Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Τὸ τηλεφώνημα

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Τὸ τηλεφώνημα

 

ΣΤΕ ΠΕΘΑΝΕ, ἔ; Τί νὰ πεῖ κα­νείς.­.. Ζω­ὴ σ’ ἐ­σᾶς. Νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ­τε πιά. Νὰ κοι­τά­ξε­τε λί­γο τὰ τρι­γυρ­νά σας. Σάμ­πως ἦ­ταν ζων­τα­νὸς τό­σον και­ρό; Οὔ­τε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἕ­νας ἄν­θρω­πος τοῦ θα­νά­του ἦ­ταν καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἄλ­λω­στε εἴ­χα­τε πά­ψει νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ­τε. Πῶς ν’ ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Οὔ­τε τὸν λυ­πό­σα­σταν. Πῶς νὰ λυ­πᾶ­σαι ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Τοὺς ζων­τα­νοὺς λυ­πᾶ­ται κα­νείς. Αὐ­τοὺς ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν στὴ ζω­ὴ μ’ ἕ­ναν θά­να­το πιὸ θά­να­το ἀ­πὸ θά­να­το. Αὐ­τοὺς λυ­πᾶ­ται. Αὐ­τοὺς ποὺ μιὰ κά­νουν ἔ­τσι κι ἄ­ξαφ­να βρί­σκον­ται φτω­χοὶ κι ἀ­νέ­στιοι. Ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι. Χω­ρὶς πα­τρί­δα. Χω­ρὶς αὔ­ριο. Για­τί κλαῖς τώ­ρα; Γιὰ ποι­όν κλαῖς; Ἐ­νε­νήν­τα καί; Μα­σα­λάχ, χρι­στια­νή μου… Ἀ­στεῖ­ο εἶ­ναι νὰ κλαῖς. Μιὰ ἄ­χρη­στη λύ­πη εἶ­ναι. Μή­πως δὲν πα­ρα­κα­λού­σα­τε νὰ πε­θά­νει; Μή­πως δὲν εἴ­χα­τε γί­νει ρά­κη ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση; Φτά­σα­τε νὰ τὸν μι­σεῖ­τε κι­ό­λας. Νὰ τὸν σι­χαί­νε­στε. Κα­τέ­στρε­φε τὴ ζω­ή σας. Οἱ φί­λοι σας εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Τὸ εἶ­χαν στρί­ψει τε­χνη­έν­τως. Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ γκρέ­μι­σμα. Γιὰ γέ­λια. Μὰ ἂν τώ­ρα σοῦ κά­νει κα­λὸ τὸ κλά­μα, ἂν σοῦ κά­νει εὐ­ερ­γε­σί­α, κλά­ψε. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δι­κή σου δι­έ­ξο­δος. Τὸ ἐ­λεύ­θε­ρό σου μά­τι. Σὰν θά­λασ­σα σὲ ξε­πλέ­νει. Σὰν μω­ρὸ σὲ βα­φτί­ζει. Σοῦ δί­νει ὄ­νο­μα. Σῶ­μα. Σοῦ δί­νει ἀρ­χή. Βγὲς ἔ­ξω. Ἔ­χεις νιά­τα ἀ­κό­μη. Οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους κι οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Φό­ρε­σε τὰ και­νούρ­για σου πα­πού­τσια καὶ βγὲς ἔ­ξω. Ἐμ­πρὸς μάρς! Μὴν ντρέ­πε­σαι. Ἄ­νοι­ξε τώ­ρα τὸ ρα­δι­ό­φω­νο. Τρα­γου­δά­ει ἡ Μπέ­λου. Ἡ.­.. Σω­τη­ρί­α, βρέ. Χό­ρε­ψε γιὰ σέ­να. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς μό­νοι μας χο­ρεύ­ου­με. Πι­ὲς ἕ­να τσι­που­ρά­κι. Πά­το. Αὔ­ριο θὰ πᾶ­με σι­νε­μά. Νὰ ἔρ­θεις. Θά ’ναι κι ἡ Ἀν­τι­γό­νη. Πάν­τα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες, τὸ ξέ­ρω. Κι αὐ­τὴ πάν­τα σὲ θυ­μᾶ­ται. Στὰ σκο­τει­νὰ νὰ τῆς πιά­σεις τὸ χέ­ρι. Μπο­ρεῖς καὶ νὰ τὴν χα­ϊ­δέ­ψεις. Στὰ σκο­τει­νά. Τί κάνεις τώρα; Κλαῖς ἢ γελᾶς;

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: