Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Συ­νέν­τευ­ξη στὴν ἐφημερίδα ABC

 

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Συ­νέν­τευ­ξη στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα A­BC

 

       A­BC: Ξε­κι­νή­σα­τε τὴ συγ­γρα­φι­κή σας κα­ρι­έ­ρα μὲ τὸ El c­o­r­al y l­as a­g­u­as (1962) ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζε­ται στὴν Ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα, ἀλ­λὰ πραγ­μα­τεύ­ε­ται σύγ­χρο­να ζη­τή­μα­τα.

       Χ.Ε.Θ.: Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κα­να ἦ­ταν κά­ποι­ες με­τα­θέ­σεις σὲ αὐ­τὸν τὸν τό­σο μα­κρι­νὸ κό­σμο ὅ­πως ἦ­ταν ὁ ἑλ­λη­νι­κός, καὶ ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὴν εὐ­και­ρί­α γιὰ νὰ ἀ­φη­γη­θῶ προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες νι­κη­τῶν καὶ ἡτ­τη­μέ­νων. Πι­στεύ­ω πὼς ὑ­πῆρ­χε σὲ αὐ­τὸ ἄ­φθο­νη ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πὸ τὴ σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χή. Χρη­σι­μο­ποί­η­σα ἕ­να σύ­στη­μα συμ­βό­λων, καὶ δὲν ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὸ στὸ σύ­νο­λό του τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο κοι­νω­νι­κῆς κα­τα­γρα­φῆς ποὺ ὑ­πῆρ­χε. Τὸ βι­βλί­ο πέ­ρα­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το.

       A­BC: Τὸ ἑ­πό­με­νο μυ­θο­πλα­στι­κό σας ἔρ­γο ἄρ­γη­σε νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ. Ἦ­ταν τὸ L­a­r­go n­o­v­i­e­m­b­re de M­a­d­r­id (1980), δι­η­γή­μα­τα μὲ θέ­μα τὸν Ἐμ­φύ­λιο Πό­λε­μο ποὺ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­οῦν­ται ἀ­πὸ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­φή­γη­ση τῆς ζω­ῆς τὰ χρό­νια τοῦ πο­λέ­μου.

       Χ.Ε.Θ.: Βρέ­θη­κα μὲ ἕ­ναν μι­κρὸ θη­σαυ­ρὸ στὰ χέ­ρια μου ἀ­πὸ ἀ­να­μνή­σεις ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, ἐ­μέ­να ὅ­μως αὐ­τὸ ποὺ μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε ἦ­ταν ἡ ἐ­πί­δρα­ση ποὺ εἶ­χε ὁ πό­λε­μος στὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῶν κα­τοί­κων, ἢ τῶν ἀν­θρώ­πων χω­ρὶς φω­νή, σὲ μιὰ πό­λη πο­λι­ορ­κη­μέ­νη, ἀ­πει­λού­με­νη ἀ­πὸ τοὺς βομ­βαρ­δι­σμούς, τὴν ἔλ­λει­ψη τρο­φῆς καὶ ὅ­λες τὶς δυ­σχέ­ρει­ες τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς. Καὶ νὰ δι­α­πι­στώ­σω τί ἄν­τε­χε ἀ­πὸ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο ὃν κι ἀ­πὸ τὰ αἰ­ώ­νια πά­θη σὲ κά­ποι­ες τό­σο δυ­σμε­νεῖς συν­θῆ­κες.

       A­BC: Τὸ La t­i­e­r­ra s­e­rá un p­a­r­aí­so (1989) ἑ­στι­ά­ζε­ται στὸν μυ­στι­κὸ πό­λε­μο τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς πε­ρι­ό­δου καὶ ἔ­χει στοι­χεῖ­α συμ­πλη­ρω­μα­τι­κοῦ κει­μέ­νου. Τὸ συλ­λά­βα­τε ἔ­τσι;

       Χ.Ε.Θ.: Νο­μί­ζω πὼς ναί, ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ συ­νέ­χεια τῶν νι­κη­μέ­νων. Ἡ ἐ­πώ­δυ­νη πε­ρι­πέ­τεια αὐ­τῶν ποὺ δὲν ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ μεί­νουν στὴν ἱ­στο­ρί­α ὡς νι­κη­μέ­νοι. Αὐ­τοὶ ἐ­φάρ­μο­ζαν ἕ­να εἶ­δος πο­λέ­μου καὶ ἀν­τί­στα­σης ἐ­νάν­τια σὲ ὅ,τι τοὺς πε­ρι­έ­βα­λε, κι ἐ­γὼ θέ­λη­σα νὰ τὸ στα­χυ­ο­λο­γή­σω στὰ ξε­χω­ρι­στὰ δι­η­γή­μα­τα. Στα­χυ­ο­λό­γη­σα, νὰ τὸ πῶ ἔ­τσι, τὴν πα­ρά­νο­μη σκέ­ψη, τὴν πα­ρά­νο­μη συ­νεί­δη­ση τῆς γε­νι­κευ­μέ­νης πο­λι­τι­κῆς ἐ­ναν­τί­ω­σης, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως κομ­μά­των.

       A­BC: Ἡ Μα­δρί­τη συ­νέ­χι­ζε νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ τὴ μυ­θο­πλα­στι­κή σας ἐ­πι­κρά­τεια. Σᾶς ἐν­δι­έ­φε­ρε κυ­ρί­ως ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ εἰ­κό­να τῆς πρω­τεύ­ου­σας, ὅ­πως ἔ­χει συμ­βεῖ μὲ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως οἱ Με­σο­νέ­ρο, Πί­ο Μπα­ρό­χα, Ρα­μὸν Γκό­μεθ δὲ λὰ Σέρ­να;

       Χ.Ε.Θ.: Φυ­σι­κά, αἰ­σθά­νο­μαι στε­νὰ συν­δε­δε­μέ­νος καὶ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ταυ­τι­σμέ­νος μὲ αὐ­τοὺς τοὺς χρο­νι­κο­γρά­φους ποὺ εἶ­χε ἡ Μα­δρί­τη. Ἐν­τού­τοις, λεί­πει ὁ τρα­γου­δι­στὴς τῆς Μα­δρί­της ὅ­πως ἔ­χει ὑ­πάρ­ξει σὲ ἄλ­λες πρω­τεύ­ου­σες, για­τί αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χει ὑ­πάρ­ξει ἐ­δῶ εἶ­ναι χρο­νι­κο­γρά­φοι, μιὰ σχο­λὴ Μα­δρι­λέ­νων, ποὺ μᾶλ­λον εἶ­ναι κά­τι σὰν ἠ­θο­γρά­φοι. Ἀ­πὸ τὴ Μα­δρί­τη ἔ­χει λεί­ψει ἕ­νας ἐ­ρω­τι­κὸς θερ­μο­κέ­φα­λος νὰ τρα­γου­δή­σει γι’  αὐ­τήν.

       A­BC: Tὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸ ἔρ­γο σας κα­τα­λαμ­βά­νει τὸ δι­ή­γη­μα, ἡ σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α, ἡ μι­κρὴ φόρ­μα. Ποῦ ὀ­φεί­λε­ται αὐ­τό;

       Χ.Ε.Θ.: Γιὰ μέ­να τὸ δι­ή­γη­μα σχε­τί­ζε­ται σὲ κά­ποι­ο βαθ­μὸ μὲ τὴ φυ­σι­ο­λο­γί­α, τὸ ἴ­διο ποὺ θὰ λέ­γα­με καὶ γιὰ τὸν Πρου­στ ὡς πρὸς τὸ ὅ­τι τὸ ἔρ­γο του σχε­τί­ζε­ται μὲ τὸ ἄ­σθμα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πα­σχε, ἔ­χω κά­τι σὰν καμ­πύ­λη δη­μι­ουρ­γί­ας καὶ γρά­φω δι­η­γή­μα­τα ποὺ δὲν ξε­περ­νοῦν τὸν τά­δε ἀ­ριθ­μὸ σε­λί­δων μὲ ἕ­ναν τρό­πο μη­χα­νι­κό. Ὄ­χι ὅ­τι τὸ προ­τεί­νω στὸν ἑ­αυ­τό μου, ἁ­πλὰ ὅ­ταν ὁ­λο­κλη­ρώ­νω τὸ δι­ή­γη­μα, αὐ­τὸ βρί­σκε­ται στὶς δέ­κα σε­λί­δες ἢ λι­γό­τε­ρο. Ἴ­σως οἱ νευ­ρῶ­νες μου νὰ μὴν εἶ­ναι γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Νοι­ώ­θω γο­η­τευ­μέ­νος ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴ βρα­χύ­τη­τα λὲς καὶ μὲ ἔ­χει σκλα­βώ­σει ἡ αἴ­σθη­ση τῆς συγ­κι­νη­τι­κό­τη­τας ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α βρί­θει ἡ ποί­η­ση. Δὲν ξέ­ρω ἂν ἔ­χω τὴ λυ­ρι­κὴ ἔ­φε­ση τοῦ ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νου ποι­η­τῆ.

       A­BC: Αὐ­τὴ ἡ ποι­η­τι­κὴ ἐ­πι­κέν­τρω­ση εἶ­ναι κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ φα­νε­ρὴ στὸ M­i­s­t­e­r­i­os de l­os dí­as y l­as n­o­c­h­es, καὶ σᾶς προ­σο­μοιά­ζει ξε­κά­θα­ρα μὲ τὸν Τουρ­γκέ­νι­εφ καὶ τὸν Τσέ­χωφ. Δὲν ξέ­ρω ἂν συμ­φω­νεῖ­τε.

       Χ.Ε.Θ.: Ὁ Τουρ­γκέ­νι­εφ εἶ­ναι ὁ μέ­γας γνώ­στης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς καὶ αὐ­τῶν τῶν λε­πτε­πί­λε­πτων συ­ναι­σθη­μα­τι­κῶν ἀ­πο­χρώ­σε­ων, τῆς ψυ­χο­λο­γί­ας καὶ τῆς ἕ­νω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ το­πί­ο. Αὐ­τὸ μὲ ἔ­χει προ­σελ­κύ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο σὲ ἐ­κεῖ­νον. Ὁ Τσέ­χωφ δι­α­κρί­νε­ται ἀ­πὸ με­γά­λη εὐ­αι­σθη­σί­α ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν ἀν­τί­λη­ψη τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου πό­νου, ποὺ κι ἐ­γὼ τὴν ἔ­χω νοι­ώ­σει. Εἶ­ναι λο­γι­κὸ νὰ αἰ­σθά­νο­μαι πο­λὺ κον­τὰ καὶ στοὺς δύ­ο. Μὲ αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο ἐ­πε­δί­ω­ξα νὰ κά­νω ἕ­να εἶ­δος πει­ρά­μα­τος, για­τί θε­ω­ροῦ­σα πάν­τα τὸν ἑ­αυ­τό μου τεκ­μη­ρι­ω­τῆ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, κι ἔ­τσι δέ­χτη­κα τὴν πρό­κλη­ση τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ, τοῦ ἀ­δύ­να­του, τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου. Κι ἐ­πί­σης θέ­λη­σα νὰ ἁ­πλώ­σω τὸ χέ­ρι μου στὴν ποι­η­τι­κὴ πρό­ζα.

       A­BC: Μὲ τὸ F­l­o­r­es de p­l­o­mo ἐ­πι­μέ­νε­τε στὸ δι­ή­γη­μα. Ἢ σὲ ἐ­κεί­νη τὴν τε­χνι­κή του κα­τα­κερ­μα­τι­σμοῦ τοῦ δι­η­γή­μα­τος ἢ τῆς συ­νέ­χειας πού, σω­ρευ­τι­κά, κα­τα­λή­γει νὰ δι­α­μορ­φώ­νει ἕ­να ἑ­νια­ῖο σύ­νο­λο. Πῶς θὰ χα­ρα­κτη­ρί­ζα­τε αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο; Μιὰ ἀρ­μα­θιὰ δι­η­γή­μα­τα ἢ ἕ­να σπον­δυ­λω­τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ Λάρ­ρα;

       Χ.Ε.Θ.: Τό­σο ὁ Λάρ­ρα ὅ­σο καὶ ἡ αὐ­το­κτο­νί­α εἶ­ναι σχε­δὸν δύ­ο δευ­τε­ρεύ­ον­τα στοι­χεῖ­α, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αὐ­τὸ ποὺ ὠ­θεῖ τὸ βι­βλί­ο καὶ τὸ κα­θο­δη­γεῖ εἶ­ναι ἕ­νας στο­χα­σμὸς πά­νω στὸν ἀν­τί­κτυ­πο ποὺ ἔ­χει ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρά μας στὴν ξέ­νη ψυ­χή, στὴν εὐ­αι­σθη­σί­α ποὺ μᾶς πε­ρι­βάλ­λει. Εἴ­μα­στε ὑ­πεύ­θυ­νοι γιὰ τὶς πρά­ξεις μας ὄ­χι μό­νο σὲ σχέ­ση μὲ τὴ δι­κή μας ζω­ὴ ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴ ζω­ὴ ἐ­κεί­νων ποὺ ζοῦν μα­ζί μας ἢ πού, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἢ λι­γό­τε­ρο, μᾶς πα­ρα­τη­ροῦν. Πῆ­ρα αὐ­τὸ τὸ δη­μό­σιο πρό­σω­πο ποὺ ἔ­παι­ξε ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο στὴ Μα­δρί­τη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, για­τί εἶ­χε πο­λὺ με­γά­λο βά­ρος εὐ­θύ­νης. Αὐ­το­κτο­νών­τας ἦ­ταν σὰν νὰ μὴν εἶ­χε ἐ­πί­γνω­ση ὅ­τι προ­κα­λοῦ­σε στὰ ἄ­το­μα τοῦ πε­ρί­γυ­ρού του κά­ποι­ον πό­νο ἢ τὴν ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­μι­γῶς συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ ἀν­τί­δρα­ση. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ ξε­χω­ρι­στὰ δι­η­γή­μα­τα, για­τὶ ὑ­πάρ­χει κά­τι σὰν πλο­κὴ μὲ ἕ­ναν βα­σι­κὸ πρω­τα­γω­νι­στὴ ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας αὐ­τό­χει­ρας, ἡ σκιὰ τοῦ ὁ­ποί­ου γί­νε­ται πάν­τα ἀν­τι­λη­πτή.

       A­BC: Ἔ­χε­τε αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­σθεῖ ὡς ἕ­νας ἄν­θρω­πος μᾶλ­λον μο­να­χι­κός, ἀ­πε­ξαρ­τη­μέ­νος ἀ­πὸ συμ­φέ­ρον­τα. Μὲ τὴν ἰ­δι­ό­τη­τά σας ὡς ἀ­με­ρό­λη­πτου πα­ρα­τη­ρη­τή, ἔ­χε­τε προ­βλη­μα­τι­στεῖ γιὰ τὸ ση­με­ρι­νὸ πρό­σω­πο τῆς ἱ­σπα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας;

       Χ.Ε.Θ.: Εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι τώ­ρα ἡ Ἱ­σπα­νί­α ἔ­χει ἕ­να ἀ­ξι­ό­λο­γο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα, ἐ­γὼ τὸ συγ­κρί­νω μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ γρα­φό­ταν ἐ­δῶ στὶς δε­κα­ε­τί­ες τοῦ ’­40, τοῦ ’­50 καὶ τοῦ ’­60, πά­ρ’ ὅ­λο ποὺ δι­α­φέ­ρουν πα­ρα­σάγ­γας. Νοι­ώ­θω πο­λὺ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὺ ζῶ στὴν ἴ­δια ἐ­πο­χὴ μὲ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Ἀν­τό­νιο Μου­νιὸθ Μο­λί­να, ὁ Χα­βι­ὲρ Μα­ρί­ας καὶ ἡ Μπε­λὲν Γο­πέ­γι, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει γρά­ψει τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ποὺ ὑ­πο­δει­κνύ­ουν μιὰ προ­σω­πι­κό­τη­τα συγ­γρα­φέ­α. Τὶς προ­άλ­λες σκε­φτό­μουν τὸν Χουὰν Μαρ­σέ, ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος δι­α­κρι­τι­κός, ποὺ εἶ­ναι κλει­σμέ­νος σὲ μιὰ γει­το­νιὰ τῆς Βαρ­κε­λώ­νης, ποὺ ἔ­χει γλυ­τώ­σει ἀ­πὸ μιὰ κά­ποι­α πα­ρακ­μὴ ποὺ ὑ­πῆρ­χε γύ­ρω του. Χαί­ρο­μαι ποὺ ὁ Μαρ­σὲ ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ ἔρ­γο του μὲ αὐ­τὴ τὴ σο­βα­ρό­τη­τα καὶ αὐ­τὴ τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια. Κοι­τά­ζω πρὸς τὰ πί­σω καὶ σκέ­φτο­μαι τὸν Δε­λίμ­πες, ποὺ ἐ­πί­σης θαυ­μά­ζω. Πά­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, δὲν ἔ­χει ἐμ­φα­νι­στεῖ ἀ­κό­μα τὸ με­γά­λο καὶ ἰ­δι­ο­φυ­ὲς ἔρ­γο ποὺ θὰ χα­ρα­κτη­ρί­σει τὴν ἐ­πο­χή μας. Εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι θὰ ἀ­να­κύ­ψει ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ νέ­α τα­λέν­τα.

       A­BC: Πάν­τα πί­στευ­α ὅ­τι ἂν ταυ­τι­ζό­σα­σταν μὲ κά­ποι­ον, αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ Μπα­ρό­χα.­..

       Χ.Ε.Θ.: Εἶ­ναι γιὰ μέ­να ὁ με­γα­λύ­τε­ρος Ἰ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να: ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος στα­τι­κός, ἀ­με­τα­κί­νη­τος ἀ­πὸ τὴν πό­λη του, ἀλ­λὰ μὲ ἀ­στεί­ρευ­τη φαν­τα­σί­α καὶ με­γά­λη ἱ­κα­νό­τη­τα ἐν­δο­σκό­πη­σης καὶ καλ­λι­έρ­γεια. Ἄ­φη­σε ἕ­να ἐκ­πλη­κτι­κὸ ἔρ­γο χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νὰ ζή­σει μιὰ ζω­ὴ ἐ­πει­σο­δια­κὴ ἢ γε­μά­τη με­γά­λες πε­ρι­πέ­τει­ες, ὅ­πως λέ­νε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το γιὰ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α. Εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­πα­λο δέ­ος τοῦ Μπλά­σκο Ἰμ­πά­νι­εθ ἢ τοῦ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ. Ὑ­πάρ­χουν ἔρ­γα ὅ­πως τὸ M­e­m­o­r­i­as de un h­o­m­b­re de a­c­c­i­ón, οἱ Τρι­λο­γί­ες του. Εἶ­ναι μιὰ θε­ϊ­κὴ μορ­φὴ γιὰ μέ­να, νοι­ώ­θω ἀ­πέ­ραν­το σε­βα­σμὸ πρὸς τὸ πρό­σω­πό του καὶ πι­στεύ­ω ὅ­τι τὸ στίλ του εἶ­ναι ἀ­νε­πα­νά­λη­πτο. Δού­λευ­ε πο­λὺ περισσότερο ἀπ’ ὅσο ἔδειχνε.

 

 

Πηγή:  ἐφ. ABC, 6 Ἰουνίου 2009.

 

Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (J­u­an E­d­u­a­r­do Z­ú­ñ­i­ga). (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τουρ­γκέ­νι­εφ με τί­τλο L­os im­po­si­bl­es a­fe­ct­os de I­van Tur­gue­ni­ev καὶ ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των La­rgo no­vi­e­m­bre de Ma­d­rid, La tier­ra se­rá un pa­ra­í­so & Ca­pi­tal de la glo­ria. Μὲ τὸ Ca­pi­tal de la glo­ria κέρ­δι­σε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο S­a­l­a­m­bó. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: