Τόλης Καζαντζῆς: Ὁ λάκκος

 

 

Τό­λης Κα­ζαν­τζῆς

 

Ὁ λάκ­κος

 

­πέ­ναν­τι στὸ σπί­τι μας ἦ­ταν ὁ λάκ­κος. Ἦ­ταν γιὰ τὰ θε­μέ­λια τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ δὲν τὸ χτί­σα­νε για­τὶ ἦρ­θε ἡ κα­το­χή. Ἔ­τσι ἀ­πό­μει­νε μο­νά­χα ὁ λάκ­κος, σκαμ­μέ­νος κα­νο­νι­κὰ ἀ­π’ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ές, κα­τη­φο­ρι­κὸς ἀ­π’ τὶς ἄλ­λες, πρὸς τὸ σταυ­ρο­δρό­μι, γιὰ νὰ κα­τε­βαί­νου­νε, ὡς φαί­νε­ται, τὰ φορ­τη­γὰ ποὺ κου­βα­λού­σα­νε τὰ μπά­ζα. Στὸ λάκ­κο κά­να­με τὰ πιὸ πολ­λὰ παι­χνί­δια μας. Παίρ­να­με λα­μα­ρί­νες καὶ τὶς γυρ­νού­σα­με κα­τὰ πά­νω σὰν ἔλ­κυ­θρο, ἀ­νε­βαί­να­με ἀ­πά­νω καὶ γλυ­στρού­σα­με στὴν κα­τη­φό­ρα μέ­χρι τὸν πά­το τοῦ λάκ­κου, ὅ­που φυ­τρώ­να­νε τσου­κνί­δες ἀ­νά­με­σα σὲ σκου­ρι­α­σμέ­να ντε­νε­κέ­δια, πα­λι­ο­σι­δε­ρι­κὰ καὶ λο­γι­ῶ λο­γι­ῶ βρω­μι­ές. Οἱ τσου­κνί­δες τσιμ­πού­σα­νε καὶ φέρ­να­νε φα­γού­ρα. Μά­λι­στα, ἐ­κεῖ ποὺ τσιμ­πι­ό­σου­να πρη­ζό­τα­νε τὸ δέρ­μα σὰ νὰ τοῦ εἴ­χα­νε πε­ρά­σει ἀ­πὸ κά­τω κουμ­πί. Ἔ­πρε­πε τό­τε νὰ τὸ τρί­ψεις μὲ φύλ­λο ἀ­πὸ μο­λό­χα κι ἡ φα­γού­ρα κο­βό­τα­νε μα­χαί­ρι. Ἂν πά­λι δὲν ἔ­βρι­σκες μο­λό­χα —ποῦ νὰ τὴ βρεῖς;— ἔ­κα­νες ἕ­να σταυ­ρὸ μὲ τὸ νύ­χι ἀ­πά­νω στὸ πρή­ξι­μο καὶ μο­νο­μιᾶς, ὁ πό­νος ἔ­δι­ω­χνε τὴ φα­γού­ρα.

       Ὁ λάκ­κος ἤ­τα­νε πα­γί­δα πλά­ι στὸ σκο­τει­νὸ δρό­μο. Ἤ­τα­νε, βλέ­πεις, κι ἡ συ­σκό­τι­ση, κι αὐ­τοὶ οἱ «πε­τα­λά­δες» ποὺ μό­λις βρά­δια­ζε κά­να­νε πε­ρι­πο­λί­α κι ἅ­μα βλέ­πα­νε κα­μιὰ φω­τει­νὴ χα­ρα­μά­δα στὸ πα­ρά­θυ­ρο στη­νόν­ταν ἀ­πὸ κά­τω καὶ φώ­να­ζαν «φῶς, φῶς» μὲ τὶς ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρες τους, ὅ­σο νὰ ται­ριά­σεις τὴν κου­βέρ­τα καὶ νὰ μὴ φέγ­γει κα­θό­λου. Ἔ­τσι τὴ νύ­χτα ἡ γει­το­νιὰ ἤ­τα­νε θεοσκό­τει­νη, κι ἅ­μα δὲν ἤ­ξε­ρες τοὺς δρό­μους καὶ προ­πάν­των ἅ­μα ἤ­σου­να με­θυ­σμέ­νος μπο­ροῦ­σες νὰ βρε­θεῖς σούμ­πι­τος ὀ­χτὼ μέ­τρα μὲς στὸ λάκ­κο.

       Ἔ­τσι με­θυ­σμέ­νος βρέ­θη­κε ὁ Ζά­κας, ὁ δι­κη­γό­ρος, στὴ γει­το­νιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ἔ­πε­σε μὲς στὸ λάκ­κο καὶ τσά­κι­σε τὸ πό­δι του. Βγή­κα­με νὰ τὸν ση­κώ­σου­με μό­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α κι αὐ­τὸς ἀν­τὶς γιὰ «εὐ­χα­ρι­στῶ» μᾶς σκυ­λό­βρι­ζε «κομ­μοῦ­νες» κι ἄλ­λα· κι αὐ­τὸ για­τί; για­τί, λέ­ει, ἤ­θε­λε κα­λὰ καὶ σώ­νει νὰ κοι­μη­θεῖ ἀ­πό­ψε στὸ σπί­τι μας κι αὔ­ριο ἔ­βλε­πε. Μὰ ὁ πα­τέ­ρας εἶ­δε τὸ χά­λι, πού ‘­χε τὸ πο­δά­ρι του κι ἔ­τρε­ξε καὶ τη­λε­φώ­νη­σε στὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρὸ κι ἤρ­θα­νε καὶ τὸν πή­ρα­νε.

       Ἔ­τσι ἐ­πι­κίν­δυ­νος ἦ­ταν ὁ λάκ­κος κι ἐ­μεῖς τὸν κά­να­με ἀ­κό­μη πιὸ ἐ­πι­κίν­δυ­νο μὲ τ’ ἀ­κρο­βα­τι­κά μας στὴν ἄ­κρα του καὶ τὸ ψα­χτή­ρι μας μὲς στὸ σκου­πιδα­ριὸ ποὺ πέ­τα­γαν οἱ Γερ­μα­νοὶ ἀ­π’ τὸ Φρου­ραρ­χεῖ­ο. Ἐ­κεῖ μὲς στὸ βου­νὸ ἀ­π’ τὰ σκου­πί­δια βρί­σκα­με κα­μιὰ φο­ρὰ πράγ­μα­τα χρή­σι­μα γιὰ τὸ σπί­τι, κι ἀ­κό­μα σφαῖ­ρες καὶ βλή­μα­τα ἀ­χρη­στε­μέ­να. Τὸν Μά­ριο τὸν ζη­λεύ­α­­­με ὅ­λοι, για­τὶ εἶ­χε βρεῖ μιὰ ἄ­δεια δε­σμί­δα ἀ­πὸ πο­λυ­βό­λο, δυ­ὸ μέτρα καί, μο­νο­κόμ­μα­τη, καὶ τὴν κου­βα­λοῦ­σε συ­νέ­χεια μα­ζί του, χια­στὶ στὸ στῆ­θος καὶ δυ­ὸ κά­τια στὴ μέ­ση. Ὅ­μως δὲν ἄρ­γη­σε νὰ γί­νει τὸ κα­κό. Μιὰ μέ­ρα ποὺ ψά­χνα­με μὲ τὸν Εὐ­θυ­μά­κο στὸ λάκ­κο, ὁ Εὐ­θυ­μά­κος βρῆ­κε μιὰ ἰ­τα­λι­κιὰ χει­ρο­βομ­βί­δα ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ ἤ­τα­νε ἕ­νας κύ­λιν­δρος ποὺ ξε­βί­δω­νε στὴ μέ­ση. Ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα πὼς εἶ­ναι χει­ρο­βομ­βί­δα για­τί εἶ­χα δεῖ μιὰ ἴ­δια στῆς θεί­ας μου ποὺ τὴν εἶ­χε γιὰ τσι­γα­ρο­θή­κη. Τοῦ εἶ­πα νὰ μὴν τὴν πει­ρά­ξει μὰ αὐ­τὸς ση­μα­σί­α δὲ μοῦ ‘­δω­σε, ἤ­τα­νε βλέ­πεις με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὴ χτυ­ποῦ­σε ἀ­πά­νω σὲ μιὰ πέ­τρα για­τί στὸ βί­δω­μα εἶ­χε πιά­σει σκου­ριὰ καὶ δὲν ἄ­νοι­γε. Μ’ ἔ­πια­σε φό­βος ξαφ­νι­κὸς κι ἀ­νε­ξή­γη­τος κι ἔ­τρε­ξα πρὸς τὰ πά­νω καὶ τό­τε ἀ­κού­στη­κε τὸ «μπὰμ» κι οὔ­τε ποὺ τὸ κα­τά­λα­βα γιὰ πό­τε βρέ­θη­κα τι­ναγ­μέ­νος ἐ­κεῖ ποὺ βρέ­θη­κα καὶ πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νος. Εἶ­δα τοὺς με­γά­λους νὰ κα­τη­φο­ρί­ζου­νε στὸ λάκ­κο, ἄλ­λοι μὲ ψά­χνα­νε στὸ σῶ­μα νὰ δοῦν, τί ἔ­πα­θα κι ἄλ­λοι κου­βα­λοῦ­σαν τὸν Εὐ­θυ­μά­κο μὲ κα­τα­μα­τω­μέ­να τὰ μοῦ­τρα του, ἀ­ναί­σθη­το, κι ἡ κυ­ρά-Λι­σά­βετ μὲ πῆ­ρε ἀγ­κα­λιὰ στὸ σπί­τι μας, μοῦ ‘­δω­σε νὰ πι­ῶ νε­ρὸ μὲ ζά­χα­ρη καὶ μ’ ἔ­βα­λε νὰ κα­του­ρή­σω μιὰ κι ἡ μά­να μου τά ‘­χε χα­μέ­να κι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρη ἀ­π’ τὴ λα­χτά­ρα της. Σὲ κά­να μή­να φέ­ραν τὸν Εὐ­θυ­μά­κο ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μ’ ἕ­ναν ἐ­πί­δε­σμο γύ­ρω στὰ μά­τια κι ἀ­πὸ τό­τε εἶ­ναι τυ­φλός.

