Σωτήρης Δημητρίου: Θὰ σὲ σκοτώσω

 

 

Σωτήρης Δημητρίου

 

Θὰ σὲ σκοτώσω

 

ΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΙΠΕ νὰ σὲ φυ­λά­ει ὁ Θε­ὸς ἀ­π’ τὴν κα­κιὰ τὴν ὥ­ρα κά­τι βα­ρὺ θὰ ἔ­πα­θε, ὅ­πως ἔ­πα­θα κι ἐ­γώ.

Τό­τε δού­λευ­α σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ γκαρ­σόν. Τὴ νύ­χτα. Τέρ­μα Ἱπ­πο­κρά­τους ἦ­ταν τὸ μα­γα­ζί.

       Δὲν εἶ­χα πα­ρά­πο­νο ἀ­π’ τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ οὔ­τε κι ἀ­πὸ τοὺς πε­λά­τες. Ὁ μά­γει­ρας ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ὥ­ρα δὲν μὲ χώ­νε­ψε. Κά­νε αὐ­τό, κά­νε τ’­ἄλ­λο συ­νε­χῶς νὰ μὴν πά­ρω ἀ­νά­σα οὔ­τε μιὰ στιγ­μή.

       Δὲν μὲ ἔ­νοια­ζε ἡ δου­λειά, ἦ­ταν ποὺ εἶ­χε τὸ μά­τι συ­νε­χῶς ἀ­πά­νω μου σὰν κα­κὸ σκυ­λί. Μὲ τ’ ὄ­νο­μα δὲν μ’ ἔ­λε­γε πο­τέ. Ἄν­τε ρὲ βλά­χο καὶ ἄν­τε ρὲ βλά­χο, γα­μῶ τὴν Ἀλ­βα­νί­α σας, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Μοῦ ἔ­γι­νε ἄγ­χος. Πή­γαι­να στὸ σπί­τι νὰ κοι­μη­θῶ καὶ δὲν μοῦ κόλ­λα­γε ὕ­πνος.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς πῆ­γα νὰ τὸν καλ­μά­ρω μὲ τὸν τρό­πο μου καὶ γέ­λα­γε πα­ρά­ξε­να.

       Τό­τε ἀρ­ρώ­στη­σα μέ­σα μου. Ἔ­ψα­χνα τρό­πο νὰ βρῶ νὰ τὸν σκο­τώ­σω.

       Ἕ­να βρά­δυ μὲ ἔ­φε­ρε στὸ ἀ­προ­χώ­ρη­το. Σκό­λα­σα, ἔ­φυ­γα ἀπ’ τὸ μα­γα­ζὶ καὶ εἶ­δα τὸ μά­τι του πά­νω μου σὰν νὰ μὴν ὑ­πῆρ­χα, σὰν νὰ ἤ­μουν ἕ­να σί­χα­μα.

       Τρά­βη­ξα γιὰ ἕ­ναν φί­λο μου ποὺ ἔ­με­νε στὴν Δάφ­νη. Ἔ­βρε­χε ἀ­στα­μά­τη­τα.

       Τέρ­μα Ἱπ­πο­κρά­τους κα­τό­πιν μέ­χρι τὸ Σύν­ταγ­μα πή­γαι­να ὅ­λο στὴ μέ­ση του δρό­μου θο­λός, τρε­λα­μέ­νος. Ὅ­λο μὲ μού­τζω­ναν οἱ ὁ­δη­γοὶ καὶ μοῦ φώ­να­ζαν.

      Ἔ­φτα­σα στὸ Σύν­ταγ­μα, πε­ρί­με­να στὴ στά­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ ὥ­ρα στα­μα­τά­ει ἕ­να γι­ώ­τα χὶ μπρο­στά μου, μοῦ κορ­νά­ρει, καὶ ὁ ὁ­δη­γὸς ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ συ­νο­δη­γοῦ. Ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, ἔμ­πα. Ἦ­ταν ὁ μά­γει­ρας.

       Ἄλ­λος ἄν­θρω­πος. Μὲ ρώ­τα­γε για­τί εἶ­σαι μού­σκε­μα, πῶς δι­ά­ο­λο ἔ­γι­νες ἔ­τσι. Ἐ­γὼ τοῦ ’­λε­γα νὰ μὴν σὲ βγά­λω ἀπ΄τὸν δρό­μο. Μὴ σὲ νοιά­ζει, θὰ σὲ πά­ω ἐ­γὼ ὅ­που θές, ἔμ­πα. Ἄλ­λος ἄν­θρω­πος, ἀλ­λὰ ἐ­μέ­να τὸ μί­σος δὲν μοῦ εἶ­χε φύ­γει κα­θό­λου.

       Ἀρ­χὲς Βου­λι­αγ­μέ­νης πη­γαί­να­με σὰν τὶς χε­λῶ­νες. Σάβ­βα­το βρά­δυ εἶ­χε φρα­κά­ρει ἡ συγ­κοι­νω­νί­α.

       Ἐ­κεῖ ποὺ ἤ­μα­σταν στα­μα­τη­μέ­νοι τί μ΄ἐ­πί­α­σε γυρ­νά­ω καὶ τοῦ λέ­ω θέ­λω νὰ σὲ σκο­τώ­σω.

       Δὲν μοῦ εἶ­πε τί­πο­τα, τί καὶ πῶς. Μουγ­κά­θη­κε.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ πεν­τα­κο­σα­ριὰ μέ­τρα ποὺ πά­λι ἤ­μα­σταν στα­μα­τη­μέ­νοι ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ ἔ­φυ­γα.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Σω­τή­ρης Δη­μη­τρί­ου (Πό­βλα Θε­σπρω­τί­ας, 1955). Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Βι­βλί­α: Ψη­λα­φί­σεις, ποι­ή­μα­τα (1985), Ντιά­λι­θ’ ἴμ, Χρι­στά­κη (1987), Ν’ ἀ­κού­ω κα­λὰ τ’ ὄ­νο­μά σου (1993) κ.α. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ ξε­ρό­χορ­του (2011).

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: