Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Τὸ ἄλλο Ἐγώ

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Τὸ ἄλλο Ἐγώ

(El otro Yo)

 

ΠΡΟΚΕΙΤΟ γιὰ ἕ­ναν συ­νη­θι­σμέ­νο νε­α­ρό: τὰ παν­τε­λό­νια του ἔ­κα­ναν πάν­τα γό­να­τα, δι­ά­βα­ζε εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πε­ρι­ο­δι­κά, ἔ­κα­νε θό­ρυ­βο ὅ­ταν ἔ­τρω­γε, ἔ­βα­ζε τὸ δά­χτυ­λο στὴ μύ­τη του, ρο­χά­λι­ζε ὅ­ταν τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος, τὸν ἔ­λε­γαν Ἀρ­μάν­το. Συ­νη­θι­σμέ­νο σὲ ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να πράγ­μα: εἶ­χε ἄλ­λο Ἐ­γώ.

      Τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ κοι­τοῦ­σε μὲ μιὰ δό­ση ποί­η­σης στὴ μα­τιά, ἐ­ρω­τεύ­ον­ταν ἠ­θο­ποι­ούς, ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, συγ­κι­νοῦν­ταν τὰ δει­λι­νά. Τὸν νε­α­ρὸ τὸν ἀ­νη­συ­χοῦ­σε πο­λὺ τὸ ἄλ­λο του Ἐ­γὼ καὶ τὸν ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θει ἄ­σχη­μα μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἦ­ταν με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ ὁ Ἀρ­μάν­το δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὅ­σο ἀ­γροῖ­κος θὰ ἤ­θε­λε.

     Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ὁ Ἀρ­μάν­το γύ­ρι­σε σπί­τι κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια, κού­νη­σε ἀρ­γὰ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του κι ἔ­βα­λε τὸ ρά­διο. Τὸ ρά­διο εἶ­χε Μό­τσαρτ, ἀλ­λὰ ὁ νε­α­ρὸς κοι­μή­θη­κε. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἔ­κλαι­γε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ νέ­ος δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει, με­τὰ ὅ­μως πῆ­ρε τὰ πά­νω του καὶ πρό­σβαλ­λε μὲ εὐ­συ­νει­δη­σί­α τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ. Ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ αὐ­το­κτό­νη­σε.

     Στὴν ἀρ­χὴ ὁ θά­να­τος τοῦ ἄλ­λου Ἐ­γὼ ἀ­πο­τέ­λε­σε ἕ­να σκλη­ρὸ χτύ­πη­μα γιὰ τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το, στὴ συ­νέ­χεια, ὅ­μως, σκέ­φτη­κε, ὅ­τι τώ­ρα ναί, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἀ­γροῖ­κος. Αὐ­τὴ ἡ σκέ­ψη τὸν πα­ρη­γό­ρη­σε.

     Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει πα­ρὰ μο­νά­χα πέν­τε μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἦ­ταν σὲ πέν­θος, ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο μὲ σκο­πὸ νὰ πε­ρι­φέ­ρει τὴν και­νούρ­για καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­γριά­δα του. Εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ τοὺς φί­λους του νὰ πλη­σιά­ζουν. Αὐ­τὸ τὸν γέ­μι­σε μὲ τό­ση χα­ρὰ ποὺ ξέ­σπα­σε ἀ­μέ­σως σὲ χά­χα­να. Κι ὡ­στό­σο, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι πέ­ρα­σαν δί­πλα του, δὲν κα­τά­λα­βαν τὴν πα­ρου­σί­α του. Καὶ δὲν ἔ­φτα­νε μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ὁ νέ­ος κα­τά­φε­ρε ν’­ἀ­κού­σει ποὺ ἔ­λε­γαν: «Τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το. Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἔ­μοια­ζε τό­σο δυ­να­τὸς καὶ ὑ­γι­ής.»

     Ὁ νέ­ος στα­μά­τη­σε νὰ γε­λά­ει καὶ ταυ­τό­χρο­να ἔ­νι­ω­σε στὸ ὕ­ψος τοῦ στέρ­νου ἕ­να πνί­ξι­μο ποὺ ἔ­μοια­ζε ἀρ­κε­τὰ μὲ νο­σταλ­γία. Δὲν μπό­ρε­σε ὅ­μως νὰ νι­ώ­σει πραγ­μα­τι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, για­τί ὅ­λη τὴν με­λαγ­χο­λί­α τὴν εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ La muerte y otras sorpresas (1968).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (MarioBenedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν:  τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Διαφημίσεις