       Ἐ­κεῖ στὸ λάκ­κο ἔ­φερ­νε τὴν πε­λα­τεί­α της τὰ βρά­δια κι ἡ «Μο­να­ξιά», ἔ­τσι τὴ φω­νά­ζα­με μιὰ καὶ δὲν ξέ­ρα­με τί­πο­τα γι’ αὐ­τήν. Οὔ­τε τ’ ὄ­νο­μά της. Μο­νά­χα ξέ­ρα­με πὼς εἶ­χε ντα­βατ­ζὴ τὸν Ἀ­λέ­κο τὸν ταγ­μα­τα­λή­τη μὲ τὴ μο­το­συ­κλέ­τα. Αὐ­τός, ὁ Ἀ­λέ­κος, ἔ­φερ­νε τοὺς πε­λά­τες, ὅ­λοι τῶν ταγ­μά­των ἀ­σφα­λεί­ας, κι ἡ Μο­να­ξιὰ ἔ­στρω­νε μιὰ κου­ρε­λού στὴν πιὸ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ τοῦ λάκ­κου καὶ περ­νι­ό­ταν νου­με­ρά­δα ἀ­πὸ δέ­κα-δώ­δε­κα νο­μα­ταί­ους. Κι ὁ Ἀ­λέ­κος ἔ­πια­νε κου­βέν­τα μ’ ὅ­σους πε­ρί­με­ναν τὴ σει­ρά τους καὶ τό­τε ἐ­μεῖς βρί­σκα­με εὐ­και­ρί­α νὰ βγά­λου­με κε­φά­λι πά­νω ἀ­πὸ τὸ λάκ­κο καὶ βλέ­πα­με. Ὅ­λοι τὸν φο­βόν­τα­νε στὴ γει­το­νιὰ τὸν Ἀ­λέ­κο. Λέ­γα­νε πὼς εἶ­χε σκο­τώ­σει ἀ­πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα. Ἤ­τα­νε ἕ­να «κά­θαρ­μα» ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας μου. Γύ­ρι­ζε μὲ τὴ μο­το­συ­κλέ­τα καὶ δὲ λο­γά­ρια­ζε κα­νέ­να. Πεί­ρα­ζε μὲ χον­τρά­δες τὰ κο­ρί­τσια, ἄ­στρα­φτε μπά­τσους σ’ ὅ­σους τόλ­μα­γαν νὰ τὸν κοι­τά­ξουν κι ἔ­κα­νε «ντοὺ» στὰ μα­γα­ζιὰ κι ἅρ­πα­ζε ὅ,τι ἔ­φτα­νε. Μό­νον ὁ Κώ­στας τά ‘­βα­λε μα­ζί του. Καὶ τί κα­τά­λα­βε; Ὁ Κώ­στας δού­λευ­ε ἐρ­γά­της στοῦ ΦΙΞ μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τέ­ρα του, τὸν κὺρ Ἀ­να­στά­ση. Τὸ σπί­τι τὸ κρά­τα­γε ἡ ἀ­δερ­φή του ἡ Δαφ­νού­λα, προ­κομ­μέ­νο κι ὄ­μορ­φο κο­ρί­τσι. Μιὰ Κυ­ρια­κὴ ἀ­πό­γευ­μα κα­τέ­βαι­ναν ὁ Κώ­στας κι ἡ Δαφ­νού­λα βόλ­τα γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α. Ἀ­πὸ κά­τω ἐρ­χό­ταν ὁ Ἀ­λέ­κος μὲ τὴ μη­χα­νή. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε μπρο­στά τους φρε­νά­ρη­σε, τί εἶ­πε τί δὲν εἶ­πε τῆς Δαφ­νού­λας, κι ὁ Κώ­στας τ’ ἀ­νέ­βη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι κι ἄ­στρα­ψε δυ­ὸ χα­στού­κια, μὰ τί χα­στού­κια τοῦ Ἀ­λέ­κου, ποὺ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­μει­νε σύ­ξυ­λος. Ὕ­στε­ρα ψα­χού­λε­ψε τὸ πι­στό­λι του μὰ τ’ ἄ­φη­σε κι ἔ­πια­σε νὰ γε­λά­ει, ἕ­να γέ­λιο ἀ­φύ­σι­κο, μαρ­σά­ρη­σε καὶ χά­θη­κε κα­τὰ τὸ Ἰπ­πο­δρό­μιο. Τρεῖς μέ­ρες με­τά, βρή­κα­νε τὸν Κώ­στα σκο­τω­μέ­νο μὲς στὸ λάκ­κο, τρεῖς σφαῖ­ρες, οἱ δυ­ὸ στὸ στῆ­θος, ἡ ἄλ­λη στὴν κοι­λιὰ κι ὅ­λοι τὸ φόρ­τω­σαν στὸν Ἀ­λέ­κο. Για­τί, ποι­ός ἤ­θε­λε τὸ κα­κὸ τοῦ Κώ­στα; Αὐ­τὸς που­θε­νὰ δὲν ἀ­να­κα­τευ­ό­τα­νε. Δου­λειὰ καὶ σπί­τι μό­νο ἤ­ξε­ρε ἢ τὸ πο­λὺ πο­λὺ σὲ κά­να μὰτς ἢ κα­μιὰ βόλ­τα μὲ τὴν ἀ­δερ­φή του. Ὕ­στε­ρα για­τί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὁ Ἀ­λέ­κος μιὰ βδο­μά­δα, αὐ­τὸς ποὺ ἄλ­λο­τε ἁ­λώ­νι­ζε τὴ γει­το­νιὰ μὲ τὴ μο­το­συ­κλέ­τα μέ­ρα νύ­χτα; Σὰν ὅ­μως πέ­ρα­σε βδο­μά­δα ἀ­κού­σα­με, με­σά­νυ­χτα, τὴ μη­χα­νή του νὰ μουγ­γρί­ζει πά­νω κά­τω κι ὅ­λοι τὸ ξέ­ρα­με πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν, μὰ ποι­ὸς κο­τοῦ­σε νὰ ξε­μυ­τί­σει. Ξαφ­νι­κά, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὸ λάκ­κο ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας κρό­τος δυ­να­τὸς κι ὕ­στε­ρα ἡ μη­χα­νὴ ποὺ κα­τρα­κυ­λοῦ­σε στὸ λάκ­κο κι ὕ­στε­ρα τί­πο­τα. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε νὰ πά­ει νὰ δεῖ. Ἡ μά­να μου τοῦ ἔ­φρα­ξε τὴν πόρ­τα. «Ἔ­χεις μι­κρὰ παι­διά», τοῦ εἶ­πε, κι ἐ­γὼ μό­λο ποὺ δὲν πο­λυ­κα­τά­λα­βα, βρῆ­κα πὼς εἶ­χε δί­κιο ἡ μη­τέ­ρα μου κι ἀ­πό­μει­να νὰ κοι­τά­ζω μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους ἀ­π’ τὶς γρί­λι­ες. Τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ἄρ­χι­σαν ἕ­νας ἕ­νας οἱ γει­τό­νοι καὶ βγαί­να­νε καὶ πή­γαι­ναν στὸ λάκ­κο ἀ­μί­λη­τοι. Πή­γα­με καὶ ἐ­μεῖς κι εἶ­δα τὸν Ἀ­λέ­κο ἀ­νά­σκε­λα, πε­θα­μέ­νο μὲς στὸ λάκ­κο, κι ἀ­πὸ πά­νω πλα­κω­μέ­νο μὲ τὴ μη­χα­νή. Ὕ­στε­ρα ἀ­κού­στη­κε τ’ αὐ­το­κί­νη­το τῶν ταγ­μά­των κι ἡ γει­το­νιὰ σκόρ­πι­σε.

       Λί­γο και­ρὸ με­τά, ὁ πό­λε­μος τε­λεί­ω­σε· κι ἄρ­χι­σαν τὰ δι­κά μας τὰ χει­ρό­τε­ρα. Ὅ­ταν ὅ­λα ἡ­σύ­χα­σαν, ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν ὁ λάκ­κος χτί­στη­κε μί­α και­νού­ρια πο­λυ­κα­τοι­κί­α, ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τη κα­λον­τυ­μέ­νους κυ­ρί­ους, ἀ­φρά­τες γυ­ναῖ­κες καὶ πεν­τα­κά­θα­ρα μί­ζε­ρα παι­δά­κια.

 

 

Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Ἡ πα­ρέ­λα­ση, «Ἑρ­μῆς», Ἀ­θή­να, 1976.

 

Τό­λης Κα­ζαν­τζῆς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1938-Ἀ­θή­να, 1991). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά κι ἐρ­γά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1958 στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἡ κυ­ρά-Λι­σά­βετ (1975).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: