Νάνσυ Ἀγγελῆ: Ἡ φωτογραφία

 

 

Νάνσυ Ἀγγελῆ

 

Ἡ φω­το­γρα­φί­α

 

Στὴ Δέ­σποι­να Καρ­λα­τή­ρα

 

ΗΝ ΚΟΙΤΑΖΩ σή­με­ρα ἀ­πέ­ναν­τί μου, χα­μο­γε­λα­στὴ καὶ ἀ­πα­στρά­πτου­σα, ἐ­λα­φρῶς νε­ό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο φαί­νον­ταν τὰ τε­λευ­ταῖ­α αὐ­τὰ χρό­νια. Γυ­α­λι­στε­ρὴ ἀ­ση­μέ­νια κορ­νί­ζα πλαι­σι­ώ­νει ὅ­τι μπό­ρε­σε καὶ χώ­ρε­σε ὁ φα­κός, τὰ  φρε­σκο­βαμ­μέ­να γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση μαλ­λιά της, πάν­τα κον­το­κου­ρεμ­μέ­να, πάν­τα χτε­νι­σμέ­να στὴν τρί­χα, πάν­τα μὲ λὰκ Elnette. Τὰ δόν­τια της, πα­ρά­ται­ρα λευ­κὰ καὶ ἴ­σια γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της, ποὺ ἐ­λα­φρῶς ρὸζ ἀ­πὸ τὸ κοκ­κι­νά­δι τῶν λε­πτῶν χει­λι­ῶν της ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται σ’ ἕ­να φι­λά­ρε­σκο, με­τρη­μέ­νο χα­μό­γε­λο, τὸ λα­μὲ φουν­του­κὶ φου­στά­νι, αὐ­τὸ ποὺ ἀ­έ­ρι­ζε ἐ­πι­με­λῶς πρὶν ἀ­πὸ κά­θε ἔ­ξο­δο, καὶ στὸ ὕ­ψος τοῦ πη­γου­νιοῦ τὸ χέ­ρι της ποὺ δι­α­γρά­φει ἕ­να «ὤ­πα» πό­ζας στὸν ἀ­έ­ρα. Εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι εἶ­ναι Σαβ­βα­τό­βρα­δο καὶ ὅ­τι κά­θε­ται σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πρῶ­τα τρα­πέ­ζια, μπρο­στὰ μπρο­στά, δί­πλα στὴν ὀρ­χή­στρα. Εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι ἡ ὀρ­χή­στρα εἶ­ναι ἀπ΄αὐ­τὲς ποὺ ὅ­λα τὰ μέ­λη της φο­ροῦν λευ­κὰ κου­στού­μια καὶ τὸ μέ­ρος εἶ­ναι ἕ­να φω­τα­γω­γη­μέ­νο ἐ­ξο­χι­κὸ κέν­τρο μὲ πί­στα ποὺ λέ­γε­ται «Πλὰζ» ἢ «Ἄν­τζε­λα» καὶ εἶ­ναι δί­πλα στὴ θά­λασ­σα. Εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι στὴν ἀρ­χὴ δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ βγεῖ, ἀλ­λὰ τε­λι­κὰ πεί­στη­κε για­τὶ τῆς ὑ­πεν­θύ­μι­σε ὁ παπ­πούς μου πό­σο ὡ­ραῖα χο­ρεύ­ει καὶ πό­σο πο­λὺ θὰ με­τά­νι­ω­νε ἂν δὲν πή­γαι­νε μα­ζί του για­τὶ θὰ ἔ­χα­νε τὴ στιγ­μὴ ποὺ αὐ­τὸς θὰ τὴν κα­μά­ρω­νε ὅ­σο ἐ­κεί­νη θὰ στρο­βι­λί­ζε­ται μὲ τὴν ψυ­χή της. Ἀ­να­πο­λών­τας τὸ πα­ρελ­θὸν μιὰ μέ­ρα σὰν τὴν ση­με­ρι­νή, φτά­νω ἀ­πρό­σμε­να στὸ δια­υγὲς συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη τους συ­νί­σταν­το σ’ αὐ­τὰ ἀ­κρι­βῶς τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ δι­αρ­κοῦ­σε μιὰ γυ­ρο­βο­λιὰ τῆς για­γιᾶς μου μέ­σα στὰ μά­τια τοῦ παπ­ποῦ μου ἕ­να Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ναί, εἶ­ναι τό­σο εὔ­γλωτ­το γιὰ μέ­να αὐ­τὸ τὸ τυ­χαῖ­ο φω­το­γρα­φι­κὸ πορ­τρέ­το γιὰ τὸν ἁ­πλὸ λό­γο ὅ­τι ἀ­πο­τε­λεῖ ἄ­θε­λά του τὴν ὑ­παι­νι­κτι­κὴ καὶ ἀ­κρι­βῆ πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης ἐ­πο­χῆς. Ὅ,τι θυ­μᾶ­μαι μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­γά­πη ἀ­πὸ κεί­νη εἶ­ναι μέ­σα στὴν φω­το­γρα­φί­α αὐ­τή, μό­λις πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­της της, στὸ σκο­τει­νὸ ἀ­π’ τὸ δυ­να­τὸ φλὰς φόν­το. Εἶ­πα πρὶν ὅ­τι στὴν φω­το­γρα­φί­α αὐ­τὴ ἡ για­γιά μου φαί­νε­ται ἐ­λα­φρῶς νε­ό­τε­ρη, ἀλ­λὰ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι στὶς μνῆ­μες ποὺ αὐ­τὴ μοῦ ξυ­πνᾶ, ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν κοι­τά­ζω, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πεί­θο­μαι γιὰ τὸ λά­θος τῆς δι­α­τύ­πω­σης αὐ­τῆς. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι δὲν μοιά­ζει οὔ­τε νε­ό­τε­ρη, οὔ­τε γη­ραι­ό­τε­ρη, μοιά­ζει ἀ­πρό­σμε­να μα­κρι­νὴ καὶ ταυ­τό­χρο­να οἰ­κεία. Μοιά­ζει ἁ­πλῶς ὅ­πως εἶ­ναι, ὅ­πως ἦ­ταν πάν­τα ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ θυ­μᾶ­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου μα­ζί της καὶ ὑ­πὸ τὴν ἔν­νοι­α αὐ­τὴ πρό­κει­ται γιὰ μιὰ πο­λὺ κα­λὴ ἐ­πι­λο­γὴ φω­το­γρα­φί­ας κι ἂς ἔ­γι­νε ἐν τῷ μέ­σω οἰ­κο­γε­νεια­κῶν συρ­ρά­ξε­ων πε­ρὶ ἀ­πρέ­πειας καὶ ἔλ­λει­ψης σε­βα­σμοῦ, μό­νο καὶ μό­νο ἐ­πει­δὴ σ’ αὐ­τὴ ἀ­στρά­φτουν ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὰ χεί­λη της καὶ τὸ φό­ρε­μά της καὶ τὰ δα­χτυ­λί­δια της. Χα­μο­γε­λά­ω. Σκέ­φτο­μαι ὅ­τι ἡ για­γιά μου εἶ­χε ἕ­να αἰ­ώ­νιο βερ­νί­κι νυ­χιῶν (βε­ρα­μάν), μιὰ αἰ­ώ­νια βα­φὴ μαλ­λι­ῶν (ἀ­προσ­δι­ο­ρί­στου χρώ­μα­τος) καὶ μιὰ αἰ­ώ­νια ἡ­λι­κί­α με­σή­λι­κης γυ­ναί­κας. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ οὔ­τε νέ­α, οὔ­τε κὰν στὶς ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες τοῦ γά­μου της, οὔ­τε ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη. Καὶ τό­τε τὸ βλέμ­μα μου με­τα­κι­νεῖ­ται ἀ­συ­ναί­σθη­τα πρὸς τὸ μέ­ρος ποὺ βρί­σκε­ται σκυμ­μέ­νο τὸ λευ­κό του κε­φά­λι. Ὁ παπ­πούς μου μοιά­ζει θλιμ­μέ­νος. Θλιμ­μέ­νος, μό­νο αὐ­τό. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί νὰ σκέ­φτε­ται ἐ­κεῖ­νος ὅ­ταν θὰ τὴν ἀ­να­πο­λεῖ. Τὴν μυ­ρω­διά της ἴ­σως, τὴν τσι­ρι­χτή της φω­νή, τὶς τη­γα­νη­τές της πα­τά­τες, τὰ αὐ­το­σχέ­δια ποι­ή­μα­τά της… ἴ­σως. Ἴ­σως καὶ τί­πο­τε ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ εἶ­ναι στὸ κά­τω κά­τω αὐ­τὰ ποὺ ἐ­γὼ ἀ­να­πο­λῶ.

       Ξα­να­γυρ­νῶ τὸ βλέμ­μα μου στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἔ­χω κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸ κρα­τή­σω καρ­φω­μέ­νο κα­τὰ τὴ διά­ρκεια ὁ­λό­κλη­ρης σχε­δὸν τῆς Λει­τουρ­γί­ας, στὴν κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α. Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο μό­νο μέ­σα σ’ αὐ­τὴν τὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζω τὴ για­γιά μου. Τὴν πραγ­μα­τι­κὴ για­γιά μου, κι ὄ­χι αὐ­τὴν τὴν ἀ­σπρο­μάλ­λα γριὰ ποὺ κεί­τε­ται στο­λι­σμέ­νη δί­πλα της καὶ μὲ κά­νει νὰ θέ­λω νὰ κλά­ψω.  

 

 

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἱ­σπα­νία.

 

Διαφημίσεις

Ρόμπερτ Κέλυ (Robert Kelly): Ροζάριο

 

 

ΡόμπερτΚέλυ (Robert Kelly)

 

Ροζάριο

(Rosary)

 

ΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ποὺ περ­πα­τᾶ σὲ κά­ποι­ον δρό­μο κά­τω ἀ­π’ τὸ μι­σο­φέγ­γα­ρο. Τὰ δέν­τρα εἶ­ναι ψη­λά, μὲ πλού­σιο φύλ­λω­μα· τὸ φῶς λι­γο­στό. Στ’ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι, πλά­ι στὸ κορ­μί του, κρέ­μ­ε­ται κά­τι ποὺ κου­νι­έ­ται πέ­ρα-δῶ­θε. Με­ρι­κὲς στιγ­μὲς τὸ φέρ­νει στὸ στέρ­νο του, τὸ ἀ­κουμ­πὰ μα­λα­κὰ στὴν καρ­διά του καὶ με­τρά­ει τὶς κρυ­στάλ­λι­νες χάν­τρες στὸ ρο­ζά­ριο. Ἀ­φοῦ δι­α­νύ­σει σχε­δὸν ἕ­να μί­λι σκο­τει­νοῦ δρό­μου, περ­νά­ει δί­πλα ἀ­πὸ ἕ­να με­γά­λο κτί­ριο δυσ­δι­ά­κρι­του εἴ­δους. Ἕ­να δω­μά­τιο στὸ ἰ­σό­γει­ο εἶ­ναι ἔν­το­να φω­τι­σμέ­νο. Κον­τὰ σ’ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο μιὰ γυ­ναί­κα μὲ λαμ­πε­ρὰ μαῦ­ρα μαλ­λιὰ κά­θε­ται, σκυμ­μέ­νη πά­νω ἀ­πὸ κά­τι χαρ­τιά. Ὁ ἄν­τρας θαυ­μά­ζει τὸ προ­φίλ της, τὰ μαλ­λιά, τὴν ἐρ­γα­τι­κό­τη­τα. Τοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ἐρ­γά­ζον­ται σκλη­ρά. Συ­νε­χί­ζει νὰ περ­πα­τᾶ, ἀ­πορ­ρί­πτον­τας τὴ σκέ­ψη νὰ χτυ­πή­σει ἐ­λα­φριὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο ἢ στὴν πόρ­τα καὶ νὰ πιά­σει κου­βέν­τα μὲ τὴ γυ­ναί­κα. Μᾶλ­λον εἶ­ναι ­τρο­μα­κτι­κὸ γιὰ μιὰ γυ­ναί­κα νὰ εἶ­ναι μο­να­χή της σὲ ἕ­να κτί­ριο τὴ νύ­χτα, τὴ στιγ­μὴ ποὺ καὶ τὸ κτί­ριο εἶ­ναι μο­να­χό του στὴν ἐ­ξο­χή – τί­πο­τε σὲ ἀ­κτί­να μι­σοῦ μι­λί­ου ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δέν­τρα καὶ ἕ­ναν ἄν­τρα μὲ κρυ­στάλ­λι­νες χάν­τρες στὸ χέ­ρι του κι ἕ­να νε­α­ρὸ ἐ­λά­φι ποὺ εἶ­δε ἀ­κρι­βῶς μπρο­στά του πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κὰ λε­πτὰ νὰ δι­α­σχί­ζει τὸ δρό­μο. Μᾶλ­λον θὰ τὴ φό­βι­ζα ἂν χτυ­ποῦ­σα τὴν πόρ­τα, σκέ­φτη­κε, καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε προ­χω­ρών­τας.

       Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη βέ­βαι­α, κάλ­λι­στα θὰ μπο­ροῦ­σε, πρὶν ὁ ἄν­τρας νὰ φτά­σει κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἡ γυ­ναί­κα νὰ τὸν εἶ­χε δεῖ ποὺ ἐρ­χό­ταν, νὰ εἶ­χε κοι­τά­ξει ἀ­δι­ά­φο­ρα μέ­σα ἀ­π’ τὸ σκο­τει­νὸ πα­ρά­θυ­ρο ἑ­νὸς ἄλ­λου δω­μα­τί­ου καὶ νὰ εἶ­χε δεῖ αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα νὰ πλη­σιά­ζει ἀ­νε­βαί­νον­τας τὸν δρό­μο τὸν μι­σο­φω­τι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸ φεγ­γά­ρι. Μπο­ρεῖ ἡ γυ­α­λά­δα ἀ­π’ τὶς κρυ­στάλ­λι­νες χάν­τρες στὸ χέ­ρι του νὰ τῆς φά­νη­κε σὰν ἀν­τα­νά­κλα­ση τοῦ φεγ­γα­ριοῦ πά­νω σ’ ἕ­να μα­χαί­ρι. Μπο­ρεῖ νὰ λα­χτα­ροῦ­σε αὐ­τὸς ὁ σι­ω­πη­λός, σκι­ε­ρὸς δο­λο­φό­νος νὰ ἔρ­θει καὶ νὰ τὴν κα­τα­στρέ­ψει, νὰ τὴ σώ­σει ἀ­π’ τὴ σκλη­ρὴ δου­λειὰ ἢ ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιὰ ἢ ἀπ΄τὰ λαμ­πε­ρὰ μαλ­λιά της. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε στα­θεῖ στὸ φω­τι­σμέ­νο πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χή του, καὶ πο­λὺ ἀ­φοῦ εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πὸ μπρός της ἀ­κό­μα νὰ ἤλ­πι­ζε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κρυ­φτεῖ στὰ ρο­δό­δεν­τρα καὶ τὴν πε­ρί­με­νε. Ἴ­σως δέ­κα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα νὰ βγῆ­κε θαρ­ρα­λέ­α, ἀ­πελ­πι­σμέ­να ἀπ’ τὴν ξε­κλεί­δω­τη πόρ­τα, νὰ στά­θη­κε γιὰ λί­γο στὸ γρα­σί­δι καὶ νὰ μὴν εἶ­δε κα­νέ­ναν ἄλ­λο πα­ρὰ μο­νά­χα τὸ ἴ­διο ἐ­λά­φι νὰ τρι­γυρ­νά­ει κά­τω ἀπ’ τὰ δέν­τρα. Ἢ μᾶλ­λον ὄ­χι τὸ ἴ­διο: ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ ξε­χω­ρί­σει τὸ ἕ­να ζῶ­ο ἀ­π’ τὸ ἄλ­λο;

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Ρόμ­περτ Κέ­λυ (R­o­b­e­rt K­e­l­ly) (Μπρού­κλιν, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1935). Σπού­δα­σε στὸ C­i­ty C­o­l­l­e­ge καὶ στὸ Κο­λούμ­πια. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ σύν­το­μη κα­ρι­έ­ρα ὡς με­τα­φρα­στὴς δι­α­τέ­λε­σε λέ­κτο­ρας καὶ μό­νι­μος συγ­γρα­φέ­ας σὲ δι­ά­φο­ρους ὀρ­γα­νι­σμοὺς καὶ πα­νε­πι­στή­μια. Ἦ­ταν ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ C­h­e­l­s­ea R­e­v­i­ew ἀ­πὸ τὸ 1958 ἕ­ως τὸ 1960, κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα πε­ρι­ο­δι­κά. Ἐ­πί­σης ἵ­δρυ­σε  μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ἑ­πτὰ ποι­η­τὲς τὸ B­l­ue Y­ak, μιὰ ποι­η­τι­κὴ πλατ­φόρ­μα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 25 ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἀρ­κε­τὰ δι­η­γή­μα­τα. Ἡ πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1961.

 

Μαί­ρη ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «da­sein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Τάσος Ψάρρης: Ἡ ἀνάκριση

Τά­σος Ψάρ­ρης

 

Ἡ ἀ­νά­κρι­ση

 

ΕΝ ΓΝΩΡΙΖΩ κανέναν μ’ αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα.»

«Για­τί ἔ­χω τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι μοῦ λὲς ψέ­μα­τα;»

Τὰ μά­τια του εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς κόγ­χες. Τὸ σα­κά­κι τῆς στο­λῆς ἦ­ταν ξε­κούμ­πω­το, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας ἕ­να που­κά­μι­σο πνιγ­μέ­νο στὸν ἱ­δρώ­τα. Ἡ γρα­βά­τα ἦ­ταν σχε­δὸν λυ­μέ­νη, θύ­μι­ζε θη­λιὰ ποὺ μό­λις ἔ­χει πνί­ξει τὸν λαι­μὸ ἑ­νὸς ἐγ­κλη­μα­τί­α. Εἶ­χε κι ἕ­να τσι­γά­ρο στὸ στό­μα, μιὰ χι­λι­ο­μα­ση­μέ­νη γό­πα ποὺ ὅ­λο ἔ­λε­γε νὰ τὴν φτύ­σει κι ὅ­λο τὸ με­τά­νι­ω­νε.

       «Θὰ μι­λή­σεις, ἢ θὰ μὲ κά­νεις νὰ χά­σω τὴν ὑ­πο­μο­νή μου;»

       «Σοῦ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι, ἀ­στυ­νό­με, δὲν ξέ­ρω τί­πο­τα.»

       Ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε γιὰ λί­γο ἀ­πὸ κον­τά της, πα­ρα­μι­λών­τας, μὲ ἔκ­φρα­ση ἀ­η­δί­ας. Τὸ κρε­βά­τι ἦ­ταν ξέ­στρω­το καὶ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἀ­νοι­χτή, χω­ρὶς ἦ­χο. Πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη οἰ­κο­γε­νεια­κὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς καὶ τὸ βρα­χι­ό­λι ποὺ τῆς εἶ­χε κά­νει δῶ­ρο στὴν δέ­κα­τη ἐ­πέ­τει­ο τοῦ γά­μου τους. Τὰ μπρι­γιὰν λαμ­πί­ρι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε τὸ πορ­τα­τὶφ τῆς ἀ­νά­κρι­σης.

       Γύ­ρι­σε ξα­νὰ πρὸς τὴ με­ριά της καὶ κάρ­φω­σε τὸ βλέμ­μα του στὰ πό­δια της.

       «Ἂν νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ μὲ ξε­γε­λά­σεις μὲ κόλ­πα τύ­που “Βα­σι­κὸ Ἔν­στι­κτο”, εἶ­σαι γε­λα­σμέ­νη».

       Τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να χα­στού­κι ποὺ τὴν κόλ­λη­σε στὴν πλά­τη τῆς πο­λυ­θρό­νας. Μιὰ στα­γό­να ἀ­πὸ αἷ­μα ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴν ἄ­κρη τοῦ στό­μα­τός της.

       Ἐ­κεί­νη ἔ­βγα­λε μὲ μιὰ ἀ­πό­το­μη κί­νη­ση τὶς χει­ρο­πέ­δες καὶ ση­κώ­θη­κε. «Εἶ­σαι ἠ­λί­θιος» τοῦ εἶ­πε κου­νών­τας μὲ ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση τὸ κε­φά­λι. «Ἔ­χου­με πεῖ ὄ­χι χα­στού­κια». Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας καὶ ἔ­φυ­γε.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ πε­ζο­γρά­φο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

 

Νατάσα Χατζηδάκι: Βραδινές συνάξεις

 

 

Να­τά­σα Χα­τζι­δά­κι

(alias: Γενοβέφα Κκοννά)

 

Βρα­δι­νές Συ­νά­ξεις

 

ΕΛΕΙΣ ΝΑ ΠΑΜΕ μα­ζί ἀ­πό­ψε στὸ χο­ρὸ τῶν Κυ­νη­γῶν;

Μ’ ἐ­ρώ­τη­σες εἰ­ρω­νι­κά, ἀλ­λὰ τὸ ἐν­νο­οῦ­σες: Νὰ μὲ συμ­πα­ρα­σύ­ρεις σ’ αὐ­τὴν τὴ Νι­κη­φό­ρα Ἔκ­βα­ση τοῦ Ἐν­στί­κτου. Στὴν Συγ­κυ­ρί­α τοῦ Αἵ­μα­τος. Χω­ρὶς Συγ­κρι­τι­κὸ πλε­ο­νέ­κτη­μα.

       Ἐ­σὺ. Ὁ ἱέ­ραξ τῶν Χα­ρα­κτή­ρων Ἐ­κρύθ­μων. Ὁ Ἀν­τι­κα­θε­στω­τι­κὸς τῆς Νη­νε­μί­ας. Ἀ­να­κι­νεῖς πά­λι τὸ Θέ­μα τῆς Ἀ­νι­σο­κα­τα­νο­μῆς τῶν Πό­θων.

       Τὸ s­t­a­t­us q­uo τῶν Δο­μι­κῶν Συ­στη­μά­των τῆς Ἡ­μέ­ρας καὶ τῆς Νύ­χτας. Για­τί Δη­λα­δή; Πρέ­πει ν’ ἀ­γω­νι­ῶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ Δεῖ­πνο τῶν Ἱ­ε­ρῶν Ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρων. Για­τὶ πρέ­πει νὰ περ­νᾶς κά­τω ἀ­πὸ τὰ Ραν­τὰρ τῆς Ἐ­πα­γρύ­πνη­σής μου. Δὲν εἶ­ναι πλού­σια τὰ ἐ­λέ­η τῶν τριγ­μῶν στὴν πε­ρι­ο­χή σου; Πρέ­πει νὰ κα­τα­λη­στεύ­εις τὶς θε­σμι­κὲς ἐγ­γυ­ή­σεις μου. Νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζεις κά­θε ἔ­σχα­τη ἐγ­γε­νὴ ἀ­δυ­να­μί­α. Κά­θε Μέ­τρο Ἀ­πό­κλι­σης ἀ­πὸ τὴν Πα­γο­κρη­πί­δα τῆς Ἀν­ταρ­κτι­κῆς. Ἐ­κεῖ ὅ­που ἐγ­κρί­θη­κε τὸ Ἀ­συμ­βί­βα­στο τῆς Ἰ­σορ­ρο­πί­ας Ἐ­ξου­σι­ῶν Μὲ τὴν Κα­κεν­τρέ­χεια. Ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ­ρι­ο­θε­τή­θη­καν τὸ ἔ­ρε­βος τῶν ὀ­νεί­ρων καὶ ὁ δι­α­λε­κτι­κὸς ὑ­λι­σμός. Ἀ­πὸ τοὺς Φαν­τα­σι­ο­κό­πους Στρα­το­λό­γη­σης Ἑ­ται­ρι­κῶν Στε­λε­χῶν. Ἐ­κεῖ ὅ­που καὶ πά­λι ἔ­χουν τὸν Λό­γο ἡ βα­ρειὰ τραυ­μα­τι­σμέ­νη Ἀ­συμ­φω­νί­α Με­τα­ξὺ Ἀγ­γε­λι­ο­φό­ρου καὶ Μη­νύ­μα­τος. Αὐ­ταρ­χι­κοῦ Ὕ­φους καὶ Πα­ρο­ξυ­σμι­κῆς Δι­πλω­μα­τί­ας. Ἐ­κεῖ ὅ­που ὁ­ρί­ζε­ται Νέ­α Συ­νάν­τη­ση ἀ­νά­με­σα στὴν ἔλ­λει­ψη Συ­νέ­πειας. Τῆς Δυ­σμε­νοῦς Με­τα­χεί­ρι­σης καὶ τῆς ὁ­ρι­ο­θέ­τη­σης Ρευ­μά­των σὲ Λα­το­μι­κὲς Ζῶ­νες. Ἀ­νά­με­σα στὴν πτώ­ση τῆς Πέμ­πτης Δη­μο­κρα­τί­ας. Καὶ τῆς πτώ­σης ἀ­πὸ τὸ βά­θρο τοῦ κοι­νοῦ Πα­ρα­νο­μα­στῆ. Ἀ­νά­με­σα στὴν Χα­ρι­στι­κὴ Βο­λή. Καὶ στὴν Ψυ­χρό­τη­τα τῆς Ἐ­τυ­μη­γο­ρί­ας γιὰ τὴν Ἀ­νά­κτη­ση τί­τλων καὶ ἰ­δε­ῶν. Ὑ­πὸ πί­ε­ση.

       Ἂς πᾶ­με λοι­πὸν εἰς τὸ Χο­ρὸ τῶν Κυ­νη­γῶν Ἀ­πό­ψε. Στὶς Σκι­ε­ρὲς Πε­ρι­ο­χὲς ὅ­που θάλ­λουν οἱ Δι­α­κρί­σεις τοῦ Ὑ­πε­ρύ­θρου Φω­τός. Οἱ Ἀν­θρω­πο­κτο­νί­ες κα­τὰ συρ­ρο­ὴ καὶ ἡ Ἀ­μέ­λεια Κα­θή­κον­τος. Ἐ­κεῖ ὅ­που σὲ Ἐ­θε­λον­τι­κὴ Βά­ση ἐ­πι­τυγ­χά­νον­ται ἐ­νορ­χη­στρώ­σεις Ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νων Ἐ­λέγ­χων. Μὲ τὸ Ὑ­ψη­λὸ Κό­στος με­τω­πι­κῶν ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σε­ων και τῶν Ἀ­να­θε­ω­ρη­τι­σμὸ τῶν Κε­νῶν Ἐ­ξου­σί­ας.

       Θὰ μοῦ προ­τεί­νεις προ­φα­νῶς νὰ ντυ­θῶ Σε­μνὴ Ἀρ­σα­κειάς. Ἢ νὰ προ­βῶ σὲ πα­ρά­τολ­μα Ἀ­κρο­βα­τι­κὰ Ἐν­δυ­μά­των. Σὲ Ἐ­σκεμ­μέ­νη Πα­ρα­ποί­η­ση Νο­μο­θε­τι­κῶν Ρυθ­μί­σε­ων.

       Θὰ μὲ προ­τρέ­ψεις πρὸς τὴν Ἔ­κρη­ξη ἐλ­λείμ­μα­τος τρε­χου­σῶν Συ­ναλ­λα­γῶν. Ἐ­νῶ ἐ­σὺ θὰ ἀ­να­κι­νεῖς θέ­μα­τα Συγ­γε­νοῦς Ἡ­γε­σί­ας. Μὲ τὴν Ὑ­πο­στή­ρι­ξη Ἰ­δι­ω­τι­κῶν ἐ­κτρο­πῶν. Καὶ Σι­ε­λο­γό­νων Ἀ­δέ­νων.

       Καὶ πῶς νὰ σοῦ ἀν­τι­στα­θῶ ποὺ εἶ­σαι ἕ­να παι­δὶ Κα­το­χῆς. Ἕ­να o­u­t­re τῆς ἰ­δέ­ας τοῦ Φω­τός. Σ’ ἐ­σέ­να ποὺ δὲν ξε­χνᾶς πο­τὲ ὅ­τι ἂν πο­λε­μᾶς τὸν Ἐ­χθρὸ γιὰ πο­λύ, αὐ­τὸς προ­σαρ­μό­ζε­ται στὴν ποι­η­τι­κή σου. Στὴν Πρα­κτι­κή σου. Μὲ ὅ,τι Συ­νε­πά­γε­ται αὐ­τό.

       Ἔ­χου­με λοι­πὸν μιὰ o­m­n­i­um c­o­n­s­e­n­su κι ἂς δώ­σου­με τέ­λος στὶς Ἐν­τά­σεις. Ἐ­γὼ νὰ μεί­νω στὴν Ὑ­πνι­κὴ Ἄ­πνοι­α τοῦ Βο­ρεί­ου Ἄ­ξο­να. Κι ἐ­σὺ νὰ προ­σχω­ρή­σεις στὴν Αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ τρο­πο­λο­γί­α μιᾶς Ἀ­πρό­σκο­πτης στά­σης Ζω­ῆς. Στὶς χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες ψη­φια­κῶν Ἐκ­κλή­σε­ων. Σί­γου­ρα θὰ τύ­χεις Εὐ­ερ­γε­τη­μά­των. Καὶ ἀ­πὸ Ἔγ­κυ­ρες Πη­γὲς θὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖς γιὰ Ἐγ­κλή­μα­τα κα­τὰ τῆς Ἀν­θρω­πό­τη­τας. Μὲ τὸν Κό­τι­νο τῆς Ἀ­σφυ­ξί­ας στὴν Κε­φα­λὴ μιᾶς Κρι­τι­κῆς Στά­σης. Χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ προ­χω­ρή­σει σὲ Ἀ­φαί­ρε­ση Δι­πλώ­μα­τος καὶ Ἐ­πι­βο­λὴ Προ­στί­μων στὴν Φαν­τα­σμα­γο­ρι­κή σου ταυ­τό­τη­τα. Δεῖ­πνο τῶν Κυ­νη­γῶν.

       Ἄ! Ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ τὸ κυ­ρι­ώ­τε­ρο: Μὲ ἔ­χουν κα­λέ­σει καὶ στὴν Χο­ρο­ε­σπε­ρί­δα τῶν θη­ρα­μά­των καὶ δὲν ξέ­ρω τί νὰ κά­νω: Νὰ ἐμ­φα­νι­στῶ μα­ζί σου στοὺς κυ­νη­γοὺς καὶ μὲ τὰ Μα­τω­μέ­να Ἴ­χνη στὸ στέρ­νο καὶ στὴν πλά­τη νὰ τι­μή­σω καὶ τὰ θη­ρά­μα­τα μὲ τὰ εὔ­ση­μα τῆς Χα­ρι­στι­κῆς Βο­λῆς, καρ­φι­τσω­μέ­να στὴν Βρα­δι­νὴ του­α­λέ­τα μου.

       Κα­θὼς θὰ σέρ­νε­ται ἁρ­παγ­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς βα­θυ­κύ­α­νους τα­φτά­δες της. Κου­ρε­λι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ τὰ βέ­λη καὶ τὶς ἐ­πι­τεύ­ξεις στό­χων τῆς Σκο­πο­βο­λῆς σου. Μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ σκο­τώ­σεις.

 

   

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Να­τά­σα Χατ­ζι­δά­κι (Κρή­τη, 1946). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Ἀγ­γλι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Λον­δί­νο. Συνε­ργά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Πρό­σω­πα, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Στὶς ἐ­ξό­δους τῶν πό­λε­ων (Ποί­η­ση, Ἀ­θή­να, 1971). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Ἄ­δη­λος ἀ­να­πνο­ή (Ποι­ή­μα­τα 1971-1990· Ὕ­ψι­λον, 2008).

 

Μέριλιν Κρίσλ (Marilyn Krysl): Ἡ Ἀγκινάρα

Μέ­ρι­λιν Κρίσλ (M­a­r­i­l­ynK­r­y­sl)

Ἡ Ἀγκινάρα

(T­he A­r­t­i­c­h­o­ke)

.­.. μέ­χρι νὰ λά­βου­με ὑ­πό­ψη τὶς πιὸ προ­σω­πι­κές του θε­ω­ρί­ες γιὰ τὴν ἀγ­κι­νά­ρα, τὸ γάν­τι, τὸ μπι­σκό­το ἢ τὸ κα­ρού­λι.

Μπρε­τόν, Νάν­τια

Α ΣΥΜΒΕΙ σὲ ἕ­να τρέ­νο γιὰ τὸ Μπάνφ, κι οἱ δυ­ό μας νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι εἴ­μα­στε σὲ δι­α­κο­πές. Θὰ εἴ­μα­στε στὸ βαγ­κὸν-ρε­στο­ράν, νὰ κα­πνί­ζου­με καὶ νὰ συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὸν Μπον­τλέρ, ἢ γιὰ τὴν Γκὰλφ Ὄιλ, ἢ γιὰ τὸν πλη­θω­ρι­σμό, κα­θὼς πε­ρι­μέ­νου­με τὸ σερ­βι­τό­ρο. Ἐ­νῶ πε­ρι­μέ­νου­με τὸ σερ­βι­τό­ρο χω­ρὶς κα­μί­α βι­α­σύ­νη καὶ ὄ­χι ἰ­δι­αί­τε­ρα πει­να­σμέ­νοι. Καὶ σὲ αὐ­τὴ τὴ συ­ζή­τη­ση θὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τὶς ἐκ­φρά­σεις Α­ΕΠ καὶ ἐμ­πο­ρι­κὴ ἀ­ξί­α καὶ ἰ­δέ­α τοῦ κα­κοῦ. Καὶ θὰ μι­λᾶς ἐ­σὺ καὶ ἐ­γώ, ὄ­χι κά­ποι­ος ἄλ­λος κά­που ἀλ­λοῦ, καὶ ὄ­χι κά­ποι­ο ζευ­γά­ρι στη­μέ­νο γιὰ μυ­θι­στό­ρη­μα.

       Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔρ­χε­ται νὰ πά­ρει τὴν πα­ραγ­γε­λί­α μας. Εἶ­ναι μαῦ­ρος καὶ φο­ρεῖ ἄ­σπρο σα­κά­κι. Θὰ εἶ­ναι μαῦ­ρος, ἐ­πει­δὴ ἔ­τσι εἶ­ναι οἱ σερ­βι­τό­ροι στὰ τρέ­να γιὰ τὸ Μπάνφ, εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­φα­ση τοῦ σι­δη­ρο­δρό­μου νὰ ἐ­πι­τε­λεῖ τὸ ἔρ­γο του μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο. Θὰ εὐ­χη­θοῦ­με νὰ μὴν ἦ­ταν ὁ σερ­βι­τό­ρος μας, ἀλ­λὰ νά! Καὶ ἐ­κεῖ θὰ εἴ­μα­στε κα­θὼς ὁ σερ­βι­τό­ρος πε­ρι­μέ­νει, ἐ­φό­σον ἔ­χει πλη­ρω­θεῖ ἀρ­κε­τά, ἀλ­λὰ ὄ­χι πά­ρα πολ­λὰ γιὰ νὰ φτά­νουν, μέ­χρι ποὺ εἶ­πα τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μά μου γιὰ τὸν Μπον­τλὲρ καὶ δι­α­κό­ψα­με τὴ συ­ζή­τη­ση γιὰ νὰ πα­ραγ­γεί­λου­με.

       Τὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο θὰ εἶ­ναι κολ­λα­ρι­στό, ἄ­σπρο λι­νό. Ὄ­χι για­τί θέ­λου­με κολ­λα­ρι­στό, ἄ­σπρο λι­νό, ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ἂν μπεῖς στὸ τρέ­νο γιὰ τὸ Μπάνφ, παίρ­νεις ἕ­να ἄ­σπρο λι­νὸ τρα­πε­ζο­μάν­τι­λο. Καὶ παίρ­νου­με αὐ­τὸ τὸ τρέ­νο ποὺ δι­α­σχί­ζει τὰ βου­νά. Τὰ βου­νὰ δὲν θὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ γιὰ μᾶς βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ θὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ.

       Καὶ θὰ πα­ραγ­γεί­λου­με μιὰ ἀγ­κι­νά­ρα. Ἐ­πει­δὴ μᾶς ἀ­ρέ­σουν. Μᾶς ἀ­ρέ­σουν καὶ ὑ­πάρ­χουν στὸν κα­τά­λο­γο.

       Ξέ­ρου­με ὅ­τι μπο­ροῦ­με νὰ ἀλ­λά­ξου­με κά­ποι­α πράγ­μα­τα, καὶ ἄλ­λα ὄ­χι, καὶ ξέ­ρου­με ποι­ὰ μπο­ροῦ­με νὰ ἀλ­λά­ξου­με, ὅ­ταν κλω­τσή­σεις ἕ­να βρά­χο θὰ σπά­σεις τὸ δά­κτυ­λό σου, καὶ τώ­ρα πει­νᾶ­με. Ἤ­δη ἔ­χου­με ξε­φορ­τω­θεῖ τὴ μαυ­ρί­λα τοῦ σερ­βι­τό­ρου, τὸ κολ­λά­ρι­σμα στὸ λι­νό, τὰ ὀ­ρει­νὰ βου­νά, ἔ­χου­με προ­σαρ­μό­σει τὰ αἰ­σθή­μα­τά μας γιὰ αὐ­τά, γι’ αὐ­τὸ τὸ γε­γο­νός. Ἔ­χου­με ἀ­κό­μα μπου­χτί­σει μὲ αὐ­τὰ τὰ αἰ­σθή­μα­τα ποὺ μᾶς γυ­ρο­φέρ­νουν σὰν ἀ­νια­ρὰ πι­τσι­ρί­κια ποὺ δὲν ἔ­χουν κά­τι νὰ κά­νουν, ἀλ­λὰ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πει­νᾶ­με.

       Καὶ ὅ­λοι φυ­σι­κὰ ἔρ­χε­ται ἡ ὥ­ρα ποὺ πει­νᾶ­νε, μπο­ροῦ­με νὰ συγ­κεν­τρω­θοῦ­με γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο σὰν γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ θὰ μπο­ροῦ­σα ἄ­νε­τα νὰ ξε­φορ­τω­θῶ τὶς ὑ­περ­βο­λι­κὲς ἠ­θι­κο­λο­γί­ες καὶ νὰ κα­θί­σω μὲ τὸν Πρό­ε­δρο τοῦ συμ­βου­λί­ου τῆς Γκάλφ, φτά­νει καὶ οἱ δυ­ό μας νὰ εἴ­χα­με μιὰ ἀγ­κι­νά­ρα.

       Νά, ἔρ­χε­τε ὁ σερ­βι­τό­ρος μὲ μιὰ ἄ­σπρη πι­α­τέλ­λα. Βλέ­πω τὶς σει­ρὲς ἀ­πὸ μυ­τε­ρὰ φύλ­λα τῆς ἀγ­κι­νά­ρας, φύλ­λα σχη­μα­τι­σμέ­να σὰν φτε­ρά, καὶ πιὸ κον­τὰ τώ­ρα, συγ­κεν­τρω­μέ­να γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο σὰν φτε­ρά, πο­λὺ πιὸ κον­τά, καὶ αὐ­τὰ τὰ φτε­ρὰ ἔρ­χον­ται πιὸ κον­τά, αὐ­τὰ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ φτε­ρά. Καὶ τώ­ρα ἡ πεί­να μου ξα­να­κά­νει ὅ­λο το δρό­μο πί­σω, ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ στὸ στό­μα μου, μιὰ καρ­διὰ ποὺ θέ­λει νὰ πε­τά­ξει ἔ­ξω καὶ μα­κριά. Τὰ φτε­ρά της, εἶ­ναι ἕ­να φτε­ρω­τὸ κά­λυμ­μα τῆς κε­φα­λῆς, εἶ­ναι ἕ­να κε­φά­λι. Καὶ ὁ σερ­βι­τό­ρος βά­ζει μπρο­στά μου τὸ πορ­φυ­ρὸ κε­φά­λι τοῦ Κε­τσαλ­κο­άτλ σὲ ἕ­να δί­σκο.

       Θέ­λω νὰ πῶ Ὄ­χι, ἔ­χε­τε μπερ­δέ­ψει τὴν πα­ραγ­γε­λί­α μου μὲ κά­ποι­ου ἄλ­λου, δὲν ζή­τη­σα ἐ­γὼ γι’ αὐ­τό, πάρ­τε το πί­σω. Μὰ κυ­ρί­α, λέ­ει, ἐ­σεῖς τὸ πα­ραγ­γεί­λα­τε. Καὶ θέ­λω νὰ πῶ «Μὴ μὲ λὲς κυ­ρί­α!» Ἀλ­λὰ εἶ­ναι τὸ κε­φά­λι τοῦ Κε­τσαλ­κο­ά­τλ στὸ δί­σκο μου.

       Αὐ­τὸ ποὺ πα­ραγ­γεί­λα­με δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ θέ­λου­με, θὰ σκε­φτό­σα­σταν ὅ­τι ὁ κά­θε βλά­κας μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δεῖ αὐ­τό. Θε­ω­ρού­σα­με πάν­τα ὅ­τι οἱ ἄ­κα­κες προ­θέ­σεις μας δι­και­ο­λο­γοῦν τὸν ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὸ τρό­πο ζω­ῆς μας. Ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα δὲν ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει στὸ ὅ­τι ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος μᾶς φέρ­νει τὸ κε­φά­λι τοῦ Κε­τσαλ­κο­ά­τλ σὲ μιὰ πι­α­τέ­λα, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ κε­φά­λι ἔ­χου­με ξε­χά­σει ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ζη­τή­σου­με, ἔ­χον­τας τα­ξι­δέ­ψει σὲ αὐ­τὲς τὶς δι­α­κο­πὲς μέ­σα ἀ­πὸ δα­σω­μέ­να, κα­κο­τρά­χα­λα, κα­τα­πλη­κτι­κὰ βου­νά, ὡ­στό­σο ὄ­χι πλέ­ον παρ­θέ­να, ἀ­φή­νον­τας τὰ παι­διὰ στὸ σχο­λεῖ­ο νὰ με­λε­τοῦν πῶς νὰ δι­α­χει­ρι­στοῦν τὴν Κορ­πόρ­σιον, τῆς ὁ­ποί­ας εὔ­κο­λα κα­τα­φέ­ρα­με νὰ ξε­χά­σου­με ὅ­τι ἀ­φεν­τι­κὰ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

Μέ­ρι­λιν Κρίσλ (M­a­r­i­l­yn K­r­y­sl). Βρα­βευ­μέ­νη συγ­γρα­φέ­ας τεσ­σά­ρων συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των καὶ ἑ­πτὰ ποι­η­τι­κῶν συλ­λο­γῶν. Γρά­φει δο­κί­μια καὶ κρι­τι­κὲς σὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Μα­ρί­α Ἀν­τω­νί­ου. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Βασίλης Μανουσάκης: Πριζον-ίαση

 

 

Βασίλης Μανουσάκης

 

Πριζον-ίαση

 

ΜΑΡΚ ἔ­σβη­σε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ στὶς 7 πα­ρὰ τέ­ταρ­το ἀ­κρι­βῶς. Εἶ­χε σκο­τώ­σει τὸν Τε­τρα­κέ­φα­λο Ὄ­ρυ­γα καὶ εἶ­χε ἀ­να­κτή­σει τὴ Δί­κο­πη Λε­πί­δα τῆς Αὐ­θεν­τί­ας.

       Στὶς 8 καὶ τέ­ταρ­το κάρ­φω­σε τὸν χαρ­το­κό­πτη του στὸν λαι­μὸ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ του καὶ στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ πτῶ­μα ψέλ­νον­τας ἀ­κα­τά­λη­πτα μάν­τρα.

       Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ εἶ­παν πὼς στὸν δρό­μο γιὰ τὸ τμῆ­μα, συ­νέ­χι­σε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει κά­τι σχε­τι­κὰ μὲ τὴ Χώ­ρα τῆς Πρι­ζο­νί­ας, ὅ­που βρί­σκε­ται θαμ­μέ­νο τὸ Στα­χτὶ Πε­τρά­δι τῆς Ἐ­πι­φοί­τη­σης.

 

 

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

Ἕλενα Μαρούτσου: Mange mon ange

 

 

Ἕλενα Μαρούτσου

 

Mange mon ange

 

ΜΑΜΑ ΜΟΥ πέ­θα­νε στὸν το­κε­τό. Ἔ­τσι μοῦ ἔ­χουν πεῖ κι ἐ­γὼ τὸ πι­στεύω. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α δὲν μ’ ἐμ­πο­δί­ζει νὰ σκέ­φτο­μαι συ­χνὰ πὼς ἡ μη­τέ­ρα μᾶς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε γιὰ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει ἕ­να πε­ρι­πλα­νώ­με­νο τσίρ­κο. Τὴν φαν­τά­ζο­μαι νὰ χώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­νά­με­σα στὰ σα­γό­νια ἑ­νὸς λι­ον­τα­ριοῦ καὶ με­τὰ σκέ­φτο­μαι τὸ δι­κό μου κε­φά­λι ἀ­νά­με­σα στὰ λα­γό­νια ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ, νὰ ξε­προ­βάλ­λει μα­τω­μέ­νο, καὶ τὸ κο­ρί­τσι νὰ εἶ­ναι ἡ μα­μά μου. Μα­μά, λι­ον­τά­ρι, ἐ­γώ: ἰ­δοὺ ἕ­να ἐ­πι­κίν­δυ­νο νού­με­ρο πού, ὅ­ταν τὸ ἐ­κτε­λῶ στὴ φαν­τα­σί­α μου, κα­νεὶς δὲν πε­θαί­νει. Ἀρ­νοῦ­μαι ὅ­τι ἡ ζω­ὴ τρέ­φε­ται μὲ θά­να­το. Ἀρ­νοῦ­μαι τὴν τρο­φή.

       Mange, mon ange, μὲ ἐ­κλι­πα­ρεῖ ἡ μη­τέ­ρα μου, στὰ ὄ­νει­ρά μου. Ἔ­χει τὴ μορ­φὴ τῆς Κα­τρὶν Ντε­νέβ, στὴν Ὡ­ραί­α τῆς Ἡ­μέ­ρας, σε­μνὴ μα­ζὶ καὶ πρό­στυ­χη. Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα σου, μὲ δι­α­τά­ζει, ὅ­πως δι­α­τά­ζει τὸ λι­ον­τά­ρι τοῦ τσίρ­κου καὶ μοῦ στε­ρε­ώ­νει μιὰ λευ­κὴ πε­τσέ­τα στὸ λαι­μό. Ἂν ἤ­μουν ὁ ἄγ­γε­λός της, θὰ μοῦ στε­ρέ­ω­νε δυ­ὸ λευ­κὲς πε­τσέ­τες στοὺς ὤ­μους, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δι­προ­σω­πί­α στὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ρῶ ν’ ἀν­τι­στα­θῶ. Ἀ­νοί­γω πει­θή­νια τὸ στό­μα κι αὐ­τὴ κα­τευ­θύ­νει πρὸς τὴ μαύ­ρη μι­κρὴ σπη­λιὰ ἕ­να ἀ­ση­μέ­νιο μι­κρὸ πι­ρού­νι. Ἀ­π’ τὸ πι­ρού­νι σπαρ­τα­ρά­ει στά­ζον­τας ἕ­να κομ­μά­τι παν­τζά­ρι. Στα­γό­νες λε­κιά­ζουν τὴ λευ­κὴ πε­τσέ­τα. Μέ­σα στὴν κοι­λιά μου τὸ παν­τζά­ρι βά­φει κόκ­κι­να τὰ σπλά­χνα μου. Φά­ε, σπλά­χνο μου. Ἀρ­νοῦ­μαι ὁ­τι­δή­πο­τε λε­κιά­ζει ἀ­νε­ξί­τη­λα. Ἀρ­νοῦ­μαι τὴν τρο­φή.

       Τὴ μη­τέ­ρα σου τὴν πῆ­ρε ἕ­νας ἄγ­γε­λος, μοῦ εἶ­πε ὁ μπαμ­πὰς τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ρώ­τη­σα γιὰ ἐ­κεί­νη. Ὅ­ταν κλεί­νο­μαι στὸ μπά­νιο, παίρ­νω στὰ χέ­ρια τὸ μπου­κα­λά­κι μὲ τὸ ἄ­ρω­μα τῆς μα­μᾶς. Πά­νω στὸ μπου­κα­λά­κι εἶ­ναι στε­ρε­ω­μέ­να δυ­ὸ μι­κρὰ πορ­σε­λά­νι­να φτε­ρὰ ἀγ­γέ­λου. Ὁ μπαμ­πὰς λέ­ει πὼς μυ­ρί­ζει κα­νέ­λα. Εἶ­δα στὸν ὕ­πνο μου πὼς ἡ μη­τέ­ρα κρα­τοῦ­σε μπρο­στὰ στὴν κοι­λιά της ἕ­να γυ­ά­λι­νο ἀγ­γε­λά­κι. Mange mon ange, μὲ πα­ρα­κά­λε­σε μὲ γυ­ά­λι­να μά­τια, κι ἐ­γὼ τὸ ἔ­βα­λα ὅ­λο στὸ στό­μα μου. Μα­σών­τας το ἔ­νι­ω­σα σὰ νὰ μα­σά­ω τὰ δόν­τια μου, ποὺ θρυμ­μα­τί­ζον­ταν στὸ στό­μα σὰν κα­ρα­μέ­λες. Τὰ ἔ­φτυ­σα στὸ χῶ­μα ποὺ μύ­ρι­ζε κα­νέ­λα. Ἀρ­νοῦ­μαι νὰ πε­θά­νω στὴ θέ­ση τῆς μα­μᾶς μου. Ἀρ­νοῦ­μαι ὁ θά­να­τος νὰ τρέ­φε­ται μὲ θά­να­το. Φτύ­νω τὴ τρο­φὴ στὴν πα­λά­μη τῆς μη­τέ­ρας μου. Λε­κιά­ζω τὸ λευ­κό της γάν­τι.

       Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χα δεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ γδυ­νό­ταν σι­γὰ σι­γά. Στὸ τέ­λος εἶ­χαν μεί­νει μό­νο τα γάν­τια της, δυ­ὸ μα­κριὰ μαῦ­ρα γάν­τια μέ­χρι τὸν ἀγ­κώ­να ποὺ τὰ ἔ­βγα­ζε ὡς ἑ­ξῆς: δάγ­κω­νε τὶς ἄ­κρες των δα­χτύ­λων, τρα­βών­τας τα λί­γο ἕ­να ἕ­να καὶ με­τὰ πε­τοῦ­σε τὸ γάν­τι στὸν ἀ­έ­ρα. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ φέρ­νω στὴ μνή­μη μου αὐ­τὴ τὴν εἰ­κό­να, βλέ­πω τὴ γυ­ναί­κα νὰ δαγ­κώ­νει καὶ νὰ τρα­βά­ει τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λα καὶ με­τὰ νὰ πε­τά­ει στὸν ἀ­έ­ρα ἀ­π’ τὸν ἀγ­κώ­να καὶ κά­τω το ἴ­διο της τὸ χέ­ρι. Ὅ­ταν τὸ λέ­ω στὸν ψυ­χο­λό­γο, ὅ­που μὲ στέλ­νει ὁ μπαμ­πάς μου —νο­μί­ζει ὁ κα­η­μέ­νος ὅ­τι θὰ πε­θά­νω ἀ­π’ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α—, μὲ βά­ζει νὰ ζω­γρα­φί­σω μιὰ πα­λά­μη. Ἐ­γὼ φτιά­χνω τὰ πέν­τε δά­χτυ­λα τρι­γύ­ρω της σὰν πέ­τα­λα ἀ­πὸ μαρ­γα­ρί­τα. Ἔ­τσι, τοῦ ἐ­ξη­γῶ, ὅ­ταν τὰ τρα­βᾶς ἕ­να ἕ­να βγαί­νου­νε πάν­τα «μ’ ἀ­γα­πᾶ».

       Ἡ μα­μά μου ἀ­γά­πη­σε ἕ­ναν Ἄγ­γε­λο. Ὁ Ἄγ­γε­λος εἶ­ναι τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γὸς κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­πει­σε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ τσίρ­κο. Τὸν φαν­τά­ζο­μαι ψη­λὸ καὶ ξαν­θό, νὰ τῆς τρα­βά­ει τὸ χέ­ρι. Τὸ ἄλ­λο της χέ­ρι κρα­τά­ει ἐ­μέ­να. Τὸ με­γά­λο φορ­τη­γό του τσίρ­κου ἔ­χει ἤ­δη βά­λει μπρὸς κι ὁ Ἄγ­γε­λος βο­η­θά­ει τὴ μα­μά μου ν’ ἀ­νέ­βει. Ἐ­γὼ δὲν θέ­λω νὰ τῆς ἀ­φή­σω τὸ χέ­ρι. Τὸ φορ­τη­γὸ ξε­κι­νά­ει καὶ γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα τρέ­χω κι ἐ­γὼ γρα­πω­μέ­νη ἀ­π’ τὸ χέ­ρι τῆς μα­μᾶς μου. Στὸ τέ­λος μοῦ μέ­νει στὴν πα­λά­μη τὸ λευ­κό της γάν­τι. Ὁ για­τρὸς μὲ πιά­νει μὲ τὰ πλα­στι­κά του γάν­τια καὶ μὲ τρα­βά­ει ἔ­ξω ἀ­π’ τὴ μα­μά μου. Ἡ μα­μά μου τρέ­χει στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ φορ­τη­γοῦ καὶ μοῦ γνέ­φει ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὸ γυ­μνό της χέ­ρι. Μὲ τὸ ἄλ­λο σκου­πί­ζει τὰ μά­τια της. «Κλαί­ει», λέ­ει ὁ για­τρός, «κα­λὸ ση­μά­δι», καὶ μὲ ἀ­πο­θέ­τει στὰ χέ­ρια τοῦ μπαμ­πά μου. Με­τὰ βγά­ζει τὰ μα­τω­μέ­να γάν­τια καὶ τὰ πε­τά­ει.

       Ἂν φου­σκώ­σεις ἕ­να χει­ρουρ­γι­κὸ γάν­τι, μπο­ρεῖς με­τὰ νὰ τὸ γε­μί­σεις μὲ γά­λα καὶ νὰ τρυ­πή­σεις μιὰ στά­λα ἕ­να του δά­χτυ­λο. Mange, mon ange, λέ­ω στὸ ὀρ­φα­νὸ γα­τά­κι ποὺ τώ­ρα βυ­ζαί­νει τὸ ὑ­περ­μέ­γε­θες δά­χτυ­λο. Κα­θὼς τὸ τα­ΐ­ζω, ἕ­να μι­κρὸ ρυά­κι ἀ­πὸ γά­λα τρέ­χει ἀ­π’ τὴν ἄ­κρη τοῦ στό­μα­τος στὸ λαι­μὸ καὶ με­τὰ στὴν μα­λα­κή του κοι­λιὰ κα­θό­τι ἡ τρο­φὴ ἀ­κο­λου­θεῖ πο­ρεί­α κα­θο­δι­κὴ κι αὐ­τὸς ἀ­πὸ μό­νος του θὰ ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­ξαί­ρε­τος λό­γος νὰ τὴν ἀρ­νοῦ­μαι. Ἀν­τι­θέ­τως, ἐ­κτι­μῶ βα­θύ­τα­τα τὰ σύν­νε­φα, τὰ μπα­λό­νια κα­θὼς καὶ τὰ ἀ­νο­δι­κὰ ρεύ­μα­τα ἀ­έ­ρα καὶ —προ­σέξ­τε, ἂν θέ­λε­τε, αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο— ὅ­ταν ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι τὴ γέν­νη­σή μου, ὅ­ταν φέρ­νω στὴ φαν­τα­σί­α μου τὸ για­τρὸ νὰ κό­βει τὸ σπάγ­κο ποὺ μὲ ἑ­νώ­νει μὲ τὴ μη­τέ­ρα μου, ἐ­γὼ εὐ­θὺς ἀ­νε­βαί­νω ψη­λὰ σὰν μι­κρὸς φου­σκω­τὸς ἄγ­γε­λος, βγαί­νω ἀ­π’ τ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἀ­πὸ κά­τω μι­κρὰ παι­διὰ σὲ μέ­γε­θος κου­κί­δας, στα­μα­τοῦν γιὰ λί­γο το φα­ΐ τους καὶ χει­ρο­κρο­τοῦν.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἕλε­να Μα­ρού­τσου (Ἀ­θή­να, 1967). Δι­ή­γη­μα. μυ­θι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς Εἰ­κα­στι­κὲς Τέ­χνες στὸ Reading University τῆς Ἀγ­γλί­ας. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­σχο­λή­θη­κε ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὰ μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α καὶ τὸ κο­λάζ. Βι­βλί­α της: Τοῦ ὕ­ψους καὶ τοῦ βά­θους (δι­ή­γη­μα­τα, ἔκδ. Ἀ­λε­ξάν­δρεια, 1998), Οἱ προ­δο­σί­ες τῶν ὀ­νο­μά­των (δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­λε­ξάν­δρεια, 2004), Με­τα­ξὺ συρ­μοῦ καὶ ἀ­πο­βά­θρας (μυ­θι­στό­ρη­μα, Κα­στα­νι­ώ­της, 2008). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλίο: Τὸ νό­η­μα (νου­βέ­λα, Κέ­δρος, 2010).