Κλαίτη Σωτηριάδου: Κλάρα Λούς

 

 

Κλαίτη Σωτηριάδου

 

Κλάρα Λούς

 

ΗΝ ΦΩΝΑΖΕΙ χα­ϊ­δευ­τι­κὰ Κλά­ρα Λούς, ποὺ ση­μαί­νει δι­ά­φα­νο φῶς, ἢ δι­ά­φα­νη φω­τει­νή. Εἶ­ναι Ἀ­με­ρι­κά­να, κομ­ψή, μον­τέρ­να, μὲ …καμ­πύ­λες. Καὶ αὐ­τός, ὁ ἄν­τρας μου, εἶ­ναι ἐ­ρα­στής της. Δὲν πά­ει που­θε­νὰ χω­ρὶς τὴν Κλά­ρα Λούς. Δη­λα­δή, γιὰ νὰ εἶ­μαι δί­και­η, ἡ Κλά­ρα Λοὺς μέ­νει σπί­τι τὰ βρά­δια, ὅ­ταν πη­γαί­νου­με σὲ φί­λους ἢ σὲ κα­νέ­να σι­νε­μά. Ὅ­μως, ὅ­ταν δι­α­βά­ζει, τὴν κα­θί­ζει πλά­ι του, ἔ­τσι γιὰ συν­τρο­φιὰ καὶ γυρ­νά­ει καὶ τὴν χα­ϊ­δεύ­ει πό­τε-πό­τε, θαυ­μα­στι­κὰ καὶ μπο­ρεῖ νὰ λέ­ει ἀ­πὸ μέ­σα του «εἶ­ναι κού­κλα», ἢ «εἶ­ναι δι­κιά μου».

       Κά­πο­τε ἔ­τυ­χε ν’ ἀρ­χί­σει νὰ δι­η­γεῖ­ται μπρο­στά μου πο­λὺ ἀ­θώ­α τὸ τί ὡ­ραῖ­α ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει μὲ τὴν Κλά­ρα Λοὺς σὲ κά­ποι­α ἐκ­δρο­μή, οἱ δυ­ό τους μὲς στὴν ἤ­ρε­μη φύ­ση, σὲ ἀ­πά­τη­τα μέ­ρη, στὰ λι­βά­δια τῆς πα­τρί­δας του. Καὶ μπο­ρεῖ­τε βέ­βαι­α νὰ μὲ φαν­τα­στεῖ­τε, κι ἐ­μέ­να καὶ τὰ νεῦ­ρα μου, για­τὶ δὲν πρό­κει­ται ἁ­πλὰ γιὰ μιὰν ἀν­τί­ζη­λο, εἶ­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἕ­νας ψυ­χο­λο­γι­κὸς πό­λε­μος ἐκ τῶν ἔ­σω.

       Τὸ νό­στι­μο ὅ­λης αὐ­τῆς τῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι πὼς ὅ­λοι στὸ γρα­φεῖ­ο του γνώ­ρι­ζαν τὴν ὕ­παρ­ξη τῆς Κλά­ρα Λούς, ὅ­λοι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μέ­να. Ἐ­γὼ βρι­σκό­μουν στὸ σπί­τι, ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη στὰ παι­διά, στὴν οἰ­κο­γέ­νεια κι ἐ­κεῖ­νος στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κό­σμου μὲ τὴν Κλά­ρα Λούς. Ὄ­χι, αὐ­τὸ πά­ει πο­λύ!

       Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ μὲ σκο­τώ­νει εἶ­ναι ποὺ ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τὴν πα­σπα­τεύ­ει. Δὲν ἐ­νο­χλεῖ­ται κα­θό­λου, ἂν βρί­σκο­μαι ἐ­κεῖ μπρο­στὰ ἢ ὄ­χι. Τὴν παίρ­νει στὰ γό­να­τά του καὶ τὸ μό­νο ποὺ μοῦ ἀ­πο­μέ­νει, ἂν θέ­λω νὰ πε­ρι­σώ­σω τὴν συ­ζυ­γι­κή μου ἠ­ρε­μί­α, εἶ­ναι νὰ τὰ μα­ζέ­ψω καὶ νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο. Ἄλ­λες φο­ρὲς μι­λᾶ­με καὶ κα­θὼς τὴν ἔ­χει δί­πλα του ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι του καὶ τὴν πιά­νει ὅ­σο μοῦ μι­λά­ει, τὰ χά­δια ποὺ προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ μέ­να πᾶ­νε σ’ ἐ­κεί­νη, αὐ­τὸ μὲ τρε­λαί­νει.

       Πρὸς τὸ πα­ρὸν κά­νω ὑ­πο­μο­νή, ὄ­χι μό­νο για­τί τὸν ἀ­γα­πά­ω, ἀλ­λὰ καὶ για­τὶ πι­στεύ­ω πὼς κα­τὰ βά­θος εἶ­ναι κά­τι τὸ πε­ρα­στι­κὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του.

       Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τὴν φέρ­νει στὸ κρε­βά­τι μας, αὐ­τὸ πά­ει πο­λύ, θὰ πεῖ­τε, ναί, καὶ στὸ κρε­βά­τι μας, ξέ­ρω πὼς τε­λι­κὰ εἶ­ναι κά­τι τὸ πλα­τω­νι­κὸ με­τα­ξύ τους, ἔν­το­νο, ἴ­σως αἰ­σθη­σια­κό, ἀλ­λὰ ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το. Για­τί ἐ­κεί­νη τὸ παί­ζει ψυ­χρὴ κι ἀ­νέκ­φρα­στη. Τοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ τῆς κά­νει ὅ,τι θέ­λει καὶ δὲν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς μοῦ ἔρ­χε­ται νὰ τοῦ πῶ: πρέ­πει νὰ δι­α­λέ­ξεις, ἢ τὴν Κλά­ρα Λοὺς ἢ ἐ­μέ­να. Ὕ­στε­ρα σκέ­φτο­μαι πιὸ λο­γι­κά: εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ δι­α­λύ­σω τὸν γά­μο μου γιὰ μιὰ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νή;

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κλαί­τη Σω­τη­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει σχε­δὸν ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τοῦ Γκαμ­πρι­ὲλ Γκαρ­σί­α Μάρ­κες, Κάρ­λος Φου­έν­τες, Μά­ριο Βάρ­γκας Λι­ό­σα, Ἰ­ζαμ­πὲλ Ἀ­λιέν­τε κι ἄλ­λους Ἱ­σπα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς κα­θὼς καὶ τὴν Σύλ­βια Πλὰθ καὶ πολ­λοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ποι­η­τές. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Δ.Σ. τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ ΕΚΕΒΙ. Πρό­σφα­τα ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Μπον­ζά­ι (2010) καὶ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἀν­τί­δω­ρα (2011).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: