Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ὀνειρεύτηκε ὅτι ἦ­ταν κρατούμενος

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Ὀνειρεύτηκε ὅτι ἦταν κρατούμενος

(Sono que estaba preso)

 

ΚΕΙΝΟΣ Ο ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Μὲ κά­ποι­ες δι­α­φο­ρὲς καὶ ἀ­πο­κλί­σεις, ἐν­νο­εῖ­ται. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὸν τοῖ­χο τοῦ ὀ­νεί­ρου ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­φί­σα ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι. Στὸν πραγ­μα­τι­κὸ τοῖ­χο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ἕ­νας σκοῦ­ρος λε­κὲς ἀ­πὸ ὑ­γρα­σί­α. Στὸ πά­τω­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου ἔ­τρε­χε ἕ­να σα­μι­α­μί­δι. Ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ πά­τω­μα τὸν κοι­τοῦ­σε ἕ­νας ἀ­ρου­ραῖ­ος. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Κά­ποι­ος τοῦ ἔ­κα­νε μα­σὰζ στὴν πλά­τη καὶ ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­ζε νὰ νιώ­θει κα­λύ­τε­ρα. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ποι­ὸς ἦ­ταν, ἀλ­λὰ ἦ­ταν σί­γου­ρος ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴ μη­τέ­ρα του, ἡ ὁ­ποῖ­α σ’ αὐ­τὸ ἦ­ταν εἰ­δι­κή. Ἀ­πὸ τὴν φαρ­διὰ τζα­μα­ρί­α ἔμ­παι­νε ὁ θα­λασ­σι­νὸς ἥ­λιος καὶ ἐ­κεῖ­νος τὸν ἐ­κλάμ­βα­νε σὰν ἕ­να ση­μά­δι ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια δὲν ὑ­πῆρ­χε ἥ­λιος. Ὁ φεγ­γί­της μὲ τὰ κάγ­κε­λα (δύ­ο ἐ­πὶ τρί­α) ἔ­βλε­πε σ’ ἕ­να στε­νὸ ἄ­νοιγ­μα ἀ­έ­ρα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κλει­νε ἀ­π’ τὴν ἀν­τι­κρι­νὴ πλευ­ρὰ ἕ­νας σκι­ε­ρὸς τοῖ­χος. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ὅ­τι δί­ψα­γε καὶ ἔ­πι­νε ἄ­φθο­νο πα­γω­μέ­νο νε­ρό. Καὶ τὸ νε­ρὸ του ἔ­τρε­χε κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὰ μά­τια σὲ μορ­φὴ κλά­μα­τος. Εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση τοῦ για­τί ἔ­κλαι­γε, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε οὔ­τε κὰν στὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό. Κοι­τοῦ­σε τὰ ἄ­πρα­γα χέ­ρια του, αὐ­τὰ ποὺ πρὶν ἔ­φτια­χναν προ­το­μές, πρό­σω­πα ἀ­πὸ γύ­ψο, πό­δια, κορ­μιὰ μπλεγ­μέ­να, γυ­ναῖ­κες ἀ­πὸ μάρ­μα­ρο. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε τὰ μά­τια ἦ­ταν στε­γνά, τὰ χέ­ρια βρώ­μι­κα, οἱ μεν­τε­σέ­δες σκου­ρι­α­σμέ­νοι, ὁ σφυγ­μὸς καλ­πά­ζων, τὰ πνευ­μό­νια χω­ρὶς ἀ­έ­ρα, τὸ τα­βά­νι ὑ­γρό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πί­πε­δο ὁ κρα­τού­με­νος ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ ὀ­νει­ρευ­τεῖ ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ εἶ­δε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ κρα­τᾶ ἕ­να πορ­τρέ­το τῆς Μι­λάγ­κρος. Δὲν τοῦ ἦ­ταν ἀρ­κε­τή, ὅ­μως, μό­νο ἡ φω­το­γρα­φί­α. Ἤ­θε­λε τὴν Μι­λάγ­κρος προ­σω­πι­κὰ καὶ ἐ­κεί­νη ἐμ­φα­νί­στη­κε μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο καὶ μιὰ γα­λά­ζια νυ­χτι­κιά.Τὸν πλη­σί­α­σε γιὰ νὰ τῆς τὴ βγά­λει, κι ἐ­κεῖ­νος, αὐ­τὸ ἔ­λει­πε, τῆς τὴν ἔ­βγα­λε. Ἡ γύ­μνια τῆς Μι­λάγ­κρος ἦ­ταν, φυ­σι­κά, θαυ­μά­σια καὶ τὴν δι­έ­τρε­ξε μὲ κά­θε ἑ­κα­το­στό της μνή­μης του, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τάς τη μὲ ὅ­λες του τὶς αἰ­σθή­σεις. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξυ­πνή­σει, ξύ­πνη­σε, ὅ­μως, λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν τὸν ὀ­νει­ρι­κὸ καὶ εἰ­κο­νι­κὸ ὀρ­γα­σμό. Καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς. Οὔ­τε φω­το­γρα­φί­α, οὔ­τε Μι­λάγ­κρος, οὔ­τε γα­λά­ζια νυ­χτι­κιά. Πα­ρα­δέ­χτη­κε ὅ­τι ἡ μο­να­ξιὰ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­φο­ρη. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε πά­ψει νὰ κά­νει μα­σάζ, με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων για­τὶ πή­γαι­ναν χρό­νια ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸ βλέμ­μα της, τὸ τρα­γού­δι της, τὸν τρό­πο ποὺ τὸν ἔ­παιρ­νε στὰ γό­να­τά της, τὰ χά­δια της, τὶς ἐ­πι­κρί­σεις της, τὶς συ­γνῶ­μες της. Ἀγ­κά­λια­σε μό­νος του τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λὰ ἔ­τσι δὲν ἦ­ταν τὸ ἴ­διο. Ἡ Μι­λάγ­κρος τοῦ ἔ­γνε­φε ἀν­τί­ο ἀ­πὸ κά­που μα­κριά. Ἀ­πὸ ἕ­να νε­κρο­τα­φεῖ­ο εἶ­χε τὴν ἐν­τύ­πω­ση. Ἀλ­λά, δὲν ἦ­ταν δυ­να­τόν. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἕ­να πάρ­κο. Στὸ κε­λὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε, ὅ­μως, πάρ­κο, ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ μὲς στὸ ὄ­νει­ρο, εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μό­νο αὐ­τό: ἕ­να ὄ­νει­ρο. Ὕ­ψω­σε τὸ χέ­ρι του γιὰ νὰ τῆς πεῖ κι αὐ­τὸς ἀν­τί­ο. Τὸ χέ­ρι του, ὅ­μως, ἦ­ταν μό­νο μιὰ γρο­θιά, καὶ ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στό, οἱ σφιγ­μέ­νες γρο­θι­ὲς δὲν ἔ­χουν μά­θει νὰ λέ­νε ἀν­τί­ο. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια, ὁ σο­μι­ὲς ποὺ ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πάν­τα τοῦ με­τέ­δω­σε ἕ­να δι­α­πε­ρα­στι­κὸ κρύ­ο. Τουρ­του­ρί­ζον­τας, κου­λου­ρι­α­σμέ­νος, προ­σπά­θη­σε νὰ ζε­στά­νει τὰ χέ­ρια του μὲ τὴν ἀ­να­πνο­ή του. Δὲν μπο­ροῦ­σε ὅ­μως ν’ ἀ­να­πνεύ­σει. Ἐ­κεῖ, στὴ γω­νί­α, ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ τὸ βλέμ­μα του, τό­σο πα­γω­μέ­νος, ὅ­σο καὶ ὁ ἴ­διος. Κού­νη­σε τὸ χέ­ρι του καὶ ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τέν­τω­σε ἕ­να πό­δι. Ἦ­ταν πα­λιοὶ γνω­στοί. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς τοῦ πε­τοῦ­σε κα­νέ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ ἀ­παί­σιο καὶ ἀ­ξι­ο­κα­τα­φρό­νη­το πιά­το του. Ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος ἦ­ταν εὐ­γνώ­μων. Μ’ αὐ­τὰ καὶ μ’­αὐ­τά, ὁ κρα­τού­με­νος πε­θύ­μη­σε τὸ πρά­σι­νο, εὐ­έ­λι­κτο σα­μι­α­μί­δι τοῦ ὀ­νεί­ρου του καὶ κοι­μή­θη­κε γιὰ νὰ τὸ ξα­να­συ­ναν­τή­σει. Βρέ­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὸ σα­μι­α­μί­δι εἶ­χε χά­σει τὴν οὐ­ρά του. Ἕ­να τέ­τοι­ο ὄ­νει­ρο, δὲν ἄ­ξι­ζε νὰ τὸ ὀ­νει­ρευ­τεῖ κα­νείς. Κι, ὡ­στό­σο… κι ὡ­στό­σο, ἄρ­χι­σε νὰ με­τρά­ει μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὰ χρό­νια ποὺ τοῦ ἔ­λει­παν. Ἕ­να, δύ­ο, τρί­α, τέσ­σε­ρα καὶ ξύ­πνη­σε. Ἦ­ταν ἕ­ξι συ­νο­λι­κὰ καὶ εἶ­χε συμ­πλη­ρώ­σει τὰ τρί­α. Τὰ μέ­τρη­σε πά­λι, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὰ δά­χτυ­λα ξύ­πνια. Δὲν εἶ­χε ρα­δι­ό­φω­νο, οὔ­τε ρο­λό­ι, οὔ­τε βι­βλί­α, οὔ­τε μο­λύ­βι, οὔ­τε τε­τρά­διο. Καμ­μιὰ φο­ρὰ τρα­γου­δοῦ­σε χα­μη­λό­φω­να γιὰ νὰ γε­μί­σει προ­σω­ρι­νὰ τὸ κε­νό. Κά­θε φο­ρά, ὅ­μως, θυ­μό­ταν λι­γό­τε­ρα τρα­γού­δια. Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρὸς εἶ­χε μά­θει καὶ με­ρι­κὲς προ­σευ­χὲς ποὺ τοῦ εἶ­χε δι­δά­ξει ἡ για­γιά του. Ἀλ­λά, τώ­ρα, σὲ ποι­όν θὰ προ­σεύ­χο­ταν; Ἔ­νι­ω­θε ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νος ἀπ’ τὸ Θε­ό, δὲν ἤ­θε­λε ὅ­μως νὰ ἐ­ξα­πα­τή­σει ὁ ἴ­διος τὸν Θε­ό. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος καὶ ὅ­τι ἔρ­χον­ταν ὁ Θε­ὸς καὶ τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ταν ὅ­τι ἦ­ταν κου­ρα­σμέ­νος, ὅ­τι ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ ἀϋ­πνί­α κι αὐ­τὸ τὸν ἐ­ξαν­τλοῦ­σε, καὶ ὅ­τι καμ­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τε­λι­κὰ κα­τά­φερ­νε νὰ συμ­φι­λι­ω­θεῖ μὲ τὸν ὕ­πνο, εἶ­χε ἐ­φιά­λτες στοὺς ὁ­ποί­ους ὁ Ἰ­η­σοῦς τοῦ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια ἀ­π’ τὸ σταυ­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε κου­κού­λα καὶ δὲν τοῦ τὴν ἔ­δι­νε. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα, τοῦ ἔ­λε­γε ὁ Θε­ός, εἶ­ναι ὅ­τι Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω Θε­ὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ν’ ἀ­πευ­θυν­θῶ. Εἶ­μαι σὰν ἕ­να ὀρ­φα­νὸ μὲ Κε­φα­λαῖ­α. Ὁ κρα­τού­με­νος ἔ­νι­ω­σε οἶ­κτο γι’ αὐ­τὸν τὸν τό­σο μό­νο καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο Θε­ό. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι, ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ἡ ἀρ­ρώ­στια τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν ἡ μο­να­ξιά, μιᾶς ποὺ ἡ φή­μη του ὡς ἀ­νώ­τε­ρος, ἄ­βα­τος καὶ αἰ­ώ­νιος τρό­μα­ζε τοὺς ἁ­γί­ους, τό­σο τοὺς ἐ­πί­ση­μους, ὅ­σο καὶ τοὺς ἀ­να­πλη­ρω­τές. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε καὶ θυ­μή­θη­κε ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­θεος τοῦ ἔ­φυ­γε ὁ οἶ­κτος γιὰ τὸν Θε­ό, καὶ ἔ­νι­ω­σε πιὸ πο­λὺ οἶ­κτο γιὰ τὸν ἴ­διο ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κλει­στος, μό­νος, βου­τηγ­μέ­νος στὴ λί­γδα καὶ τὴν ἀ­νί­α. Με­τὰ ἀ­πὸ ἀ­να­ρίθ­μη­τα ὄ­νει­ρα καὶ ξα­γρύ­πνι­ες ἔ­φτα­σε ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ποὺ κοι­μό­ταν καὶ τὸν τα­ρα­κού­νη­σαν χω­ρὶς τὴν σύ­νη­θη ἀ­γρι­ό­τη­τα καὶ ἕ­νας φρου­ρὸς τοῦ εἶ­πε νὰ ση­κω­θεῖ για­τὶ τοῦ εἶ­χαν πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Ὁ κρα­τού­με­νος πεί­στη­κε ὅ­τι δὲν ὀ­νει­ρεύ­ο­ταν μό­νο ὅ­ταν ἔ­νι­ω­σε τὸ κρύ­ο του σο­μι­ὲ καὶ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τὴν αἰ­ώ­νια πα­ρου­σί­α τοῦ ἀ­ρου­ραί­ου. Τὸν χαι­ρέ­τη­σε μὲ λύ­πη κι ὕ­στε­ρα πῆ­γε μὲ τὸν φρου­ρὸ νὰ τοῦ δώ­σουν τὰ ροῦ­χα του, λί­γα χρή­μα­τα, τὸ ρο­λό­ι, τὸ στυ­λό, ἕ­να δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι, τὰ λί­γα ποὺ τοῦ εἶ­χαν πά­ρει ὅ­ταν φυ­λα­κί­στη­κε. Στὴν ἔ­ξο­δο δὲν τὸν πε­ρί­με­νε κα­νείς. Ἄρ­χι­σε νὰ περ­πα­τά­ει. Περ­πά­τη­σε δυ­ὸ μέ­ρες στὴ διά­ρκεια τῶν ὁ­ποί­ων κοι­μό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου ἢ κά­τω ἀ­π’ τὰ δέν­τρα. Σ’ ἕ­να συ­νοι­κια­κὸ μπὰρ ἔ­φα­γε δυ­ὸ σάν­του­ιτς καὶ ἤ­πι­ε μιὰ μπύ­ρα στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ γεύ­ση ἀ­π’ τὸ πα­ρελ­θόν. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τε­λι­κὰ στὸ σπί­τι τῆς ἀ­δερ­φῆς του, ἐ­κεί­νη σχε­δὸν λι­πο­θύ­μη­σε ἀπ΄τὴν ἔκ­πλη­ξη. Ἔ­μει­ναν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι σχε­δὸν δέ­κα λε­πτά. Ἀ­φοῦ ἔ­κλα­ψε γιὰ λί­γο, ἐ­κεί­νη τὸν ρώ­τη­σε τί σκέ­φτον­ταν νὰ κά­νει. Ἕ­να μπά­νιο καὶ ὕ­πνο, πρὸς τὸ πα­ρόν, εἶ­μαι πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος. Με­τὰ τὸ μπά­νιο ἐ­κεί­νη τὸν ὁ­δή­γη­σε σ’ ἕ­να δῶ­μα ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κρε­βά­τι. Ὄ­χι κα­νέ­νας βρώ­μι­κος σο­μι­ές, ἀλ­λὰ ἕ­να κα­θα­ρὸ κρε­βά­τι, μα­λα­κὸ καὶ ἀ­ξι­ο­πρε­πές. Κοι­μή­θη­κε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα συ­νε­χό­με­νες ὧ­ρες. Κα­τὰ ἕ­ναν πα­ρά­ξε­νο τρό­πο, στὴν διά­ρκεια αὐ­τῆς τῆς μα­κρό­χρο­νης ἀ­νά­παυ­σης, ὁ πρώ­ην κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Μὲ σα­μι­α­μί­δι καὶ ἀπ’ ὅ­λα.

 

 

Πηγή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Buzondetiempo (1999).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: