Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

(El hombre que aprendio a ladrar)

 

ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ὅ­τι ἦ­ταν χρό­νια σκλη­ρῆς καὶ πραγ­μα­τι­κῆς μα­θη­τεί­ας, μὲ πα­ρο­δι­κὰ πα­ρα­στρα­τή­μα­τα κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει. Στὸ τέ­λος, θρι­άμ­βευ­σε, ὡ­στό­σο, ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἔ­μα­θε νὰ γα­βγί­ζει. Ὄ­χι νὰ μι­μεῖ­ται γα­βγί­σμα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν νὰ κά­νουν με­ρι­κοὶ πλα­κα­τζῆ­δες, ἢ ποὺ θω­ροῦν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους τέ­τοι­ους, ἀλ­λὰ νὰ γα­βγί­ζει κα­νο­νι­κά. Τί τὸν εἶ­χε ὠ­θή­σει σ’ αὐ­τὴν τὴν ἐκ­παί­δευ­ση; Μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του αὐ­το­σαρ­κά­ζο­ταν μὲ χι­οῦ­μορ: «Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γα­βγί­ζω γιὰ νὰ μὴν κλά­ψω.» Ὁ πιὸ ἰ­σχυ­ρὸς λό­γος, ὅ­μως, ἦ­ταν ἡ φραγ­κι­σκα­νι­κὴ σχε­δὸν ἀ­γά­πη του πρὸς τ’ ἀ­δέρ­φια του, τοὺς σκύ­λους. Ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

       Πῶς ἀ­γα­πᾶ, λοι­πόν, κα­νείς, ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὸν ἄλ­λον;

      Γιὰ τὸν Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἡ μέ­ρα ποὺ τὸ γά­βγι­σμά του ἔ­γι­νε ἐ­πι­τέ­λους κα­τα­νο­η­τὸ ἀ­πὸ τὸν Λέ­ο, τὸν σύν­τρο­φο σκύ­λο του, καὶ (κά­τι ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­πί­στευ­το) ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε τὸ γά­βγι­σμα τοῦ Λέ­ο, ση­μα­το­δό­τη­σε μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο καὶ ὁ Λέ­ο ξά­πλω­ναν φαρ­διὰ-πλα­τιά, συ­νή­θως κα­τὰ τὸ δει­λι­νό, κά­τω στὸν κυ­κλο­φο­ρια­κὸ κόμ­βο καὶ συ­νο­μι­λοῦ­σαν πά­νω σε γε­νι­κὰ θέ­μα­τα. Πα­ρὰ τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τοὺς συν­τρό­φους σκύ­λους, ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ πο­τὲ ὅ­τι ὁ Λέ­ο εἶ­χε μιὰ τό­σο σο­φὴ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸν κό­σμο.

      Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρε τε­λι­κά το θάρ­ρος νὰ τὸν ρω­τή­σει μὲ κάμ­πο­σα ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὰ γα­βγί­σμα­τα: «Πές μου, εἰ­λι­κρι­νά, Λέ­ο, τί γνώ­μη ἔ­χεις γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ γα­βγί­ζω;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ­τοῦ Λέ­ο ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ στα­ρά­τη: «Θὰ ἔ­λε­γα ὅ­τι εἶ­σαι ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ θὰ πρέ­πει νὰ βελ­τι­ω­θεῖς. Τὸ γά­βγι­σμά σου ἔ­χει ἀ­κό­μα ἀν­θρώ­πι­νη προ­φο­ρά.»

 

 

Πη­γή: on line ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά: www.4.loscuentos.net  

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: