Οὔρσουλα Φωσκόλου: Χέρια σε κινέζικο φόντο

 

 

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου

 

              Χέ­ρια σὲ κι­νέ­ζι­κο φόν­το

 

Α ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ἔ­παι­ξαν γιὰ λί­γο, μι­κροὶ καὶ με­γά­λοι μαῦ­ροι καὶ κί­τρι­νοι κύ­κλοι ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ στὸ φὶλμ καὶ ἡ με­γά­λη ἐ­πι­γρα­φὴ συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸ ἄ­ναμ­μα τῶν φώ­των στὴ σχε­δὸν ἄ­δεια αἴ­θου­σα. Στὸν συ­νοι­κια­κὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο «Ἀ­να­ΐς» εἶ­χε φτά­σει ἡ ὥ­ρα τοῦ δι­α­λείμ­μα­τος καὶ ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ φρέ­σκου ποπ­κὸρν ἀ­νέ­βαι­νε σι­γὰ σι­γὰ ἀ­πὸ τὶς σκά­λες μέ­χρι τὸν ἐ­ξώ­στη, ὅ­που κα­θό­ταν ἡ Να­τα­λί­α. Εἶ­χε δι­α­λέ­ξει τὴν κα­λύ­τε­ρη θέ­ση, ἀ­ρι­στε­ρὰ στὴν πρώ­τη σει­ρά, ἐ­κεῖ ὅ­που μπο­ροῦ­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὰ πό­δια της μπρο­στὰ καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὴν ται­νί­α χω­ρὶς κα­νέ­νας νὰ τῆς κρύ­βει τὴ θέ­α.

       Ἐ­δῶ καὶ μί­α ἑ­βδο­μά­δα τὸ «Ἀ­να­ΐς» εἶ­χε ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν κι­νε­ζι­κὸ κι­νη­μα­το­γρά­φο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἔ­δει­χνε νὰ ἔ­χει πολ­λοὺς ὀ­πα­δούς. Ἐ­κεί­νη τὴν Πέμ­πτη ἔ­παι­ζε τὸ «Δω­μά­τιο 46», μιὰ πο­λὺ ἀ­τμο­σφαι­ρι­κὴ ται­νί­α, μὲ πρω­τό­τυ­πη ὑ­πό­θε­ση καὶ ὑ­πέ­ρο­χη φω­το­γρα­φί­α. Τὸ πρῶ­το μι­σὸ εἶ­χε κα­θη­λώ­σει τὴ Να­τα­λί­α, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ση­κώ­θη­κε κὰν ἀ­πὸ τὸ κά­θι­σμά της ὅ­ταν δό­θη­κε τὸ σῆ­μα γιὰ δι­ά­λειμ­μα. Ἔ­μει­νε νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τοὺς ἐ­πεν­δυ­μέ­νους μὲ ξύ­λο τοί­χους καὶ τὴ βε­λού­δι­νη κόκ­κι­νη κουρ­τί­να, ποὺ ἔ­πε­φτε βα­ριά, δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὴν ὀ­θό­νη. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε ἁ­πλῶς λί­γο καὶ ἔ­ρι­ξε στοὺς ὤ­μους της τὴν πλε­κτὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα, κα­θὼς ἡ ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ἔ­φερ­νε ἕ­να ρεῦ­μα ψυ­χροῦ ἀ­έ­ρα ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ ἀ­να­τρι­χιά­ζει ἐ­λα­φρά. Συ­σκό­τι­ση καὶ πά­λι, ἡ ται­νί­α ἄρ­χι­ζε.

       «Δὲν ξέ­ρεις τὸ πα­ρελ­θόν μου» φώ­να­ζε ὁ Κιάνγκ.        

       Ἡ Να­τα­λί­α κα­θό­ταν μὲ σταυ­ρω­μέ­να τὰ πό­δια καὶ εἶ­χε πε­ρά­σει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό της μπρά­τσο ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ κα­θί­σμα­τα, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας σχε­δὸν τὴν πλά­τη τῆς δι­πλα­νῆς κα­ρέ­κλας. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ —σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση— ἡ πρω­τα­γω­νί­στρια ἀ­νέ­βαι­νε τὰ σκα­λιὰ ἑ­νὸς βρώ­μι­κου ξε­νο­δο­χεί­ου γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὸν ἐ­ρα­στή της καὶ ἡ ἄ­ρια ἀ­πὸ τὴ «Νόρ­μα» χρω­μά­τι­ζε τρα­γι­κὰ τὴ σκη­νή, ἕ­να ἄ­γνω­στο χέ­ρι πῆ­ρε τὸ δι­κό της καὶ τὸ κρά­τη­σε.

       «Πα­λιά, ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­χαν ἕ­να μυ­στι­κό, τὸ ψι­θύ­ρι­ζαν στὴν κου­φά­λα ἑ­νὸς δέν­τρου…»

       Τὸ ἀ­προσ­δό­κη­το ἄγ­γιγ­μα τὴν αἰφ­νι­δί­α­σε, ὅ­μως δὲ γύ­ρι­σε. Κόλ­λη­σε πί­σω στρέ­φον­τας τὸ κε­φά­λι λί­γο πρὸς τὰ ἀ­ρι­στε­ρά, ἀ­κουμ­πών­τας τὸ μά­γου­λο στὸ βε­λοῦ­δο τοῦ κα­θί­σμα­τος. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ ἀ­γω­νί­α τὶς εἰ­κό­νες τῆς ται­νί­ας. Ἡ Να­τα­λί­α βρέ­θη­κε νὰ ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι της πρὸς τὰ πί­σω, ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ σφί­ξι­μο τῆς ἄ­γνω­στης πα­λά­μης.

       «…κι ὕ­στε­ρα σφρά­γι­ζαν τὴν τρύ­πα μὲ λά­σπη» ἔ­λε­γε ἡ Μέ­ι.

       Τὸ ἄ­γνω­στο χέ­ρι τὴν κρά­τη­σε καὶ πά­λι. Ἀ­να­τρί­χια­σε καὶ μιὰ ζέ­στη ἁ­πλώ­θη­κε ἀ­πὸ τὰ μά­γου­λα μέ­χρι χα­μη­λά, στὴν κοι­λιά της. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε τὸ ὑ­πό­λοι­πο ἔρ­γο μὲ τὸν κορ­μὸ στραμ­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω καὶ τὸ χέ­ρι της φω­λι­α­σμέ­νο ἐ­κεῖ. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ ἐ­ρευ­νή­σει κά­θε πτυ­χή του, νὰ βρεῖ μὲ τὰ δά­χτυ­λα κά­θε του φλέ­βα, κά­θε μι­κρὸ ση­μά­δι. Ἦ­ταν πο­λὺ ἁ­πα­λὸ καὶ ζε­στὸ κι ὅ­μως νευ­ρῶ­δες. Ἦ­ταν γυ­ναι­κεῖ­ο; Ἴ­σως καὶ νὰ ἦ­ταν. Ἔ­νι­ω­θε ἄ­νε­τα μα­ζί του.

       «Ἔ­λα μα­ζί μου στὴ Σιγ­κα­πού­ρη» πα­ρα­κα­λοῦ­σε ὁ Κιάνγκ.

       Ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς Να­τα­λί­ας ἔ­τρε­χαν δά­κρυ­α. Τὰ δυ­ὸ χέ­ρια πα­ρέ­μει­ναν ἑ­νω­μέ­να μέ­χρι τὸ φι­νά­λε. Σ’ ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο μου­σι­κὸ κρε­σέν­το τὸ ξέ­νο χέ­ρι ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε βί­αι­α ἀ­πὸ τὸ σύμ­πλεγ­μα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ὑ­πό­κω­φο ἦ­χο βη­μά­των, τὸ ρεῦ­μα ἀ­έ­ρα ποὺ εἰ­σῆλ­θε ἀ­πὸ τὸ γρή­γο­ρο ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας ἔ­φε­ρε μα­ζί του μιὰ μυ­ρω­διὰ γυ­ναι­κεί­ου ἀ­ρώ­μα­τος. Ἡ Να­τα­λί­α ζά­ρω­σε στὴν κα­ρέ­κλα της.

       «Μὴ φεύ­γεις» ψι­θύ­ρι­ζε ἡ Μέ­ι.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Οὔρ­σου­λα Φω­σκό­λου (Ἀ­θή­να, 1986). Σπου­δά­ζει Νο­μι­κά. Εἶ­ναι μό­νι­μη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Πε­ρὶ Τή­νου, ποὺ ἐκ­δί­δει ἡ Ἀ­δελ­φό­τη­τα τῶν Τη­νί­ων ἐν Ἀ­θή­ναις. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Νέ­α Εὐ­θύ­νη καὶ Τὸ Δέν­τρο. Στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Εὐ­θύ­νη δη­μο­σι­εύ­ει πρώ­τη φο­ρὰ τὸ δι­ή­γη­μά της «Τὸ φορ­τί­ο» τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2012.

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: