Χρῆστος Γιαννακός: Συνταγὴ γιὰ προζύμι

.

.

Χρῆ­στος Γι­αν­να­κός

 .

Συν­τα­γὴ γιὰ προ­ζύ­μι

.

ἀπὸ τὴν Ἑλένη στὴν Ἑλένη

 .

ΥΓΑΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ἀ­π’ τὸ κε­λί, κι ἐ­νῶ προ­χω­ροῦ­σα μὲ προ­σποι­η­τὴ ἄ­νε­ση στὴν αὐ­λὴ τοῦ να­οῦ, βρῆ­κε τρό­πο ἡ πα­πα­διά, πε­τα­χτού­λι­κα, νὰ μοῦ βά­λει στὸ χέ­ρι κι ἕ­να μα­τσά­κι βα­σι­λι­κὸ – πῶς ἐ­γὼ τὸν ἀ­μέ­λη­σα; πά­ει, μὲ φύ­ρα­νε ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ τα­ρα­χή· φουν­τω­τός, μυ­ρω­δά­τος στὴ με­γά­λη του γλά­στρα, προ­μή­θευ­ε τὴ δι­α­νε­μη­τι­κὴ κα­λα­θού­να τῆς γι­ορ­τῆς τοῦ Σταυ­ροῦ.

       Στὸ σπί­τι ἑ­τοί­μα­σα μιὰ κού­πα μὲ ζε­στὸ νε­ρό, ὅ­που βύ­θι­σα τὸ μα­τσά­κι γιὰ νὰ πο­τί­σει.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, πρὶν ψή­σω τὸ δει­λι­νὸ κα­φε­δά­κι, κα­τα­πι­ά­στη­κα μὲ τὸ ἐκ­χύ­λι­σμα τοῦ βα­σι­λι­κοῦ. Σὲ λε­κά­νη πή­λι­νη ζύ­μω­σα ὅ­σο ἀ­λεύ­ρι δε­χό­ταν ὁ πρά­σι­νος χυ­μὸς —δί­χως ξέ­νη μα­γιά— καὶ κά­λυ­ψα μὲ μιὰ πε­τσέ­τα τὴ ζύ­μη, γιὰ νὰ φου­σκώ­σει. Ἐ­πα­να­λάμ­βα­να τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τὴν ἴ­δια πε­ρί­που ὥ­ρα ἐ­πὶ τρεῖς μέ­ρες προ­σθέ­τον­τας κά­θε φο­ρὰ δυ­ὸ χοῦ­φτες ἀ­λεύ­ρι καὶ ζε­στὸ νε­ρό.

       Λό­γῳ ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων ἡ πα­πα­διὰ εἶ­χε τὶς κλει­σοῦ­ρες της· δὲν βλε­πό­μα­στε. Μά­λα­ζα τὸ ζυ­μά­ρι καὶ σκε­φτό­μουν τὸ στα­ρέ­νιο κορ­μά­κι της. Γι’ αὐ­τὸ λὲς τὸ μεῖγ­μα νὰ φού­σκω­σε κα­λύ­τε­ρα φέ­τος;

       Τὴν τέ­ταρ­τη μέ­ρα, προ­τοῦ πά­ω στὴν τε­λευ­ταί­α πα­ρά­στα­ση τοῦ θε­ρι­νοῦ σι­νε­μά, ἀ­πό­σπα­σα ἕ­να σβό­λο σὲ μέ­γε­θος γρο­θιᾶς ἀ­π’ τὴ ζύ­μη, τὸν φύ­λα­ξα ὡς προ­ζύ­μι μέ­χρι τὸ ἑ­πό­με­νο ζύ­μω­μα στὸ ψυ­γεῖ­ο κι ἀ­νά­πια­σα τὴν ὑ­πό­λοι­πη μά­ζα μὲ τὶς ὁ­ρι­στι­κὲς δό­σεις ἀ­λευ­ριοῦ καὶ νε­ροῦ. Σκέ­πα­σα τὸ ζυ­μά­ρι ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ τὸ τε­λει­ω­τι­κὸ βρά­δυ.

       Ἀ­χά­ρα­γα, τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ι­νὸ ἔ­πλα­σα δυ­ὸ καρ­βέ­λια καὶ τά ’­ψη­σα.

       Ἐξ ἐγ­κύ­ρου πη­γῆς γνώ­ρι­ζα πὼς προ­τι­μοῦ­σε ὁ πα­πὰς τὸ ψω­μὶ ποὺ δὲ μύ­ρι­ζε μα­γιὰ ἐμ­πο­ρί­ου. Ἔ­τσι –ἀ­φορ­μὴ ἔ­ψα­χνα– πῆ­γα στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ τοῦ πρό­σφε­ρα τὸ ἕ­να καρ­βέ­λι.

       «Δὲν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη, εὐ­λο­γη­μέ­νη», μοῦ λέ­ει.

       «Τί κα­λο­πε­ρα­σά­κιας ποὺ εἶ­σαι, βρὲ κε­ρα­τού­κλη!», σκέ­φτη­κα, καὶ μὲ τα­πει­νὸ ὕ­φος ἀ­πάν­τη­σα:

       «Ἄς εἶν’ κα­λὰ ἡ πα­πα­διὰ ποὺ κορ­φο­λο­γεῖ τὸ βα­σι­λι­κό, πά­τερ». Γιὰ κα­λὸ τὴν ἀ­νέ­φε­ρα; Πό­σο μοῦ λεῖ­παν, πά­λι, τὰ κά­λλη της!

 .

 .

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 .

Χρῆ­στος Γι­αν­να­κός (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε Χη­μεί­α στὴν Ἀθήνα καὶ Πε­ρι­βάλ­λον στὸ Μάν­τσε­στερ. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» ἔ­χουν κυ­κλο­φο­ρή­σει οἱ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἐγ­χει­ρί­διο Ἀ­μη­χα­νί­ας (2004) καὶ Ἕ­τοι­μος Κό­σμος (2011). Κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α δω­δε­κα­ε­τί­α συμ­με­τέ­χει σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες ποί­η­σης, ἐ­νῶ δη­μο­σι­εύ­ει κρι­τι­κές, ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζὰ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὰ Πρα­κτι­κά του Συμ­πο­σί­ου Ποί­η­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρών. Συμ­με­τεῖ­χε στὸν τό­μο 12 μι­κρὰ σε­νά­ρια, ἐκ­δό­σεις t-short, Ἀ­θή­να, 2011, καὶ μὲ ψη­φια­κὸ φὶλμ στὸ Φε­στι­βὰλ Ται­νι­ῶν Μι­κροῦ Μή­κους Life and Art Theater, Ἀ­θή­να, 2011.

 .

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: