Μαρία Κουγιουμτζῆ: Σκιά

 

 

Μαρία Κουγιουμτζῆ

 

Σκιά

 

ΕΝ Υ­ΠΗΡ­ΧΕ Ω­ΡΑ, στιγ­μὴ ποὺ νὰ μὴ νι­ώ­θω τὰ μά­τια του νὰ μ’ ἀ­κο­λου­θοῦν. Κι ὄ­χι μό­νο αὐ­τά. Αἰ­σθα­νό­μουν τὴ σκιά του πί­σω μου, ἄ­σχε­τα ἂν δὲν τὴν εἶ­δα πο­τέ. Κά­που κά­που μο­νά­χα ἕ­να ξέ­φτι ἔ­στρι­βε σὲ κά­ποι­α γω­νιά.

       Χι­ο­νί­ζει, ἄ­η­χες οἱ νι­φά­δες πέ­φτουν στὰ μαλ­λιά μου, τὸ κρύ­ο εἶ­ναι ἁ­πα­λό, ἡ σι­ω­πὴ του γε­μά­τη μά­τια. Τὰ μά­τια του. Ἴ­δια μὲ τὰ δι­κά μου. Ἐ­πι­μέ­νουν.

      Παίρ­νω τὴ μι­κρή μου κό­ρη καὶ πᾶ­με. Χώ­νο­μαι βα­θιὰ μέ­σα στὸ δά­σος. Τὸ σπί­τι ζε­στό, ἀ­φοῦ τὸ κο­ρί­τσι ρί­χνει συ­νε­χῶς ξύ­λα στὴ φω­τιά. Για­τί εἶ­σαι ἀ­νή­συ­χος; μοῦ λέ­ει, ἐ­δῶ θὰ τὸν βρεῖς.

      Βλέ­πω τὰ ψη­λὰ χι­ο­νι­σμέ­να βου­νά, μό­νο μὲ ἄ­λο­γο μπο­ρῶ νὰ τ’ ἀ­νέ­βω. Ὅ­μως δὲν ξέ­ρω ἀ­πὸ ἄ­λο­γα. Ρω­τῶ ἕ­ναν χω­ρι­κό, κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι του. Μό­νο μὲ μου­λά­ρι, λέ­ει, καὶ ὄ­χι μ’ αὐ­τὸν τὸν και­ρό. Μὲ τὰ πό­δια; ρω­τῶ. Ἀ­δύ­να­τον, λέ­ει, θέ­λεις τέσ­σε­ρις μέ­ρες νὰ φτά­σεις πέ­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, στὴν κοι­λά­δα. Πρέ­πει νὰ κου­βα­λή­σεις τὸ νε­ρὸ καὶ τὴν τρο­φή σου καὶ τὶς νύ­χτες τρι­γυρ­νοῦν λύ­κοι.

      Ἡ κό­ρη μου βλέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζο­μαι. Ἂν εἶ­ναι νὰ τὸν βρεῖς ἐ­κεῖ, θὰ τὸν βρεῖς κι ἐ­δῶ, λέ­ει. Κοι­τῶ τὸ θλιμ­μέ­νο της πρό­σω­πο, ἴ­σως ἔ­χεις δί­κιο, λέ­ω. Μὴ μὲ πε­ρι­μέ­νεις, γύρ­να στὴν πό­λη. Θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω, λέ­ει. Τὰ μά­τια της εἶ­ναι κόκ­κι­να. Τῆς χα­ϊ­δεύ­ω τὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά.

      Τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ξύ­πνη­σα ἀ­π’ τὸ τρί­ξι­μο τῶν σα­νι­δι­ῶν. Κά­ποι­ος περ­πα­τοῦ­σε στὸ δω­μά­τιο. Ἐ­σὺ εἶ­σαι; ψι­θύ­ρι­σα. Μιὰ κρύ­α ἀ­νά­σα μοῦ ἄγ­γι­ξε τὰ χεί­λη. Ντύ­θη­κα στὰ σκο­τει­νά, τώ­ρα ὁ ἀ­έ­ρας μοῦ φά­νη­κε χλια­ρός. Ἔρ­χο­μαι, εἶ­πα, ἔρ­χο­μαι. Κά­τι φουρ­φού­ρι­σε ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου. Ἡ κό­ρη μου ση­κώ­θη­κε, ἔ­ρι­ξε μιὰ πλε­χτὴ ζα­κέ­τα πά­νω ἀ­π’ τὴ νυ­χτι­κιά της, ὅ­λα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα, εἶ­πε, τὸ ψω­μί, τὸ νε­ρὸ ἐ­δῶ, ἡ κου­βέρ­τα ἐ­κεῖ. Φό­ρε­σες δυ­ὸ ζευ­γά­ρια κάλ­τσες; Σοῦ ἔ­χω ἄλ­λα δυ­ὸ μὲς στὴν κου­βέρ­τα κι ἕ­να ζευ­γά­ρι γάν­τια ἀ­κό­μα. Τὰ τσι­γά­ρα σου στὶς τσέ­πες τοῦ μπου­φὰν καὶ σπίρ­τα. Μ’ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε βου­βά, τὰ μά­τια της στε­γνά. Αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι γεν­νή­θη­κε μὲ τὴ γνώ­ση. Ἔ­τσι ἦ­ταν κι ἡ μά­να της, ἀ­κό­μα καὶ τὸν θά­να­τό της ἤ­ξε­ρε, εἶ­πε στὴν κό­ρη μας νὰ μὲ προ­σέ­χει, μό­νο νὰ τὸν ἀ­φή­νεις λεύ­τε­ρο, τῆς εἶ­πε, χω­ρὶς λευ­τε­ριὰ δὲν ἀν­τέ­χει.

      Ὅ­μως λεύ­τε­ρος δὲν ἤ­μουν. Ἤ­μουν σκλά­βος τῆς σκιᾶς του. Μιὰ σκιὰ ποὺ ἦ­ταν ἡ σκιὰ τῆς σκιᾶς, ἕ­νας ἀ­έ­ρας μό­νο, ἕ­να θρό­ι­σμα.

      Ὁ σκύ­λος μὲ πε­ρί­με­νε ἀ­νυ­πό­μο­νος. Τὰ χνό­τα του σχη­μά­τι­ζαν πα­γω­μέ­να σύν­νε­φα, τὰ ἔ­γλει­φε ἡ γλώσ­σα του καὶ λι­ῶ­ναν, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα του ἀ­ση­μέ­νι­ες κλω­στές. Τὸ φεγ­γά­ρι ἄ­σπρο, ἔ­τρε­με μὲς στὰ κρύ­α σύν­νε­φα, ἅ­πλω­νε μο­νο­πά­τια πέν­θι­μα, τὰ δέν­τρα ὀρ­θώ­νον­ταν βλο­συ­ρά, ξε­γυ­μνω­μέ­να ἀ­πὸ τὰ φύλ­λα τους, ἔ­τρι­ζε ἡ μπό­τα μου στὸ πα­γω­μέ­νο χι­ό­νι, ὁ μό­νος ἦ­χος μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­νά­σα τοῦ σκυ­λιοῦ, νε­κρο­τα­φεῖ­ο χω­ρὶς τά­φους ὁ δρό­μος. Κι ἐ­γὼ ἔ­πρε­πε νὰ βρῶ τὸν τά­φο τῆς σκιᾶς.

      Χι­ο­νί­ζει πά­λι. Σκε­πά­ζον­ται τὰ ἴ­χνη μου. Ὁ ἥ­λιος βγαί­νον­τας μά­τω­σε τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ σκύ­λος ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι, τὸν κοι­τά­ζει, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται.

      Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς αὐ­τὸς τὸν βλέ­πει. Τὸν σκιά.

      Περ­πα­τῶ ἀρ­γά, δὲν βι­ά­ζο­μαι. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σα νὰ τὸν βρῶ, ἔ­χω ἠ­ρε­μή­σει. Βα­δί­ζω ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὸ βά­δι­σμα λὲς κι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ σκο­πός μου, νὰ βα­δί­ζω αἰ­ω­νί­ως. Σὰν νὰ εἶ­ναι τὸ βά­δι­σμα ποὺ θὰ λύ­σει τὸ αἴ­νιγ­μα τοῦ σύμ­παν­τος. Τὸ χι­ό­νι κά­θε­ται πά­νω μου, ὑ­ψώ­νε­ται στοὺς ὤ­μους μου, λα­φρὺ δὲν μὲ βα­ραί­νει, φτά­νει στ’ αὐ­τί μου, μοῦ μι­λᾶ. Ἡ ὁ­μι­λί­α του εἶ­ναι ἁ­πα­λὴ καὶ ζε­στή. Ξέ­ρει πολ­λά, εἶ­δε, ἄ­κου­σε, γνω­ρί­ζει τὶς σκι­ές. Μοῦ λέ­ει πὼς εἶ­δε αὐ­τὴν ποὺ ψά­χνω, ἐ­κεῖ ψη­λά, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ βου­νά, στὶς κοι­λά­δες τοῦ Ἄρ­μεν, ἐ­κεῖ ποὺ περ­πά­τη­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Ση­κώ­νω τὸ κε­φά­λι μα­ζὶ μὲ τὸν σκύ­λο, εἶ­μαι στοὺς πρό­πο­δες ἀ­κό­μα. Ἡ κό­ρη μου τώ­ρα θὰ τρώ­ει τὸ πρω­ι­νό της καὶ ἴ­σως κλαί­ει. Τώ­ρα μπο­ρεῖ νὰ κλά­ψει. Ὅ­μως δὲν εἶ­ναι θυ­μω­μέ­νη. Τὰ δά­κρυ­ά της, ἁ­πα­λὰ σὰν τὸ χι­ό­νι. Πλέ­νουν τὸ βά­ρος ἀ­π’ τὴν ψυ­χή της.

      Κό­βω ἕ­να κομ­μά­τι ψω­μί, τὸ μοι­ρά­ζο­μαι μὲ τὸν σκύ­λο. Τί ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ποὺ εἶ­ναι ὁ σκύ­λος μου. Πλη­σιά­ζει, ἀρ­γὰ τὸ ψω­μί, τὸ μυ­ρί­ζει ἤ­ρε­μα, ἁ­πλώ­νει τὴ γλώσ­σα, τὸ γλεί­φει χα­ϊ­δευ­τι­κὰ κι ὕ­στε­ρα τὸ τρώ­ει μὲ μι­κρὲς ἀρ­γὲς δαγ­κω­νι­ές, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὰ σκυ­λιὰ τοῦ σα­λο­νιοῦ, πάν­το­τε λαί­μαρ­γα, ἀ­χόρ­τα­γα κι ἀ­δι­άν­τρο­πα πέ­φτουν πά­νω στὴν τρο­φὴ σὰν λεί­α γιὰ νὰ τὴν κα­τα­βρο­χθί­σουν.

      Ὅ­σο ἀ­νε­βαί­νω, τό­σο πιὸ ἐ­λα­φρὺς γί­νο­μαι. Ἡ κου­βέρ­τα στὸν ὦ­μο μου πιὸ πο­λὺ μ’ ἀγ­κα­λιά­ζει πα­ρὰ μὲ βα­ραί­νει. Μιὰ ἀ­λε­ποῦ πε­τά­χτη­κε μέ­σα ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι, μᾶς κοί­τα­ξε, ἐ­μέ­να πρό­χει­ρα, τὸν σκύ­λο μου ἔν­το­να, τὰ μά­τια τους φεγ­γο­βό­λη­σαν γιὰ μιὰ στιγ­μή, ὕ­στε­ρα ἡ οὐ­ρά της κόκ­κι­νη σὰν τὴ φω­τιὰ χά­θη­κε πί­σω ἀ­πὸ τοῦ­φες χι­ο­νιοῦ. Δι­έ­κρι­να με­ρι­κὲς σπί­θες πά­νω στὴ φω­τει­νὴ ἀ­σπρά­δα.

      Με­ση­μέ­ρια­σε. Φά­γα­με πά­λι ψω­μὶ μὲ τὸν σκύ­λο. Ἔ­τρι­ψα χιό­νι, ἤ­πια. Ὁ σκύ­λος τὸ ἔ­γλει­φε μὲ τὴ γλώσ­σα. Μπο­ροῦ­σα νὰ πά­ρω ἕ­να ὅ­πλο, νὰ ἔ­χου­με γεῦ­μα ἀ­π’ ὅ,τι ξε­πε­τα­γό­ταν στὸν δρό­μο μας, ὅ­μως ὄ­χι. Ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ τρυ­φε­ρό­τη­τα γιὰ τὰ ζῶ­α, ὄ­χι, ἔ­πρε­πε νὰ ‘­μαι λα­φρύς, νὰ γί­νω δι­ά­φα­νος, ἀ­έ­ρι­νος, νὰ ἔρ­θουν οἱ ὀ­πτα­σί­ες νὰ μὲ βροῦν, νὰ ζων­τα­νέ­ψουν. Ἀ­π’ τὴ νη­στεία ἔ­βλε­παν ὁ­ρά­μα­τα οἱ ἐ­ρη­μί­τες κι οἱ προ­φῆ­τες. Τὸ ἤ­ξε­ρα πὼς μπο­ροῦ­σα νὰ ξα­πλώ­σω πά­νω στὸ χι­ό­νι καὶ σι­γὰ σι­γὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα μου, νὰ ἁ­πλω­θῶ στὸν χῶ­ρο καὶ τό­τε θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν μπρο­στά μου ὅ­λα τα πα­ρελ­θόν­τα ποὺ δι­έ­σχι­σαν αὐ­τὸν τὸν τό­πο. Θὰ ἤ­μουν ἀ­πό­λυ­τος, κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, θὰ ζοῦ­σα ἀ­έ­ρας, μέ­σα σὲ ζων­τα­νὸ παλ­λό­με­νο ἀ­έ­ρα. Ὅ­μως ὄ­χι. Ἔ­πρε­πε νὰ φτά­σω ἐ­κεῖ ποὺ μὲ κα­λοῦ­σε ἡ ἕλ­ξη τῆς σκιᾶς. Ὣς τώ­ρα ἡ ἕλ­ξη αὐ­τὴ ἦ­ταν βα­ριά, δύ­σθυ­μη. Σὰν νὰ μ’ ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε καὶ γι­νό­μου­να κι ἐ­γὼ σκιά. Σκιὰ ποὺ σή­πον­ταν καὶ μύ­ρι­ζε. Τώ­ρα μο­σχο­βο­λοῦ­σε. Ὅ­πως ἡ μο­σχο­ζά­χα­ρη ποὺ ἔ­και­γε ἡ μα­μά μου μα­ζὶ μὲ τὸ μο­σχο­λί­βα­νο γιὰ νὰ γλυ­καί­νον­ται οἱ ψυ­χὲς τῶν πε­θα­μέ­νων. Τώ­ρα και­γό­μου­να ἐ­γὼ σι­γὰ σι­γὰ μέ­σα στὸ χι­ό­νι, κι ἡ ἕλ­ξη μ’ ἔ­σερ­νε ἐ­ξα­χνω­μέ­νο. Ἡ σκιὰ γευ­ό­ταν εὐ­τυ­χί­α κι ἤ­μουν σί­γου­ρος πὼς ὣς νὰ φτά­σω ψη­λά, θὰ σαρ­κω­νό­ταν. Ἡ σκιά, ὁ δί­δυ­μος ἀ­δελ­φός μου, θὰ μοῦ ἔ­δι­νε τὸ χέ­ρι.

      Σου­ρου­πώ­νει, τὸ φεγ­γά­ρι βγῆ­κε ν’ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­σει τὸν ἥ­λιο. Σὲ λί­γο θὰ σκο­τει­νιά­σει, πρέ­πει νὰ βρῶ κα­τά­λυ­μα γιὰ τὴ νύ­χτα, ὁ σκύ­λος ἔ­χει λα­χα­νιά­σει, ἐ­γὼ ἀ­να­σαί­νω ἤ­ρε­μα, δὲν εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νος. Φτιά­χνω ἕ­να πρό­χει­ρο ἰγ­κλού, χώ­νο­μαι μέ­σα μὲ τὸ σκυ­λί. Ἡ ἀ­νά­σα του ζε­στή, τὸ τρί­χω­μα του ὑ­γρὸ ἀλ­λὰ φι­λι­κό. Σκε­πα­ζό­μα­στε μὲ τὴν κου­βέρ­τα. Ἀ­πο­κοι­μι­έ­μαι μι­σο­ξα­πλω­μέ­νος. Ἕ­να ἄλ­λο σῶ­μα ἀ­νά­λα­φρο ξα­πλώ­νει δί­πλα μου.

      Τὸ πρω­ὶ εἶ­μαι ζε­στὸς σὰν νὰ κοι­μή­θη­κα ἀγ­κα­λιὰ μὲ νε­α­νι­κὸ σῶ­μα. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα σὰν νὰ μὲ σκέ­πα­ζε ἡ κό­ρη μου καὶ τὸ σκυ­λὶ ἔ­τρε­με ἀ­να­τρι­χι­ά­ζον­τας. Πλέ­νω μὲ χι­ό­νι τὸ πρό­σω­πό μου, μοι­ρά­ζο­μαι ψω­μὶ μὲ τὸν σκύ­λο. Τὸ χι­ό­νι πέ­φτει λα­φρὺ πά­νω μας μι­λών­τας. Μᾶς ὁ­δη­γεῖ. Τὰ δέν­τρα κου­κου­λω­μέ­να στὸ ἄ­σπρο, μᾶς ὑ­πο­δέ­χον­ται μ’ ἕ­να δρο­σε­ρὸ μουρ­μου­ρη­τό. Ἀ­νοί­γουν δρό­μο νὰ πε­ρά­σου­με. Ἡ σκιὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται καὶ κά­πο­τε σὰν νὰ σαρ­κώ­νε­ται γιὰ κλά­σμα­τα δευ­τε­ρο­λέ­πτου. Βλέ­πω ἕ­να χα­μό­γε­λο στὸν ἀ­έ­ρα.

      Δὲν βι­ά­ζε­ται κα­νείς μας. Οὔ­τε αὐ­τὴ οὔ­τε ἐ­γώ, οὔ­τε ὁ σκύ­λος, ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ ξε­τρύ­πω­σε ἕ­ναν σκί­ου­ρο κι ἔ­παι­ξε μα­ζί του κυ­νη­γη­τό.

      Τὸ ἀ­πό­γευ­μα μᾶς πλη­σί­α­σαν δυ­ὸ ἄ­σπροι λύ­κοι. Τὰ μά­τια τους ἀ­ση­μέ­νια. Μᾶς κοί­τα­ξαν κα­λὰ κα­λά, μᾶς μύ­ρι­σαν ἀ­πὸ μα­κριὰ κι ὕ­στε­ρα ἔ­τρε­ξαν χα­ϊ­δεύ­ον­τας ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μὲ τὴ μου­σού­δα τους. Ὁ σκύ­λος μου ζή­λε­ψε καὶ τρί­φτη­κε στὸ βρεγ­μέ­νο μου παν­τε­λό­νι.

      Τὴ νύ­χτα ξα­πλώ­νει δί­πλα μου ἡ πε­θα­μέ­νη γυ­ναί­κα μου. Ὅ­λα κα­λά, λέ­ει, θὰ δεῖς. Πρὶν μὲ σκο­τώ­σει, τὸ πρω­ὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ παν­τε­λό­νι, δές το πό­σο κα­θα­ρὸ εἶ­ναι, μοῦ δεί­χνει ἕ­να κομ­μά­τι μα­τω­μέ­νο πα­νί, δὲν πει­ρά­ζει, λέ­ει, ὅ­λα κα­λά.

      Τὸ πρω­ὶ τὸ χι­ό­νι στα­μά­τη­σε. Μπρο­στά μου καὶ πί­σω μου ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το ἄ­σπρο. Σὰν σὲ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸ μοῦ φέρ­νει κον­τὰ τὴν κό­ρη μου. Μ’ ἕ­ναν χω­ρι­κὸ σὲ δυ­ὸ μου­λά­ρια ἀ­κο­λου­θεῖ τὰ ἴ­χνη μου. Σὰν τὶς Ἰν­διά­νες εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα κοκ­κι­νω­πή. Με­ρι­κὲς τοῦ­φες μαῦ­ρα μαλ­λιὰ ἀ­γα­πη­μέ­να ξε­φεύ­γουν ἀ­π’ τὸ κου­κού­λω­μά της. Τὰ μά­τια της δὲν τὰ βλέ­πω, εἶ­ναι σκυ­φτή.

      Πί­σω ἀ­π’ τὰ δέν­τρα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ γυ­ναί­κα μου, ἔ­χει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἕ­να μι­κρὸ ἐ­λά­φι. Τὸ φι­λᾶ στὴ μου­σού­δα. Λί­γο ἀ­κό­μα, λέ­ει, λί­γο ἀ­κό­μα, πί­σω ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ βου­νά. Ἡ κοι­λά­δα ἐ­κεῖ εἶ­ναι πρά­σι­νη.

      Ἐ­πι­τέ­λους φτά­νω. Ἕ­νας ἥ­λιος κα­τα­κί­τρι­νος ἀλ­λὰ κρύ­ος μὲ ὑ­πο­δέ­χε­ται. Δὲν ὑ­πάρ­χει που­θε­νὰ χι­ό­νι. Χνού­δια ἀ­πὸ ἀν­θοὺς χρυ­σο­κί­τρι­νους καὶ γα­λα­νούς, κόκ­κι­νη θά­λασ­σα ἀ­πὸ πα­πα­ροῦ­νες, καὶ στά­ρια κα­τα­πρά­σι­νά μου στρώ­νουν νὰ πλα­γιά­σω.

      Ξα­πλώ­νω, ὁ σκύ­λος δί­πλα μου. Πε­ρι­μέ­νω. Ἀ­κού­ω ἀ­νά­σες, φι­λή­μα­τα, χέ­ρια μὲ ψαύ­ουν, ἡ κό­ρη μου, ἡ μά­να της σκυμ­μέ­νες πά­νω μου. Ἐ­κεῖ­νος, ποῦ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος, ὁ δί­δυ­μος ἀ­δελ­φός μου; Αὐ­τὸς ποὺ μὲ πρό­στα­ξε νὰ ἔρ­θω.

      Νά τος, μὲ ὅ­λες του τὶς σάρ­κες καὶ τὴν ὀ­μορ­φιά του. Κλαί­ει, μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά. Ἡ κό­ρη μου μα­ζεύ­ει τὰ κό­κα­λά μου. Ἔ­χει φέ­ρει κρα­σὶ καὶ τὰ πλέ­νει. Ὁ ἀ­δελ­φός μου σκύ­βει καὶ μὲ φι­λᾶ στὰ χεί­λη. Για­τί τὸ ἔ­κα­νες, λέ­ει, για­τί τὴ σκό­τω­σες; Ἀ­φοῦ τὸ ξέ­ρεις, σὰν δί­δυ­μοι αἰ­σθα­νό­μα­σταν τὸ ἴ­διο, ἦ­ταν ἑ­πό­με­νο νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σω, μὰ δὲν τὴν ἄγ­γι­ξα πο­τέ. Ἡ γυ­ναί­κα μου σκύ­βει κι αὐ­τὴ καὶ μὲ φι­λᾶ, δὲν πει­ρά­ζει, λέ­ει, ὅ­λα κα­λά.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (2009).

 

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, Ἡ λέ­ξη, Παν­δώ­ρα, Πά­ρο­δος, Πα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011).

 

Διαφημίσεις

Τὸμ Χόκινς (Tom Hawkins): Ἡ νύχτα τοῦ γάμου

 

 

Τὸμ Χόκινς (Tom Hawkins)

 

Ἡ νύχτα τοῦ γάμου

(W­e­d­d­i­ng N­i­g­ht)

 

ΧΩ ΔΟΥΛΕΨΕΙ στὸν πάγ­κο μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ αὐ­τὸ τὸν σταθ­μὸ λε­ω­φο­ρεί­ων ἀ­πὸ τὸ 1953, ἀ­να­μέ­νον­τας τὸ κα­τάλ­λη­λο κο­ρί­τσι νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ. Ὅ­ταν πῆ­ρα αὐ­τὴ τὴν δου­λειά, ἡ μπο­γιὰ ἐ­κεί­νου ἐ­κεῖ τοῦ τοί­χου ἦ­ταν φρέ­σκια, εἶ­χε ἕ­να ἁ­πα­λὸ πρά­σι­νο χρῶ­μα τό­τε. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τῆς Κο­ρέ­ας θὰ στα­μα­τοῦ­σαν νὰ ἀ­γο­ρά­σουν τσι­γά­ρα καὶ ἔ­μα­θα τὰ ἐμ­βλή­μα­τα τοῦ στρα­τοῦ, τῆς ἀ­κτο­φυ­λα­κῆς, τοῦ ναυ­τι­κοῦ καὶ τῆς ναυ­τι­λί­ας.

       Μιὰ φο­ρὰ μὲ εἶ­χε λη­στέ­ψει ἕ­νας στι­βα­ρὸς λευ­κὸς ἄν­τρας μὲ κα­φὲ σα­κά­κι. Μοῦ εἶ­χε δεί­ξει τὰ δύο δόν­τια ποὺ τοῦ εἶ­χαν μεί­νει στὸ στό­μα καὶ ἡ σκαν­δά­λη ἐ­νὸς μι­κροῦ αὐ­τό­μα­του τυ­λιγ­μέ­νου μὲ ται­νί­α στό­χευ­ε τὴν καρ­διά μου. Τοῦ ἔ­δω­σα ὅ­λα τὰ χρή­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν φο­βή­θη­κα κα­θό­λου. Κα­τα­λά­βαι­να κοι­τά­ζον­τας τον πὼς ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς σὰν ἐ­μέ­να. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πε­θά­νω πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν πάγ­κο καὶ αὐ­τὸς ἁ­πλὰ θὰ ἔ­φευ­γε κρυμ­μέ­νος μέ­σα στὸ ἴ­διο του τὸ δέρ­μα, μὲ με­ρι­κὰ δολ­λά­ρια γιὰ ξό­δε­μα. Εἴ­μα­σταν ὅ­λοι ἕ­να πράγ­μα. Ἔ­τσι τοῦ ἔ­δω­σα τὰ λε­φτά, νι­ώ­θον­τας πλου­σι­ό­τε­ρος ἀ­μέ­σως —τρι­α­κό­σια εἴ­κο­σι τρί­α δολ­λά­ρια— καὶ τὸν ἄ­φη­σα νὰ ξε­φύ­γει πρὶν κα­λέ­σω τοὺς μπά­τσους.

      Ἄ­κου­σα πὼς δὲν τὸν ἔ­πια­σαν πο­τέ, ἀρ­γό­τε­ρα ἄ­κου­σα πὼς τὸν ἔ­πια­σαν σὲ μιὰ ἄλ­λη πο­λι­τεί­α —στὴν Γιού­τα νο­μί­ζω— καὶ πιὸ με­τὰ ἄ­κου­σα πὼς τὸν βρῆ­καν νε­κρὸ σὲ ἕ­να ὑ­παί­θριο πάρ­κινκ ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ου στὸ Κάν­σας. Δὲν ξέ­ρω. Μπο­ρεῖ νὰ βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­κό­μα. Μπο­ρεῖ νὰ γυ­ρί­σει. Μπο­ρεῖ νὰ μὲ λη­στέ­ψει ἀ­πό­ψε ἢ ἁ­πλὰ νὰ μὲ σκο­τώ­σει πυ­ρο­βο­λών­τας με, ἢ καὶ τὰ δύο.

      Ὅ­λα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν σὲ ἕ­να σταθ­μὸ λε­ω­φο­ρεί­ου. Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 εἴ­χα­με τοὺς ἀ­πο­κα­λού­με­νους χί­πη­δες, νε­α­ρὰ ἄ­το­μα μὲ κου­ρε­λι­α­σμέ­νη ἀμ­φί­ε­ση. Συ­νή­θι­ζαν νὰ κοι­μοῦν­ται πά­νω σὲ ὅ­λα τὰ κα­θί­σμα­τα μέ­σα σὲ ὑ­πνό­σα­κους μὲ σα­κί­δια καὶ σκη­νές.

      Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ κα­τάλ­λη­λο κο­ρί­τσι μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν τε­λι­κά, κά­ποι­ο κο­ρί­τσι ποὺ βα­ρέ­θη­κε τὰ μα­κρυ­μάλ­λι­κα ἀ­γό­ρια, καὶ κου­ρά­στη­κε ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, καὶ θὰ περ­πα­τοῦ­σε ὣς τὸ σπί­τι μα­ζί μου κρα­τών­τας μου τὸ χέ­ρι, καὶ θὰ κου­λου­ρι­α­ζό­ταν μα­ζί μου στὸ κρε­βά­τι μου μὲ τοὺς σο­μιέ­δες ποὺ ἔ­τρι­ζαν. Εἶ­χα τὰ μά­τια μου ἀ­νοι­χτά. Μιὰ μέ­ρα εἶ­δα μιὰ νε­α­ρὴ κυ­ρί­α: φαι­νό­ταν τό­σο κου­ρα­σμέ­νη καὶ ἔ­μοια­ζε νὰ χρει­ά­ζε­ται ἕ­να φί­λο. Τῆς ἀ­γό­ρα­σα ἕ­να σάν­του­ιτς καὶ κα­φὲ καὶ ἕ­να βα­ζά­κι φυ­στι­κο­βού­τυ­ρο. Τῆς ἀ­γό­ρα­σα με­ρι­κὲς ἀ­σπι­ρί­νες καὶ μι­σὸ λί­τρο γά­λα, ψα­λι­δά­κι νυ­χι­ῶν καὶ ἕ­να ἀ­να­μνη­στι­κὸ που­κά­μι­σο.

      Τῆς εἶ­πα πὼς εἶ­χα ἕ­να μέ­ρος ὅ­που μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει καὶ νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ, ὅ­σο ἤ­θε­λε. Τῆς εἶ­πα πὼς δὲν ἦ­ταν κά­τι τὸ πο­λυ­τε­λές, πα­ρὰ μό­νο ἕ­να δω­μά­τιο, ἀλ­λὰ ὅ,­τι ἦ­ταν δι­κό μου ἦ­ταν καὶ δι­κό της. Ἤ­ξε­ρα πὼς ἦ­ταν κα­θα­ρό. Τὸ εἶχα κα­θα­ρί­σει τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα ὅ­ταν εἶ­δα τὸ κο­ρί­τσι νὰ συ­χνά­ζει ἐ­δῶ.

      Μοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ μαλ­λιὰ καὶ εἶ­πε πὼς ἡ καρ­διά μου ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­γά­πη. Εἶ­πε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κοι­μη­θεῖ δώ­δε­κα ὧ­ρες πε­ρί­που καὶ με­τὰ θὰ ἔ­φευ­γε. Τὴν πῆ­γα σπί­τι. Βυ­θί­στη­κε στὸ κρε­βά­τι καὶ ἔ­κλαι­γε – μοῦ εἶ­πε πὼς εἴ­μουν «τό­σο πο­λὺ εὐ­γε­νι­κός». Καὶ με­τὰ κοι­μή­θη­κε σὰν πε­θα­μέ­νη. Ξά­πλω­σα στὸ πά­τω­μα δί­πλα της, ὅ­που εἶ­πα πὼς θὰ κοι­μό­μουν. Στὴν μέ­ση τῆς νύ­χτας ξύ­πνη­σα ξα­ναμ­μέ­νος καὶ ἔ­νι­ω­σα τὸ δω­μά­τιο νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζει. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ. Ὁ ἀ­έ­ρας ἔ­γι­νε ἀ­πο­πνι­κτι­κός. Τό­τε σύρ­θη­κα πά­νω καὶ γλί­στρη­σα μέ­σα στὸ κρε­βά­τι δί­πλα της. Τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ντυ­μέ­νο. Ἡ ἀ­να­πνο­ή της μοῦ θύ­μι­ζε τὸν ἦ­χο τῆς θά­λασ­σας. Ἄγ­γι­ξα τὸ δέρ­μα της, ἁ­πλῶς τὸ δέρ­μα κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα της. Πραγ­μα­τι­κά, δὲν ξύ­πνη­σε κα­θό­λου, ἁ­πλὰ ἀ­να­στέ­να­ξε καὶ γύ­ρι­σε. Τὸ πρω­ὶ ὅ­ταν ξύ­πνη­σα στὸ κρε­βά­τι, εἶ­χε φύ­γει.

      Ἔ­χω δου­λέ­ψει ἐ­δῶ ἀ­πὸ τὸ 1953, ἀ­να­μέ­νον­τας τὸ κα­τάλ­λη­λο κο­ρί­τσι νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ. Ὑ­πο­θέ­τω πὼς ἦρ­θε. Κά­ποι­οι κα­λοὶ γά­μοι δὲν κρα­τοῦν γιὰ πο­λύ.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Τὸμ Χό­κινς (T­om H­a­w­k­i­ns). Συγ­γρα­φέ­ας μιᾶς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο P­a­p­er C­r­o­wn (B­k­Mk P­r­e­ss). Ζεῖ στὸ Ρά­ι­λι τῆς Βό­ρειας Κα­ρο­λί­νας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­ρί­α Κα­πε­τά­νου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Καθαρὴ ἀφηρημάδα

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Καθαρὴ ἀφηρημάδα

(De puro distraido)

 

ΟΤΕ ΔΕΝ ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ πο­λι­τι­κὸς ἐ­ξό­ρι­στος. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν πα­τρί­δα του ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς πα­ρά­ξε­νης πα­ρόρ­μη­σης ἡ ὁ­ποί­α σφυ­ρη­λα­τή­θη­κε σὲ τρεῖς φά­σεις. Ἡ πρώ­τη, ὅ­ταν τὸν στρί­μω­ξαν ἐ­πα­νειλ­λη­μέ­να τρεῖς ἄ­στε­γοι στὴν Ἀ­βε­νί­δα. Ἡ δεύ­τε­ρη, ὅ­ταν ἕ­νας ὑ­πουρ­γὸς χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὴ λέ­ξη Εἰ­ρή­νη στὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του βλέ­φα­ρο. Ἡ τρί­τη, ὅ­ταν μπῆ­κε στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς γει­το­νιᾶς του καὶ εἶ­δε μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ (ὄ­χι τὴν πιὸ πο­λυ­προ­σκυ­νη­μέ­νη καὶ φορ­τω­μέ­νη μὲ κε­ριά, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη πα­ρα­με­λη­μέ­νη, σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πλα­ϊ­νὰ δι­α­ζώ­μα­τα) νὰ κλαί­ει σὰν μω­ρό.

         Ἴ­σως νὰ σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἂν ἔ­με­νε στὴ χώ­ρα του θὰ ἀ­πελ­πί­ζον­ταν σύν­το­μα καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ τὴν πε­ρι­πλά­νη­ση, τὴν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α, τὴν συ­νε­τὴ ἀ­πό­λαυ­ση. Τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ ὄ­χι οἱ δε­σμέ­υ­σεις. Δι­α­σκέ­δα­ζε μὲ τὰ το­πί­α, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος μπού­χτι­ζε ἀ­πὸ τό­σο πρά­σι­νο καὶ νο­σταλ­γοῦ­σε τὴ βου­ὴ τῶν πό­λε­ων. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὶς μη­τρο­πο­λι­τι­κὲς ἐν­τά­σεις, ἔ­φτα­νε ὅ­μως μιὰ μέ­ρα ποὺ ἔ­νι­ω­θε πα­γι­δευ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­βλη­τι­κοὺς τσι­μεν­τέ­νιους ὄγ­κους.

         Ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε πε­ρι­πλα­νη­θεῖ στοὺς δρό­μους καὶ τὰ μο­νο­πά­τια τῆς πα­τρί­δας του, ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται σὲ χῶ­ρες, σύ­νο­ρα καὶ θά­λασ­σες. Ἦ­ταν φρι­χτὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Συ­χνὰ δὲν ἤ­ξε­ρε σὲ ποι­ὰ πό­λη βρί­σκον­ταν, δὲν ἀ­πο­φά­σι­ζε ὡ­στό­σο νὰ ρω­τή­σει. Ἁ­πλῶς συ­νέ­χι­ζε νὰ πε­ρι­δι­α­βαί­νει καί, σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἂν ἔ­κα­νε λά­θος, δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε νὰ βρεῖ τὸ σω­στό. Ἂν χρει­ά­ζον­ταν κά­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ φά­ει ἢ νὰ κοι­μη­θεῖ, εἶ­χε στὴ δι­ά­θε­ση του τέσ­σε­ρεις γλῶσ­σες γιὰ νὰ τὸ ἀ­να­ζη­τή­σει καὶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος ποὺ τὸν κα­τα­λά­βαι­νε. Στὴ χει­ρό­τε­ρη τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων, μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­φύ­γει πάν­τα στὴ γλώσ­σα τοῦ σώ­μα­τος.

         Τα­ξί­δευ­ε μὲ τραῖ­νο ἢ μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ἂν καὶ συ­νή­θως κα­τά­φερ­νε νὰ τὸν παίρ­νει μα­ζί του κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το ἢ φορ­τη­γό. Ἐ­νέ­πνε­ε ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Ὁ κό­σμος πί­στευ­ε γι’ αὐ­τὸν τὰ πιὸ ἀλ­λό­κο­τα πράγ­μα­τα, καὶ δὲν εἶ­χε ἄ­δι­κο, για­τὶ ὅ­λα πά­νω του ἦ­ταν κά­πως ἀλ­λό­κο­τα. Γε­νι­κὰ πε­ρι­δι­ά­βαι­νε μό­νος του, καὶ ἦ­ταν λο­γι­κό, μιᾶς ποὺ κα­νέ­νας ἄν­δρας, καὶ πο­λὺ λι­γό­τε­ρο καμ­μιὰ γυ­ναί­κα, δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νὸς νὰ ἀν­τέ­ξει τό­ση ἀ­μέ­λεια καὶ τό­ση ἀ­τα­ξί­α.

         Ὅ­ταν περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ κά­ποι­α σύ­νο­ρα ἔ­δει­χνε τὸ δι­α­βα­τή­ριο μὲ μιὰ κί­νη­ση δυ­σφο­ρί­ας ἢ μη­χα­νι­κή, ἀ­μέ­σως ὅ­μως ξε­χνοῦ­σε γιὰ ποι­ὰ σύ­νο­ρα ἐ­πρό­κει­το. Ἔ­με­νε λί­γο στὸ κέν­τρο τῶν πό­λε­ων. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ πε­ρι­θω­ρια­κὰ προ­ά­στια, ὅ­που τα πή­γαι­νε κα­λὰ μὲ τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς σκύ­λους.

         Καμ­μιὰ φο­ρὰ συ­νέ­βαι­νε νὰ τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται κά­ποι­α λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ τοῦ χρη­σί­μευ­ε γιὰ νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ. Ἀλ­λὰ ὄ­χι πάν­τα. Ἕ­να πρω­ὶ βρέ­θη­κε δί­πλα σ’ ἕ­να κα­νά­λι καὶ πί­στε­ψε ὅ­τι ἦ­ταν στὴν Βε­νε­τί­α, ἀλ­λὰ ἦ­ταν στὴν Μπρίζ. Τὸ νὰ μπερ­δέ­ψει τὸν Ση­κουά­να μὲ τὸν Ρῆ­νο, καὶ ἀν­τί­στρο­φα, τοῦ εἶ­χε συμ­βεῖ του­λά­χι­στον σὲ τρεῖς πε­ρι­πτώ­σεις. Δὲν εἶ­χε μα­ζί του πυ­ξί­δα, πα­ρὰ προ­σα­να­το­λί­ζον­ταν μὲ βά­ση τὸν ἥ­λιο, ὅ­ταν ὅ­μως τύ­χαι­ναν βρο­χε­ρὲς μέ­ρες μὲ σκο­τει­νὸ οὐ­ρα­νὸ δὲν εἶ­χε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α πρὸς τὰ ποὺ ἔ­πε­φτε ὁ Βορ­ρᾶς. Οὔ­τε κι αὐ­τὸ τὸν ἐ­πη­ρέ­α­ζε, μιᾶς ποὺ δὲν εἶ­χε καμ­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα.

         Κά­ποι­ο με­ση­μέ­ρι κα­τά­λα­βε ὅ­τι περ­πα­τοῦ­σε στὸ Ἐλ­σίν­κι για­τί εἶ­δε ἕ­ναν τη­λε­φω­νι­κὸ θά­λα­μο ποὺ ἔ­λε­γε Puhelin. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἐ­λά­χι­στα στοι­χεῖ­α ποὺ ἤ­ξε­ρε γιὰ τὴν Φιν­λαν­δί­α. Ἄλ­λη μέ­ρα ἔ­νι­ω­σε ἕ­να ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ τρά­βηγ­μα πεί­νας στὸ στο­μά­χι καὶ ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ σα­κί­διό του λί­γο τυ­ρί. Κα­θὼς μα­σοῦ­σε μὲ ἀ­πό­λαυ­ση πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος πά­νω σε μιὰ κο­λώ­να ποὺ τοῦ ἔ­φε­ρε στὸ νοῦ τὶς στῆ­λες ἀ­πὸ πεν­τε­λι­κὸ μάρ­μα­ρο ποὺ εἶ­χε δεῖ σὲ κά­ποι­α φω­το­γρα­φί­α τοῦ Παρ­θε­νώ­να καί, ὅ­πως εἶ­ναι φυ­σι­κό, με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν συ­νειρ­μὸ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι βρί­σκον­ταν πραγ­μα­τι­κὰ στὴν Ἀ­κρό­πο­λη. Ναί, ἦ­ταν φρι­χτὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­στα­ση χι­ό­νι­ζε καὶ γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο μπῆ­κε μέ­σα σὲ κά­τι στο­ὲς μὲ ἐμ­πο­ρι­κὰ κα­τα­στή­μα­τα στὸ μον­τέρ­νο ὑ­πέ­δα­φος τῆς Χά­γης. Ὅ­ταν, ἕ­να τρί­μη­νο με­τά, βγῆ­κε ἀ­πὸ ἄλ­λες ὑ­πό­γειες στο­ὲς στὸ κέν­τρο τῆς Στοκ­χόλ­μης χά­ρη­κε πραγ­μα­τι­κὰ ποὺ δὲν χι­ό­νι­ζε πιά.

         Ποῦ καὶ ποῦ πή­γαι­νε στὰ ἀ­ε­ρο­δρό­μια, ἀλ­λὰ δὲν τα­ξί­δευ­ε σχε­δὸν πο­τὲ ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κῶς, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, για­τὶ ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν στὸν ἀ­νά­λο­γο γκι­σὲ καὶ ἄ­φη­νε τὶς ἐ­λα­φρι­ὲς ἀ­πο­σκευ­ές του, πή­γαι­νε στὴν τα­ρά­τσα νὰ δεῖ πῶς ἀ­πο­γει­ώ­νον­ταν καὶ προ­σγει­ώ­νον­ταν τὰ με­γά­λα ἀ­ε­ρο­σκά­φη καὶ δὲν ἔ­δι­νε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ση­μα­σί­α στὰ με­γά­φω­να ποὺ ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν μὲ ἐ­πι­­μο­νὴ τὸ ὄ­νο­μά του.

         Κά­ποι­α φο­ρά, ὡ­στό­σο, καὶ ἄν­τε νὰ ξέ­ρει κα­νεὶς ἐ­ξαι­τί­ας ποι­οῦ πε­ρί­ερ­γου μη­χα­νι­σμοῦ, πα­ρέ­μει­νε στὴν εἴ­σο­δο τῆς θύ­ρας καὶ ἐ­πι­βι­βά­στη­κε ὑ­πά­κου­α στὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο μα­ζὶ μὲ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους τα­ξι­δι­ῶ­τες. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὸν προ­ο­ρι­σμὸ καὶ ἔ­δει­ξε, ὑ­πά­κου­α ὡς συ­νή­θως, τὸ δια­βα­τή­ριό του, ἕ­νας ὑ­πάλ­λη­λος τοῦ Τμή­μα­τος Ἀλ­λο­δα­πῶν τὸν κοί­τα­ξε ἐ­ξε­τα­στι­κὰ καὶ τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­λᾶ­τε μα­ζί μου». Ἐ­κεῖ­νος τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κα­λό­βο­λα δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­ναν ἔ­ρη­μο δι­ά­δρο­μο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν σὲ μιὰ πόρ­τα μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ εἴ­σο­δος», ὁ ὑ­πάλ­λη­λος τὴν ἄ­νοι­ξε καὶ τοῦ ἔ­κα­νε νεῦ­μα νὰ μπεῖ. Ἔ­τσι κι ἔ­κα­νε, ὄν­τας ἀ­προ­ε­τοί­μα­στος. Σκέ­φτη­κε νὰ πλη­σιά­σει σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὴ μέ­ση του δω­μα­τί­ου, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα. Κά­ποι­ος ἀ­πὸ πί­σω του τοῦ εἶ­χε φο­ρέ­σει μιὰ κου­κού­λα. Τό­τε μό­νο κα­τά­λα­βε ὅ­τι, ἀ­πὸ κα­θα­ρὴ ἀ­φη­ρη­μά­δα, βρί­σκον­ταν καὶ πά­λι στὴν πα­τρί­δα του.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Geografias (1984).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ὀνειρεύτηκε ὅτι ἦ­ταν κρατούμενος

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Ὀνειρεύτηκε ὅτι ἦταν κρατούμενος

(Sono que estaba preso)

 

ΚΕΙΝΟΣ Ο ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Μὲ κά­ποι­ες δι­α­φο­ρὲς καὶ ἀ­πο­κλί­σεις, ἐν­νο­εῖ­ται. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὸν τοῖ­χο τοῦ ὀ­νεί­ρου ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­φί­σα ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι. Στὸν πραγ­μα­τι­κὸ τοῖ­χο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ἕ­νας σκοῦ­ρος λε­κὲς ἀ­πὸ ὑ­γρα­σί­α. Στὸ πά­τω­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου ἔ­τρε­χε ἕ­να σα­μι­α­μί­δι. Ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ πά­τω­μα τὸν κοι­τοῦ­σε ἕ­νας ἀ­ρου­ραῖ­ος. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Κά­ποι­ος τοῦ ἔ­κα­νε μα­σὰζ στὴν πλά­τη καὶ ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­ζε νὰ νιώ­θει κα­λύ­τε­ρα. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ποι­ὸς ἦ­ταν, ἀλ­λὰ ἦ­ταν σί­γου­ρος ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴ μη­τέ­ρα του, ἡ ὁ­ποῖ­α σ’ αὐ­τὸ ἦ­ταν εἰ­δι­κή. Ἀ­πὸ τὴν φαρ­διὰ τζα­μα­ρί­α ἔμ­παι­νε ὁ θα­λασ­σι­νὸς ἥ­λιος καὶ ἐ­κεῖ­νος τὸν ἐ­κλάμ­βα­νε σὰν ἕ­να ση­μά­δι ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια δὲν ὑ­πῆρ­χε ἥ­λιος. Ὁ φεγ­γί­της μὲ τὰ κάγ­κε­λα (δύ­ο ἐ­πὶ τρί­α) ἔ­βλε­πε σ’ ἕ­να στε­νὸ ἄ­νοιγ­μα ἀ­έ­ρα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κλει­νε ἀ­π’ τὴν ἀν­τι­κρι­νὴ πλευ­ρὰ ἕ­νας σκι­ε­ρὸς τοῖ­χος. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ὅ­τι δί­ψα­γε καὶ ἔ­πι­νε ἄ­φθο­νο πα­γω­μέ­νο νε­ρό. Καὶ τὸ νε­ρὸ του ἔ­τρε­χε κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὰ μά­τια σὲ μορ­φὴ κλά­μα­τος. Εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση τοῦ για­τί ἔ­κλαι­γε, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε οὔ­τε κὰν στὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό. Κοι­τοῦ­σε τὰ ἄ­πρα­γα χέ­ρια του, αὐ­τὰ ποὺ πρὶν ἔ­φτια­χναν προ­το­μές, πρό­σω­πα ἀ­πὸ γύ­ψο, πό­δια, κορ­μιὰ μπλεγ­μέ­να, γυ­ναῖ­κες ἀ­πὸ μάρ­μα­ρο. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε τὰ μά­τια ἦ­ταν στε­γνά, τὰ χέ­ρια βρώ­μι­κα, οἱ μεν­τε­σέ­δες σκου­ρι­α­σμέ­νοι, ὁ σφυγ­μὸς καλ­πά­ζων, τὰ πνευ­μό­νια χω­ρὶς ἀ­έ­ρα, τὸ τα­βά­νι ὑ­γρό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πί­πε­δο ὁ κρα­τού­με­νος ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ ὀ­νει­ρευ­τεῖ ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ εἶ­δε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ κρα­τᾶ ἕ­να πορ­τρέ­το τῆς Μι­λάγ­κρος. Δὲν τοῦ ἦ­ταν ἀρ­κε­τή, ὅ­μως, μό­νο ἡ φω­το­γρα­φί­α. Ἤ­θε­λε τὴν Μι­λάγ­κρος προ­σω­πι­κὰ καὶ ἐ­κεί­νη ἐμ­φα­νί­στη­κε μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο καὶ μιὰ γα­λά­ζια νυ­χτι­κιά.Τὸν πλη­σί­α­σε γιὰ νὰ τῆς τὴ βγά­λει, κι ἐ­κεῖ­νος, αὐ­τὸ ἔ­λει­πε, τῆς τὴν ἔ­βγα­λε. Ἡ γύ­μνια τῆς Μι­λάγ­κρος ἦ­ταν, φυ­σι­κά, θαυ­μά­σια καὶ τὴν δι­έ­τρε­ξε μὲ κά­θε ἑ­κα­το­στό της μνή­μης του, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τάς τη μὲ ὅ­λες του τὶς αἰ­σθή­σεις. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξυ­πνή­σει, ξύ­πνη­σε, ὅ­μως, λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν τὸν ὀ­νει­ρι­κὸ καὶ εἰ­κο­νι­κὸ ὀρ­γα­σμό. Καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς. Οὔ­τε φω­το­γρα­φί­α, οὔ­τε Μι­λάγ­κρος, οὔ­τε γα­λά­ζια νυ­χτι­κιά. Πα­ρα­δέ­χτη­κε ὅ­τι ἡ μο­να­ξιὰ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­φο­ρη. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε πά­ψει νὰ κά­νει μα­σάζ, με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων για­τὶ πή­γαι­ναν χρό­νια ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸ βλέμ­μα της, τὸ τρα­γού­δι της, τὸν τρό­πο ποὺ τὸν ἔ­παιρ­νε στὰ γό­να­τά της, τὰ χά­δια της, τὶς ἐ­πι­κρί­σεις της, τὶς συ­γνῶ­μες της. Ἀγ­κά­λια­σε μό­νος του τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λὰ ἔ­τσι δὲν ἦ­ταν τὸ ἴ­διο. Ἡ Μι­λάγ­κρος τοῦ ἔ­γνε­φε ἀν­τί­ο ἀ­πὸ κά­που μα­κριά. Ἀ­πὸ ἕ­να νε­κρο­τα­φεῖ­ο εἶ­χε τὴν ἐν­τύ­πω­ση. Ἀλ­λά, δὲν ἦ­ταν δυ­να­τόν. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἕ­να πάρ­κο. Στὸ κε­λὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε, ὅ­μως, πάρ­κο, ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ μὲς στὸ ὄ­νει­ρο, εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μό­νο αὐ­τό: ἕ­να ὄ­νει­ρο. Ὕ­ψω­σε τὸ χέ­ρι του γιὰ νὰ τῆς πεῖ κι αὐ­τὸς ἀν­τί­ο. Τὸ χέ­ρι του, ὅ­μως, ἦ­ταν μό­νο μιὰ γρο­θιά, καὶ ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στό, οἱ σφιγ­μέ­νες γρο­θι­ὲς δὲν ἔ­χουν μά­θει νὰ λέ­νε ἀν­τί­ο. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια, ὁ σο­μι­ὲς ποὺ ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πάν­τα τοῦ με­τέ­δω­σε ἕ­να δι­α­πε­ρα­στι­κὸ κρύ­ο. Τουρ­του­ρί­ζον­τας, κου­λου­ρι­α­σμέ­νος, προ­σπά­θη­σε νὰ ζε­στά­νει τὰ χέ­ρια του μὲ τὴν ἀ­να­πνο­ή του. Δὲν μπο­ροῦ­σε ὅ­μως ν’ ἀ­να­πνεύ­σει. Ἐ­κεῖ, στὴ γω­νί­α, ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ τὸ βλέμ­μα του, τό­σο πα­γω­μέ­νος, ὅ­σο καὶ ὁ ἴ­διος. Κού­νη­σε τὸ χέ­ρι του καὶ ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τέν­τω­σε ἕ­να πό­δι. Ἦ­ταν πα­λιοὶ γνω­στοί. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς τοῦ πε­τοῦ­σε κα­νέ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ ἀ­παί­σιο καὶ ἀ­ξι­ο­κα­τα­φρό­νη­το πιά­το του. Ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος ἦ­ταν εὐ­γνώ­μων. Μ’ αὐ­τὰ καὶ μ’­αὐ­τά, ὁ κρα­τού­με­νος πε­θύ­μη­σε τὸ πρά­σι­νο, εὐ­έ­λι­κτο σα­μι­α­μί­δι τοῦ ὀ­νεί­ρου του καὶ κοι­μή­θη­κε γιὰ νὰ τὸ ξα­να­συ­ναν­τή­σει. Βρέ­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὸ σα­μι­α­μί­δι εἶ­χε χά­σει τὴν οὐ­ρά του. Ἕ­να τέ­τοι­ο ὄ­νει­ρο, δὲν ἄ­ξι­ζε νὰ τὸ ὀ­νει­ρευ­τεῖ κα­νείς. Κι, ὡ­στό­σο… κι ὡ­στό­σο, ἄρ­χι­σε νὰ με­τρά­ει μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὰ χρό­νια ποὺ τοῦ ἔ­λει­παν. Ἕ­να, δύ­ο, τρί­α, τέσ­σε­ρα καὶ ξύ­πνη­σε. Ἦ­ταν ἕ­ξι συ­νο­λι­κὰ καὶ εἶ­χε συμ­πλη­ρώ­σει τὰ τρί­α. Τὰ μέ­τρη­σε πά­λι, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὰ δά­χτυ­λα ξύ­πνια. Δὲν εἶ­χε ρα­δι­ό­φω­νο, οὔ­τε ρο­λό­ι, οὔ­τε βι­βλί­α, οὔ­τε μο­λύ­βι, οὔ­τε τε­τρά­διο. Καμ­μιὰ φο­ρὰ τρα­γου­δοῦ­σε χα­μη­λό­φω­να γιὰ νὰ γε­μί­σει προ­σω­ρι­νὰ τὸ κε­νό. Κά­θε φο­ρά, ὅ­μως, θυ­μό­ταν λι­γό­τε­ρα τρα­γού­δια. Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρὸς εἶ­χε μά­θει καὶ με­ρι­κὲς προ­σευ­χὲς ποὺ τοῦ εἶ­χε δι­δά­ξει ἡ για­γιά του. Ἀλ­λά, τώ­ρα, σὲ ποι­όν θὰ προ­σεύ­χο­ταν; Ἔ­νι­ω­θε ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νος ἀπ’ τὸ Θε­ό, δὲν ἤ­θε­λε ὅ­μως νὰ ἐ­ξα­πα­τή­σει ὁ ἴ­διος τὸν Θε­ό. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος καὶ ὅ­τι ἔρ­χον­ταν ὁ Θε­ὸς καὶ τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ταν ὅ­τι ἦ­ταν κου­ρα­σμέ­νος, ὅ­τι ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ ἀϋ­πνί­α κι αὐ­τὸ τὸν ἐ­ξαν­τλοῦ­σε, καὶ ὅ­τι καμ­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τε­λι­κὰ κα­τά­φερ­νε νὰ συμ­φι­λι­ω­θεῖ μὲ τὸν ὕ­πνο, εἶ­χε ἐ­φιά­λτες στοὺς ὁ­ποί­ους ὁ Ἰ­η­σοῦς τοῦ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια ἀ­π’ τὸ σταυ­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε κου­κού­λα καὶ δὲν τοῦ τὴν ἔ­δι­νε. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα, τοῦ ἔ­λε­γε ὁ Θε­ός, εἶ­ναι ὅ­τι Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω Θε­ὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ν’ ἀ­πευ­θυν­θῶ. Εἶ­μαι σὰν ἕ­να ὀρ­φα­νὸ μὲ Κε­φα­λαῖ­α. Ὁ κρα­τού­με­νος ἔ­νι­ω­σε οἶ­κτο γι’ αὐ­τὸν τὸν τό­σο μό­νο καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο Θε­ό. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι, ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ἡ ἀρ­ρώ­στια τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν ἡ μο­να­ξιά, μιᾶς ποὺ ἡ φή­μη του ὡς ἀ­νώ­τε­ρος, ἄ­βα­τος καὶ αἰ­ώ­νιος τρό­μα­ζε τοὺς ἁ­γί­ους, τό­σο τοὺς ἐ­πί­ση­μους, ὅ­σο καὶ τοὺς ἀ­να­πλη­ρω­τές. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε καὶ θυ­μή­θη­κε ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­θεος τοῦ ἔ­φυ­γε ὁ οἶ­κτος γιὰ τὸν Θε­ό, καὶ ἔ­νι­ω­σε πιὸ πο­λὺ οἶ­κτο γιὰ τὸν ἴ­διο ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κλει­στος, μό­νος, βου­τηγ­μέ­νος στὴ λί­γδα καὶ τὴν ἀ­νί­α. Με­τὰ ἀ­πὸ ἀ­να­ρίθ­μη­τα ὄ­νει­ρα καὶ ξα­γρύ­πνι­ες ἔ­φτα­σε ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ποὺ κοι­μό­ταν καὶ τὸν τα­ρα­κού­νη­σαν χω­ρὶς τὴν σύ­νη­θη ἀ­γρι­ό­τη­τα καὶ ἕ­νας φρου­ρὸς τοῦ εἶ­πε νὰ ση­κω­θεῖ για­τὶ τοῦ εἶ­χαν πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Ὁ κρα­τού­με­νος πεί­στη­κε ὅ­τι δὲν ὀ­νει­ρεύ­ο­ταν μό­νο ὅ­ταν ἔ­νι­ω­σε τὸ κρύ­ο του σο­μι­ὲ καὶ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τὴν αἰ­ώ­νια πα­ρου­σί­α τοῦ ἀ­ρου­ραί­ου. Τὸν χαι­ρέ­τη­σε μὲ λύ­πη κι ὕ­στε­ρα πῆ­γε μὲ τὸν φρου­ρὸ νὰ τοῦ δώ­σουν τὰ ροῦ­χα του, λί­γα χρή­μα­τα, τὸ ρο­λό­ι, τὸ στυ­λό, ἕ­να δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι, τὰ λί­γα ποὺ τοῦ εἶ­χαν πά­ρει ὅ­ταν φυ­λα­κί­στη­κε. Στὴν ἔ­ξο­δο δὲν τὸν πε­ρί­με­νε κα­νείς. Ἄρ­χι­σε νὰ περ­πα­τά­ει. Περ­πά­τη­σε δυ­ὸ μέ­ρες στὴ διά­ρκεια τῶν ὁ­ποί­ων κοι­μό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου ἢ κά­τω ἀ­π’ τὰ δέν­τρα. Σ’ ἕ­να συ­νοι­κια­κὸ μπὰρ ἔ­φα­γε δυ­ὸ σάν­του­ιτς καὶ ἤ­πι­ε μιὰ μπύ­ρα στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ γεύ­ση ἀ­π’ τὸ πα­ρελ­θόν. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τε­λι­κὰ στὸ σπί­τι τῆς ἀ­δερ­φῆς του, ἐ­κεί­νη σχε­δὸν λι­πο­θύ­μη­σε ἀπ΄τὴν ἔκ­πλη­ξη. Ἔ­μει­ναν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι σχε­δὸν δέ­κα λε­πτά. Ἀ­φοῦ ἔ­κλα­ψε γιὰ λί­γο, ἐ­κεί­νη τὸν ρώ­τη­σε τί σκέ­φτον­ταν νὰ κά­νει. Ἕ­να μπά­νιο καὶ ὕ­πνο, πρὸς τὸ πα­ρόν, εἶ­μαι πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος. Με­τὰ τὸ μπά­νιο ἐ­κεί­νη τὸν ὁ­δή­γη­σε σ’ ἕ­να δῶ­μα ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κρε­βά­τι. Ὄ­χι κα­νέ­νας βρώ­μι­κος σο­μι­ές, ἀλ­λὰ ἕ­να κα­θα­ρὸ κρε­βά­τι, μα­λα­κὸ καὶ ἀ­ξι­ο­πρε­πές. Κοι­μή­θη­κε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα συ­νε­χό­με­νες ὧ­ρες. Κα­τὰ ἕ­ναν πα­ρά­ξε­νο τρό­πο, στὴν διά­ρκεια αὐ­τῆς τῆς μα­κρό­χρο­νης ἀ­νά­παυ­σης, ὁ πρώ­ην κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Μὲ σα­μι­α­μί­δι καὶ ἀπ’ ὅ­λα.

 

 

Πηγή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Buzondetiempo (1999).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Τὸ ἄλλο Ἐγώ

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Τὸ ἄλλο Ἐγώ

(El otro Yo)

 

ΠΡΟΚΕΙΤΟ γιὰ ἕ­ναν συ­νη­θι­σμέ­νο νε­α­ρό: τὰ παν­τε­λό­νια του ἔ­κα­ναν πάν­τα γό­να­τα, δι­ά­βα­ζε εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πε­ρι­ο­δι­κά, ἔ­κα­νε θό­ρυ­βο ὅ­ταν ἔ­τρω­γε, ἔ­βα­ζε τὸ δά­χτυ­λο στὴ μύ­τη του, ρο­χά­λι­ζε ὅ­ταν τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος, τὸν ἔ­λε­γαν Ἀρ­μάν­το. Συ­νη­θι­σμέ­νο σὲ ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να πράγ­μα: εἶ­χε ἄλ­λο Ἐ­γώ.

      Τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ κοι­τοῦ­σε μὲ μιὰ δό­ση ποί­η­σης στὴ μα­τιά, ἐ­ρω­τεύ­ον­ταν ἠ­θο­ποι­ούς, ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, συγ­κι­νοῦν­ταν τὰ δει­λι­νά. Τὸν νε­α­ρὸ τὸν ἀ­νη­συ­χοῦ­σε πο­λὺ τὸ ἄλ­λο του Ἐ­γὼ καὶ τὸν ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θει ἄ­σχη­μα μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἦ­ταν με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ ὁ Ἀρ­μάν­το δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὅ­σο ἀ­γροῖ­κος θὰ ἤ­θε­λε.

     Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ὁ Ἀρ­μάν­το γύ­ρι­σε σπί­τι κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια, κού­νη­σε ἀρ­γὰ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του κι ἔ­βα­λε τὸ ρά­διο. Τὸ ρά­διο εἶ­χε Μό­τσαρτ, ἀλ­λὰ ὁ νε­α­ρὸς κοι­μή­θη­κε. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἔ­κλαι­γε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ νέ­ος δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει, με­τὰ ὅ­μως πῆ­ρε τὰ πά­νω του καὶ πρό­σβαλ­λε μὲ εὐ­συ­νει­δη­σί­α τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ. Ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ αὐ­το­κτό­νη­σε.

     Στὴν ἀρ­χὴ ὁ θά­να­τος τοῦ ἄλ­λου Ἐ­γὼ ἀ­πο­τέ­λε­σε ἕ­να σκλη­ρὸ χτύ­πη­μα γιὰ τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το, στὴ συ­νέ­χεια, ὅ­μως, σκέ­φτη­κε, ὅ­τι τώ­ρα ναί, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἀ­γροῖ­κος. Αὐ­τὴ ἡ σκέ­ψη τὸν πα­ρη­γό­ρη­σε.

     Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει πα­ρὰ μο­νά­χα πέν­τε μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἦ­ταν σὲ πέν­θος, ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο μὲ σκο­πὸ νὰ πε­ρι­φέ­ρει τὴν και­νούρ­για καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­γριά­δα του. Εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ τοὺς φί­λους του νὰ πλη­σιά­ζουν. Αὐ­τὸ τὸν γέ­μι­σε μὲ τό­ση χα­ρὰ ποὺ ξέ­σπα­σε ἀ­μέ­σως σὲ χά­χα­να. Κι ὡ­στό­σο, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι πέ­ρα­σαν δί­πλα του, δὲν κα­τά­λα­βαν τὴν πα­ρου­σί­α του. Καὶ δὲν ἔ­φτα­νε μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ὁ νέ­ος κα­τά­φε­ρε ν’­ἀ­κού­σει ποὺ ἔ­λε­γαν: «Τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το. Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἔ­μοια­ζε τό­σο δυ­να­τὸς καὶ ὑ­γι­ής.»

     Ὁ νέ­ος στα­μά­τη­σε νὰ γε­λά­ει καὶ ταυ­τό­χρο­να ἔ­νι­ω­σε στὸ ὕ­ψος τοῦ στέρ­νου ἕ­να πνί­ξι­μο ποὺ ἔ­μοια­ζε ἀρ­κε­τὰ μὲ νο­σταλ­γία. Δὲν μπό­ρε­σε ὅ­μως νὰ νι­ώ­σει πραγ­μα­τι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, για­τί ὅ­λη τὴν με­λαγ­χο­λί­α τὴν εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ La muerte y otras sorpresas (1968).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (MarioBenedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν:  τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

(El hombre que aprendio a ladrar)

 

ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ὅ­τι ἦ­ταν χρό­νια σκλη­ρῆς καὶ πραγ­μα­τι­κῆς μα­θη­τεί­ας, μὲ πα­ρο­δι­κὰ πα­ρα­στρα­τή­μα­τα κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει. Στὸ τέ­λος, θρι­άμ­βευ­σε, ὡ­στό­σο, ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἔ­μα­θε νὰ γα­βγί­ζει. Ὄ­χι νὰ μι­μεῖ­ται γα­βγί­σμα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν νὰ κά­νουν με­ρι­κοὶ πλα­κα­τζῆ­δες, ἢ ποὺ θω­ροῦν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους τέ­τοι­ους, ἀλ­λὰ νὰ γα­βγί­ζει κα­νο­νι­κά. Τί τὸν εἶ­χε ὠ­θή­σει σ’ αὐ­τὴν τὴν ἐκ­παί­δευ­ση; Μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του αὐ­το­σαρ­κά­ζο­ταν μὲ χι­οῦ­μορ: «Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γα­βγί­ζω γιὰ νὰ μὴν κλά­ψω.» Ὁ πιὸ ἰ­σχυ­ρὸς λό­γος, ὅ­μως, ἦ­ταν ἡ φραγ­κι­σκα­νι­κὴ σχε­δὸν ἀ­γά­πη του πρὸς τ’ ἀ­δέρ­φια του, τοὺς σκύ­λους. Ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

       Πῶς ἀ­γα­πᾶ, λοι­πόν, κα­νείς, ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὸν ἄλ­λον;

      Γιὰ τὸν Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἡ μέ­ρα ποὺ τὸ γά­βγι­σμά του ἔ­γι­νε ἐ­πι­τέ­λους κα­τα­νο­η­τὸ ἀ­πὸ τὸν Λέ­ο, τὸν σύν­τρο­φο σκύ­λο του, καὶ (κά­τι ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­πί­στευ­το) ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε τὸ γά­βγι­σμα τοῦ Λέ­ο, ση­μα­το­δό­τη­σε μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο καὶ ὁ Λέ­ο ξά­πλω­ναν φαρ­διὰ-πλα­τιά, συ­νή­θως κα­τὰ τὸ δει­λι­νό, κά­τω στὸν κυ­κλο­φο­ρια­κὸ κόμ­βο καὶ συ­νο­μι­λοῦ­σαν πά­νω σε γε­νι­κὰ θέ­μα­τα. Πα­ρὰ τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τοὺς συν­τρό­φους σκύ­λους, ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ πο­τὲ ὅ­τι ὁ Λέ­ο εἶ­χε μιὰ τό­σο σο­φὴ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸν κό­σμο.

      Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρε τε­λι­κά το θάρ­ρος νὰ τὸν ρω­τή­σει μὲ κάμ­πο­σα ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὰ γα­βγί­σμα­τα: «Πές μου, εἰ­λι­κρι­νά, Λέ­ο, τί γνώ­μη ἔ­χεις γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ γα­βγί­ζω;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ­τοῦ Λέ­ο ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ στα­ρά­τη: «Θὰ ἔ­λε­γα ὅ­τι εἶ­σαι ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ θὰ πρέ­πει νὰ βελ­τι­ω­θεῖς. Τὸ γά­βγι­σμά σου ἔ­χει ἀ­κό­μα ἀν­θρώ­πι­νη προ­φο­ρά.»

 

 

Πη­γή: on line ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά: www.4.loscuentos.net  

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ἡ ἀγάπη τους δὲν ἦταν ἁπλὸ πράγμα

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

ἀγάπη τους δὲν ἦταν ἁπλὸ πράγμα

(Su amor no era sencillo)

 

ΟΥΣ ΣΥΝΕΛΑΒΑΝ γιὰ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς. Κα­νεὶς δὲν πί­στε­ψε τὸν ἄν­τρα καὶ τὴν γυ­ναί­κα ὅ­ταν αὐ­τοὶ προ­σπά­θη­σαν νὰ δώ­σουν ἐ­ξη­γή­σεις. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη τους δὲν ἦ­ταν ἁ­πλὸ πράγ­μα. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ κλει­στο­φο­βί­α καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ ἀ­γο­ρα­φο­βί­α. Ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸ ποὺ συ­νου­σι­ά­ζον­ταν στὰ κα­τώ­φλια.

 

Δρα­μα­το­ποί­η­ση:

  

 

Πη­γή: Despistes y franquezas (Ἀ­προ­σε­ξί­ες καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις, 1989).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.