Τζὰκ Χάντεϊ (Jack Handey): Οἱ φωνὲς μέσα στὸ κεφάλι μου

 

 

 

Τζὰκ Χάντεϊ (Jack Handey)

 

Οἱ φωνὲς μέσα στὸ κεφάλι μου

(T­he V­o­i­c­es in my H­e­ad)

 

ΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΡΩ πό­τε οἱ φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι μου θὰ ἀρ­χί­σουν νὰ μοῦ μι­λοῦν. Μπο­ρεῖ νὰ βγαί­νω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου καὶ νὰ κοι­τά­ζω τὰ σύ­νε­φα. Ξαφ­νι­κά, οἱ φω­νὲς στὸ κε­φά­λι μου θὰ μοῦ ποῦν νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω καὶ νὰ πά­ρω ὀμ­πρέ­λα, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ βρέ­ξει. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὑ­πο­τάσ­σο­μαι στὶς φω­νὲς κι ἐ­πι­στρέ­φω, γιὰ νὰ πά­ρω ὀμ­πρέ­λα. Ἀλ­λὰ ἄλ­λες φο­ρὲς μα­ζεύ­ω ὅ­λες τὶς δυ­νά­μεις μου καὶ ἀρ­νοῦ­μαι νὰ πά­ρω τὴν ὀμ­πρέ­λα. Πα­ρό­λ’­ αὐ­τά, οἱ φω­νὲς δὲν σὲ ἀ­φή­νουν νὰ ξε­χά­σεις ὅ­τι τὶς πα­ρά­κου­σες, εἰ­δι­κὰ ἂν ὄν­τως βρέ­ξει. Θὰ ποῦν: «Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρεις ὀμ­πρέ­λα. Για­τί δὲν τὴν πῆ­ρες;»

       Δὲν πε­ρι­μέ­νω νὰ κα­τα­λά­βε­τε πῶς εἶ­ναι νὰ ἔ­χεις φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι σου νὰ σοῦ λέ­νε τί νὰ κά­νεις. Πρό­κει­ται ὅ­μως γιὰ ἕ­ναν ἐ­φιά­λτη μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ζῶ κα­θη­με­ρι­νά. Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, οἱ φω­νὲς μοῦ λέ­νε νὰ πά­ω πί­σω καὶ νὰ ἀλ­λά­ξω τὴ λέ­ξη «ἐ­φιά­λτης» μὲ τὴ φρά­ση «ἐ­πί­γεια κό­λα­ση».

       Οἱ φω­νὲς μὲ βα­σα­νί­ζουν ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ξυ­πνῶ. Λέ­νε: «Σή­κω καὶ πή­γαι­νε στὸ μπά­νιο νὰ οὐ­ρή­σεις.» Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας δὲν χα­λα­ρώ­νουν: «Πή­γαι­νε πά­ρε κά­τι νὰ φᾶς», «Πά­ρε ἕ­ναν ὑ­πνά­κο», «Πή­γαι­νε πά­λι στὸ μπά­νιο», «Ἑ­τοι­μά­σου γιὰ ὕ­πνο». Συ­νε­χῶς. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ φω­νὲς μοῦ μι­λοῦν ἀ­κό­μα καὶ στὸν ὕ­πνο μου, μοῦ λέ­νε νὰ ση­κω­θῶ καὶ νὰ οὐ­ρή­σω. Ὁ φό­βος μου εἶ­ναι ὅ­τι οἱ φω­νὲς θὰ μοῦ ποῦν νὰ κά­νω κά­τι τρε­λό, ὅ­πως νὰ πά­ω νὰ ψά­ξω γιὰ δου­λειά.

       Πα­λιὰ πί­στευ­α ὅ­τι τὸ ἀλ­κο­ὸλ θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε τὶς φω­νές, ἀλ­λὰ συ­νή­θως τὶς κά­νει χει­ρό­τε­ρες. Λέ­νε πράγ­μα­τα ὅ­πως: «Πή­γαι­νε πὲς σ’ αὐ­τὸ τὸ ἄ­το­μο τί πραγ­μα­τι­κὰ πι­στεύ­εις γι’ αὐ­τόν», ἢ «Σή­κω πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κά­νε τὸν ἀ­στεῖ­ο κα­ουμ­πό­ι­κο χο­ρό σου».

       Οἱ φω­νὲς μοῦ μι­λοῦ­σαν γιὰ τοὺς Μπήτλς. Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος μοῦ ἔ­λε­γαν νὰ πά­ω νὰ ἀ­γο­ρά­σω κά­ποι­ο ἄλ­μπουμ τῶν Μπήτλς.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς περ­νᾶ­νε με­γά­λες πε­ρί­ο­δοι κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες οἱ φω­νὲς δὲν μοῦ μι­λοῦν, ὅ­πως ὅ­ταν πα­ρα­κο­λου­θῶ τη­λε­ό­ρα­ση, ἢ πα­ρα­κο­λου­θῶ μυρ­μήγ­κια, ἢ εἶ­μαι ξα­πλω­μέ­νος στὸ πά­τω­μα καὶ προ­σπα­θῶ νὰ φυ­σή­ξω μι­κρὲς μπα­λί­τσες βαμ­βα­κε­ρῶν ἰ­νῶν φτι­ά­χνον­τας ἕ­να με­γά­λο κο­πά­δι ἀ­πὸ μπα­λί­τσες. Ἢ ὅ­ταν προ­σπα­θῶ νὰ κα­τα­λά­βω ποι­ὰ ἀ­πὸ τὶς γά­τες μου φο­βᾶ­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸ «κε­φά­λι μα­ξι­λα­ρο­θή­κη». Ἀλ­λὰ αὐ­τὲς οἱ χρυ­σὲς στιγ­μὲς φεύ­γουν καὶ σύν­το­μα ἐ­πι­στρέ­φουν οἱ φω­νές.

       Ἁ­πλῶς ἐλ­πί­ζω οἱ φω­νὲς νὰ μοῦ ἔ­λε­γαν κά­τι χρή­σι­μο πό­τε-πό­τε, ὅ­πως πῶς νὰ πῶ κά­τι στὰ γαλ­λι­κὰ ἢ ποῦ πῆ­γαν τὰ γάν­τια μου. Ὅ­μως δὲν τὸ κά­νουν σχε­δὸν πο­τέ. Μά­λι­στα, πολ­λὲς φο­ρές, στὶς φω­νὲς ἀ­ρέ­σει νὰ μὲ προ­κα­λοῦν, λέ­γον­τάς μου, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ στρί­ψω ἀ­ρι­στε­ρὰ σὲ μιὰ δι­α­σταύ­ρω­ση ὅ­ταν, ὅ­πως ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­πρε­πε προ­φα­νῶς νὰ στρί­ψω δε­ξιά. Ἢ μοῦ λέ­νε νὰ φο­ρέ­σω μιὰ γρα­βά­τα ποὺ δεί­χνει γε­λοί­α.

       Ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ ἴ­δι­ες οἱ φω­νὲς δὲν ξέ­ρουν τί θέ­λουν. Θὰ μοῦ ποῦν νὰ πά­ω καὶ νὰ μι­λή­σω σὲ μιὰ ὄ­μορ­φη κο­πέ­λα καὶ με­τὰ θὰ ποῦν «Ὄ­χι, πε­ρί­με­νε, εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φη γιὰ σέ­να». Ἔ­πει­τα θὰ ποῦν «Ἄν­τε, πή­γαι­νε» κι ἔ­πει­τα θὰ ποῦν «Κι ἂν τὸ ἀ­να­κα­λύ­ψει ἡ γυ­ναί­κα σου;» (Φί­λε, ἀ­πο­φά­σι­σε!)

       Ὅ­ταν λὲς στοὺς ἀν­θρώ­πους ὅ­τι ἔ­χεις φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι σου, θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­σαι τρε­λός. Ὅ­ταν ὅ­μως δὲν λὲς τί­πο­τα καὶ ἁ­πλῶς κά­θε­σαι καὶ τοὺς κοι­τᾶς, ἐ­πί­σης θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­σαι τρε­λός. Ἄ­ρα δὲν μπο­ρεῖς νὰ κερ­δί­σεις.

       Σκέ­φτη­κα νὰ πά­ω σὲ ψυ­χί­α­τρο γιὰ νὰ ξε­φορ­τω­θῶ τὶς φω­νὲς στὸ κε­φά­λι μου, ἀλ­λὰ οἱ φω­νὲς εἶ­παν ὅ­τι θὰ κό­στι­ζε ἀ­κρι­βὰ καὶ μᾶλ­λον θὰ ἔ­παιρ­νε πο­λὺ και­ρὸ καὶ ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βά­λω τὸ παν­τε­λό­νι μου καὶ νὰ πά­ω μέ­χρι τὸ με­τρό, με­τὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω ὅ­λο αὐ­τὸν τὸν δρό­μο ἀ­πὸ τὸ με­τρὸ καὶ νὰ βγά­λω τὸ παν­τε­λό­νι μου καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει ἂν θὰ εἶ­χε κὰν ἀ­πο­τέ­λε­σμα; Με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ φω­νὲς ἔ­χουν ἕ­να δί­κιο.

       Μιὰ μέ­ρα, ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι δὲν ἄν­τε­χα ἄλ­λο καὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω τὶς φω­νὲς στὸ κε­φά­λι μου νὰ σω­πά­σουν μιὰ γιὰ πάν­τα. Ἀλ­λὰ δὲν κα­τά­φε­ρα πο­τὲ νὰ βρῶ πῶς νὰ τὸ κά­νω αὐ­τὸ κι ἔ­τσι δὲν τὸ ἔ­κα­να.

       Ἴ­σως ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι νὰ μὴν προ­σπα­θῶ νὰ ξε­φορ­τω­θῶ τὶς φω­νές, ἀλ­λὰ νὰ μά­θω νὰ ζῶ μ’ αὐ­τές. (Δὲν τὸ σκέ­φτο­μαι πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τό, ἁ­πλὰ τὸ λέ­ω γιὰ νὰ τὸ ἀ­κού­σουν οἱ φω­νές.)

       Θὰ κα­τα­φέ­ρω πο­τὲ νὰ ἐ­λέγ­ξω ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὶς φω­νὲς μέ­σα στὸ κε­φά­λι μου; Ἴ­σως ὄ­χι. Του­λά­χι­στον, θὰ μπο­ρέ­σω νὰ προ­σαρ­μό­σω τὸ στὺλ ζω­ῆς ποὺ ζῶ, ὥ­στε οἱ φω­νὲς νὰ μὴν εἶ­ναι ἀ­πει­λὴ γιὰ μέ­να ἢ τοὺς ἄλ­λους; Ξα­νά, ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ὄ­χι.

       Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νὰ τὸ βά­λω κά­τω ἀ­κό­μη, για­τὶ ἕ­να πράγ­μα ποὺ ἔ­μα­θα εἶ­ναι αὐ­τό: οἱ φω­νὲς μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­ταρ­χι­κές, εἶ­ναι ὅ­μως πραγ­μα­τι­κὰ ἠ­λί­θι­ες.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. 

 

Τζὰκ Χάν­τε­ϊ (J­a­ck H­a­n­d­ey) (Σὰν Ἀν­τό­νιο, Τέ­ξας). Ἀ­πὸ τοὺς πιὸ γνω­στοὺς κω­μι­κοὺς καὶ συγ­γρα­φεῖς κω­μι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν. Ἔ­γι­νε δι­ά­ση­μος γιὰ τὸ βι­βλί­ο του D­e­ep T­h­o­u­g­h­ts, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ εὐ­φυ­εῖς ἀ­τά­κες. Ζεῖ στὸ Μαν­χά­ταν μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του ἀ­πὸ τὸ 2002.

 

Μα­ρί­α Πα­γώ­νη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὶς Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις στὸ L­o­n­d­on M­e­t­r­o­p­o­l­i­t­an U­n­i­v­e­r­s­i­ty τοῦ Ἡ­νω­μέ­νου Βα­σι­λεί­ου καὶ στὸ U­n­i­v­e­r­s­i­t­e de M­o­ns-H­a­i­n­a­ut τοῦ Βελ­γί­ου. Τὸ 2010 ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Σχο­λὴ Δη­μό­σιας Δι­οί­κη­σης καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ καὶ Του­ρι­σμοῦ.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: