Γιώργης Μανουσάκης: Ἐκτὸς προγράμματος

 

 

Γιώργης Μανουσάκης

 

Ἐκτὸς προγράμματος

 

­ΜΟΥ­ΝΑ ΜΟ­ΝΑ­ΧΟΣ στὸ σπί­τι, πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυχτα, καὶ πα­τοῦ­σα τὰ κουμ­πιὰ τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω κι ἐ­γὼ τί ζη­τοῦ­σα. Εἶ­χα μπεῖ στὴν πε­ρι­ο­χὴ κα­να­λιῶν ἀ­γνώ­στων σ’ ἐ­μέ­να, ὅ­ταν σὲ μιὰ στιγ­μὴ εἶ­δα τὸ πρό­σω­πο τῆς θεί­ας μου τῆς Φω­τει­νῆς, πού ‘­χε πε­θά­νει πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε χρό­νια, πα­γε­ρὸ κι ἀ­νέκ­φρα­στο, ὅ­πως ἤ­τα­νε στὸ φέ­ρε­τρο, μὲ τὰ μά­τια ὅ­μως ἀ­νοι­χτά, νὰ μὲ κοι­τά­ζει. Μό­λις ποὺ πρό­λα­βα νὰ τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω, για­τὶ κά­τι σὰ σύν­νε­φο ἢ σὰν ὁ­μί­χλη τὴ σκέ­πα­σε καὶ γιὰ κάμ­πο­ση ὥ­ρα δὲν ἔ­βλε­πα πα­ρὰ μό­νο μιὰ θο­λού­ρα, ὅ­που δὲν ξε­χώ­ρι­ζα τί­πο­τα τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο.

       Κά­πο­τε ὅ­μως, σὰ νὰ φύ­ση­ξε ἀ­ε­ρά­κι, τὸ σύν­νε­φο ἢ ἡ ὁ­μί­χλη ἔ­φυ­γε κι αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­δα, σὰν κα­θι­σμέ­νους σ’ ἕ­να πε­ζού­λι, ὅ­λους τους νε­κροὺς συγ­γε­νεῖς πού ‘­χα γνω­ρί­σει ἀ­πὸ παι­δί. Κά­θον­ταν μὲ τὴ σει­ρὰ πού ‘χαν πε­θά­νει —πρῶ­τος ὁ πα­τέ­ρας μου, ὕ­στε­ρα ἡ για­γιὰ καὶ στὴ συ­νέ­χεια τ’ ἀ­δέρ­φια τοῦ πα­τέ­ρα ἢ τῆς μη­τέ­ρας μου— ὅ­λοι εὐ­θυ­τε­νεῖς, μὲ τὰ χέ­ρια τους ν’ ἀ­κουμ­ποῦ­νε στὰ γό­να­τα καὶ τὰ μά­τια στη­λω­μέ­να πά­νω μου, σὰ νά ‘­χα­νε πα­ρα­τα­χθεῖ γιὰ νὰ τοὺς φω­το­γρα­φί­σω ἢ σὰ ν’ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν οἱ ἴ­διοι μιὰ φω­το­γρα­φί­α, κα­θὼς πα­ρά­με­ναν ἐν­τε­λῶς ἀ­κί­νη­τοι – οὔτ’ ἕ­να βλέ­φα­ρό τους δὲν ἐ­σά­λευ­ε. Γύ­ρω τους δὲ φαι­νό­τα­νε τί­πο­τα, πα­ρὰ ἕ­να χρῶ­μα στα­χτί, ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε σκη­νο­γρα­φί­α ἢ ἁ­πλῶς δή­λω­νε τὴν ἔλ­λει­ψη κά­θε ἐν­νοί­ας χώ­ρου. Καὶ τό­τε πά­λι ἕ­να σύν­νε­φο ἢ κά­τι πα­ρό­μοι­ο πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά τους καὶ τοὺς ἔ­κρυ­ψε.

       Ὅ­ταν ξε­κα­θά­ρι­σε ἡ εἰ­κό­να, δι­έ­κρι­να μιὰ τα­ρα­χὴ στὰ πρό­σω­πά τους, μ’ ὅ­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἀ­κί­νη­τοι, στὴν ἴ­δια στά­ση. Ὁ πα­τέ­ρας μου ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα, σὰ νά ‘­θε­λε νὰ μι­λή­σει, ἀλ­λὰ ἡ ὁ­μί­χλη τοὺς κά­λυ­ψε γιὰ τρί­τη φο­ρά. Μό­λις ξα­να­φα­νή­κα­νε στὸ γυα­λί, ἄρ­χι­σαν ὅ­λοι τους ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­νου­νε τὰ στό­μα­τα, σὰν ἀ­πὸ ἀ­κα­τα­νί­κη­τη ἀ­νάγ­κη νὰ μι­λή­σουν, ὅ­μως δὲν ἀ­κου­γό­τα­νε κα­μιὰ φω­νή. Πά­τη­σα τὸ κουμ­πὶ νὰ δυ­να­μώ­σω τὸν ἦ­χο, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κά­τι ἔμ­παι­νε ἀ­νά­με­σά μας καὶ δὲν ἄ­φη­νε νὰ πε­ρά­σει οὔ­τ’ ἕ­νας φθόγ­γος ἀ­πὸ τὴ συ­νε­χῆ ὁ­μι­λία τους. Σή­κω­σα τὸ χέ­ρι καὶ τοὺς ἔ­γνε­ψα, γιὰ νὰ κα­τα­λά­βουν πὼς τοὺς εἶ­χα δεῖ. Συ­νέ­χι­ζαν ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­νου­νε τὰ στό­μα­τα καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους ἔ­δει­χναν ἔν­τα­ση κι οἱ φλέ­βες τοῦ λαι­μοῦ τους φού­σκω­ναν ἀ­πὸ τὴν προ­σπά­θειά τους ν’ ἀ­κου­στοῦ­νε, μ’ ὅ­λο τοῦ­το μή­τε ὁ πα­ρα­μι­κρὸς ἦ­χος δὲν ἔ­φτα­νε ὣς ἐ­μέ­να. Καὶ ξαφ­νι­κὰ ἡ εἰ­κό­να ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει, ὥ­σπου ἔ­σβη­σε. Ἀ­κο­λού­θη­σαν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὸ καρ­να­βά­λι τοῦ Ρί­ο, μ’ ἐ­κεῖ­νες τὶς μι­σό­γυ­μνες μαῦ­ρες καλ­λο­νές.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ ­να κρα­νί­ο καρ­φω­μέ­νο στὸ κιγ­κλί­δω­μα, Τρι­αν­τα­δύ­ο μι­κρὰ πε­ζά (Οἱ Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, Ἀ­θή­να, 1999).

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐ­θε­λον­τής (Κί­χλη, 2008).