Τζέιμς Τέιτ (James Tate): Χάρτης τοῦ Χαμένου Κόσμου

 

 

Τζέιμς Τέιτ (James Tate) 

  

Χάρτης τοῦ Χαμένου Κόσμου

(Map of the Lost Word)

 

ΠΗΡΧΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ποὺ εἶ­χαν ἀρ­χί­σει νὰ μ’ ἐ­νο­χλοῦν, πράγ­μα­τα ποὺ δὲν εἶ­χαν κα­μί­α ἐ­πί­πτω­ση ἀ­πὸ μό­να τους, ἀλ­λὰ ὅ­λα μα­ζὶ ὑ­πο­νό­μευ­αν τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μου νὰ τὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σω. Χρει­α­ζό­μουν ἕ­να σφυ­ρὶ γιὰ νὰ καρ­φώ­σω ἕ­να καρ­φί, ἀλ­λὰ τὸ σφυ­ρὶ δὲν βρι­σκό­ταν στὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη. Δὲν τὸ ἔ­βρι­σκα που­θε­νά. Ἔ­σπα­σα ἕ­να πιά­το κα­θὼς μά­ζευ­α τὰ πιά­τα, ἀλ­λὰ ποῦ εἶ­ναι ἡ σκού­πα; Πάν­τως ὄ­χι στὸ ντου­λά­πι μὲ τὶς σκοῦ­πες. Μὰ πῶς χά­νεις μιὰ σκού­πα; Ποῦ κρυ­βό­ταν; Καὶ ξαφ­νι­κά, ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­πως ἔ­στρω­να τὸ κρε­βά­τι βρῆ­κα τὸ σφυ­ρί. Ἴ­σως χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιὰ βο­ή­θη­μα κα­τὰ τῆς ἀ­ϋ­πνί­ας. Ἔ­πει­τα μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε ἡ Κέ­λυ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε χά­σει τὸ δα­χτυ­λί­δι της τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ καὶ μὲ πα­ρα­κά­λε­σε νὰ κοι­τά­ξω κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Κοί­τα­ξα καὶ βρῆ­κα ἐ­κεῖ τὴ σκού­πα. Ἀ­πο­φά­σι­σα τό­τε νὰ σκου­πί­σω κά­τω ἀ­πὸ ἐ­κεῖ γιὰ νὰ δῶ μή­πως βρῶ τὸ δα­χτυ­λί­δι της. Σκού­πι­σα καὶ ἔ­βγα­λα ἕ­να κομ­πο­σκοί­νι, ἕ­να μπου­ζί, ἕ­να δέρ­μα φι­διοῦ —τρί­α μέ­τρα μα­κρύ— ἕ­να ἀν­τί­τυ­πο τοῦ R­o­b­e­r­t­’s R­u­l­es of O­r­d­er, ἕ­ναν πλα­στι­κὸ ἀ­να­δευ­τή­ρα γιὰ κο­κτέ­ηλ, μιὰ σκλη­ρὴ κα­ρα­μέ­λα καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα. Ἀλ­λὰ ὄ­χι τὸ δα­χτυ­λί­δι. Ἔ­βα­λα τὴ σκού­πα στὸ ντου­λά­πι μὲ τὶς σκοῦ­πες καὶ ἄρ­χι­σα νὰ αἰ­σθά­νο­μαι λί­γο κα­λύ­τε­ρα. Κρέ­μα­σα τὴ φω­το­γρα­φί­α καὶ ἔ­βα­λα τὸ σφυ­ρὶ στὴν ἐρ­γα­λει­ο­θή­κη. Ἔ­φτια­ξα μιὰ κού­πα τσά­ι καὶ κά­θι­σα στὸ σα­λό­νι. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πῶς βρέ­θη­καν ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου. Κα­νέ­να δὲν μοῦ ἀ­νῆ­κε. Ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ ἐ­νο­χλη­τι­κὴ συλ­λο­γὴ πραγ­μά­των. Ἔ­πει­τα σκέ­φτη­κα τὸ δα­χτυ­λί­δι τῆς Κέ­λυ καὶ ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε πέ­σει πί­σω ἀ­πὸ τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πέ. Ἤ­πια λί­γο τσά­ι γιὰ νὰ ἠ­ρε­μή­σω τὰ νεῦ­ρα μου. Ἤ­πια λί­γο ἀ­κό­μα τσά­ι. Με­τὰ σή­κω­σα τὸ πρῶ­το μα­ξι­λά­ρι. Βρῆ­κα πε­ρί­που τρί­α δο­λά­ρια σὲ ψι­λὰ καὶ μιὰ μα­ϊ­μοὺ φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ ξύ­λο τίκ. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου ἡ μα­ϊ­μού, ἀλ­λὰ χά­ρη­κα ποὺ βρῆ­κα τὰ τρί­α δο­λά­ρια. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἑ­πό­με­νο μα­ξι­λά­ρι βρῆ­κα ἕ­να μι­κρὸ χε­ρού­λι ἀ­πὸ πο­τή­ρι, ἕ­να στρα­τι­ω­τά­κι μὲ ἀν­τι­α­σφυ­ξι­ο­γό­να μά­σκα, ἕ­να μπρε­λὸκ μὲ τρί­α κλει­διὰ καὶ ἕ­ναν χάρ­τη τῆς Φραγ­κφούρ­της στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἤ­πια γου­λιὰ-γου­λιὰ τὸ τσά­ι μου. Τὰ χέ­ρια μου ἔ­τρε­μαν. Ὅ­λο το πρω­ϊ­νὸ ἔ­φυ­γε μὲ βλα­κεῖ­ες. Εἶ­χα καὶ δου­λειά, ἀλ­λὰ κι ἂν δὲν εἶ­χα, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ χα­λα­ρώ­νω. Δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ κοι­τά­ξω κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρί­το μα­ξι­λά­ρι, οὔ­τε νὰ ψά­ξω ἄλ­λο γιὰ τὸ δα­χτυ­λί­δι τῆς Κέ­λυ. Ἔ­κα­τσα χω­ρὶς νὰ κου­νιέ­μαι, τὸ μυα­λό μου νὰ χά­νε­ται μέ­σα στὰ σύ­ν­νε­φα. Τρα­βοῦ­σα ἕ­να γιὰκ σὲ μιὰ βου­νο­κορ­φή, ποὺ κου­βα­λοῦ­σε μὲ δυ­σκο­λί­α νε­ρὸ καὶ ρύ­ζι σ’ ἕ­ναν νε­κρὸ σο­φὸ ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ξέ­ρει τί­πο­τα, δὲν λέ­ει τί­πο­τα.

 

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Τζέ­ιμςΤέ­ιτ (James Tate) (Κάν­σας Σί­τυ, 1943). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δώ­δε­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὸ 1992 κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ. Ἔ­χει δι­δά­ξει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μπέρ­κλε­ϊ στὴν Κα­λι­φόρ­νια, στὸ Κο­λούμ­πια καὶ στὸ Κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον, ἐ­νῶ τώ­ρα δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­σα­χου­σέ­της στὸ Ἄμ­χερτ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μα­ρί­α Πα­γώ­νη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὶς Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ L­o­n­d­on M­e­t­r­o­p­o­l­i­t­an U­n­i­v­e­r­s­i­ty τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου καὶ στὸ U­n­i­v­e­r­s­i­t­e de M­o­ns-H­a­i­n­a­ut τοῦ Βελ­γί­ου. Τὸ 2010 ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Σχο­λὴ Δη­μό­σιας Δι­οί­κη­σης καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Του­ρι­σμοῦ.

 

Οὔρσουλα Φωσκόλου: Χέρια σε κινέζικο φόντο

 

 

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου

 

              Χέ­ρια σὲ κι­νέ­ζι­κο φόν­το

 

Α ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ἔ­παι­ξαν γιὰ λί­γο, μι­κροὶ καὶ με­γά­λοι μαῦ­ροι καὶ κί­τρι­νοι κύ­κλοι ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὸ φὶλμ καὶ ἡ με­γά­λη ἐ­πι­γρα­φὴ συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸ ἄ­ναμ­μα τῶν φώ­των στὴ σχε­δὸν ἄ­δεια αἴ­θου­σα. Στὸν συ­νοι­κια­κὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο «Ἀ­να­ΐς» εἶ­χε φτά­σει ἡ ὥ­ρα τοῦ δι­α­λείμ­μα­τος καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φρέ­σκου ποπ­κὸρν ἀ­νέ­βαι­νε σι­γὰ σι­γὰ ἀ­πὸ τὶς σκά­λες μέ­χρι τὸν ἐ­ξώ­στη, ὅ­που κα­θό­ταν ἡ Να­τα­λί­α. Εἶ­χε δι­α­λέ­ξει τὴν κα­λύ­τε­ρη θέ­ση, ἀ­ρι­στε­ρὰ στὴν πρώ­τη σει­ρά, ἐ­κεῖ ὅ­που μπο­ροῦ­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὰ πό­δια της μπρο­στὰ καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὴν ται­νί­α χω­ρὶς κα­νέ­νας νὰ τῆς κρύ­βει τὴ θέ­α.

       Ἐ­δῶ καὶ μί­α ἑ­βδο­μά­δα τὸ «Ἀ­να­ΐς» εἶ­χε ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν κι­νε­ζι­κὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἔ­δει­χνε νὰ ἔ­χει πολ­λοὺς ὀ­πα­δούς. Ἐ­κεί­νη τὴν Πέμ­πτη ἔ­παι­ζε τὸ «Δω­μά­τιο 46», μιὰ πο­λὺ ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ ται­νί­α, μὲ πρω­τό­τυ­πη ὑ­πό­θε­ση καὶ ὑ­πέ­ρο­χη φω­το­γρα­φί­α. Τὸ πρῶ­το μι­σὸ εἶ­χε κα­θη­λώ­σει τὴ Να­τα­λί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ση­κώ­θη­κε κὰν ἀ­πὸ τὸ κά­θι­σμά της ὅ­ταν δό­θη­κε τὸ σῆ­μα γιὰ δι­ά­λειμ­μα. Ἔ­μει­νε νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τοὺς ἐ­πεν­δυ­μέ­νους μὲ ξύ­λο τοί­χους καὶ τὴ βε­λού­δι­νη κόκ­κι­νη κουρ­τί­να, ποὺ ἔ­πε­φτε βα­ριά, δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­θό­νη. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε ἁ­πλῶς λί­γο καὶ ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους της τὴν πλε­κτὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα, κα­θὼς ἡ ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ἔ­φερ­νε ἕ­να ρεῦ­μα ψυ­χροῦ ἀ­έ­ρα ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­τρι­χιά­ζει ἐ­λα­φρά. Συ­σκό­τι­ση καὶ πά­λι, ἡ ται­νί­α ἄρ­χι­ζε.

       «Δὲν ξέ­ρεις τὸ πα­ρελ­θόν μου» φώ­να­ζε ὁ Κιάνγκ.        

       Ἡ Να­τα­λί­α κα­θό­ταν μὲ σταυ­ρω­μέ­να τὰ πό­δια καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό της μπρά­τσο ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας σχε­δὸν τὴν πλά­τη τῆς δι­πλα­νῆς κα­ρέ­κλας. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ —σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση— ἡ πρω­τα­γω­νί­στρια ἀ­νέ­βαι­νε τὰ σκα­λιὰ ἑ­νὸς βρώ­μι­κου ξε­νο­δο­χεί­ου γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἐ­ρα­στή της καὶ ἡ ἄ­ρια ἀ­πὸ τὴ «Νόρ­μα» χρω­μά­τι­ζε τρα­γι­κὰ τὴ σκη­νή, ἕ­να ἄ­γνω­στο χέ­ρι πῆ­ρε τὸ δι­κό της καὶ τὸ κρά­τη­σε.

       «Πα­λιά, ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν ἕ­να μυ­στι­κό, τὸ ψι­θύ­ρι­ζαν στὴν κου­φά­λα ἑ­νὸς δέν­τρου…»

       Τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το ἄγ­γιγ­μα τὴν αἰφ­νι­δί­α­σε, ὅ­μως δὲ γύ­ρι­σε. Κόλ­λη­σε πί­σω στρέ­φον­τας τὸ κε­φά­λι λί­γο πρὸς τὰ ἀ­ρι­στε­ρά, ἀ­κουμ­πών­τας τὸ μά­γου­λο στὸ βε­λοῦ­δο τοῦ κα­θί­σμα­τος. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ ἀ­γω­νί­α τὶς εἰ­κό­νες τῆς ται­νί­ας. Ἡ Να­τα­λί­α βρέ­θη­κε νὰ ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι της πρὸς τὰ πί­σω, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ σφί­ξι­μο τῆς ἄ­γνω­στης πα­λά­μης.

       «…κι ὕ­στε­ρα σφρά­γι­ζαν τὴν τρύ­πα μὲ λά­σπη» ἔ­λε­γε ἡ Μέ­ι.

       Τὸ ἄ­γνω­στο χέ­ρι τὴν κρά­τη­σε καὶ πά­λι. Ἀ­να­τρί­χια­σε καὶ μιὰ ζέ­στη ἁ­πλώ­θη­κε ἀ­πὸ τὰ μά­γου­λα μέ­χρι χα­μη­λά, στὴν κοι­λιά της. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο μὲ τὸν κορ­μὸ στραμ­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω καὶ τὸ χέ­ρι της φω­λι­α­σμέ­νο ἐ­κεῖ. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἐ­ρευ­νή­σει κά­θε πτυ­χή του, νὰ βρεῖ μὲ τὰ δά­χτυ­λα κά­θε του φλέ­βα, κά­θε μι­κρὸ ση­μά­δι. Ἦ­ταν πο­λὺ ἁ­πα­λὸ καὶ ζε­στὸ κι ὅ­μως νευ­ρῶ­δες. Ἦ­ταν γυ­ναι­κεῖ­ο; Ἴ­σως καὶ νὰ ἦ­ταν. Ἔ­νι­ω­θε ἄ­νε­τα μα­ζί του.

       «Ἔ­λα μα­ζί μου στὴ Σιγ­κα­πού­ρη» πα­ρα­κα­λοῦ­σε ὁ Κιάνγκ.

       Ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς Να­τα­λί­ας ἔ­τρε­χαν δά­κρυ­α. Τὰ δυ­ὸ χέ­ρια πα­ρέ­μει­ναν ἑ­νω­μέ­να μέ­χρι τὸ φι­νά­λε. Σ’ ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο μου­σι­κὸ κρε­σέν­το τὸ ξέ­νο χέ­ρι ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε βί­αι­α ἀ­πὸ τὸ σύμ­πλεγ­μα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ὑ­πό­κω­φο ἦ­χο βη­μά­των, τὸ ρεῦ­μα ἀ­έ­ρα ποὺ εἰ­σῆλ­θε ἀ­πὸ τὸ γρή­γο­ρο ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας ἔ­φε­ρε μα­ζί του μιὰ μυ­ρω­διὰ γυ­ναι­κεί­ου ἀ­ρώ­μα­τος. Ἡ Να­τα­λί­α ζά­ρω­σε στὴν κα­ρέ­κλα της.

       «Μὴ φεύ­γεις» ψι­θύ­ρι­ζε ἡ Μέ­ι.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να, 1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου, ποὺ ἐκ­δί­δει ἡ Ἀ­δελ­φό­τη­τα τῶν Τη­νί­ων ἐν Ἀ­θή­ναις. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο. Στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Εὐ­θύ­νη δη­μο­σι­εύ­ει πρώ­τη φο­ρὰ τὸ δι­ή­γη­μά της «Τὸ φορ­τί­ο» τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2012.