀ­βε­νί­δα. Ἡ δεύ­τε­ρη, ὅ­ταν ἕ­νας ὑ­πουρ­γὸς χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὴ λέ­ξη Εἰ­ρή­νη στὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του βλέ­φα­ρο. Ἡ τρί­τη, ὅ­ταν μπῆ­κε στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς γει­το­νιᾶς του καὶ εἶ­δε μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ (ὄ­χι τὴν πιὸ πο­λυ­προ­σκυ­νη­μέ­νη καὶ φορ­τω­μέ­νη μὲ κε­ριά, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη πα­ρα­με­λη­μέ­νη, σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πλα­ϊ­νὰ δι­α­ζώ­μα­τα) νὰ κλαί­ει σὰν μω­ρό.

         Ἴ­σως νὰ σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἂν ἔ­με­νε στὴ χώ­ρα του θὰ ἀ­πελ­πί­ζον­ταν σύν­το­μα καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ τὴν πε­ρι­πλά­νη­ση, τὴν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α, τὴν συ­νε­τὴ ἀ­πό­λαυ­ση. Τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ ὄ­χι οἱ δε­σμέ­υ­σεις. Δι­α­σκέ­δα­ζε μὲ τὰ το­πί­α, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος μπού­χτι­ζε ἀ­πὸ τό­σο πρά­σι­νο καὶ νο­σταλ­γοῦ­σε τὴ βου­ὴ τῶν πό­λε­ων. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὶς μη­τρο­πο­λι­τι­κὲς ἐν­τά­σεις, ἔ­φτα­νε ὅ­μως μιὰ μέ­ρα ποὺ ἔ­νι­ω­θε πα­γι­δευ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­βλη­τι­κοὺς τσι­μεν­τέ­νιους ὄγ­κους.

         Ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε πε­ρι­πλα­νη­θεῖ στοὺς δρό­μους καὶ τὰ μο­νο­πά­τια τῆς πα­τρί­δας του, ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται σὲ χῶ­ρες, σύ­νο­ρα καὶ θά­λασ­σες. Ἦ­ταν φρι­χτὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Συ­χνὰ δὲν ἤ­ξε­ρε σὲ ποι­ὰ πό­λη βρί­σκον­ταν, δὲν ἀ­πο­φά­σι­ζε ὡ­στό­σο νὰ ρω­τή­σει. Ἁ­πλῶς συ­νέ­χι­ζε νὰ πε­ρι­δι­α­βαί­νει καί, σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἂν ἔ­κα­νε λά­θος, δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε νὰ βρεῖ τὸ σω­στό. Ἂν χρει­ά­ζον­ταν κά­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ φά­ει ἢ νὰ κοι­μη­θεῖ, εἶ­χε στὴ δι­ά­θε­ση του τέσ­σε­ρεις γλῶσ­σες γιὰ νὰ τὸ ἀ­να­ζη­τή­σει καὶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος ποὺ τὸν κα­τα­λά­βαι­νε. Στὴ χει­ρό­τε­ρη τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων, μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­φύ­γει πάν­τα στὴ γλώσ­σα τοῦ σώ­μα­τος.

         Τα­ξί­δευ­ε μὲ τραῖ­νο ἢ μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ἂν καὶ συ­νή­θως κα­τά­φερ­νε νὰ τὸν παίρ­νει μα­ζί του κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το ἢ φορ­τη­γό. Ἐ­νέ­πνε­ε ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Ὁ κό­σμος πί­στευ­ε γι’ αὐ­τὸν τὰ πιὸ ἀλ­λό­κο­τα πράγ­μα­τα, καὶ δὲν εἶ­χε ἄ­δι­κο, για­τὶ ὅ­λα πά­νω του ἦ­ταν κά­πως ἀλ­λό­κο­τα. Γε­νι­κὰ πε­ρι­δι­ά­βαι­νε μό­νος του, καὶ ἦ­ταν λο­γι­κό, μιᾶς ποὺ κα­νέ­νας ἄν­δρας, καὶ πο­λὺ λι­γό­τε­ρο καμ­μιὰ γυ­ναί­κα, δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νὸς νὰ ἀν­τέ­ξει τό­ση ἀ­μέ­λεια καὶ τό­ση ἀ­τα­ξί­α.

         Ὅ­ταν περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ κά­ποι­α σύ­νο­ρα ἔ­δει­χνε τὸ δι­α­βα­τή­ριο μὲ μιὰ κί­νη­ση δυ­σφο­ρί­ας ἢ μη­χα­νι­κή, ἀ­μέ­σως ὅ­μως ξε­χνοῦ­σε γιὰ ποι­ὰ σύ­νο­ρα ἐ­πρό­κει­το. Ἔ­με­νε λί­γο στὸ κέν­τρο τῶν πό­λε­ων. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ πε­ρι­θω­ρια­κὰ προ­ά­στια, ὅ­που τα πή­γαι­νε κα­λὰ μὲ τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς σκύ­λους.

         Καμ­μιὰ φο­ρὰ συ­νέ­βαι­νε νὰ τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται κά­ποι­α λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ τοῦ χρη­σί­μευ­ε γιὰ νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ. Ἀλ­λὰ ὄ­χι πάν­τα. Ἕ­να πρω­ὶ βρέ­θη­κε δί­πλα σ’ ἕ­να κα­νά­λι καὶ πί­στε­ψε ὅ­τι ἦ­ταν στὴν Βε­νε­τί­α, ἀλ­λὰ ἦ­ταν στὴν Μπρίζ. Τὸ νὰ μπερ­δέ­ψει τὸν Ση­κουά­να μὲ τὸν Ρῆ­νο, καὶ ἀν­τί­στρο­φα, τοῦ εἶ­χε συμ­βεῖ του­λά­χι­στον σὲ τρεῖς πε­ρι­πτώ­σεις. Δὲν εἶ­χε μα­ζί του πυ­ξί­δα, πα­ρὰ προ­σα­να­το­λί­ζον­ταν μὲ βά­ση τὸν ἥ­λιο, ὅ­ταν ὅ­μως τύ­χαι­ναν βρο­χε­ρὲς μέ­ρες μὲ σκο­τει­νὸ οὐ­ρα­νὸ δὲν εἶ­χε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α πρὸς τὰ ποὺ ἔ­πε­φτε ὁ Βορ­ρᾶς. Οὔ­τε κι αὐ­τὸ τὸν ἐ­πη­ρέ­α­ζε, μιᾶς ποὺ δὲν εἶ­χε καμ­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα.

         Κά­ποι­ο με­ση­μέ­ρι κα­τά­λα­βε ὅ­τι περ­πα­τοῦ­σε στὸ Ἐλ­σίν­κι για­τί εἶ­δε ἕ­ναν τη­λε­φω­νι­κὸ θά­λα­μο ποὺ ἔ­λε­γε Puhelin. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἐ­λά­χι­στα στοι­χεῖ­α ποὺ ἤ­ξε­ρε γιὰ τὴν Φιν­λαν­δί­α. Ἄλ­λη μέ­ρα ἔ­νι­ω­σε ἕ­να ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ τρά­βηγ­μα πεί­νας στὸ στο­μά­χι καὶ ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ σα­κί­διό του λί­γο τυ­ρί. Κα­θὼς μα­σοῦ­σε μὲ ἀ­πό­λαυ­ση πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος πά­νω σε μιὰ κο­λώ­να ποὺ τοῦ ἔ­φε­ρε στὸ νοῦ τὶς στῆ­λες ἀ­πὸ πεν­τε­λι­κὸ μάρ­μα­ρο ποὺ εἶ­χε δεῖ σὲ κά­ποι­α φω­το­γρα­φί­α τοῦ Παρ­θε­νώ­να καί, ὅ­πως εἶ­ναι φυ­σι­κό, με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν συ­νειρ­μὸ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι βρί­σκον­ταν πραγ­μα­τι­κὰ στὴν Ἀ­κρό­πο­λη. Ναί, ἦ­ταν φρι­χτὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­στα­ση χι­ό­νι­ζε καὶ γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο μπῆ­κε μέ­σα σὲ κά­τι στο­ὲς μὲ ἐμ­πο­ρι­κὰ κα­τα­στή­μα­τα στὸ μον­τέρ­νο ὑ­πέ­δα­φος τῆς Χά­γης. Ὅ­ταν, ἕ­να τρί­μη­νο με­τά, βγῆ­κε ἀ­πὸ ἄλ­λες ὑ­πό­γειες στο­ὲς στὸ κέν­τρο τῆς Στοκ­χόλ­μης χά­ρη­κε πραγ­μα­τι­κὰ ποὺ δὲν χι­ό­νι­ζε πιά.

         Ποῦ καὶ ποῦ πή­γαι­νε στὰ ἀ­ε­ρο­δρό­μια, ἀλ­λὰ δὲν τα­ξί­δευ­ε σχε­δὸν πο­τὲ ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κῶς, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, για­τὶ ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν στὸν ἀ­νά­λο­γο γκι­σὲ καὶ ἄ­φη­νε τὶς ἐ­λα­φρι­ὲς ἀ­πο­σκευ­ές του, πή­γαι­νε στὴν τα­ρά­τσα νὰ δεῖ πῶς ἀ­πο­γει­ώ­νον­ταν καὶ προ­σγει­ώ­νον­ταν τὰ με­γά­λα ἀ­ε­ρο­σκά­φη καὶ δὲν ἔ­δι­νε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ση­μα­σί­α στὰ με­γά­φω­να ποὺ ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν μὲ ἐ­πι­­μο­νὴ τὸ ὄ­νο­μά του.

         Κά­ποι­α φο­ρά, ὡ­στό­σο, καὶ ἄν­τε νὰ ξέ­ρει κα­νεὶς ἐ­ξαι­τί­ας ποι­οῦ πε­ρί­ερ­γου μη­χα­νι­σμοῦ, πα­ρέ­μει­νε στὴν εἴ­σο­δο τῆς θύ­ρας καὶ ἐ­πι­βι­βά­στη­κε ὑ­πά­κου­α στὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο μα­ζὶ μὲ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους τα­ξι­δι­ῶ­τες. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὸν προ­ο­ρι­σμὸ καὶ ἔ­δει­ξε, ὑ­πά­κου­α ὡς συ­νή­θως, τὸ δια­βα­τή­ριό του, ἕ­νας ὑ­πάλ­λη­λος τοῦ Τμή­μα­τος Ἀλ­λο­δα­πῶν τὸν κοί­τα­ξε ἐ­ξε­τα­στι­κὰ καὶ τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­λᾶ­τε μα­ζί μου». Ἐ­κεῖ­νος τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κα­λό­βο­λα δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­ναν ἔ­ρη­μο δι­ά­δρο­μο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν σὲ μιὰ πόρ­τα μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ εἴ­σο­δος», ὁ ὑ­πάλ­λη­λος τὴν ἄ­νοι­ξε καὶ τοῦ ἔ­κα­νε νεῦ­μα νὰ μπεῖ. Ἔ­τσι κι ἔ­κα­νε, ὄν­τας ἀ­προ­ε­τοί­μα­στος. Σκέ­φτη­κε νὰ πλη­σιά­σει σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὴ μέ­ση του δω­μα­τί­ου, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα. Κά­ποι­ος ἀ­πὸ πί­σω του τοῦ εἶ­χε φο­ρέ­σει μιὰ κου­κού­λα. Τό­τε μό­νο κα­τά­λα­βε ὅ­τι, ἀ­πὸ κα­θα­ρὴ ἀ­φη­ρη­μά­δα, βρί­σκον­ταν καὶ πά­λι στὴν πα­τρί­δα του.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Geografias (1984).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: