Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Ἡ διδασκαλία

 

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (JuanEduardoZúñiga)

 

Ἡ δι­δα­σκα­λί­α

(Las enseñanzas)

 

Ο ΚΡΥΟ ΔΥΝΑΜΩΝΕ στοὺς ἄ­δει­ους δρό­μους, κολ­λοῦ­σε πά­νω στὰ ροῦ­χα καὶ ἔ­στελ­νε στὸ πρό­σω­πο αἰχ­μη­ρὲς ἀ­κί­δες ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια νὰ δα­κρύ­ζουν. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὸ παι­δὶ συ­νέ­χι­ζαν νὰ προ­χω­ροῦν κλεί­νον­τας στὸ λαι­μὸ τὰ παλ­τά τους, θέ­λον­τας νὰ ἐμ­πο­δί­σουν ἕ­ναν κα­κὸ ἀ­έ­ρα νὰ φτά­σει ἐ­κεῖ ὅ­που τὸ δυ­να­τὸ καρ­δι­ο­χτύ­πι φα­νέ­ρω­νε κά­ποι­α ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα γιὰ τὸν ἐ­ὰν τε­λι­κὰ θὰ κα­τά­φερ­ναν νὰ βροῦν τὸ σπί­τι τοῦ κα­θη­γη­τῆ πού, ὅ­πως τοὺς εἶ­χαν πεῖ, βρι­σκό­ταν στὴν ὁ­δὸ Μπλά­σκο Ἰμ­πά­νι­εθ.

       Μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να σπί­τι ποὺ ξε­χώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὰ ὑ­πό­λοι­πα τῆς γει­το­νιᾶς, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν πιὸ ψη­λὸ ἀλ­λὰ κι ἐ­πει­δὴ εἶ­χε κά­τι ἀ­φί­σες στὰ μπαλ­κό­νια, βρι­σκό­ταν μιὰ με­γά­λη ὁ­μά­δα ἀν­τρῶν καὶ γυ­ναι­κῶν, ἔ­δει­χναν πο­λὺ νέ­οι, μὲ πρό­σω­πα χα­μο­γε­λα­στὰ καὶ σχε­δὸν κα­λυμ­μέ­να μὲ σκού­φους καὶ κα­σκόλ, τὰ κο­ρί­τσια μὲ μαν­τή­λια στὸ κε­φά­λι, κι ἀ­νά­με­σά τους ὅ­λο καὶ κά­ποι­ος μὲ στρα­τι­ω­τι­κὰ ροῦ­χα, κι ὅ­λοι κοί­τα­ζαν πρὸς τὴν εἴ­σο­δο καὶ συ­ζη­τοῦ­σαν μὲ δυ­να­τὲς φω­νές, καὶ φώ­να­ξαν ἀ­μέ­σως ζή­τω καὶ ἀ­κο­λού­θη­σαν χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ ἀ­κού­στη­κε ἕ­να «Ζή­τω ἡ Ρω­σί­α» ποὺ ἐ­πα­να­λή­φθη­κε ἐν χο­ρῷ καὶ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὸ παι­δὶ τὸ ἄ­κου­σαν χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νουν τί ἦ­ταν. Εἶ­χαν στα­μα­τή­σει σὲ κον­τι­νὴ ἀ­πό­στα­ση για­τί νό­μι­ζαν ὅ­τι μοί­ρα­ζαν φα­γη­τό, μιὰ ἔ­κτα­κτη ἐ­νί­σχυ­ση σὰν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ ὀρ­γά­νω­νε συ­χνὰ ἡ Ἐ­ρυ­θρὰ Βο­ή­θεια, ἂν τοὺς πε­ρίσ­σευ­ε κα­νέ­νας σά­κος μὲ ρύ­ζι ἢ φα­κές, γρή­γο­ρα ὅ­μως δι­α­πί­στω­σαν ὅ­τι δὲν μοί­ρα­ζαν τί­πο­τα, καὶ τὸ παι­δὶ κοί­τα­ξε τὴ μη­τέ­ρα του ρω­τών­τας την μὲ τὰ μά­τια κι ἐ­κεί­νη ἔ­κα­νε μιὰ χει­ρο­νο­μί­α σὲ ἔν­δει­ξη ἄ­γνοι­ας.

       Δι­έ­σχι­σαν τρεῖς δρό­μους καὶ στὸ τέ­λος βρῆ­καν τὸ σπί­τι ποὺ ὄν­τως εἶ­χε κά­που πά­νω στὴν πόρ­τα του τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Σχο­λεῖ­ο», ὄ­χι ὅ­μως καὶ τὴ λέ­ξη «Δω­ρε­άν». Εἶ­χαν πεῖ στὴ μη­τέ­ρα ὅ­τι ἔ­τσι εἶ­χαν τὰ πράγ­μα­τα καί, μπρο­στὰ στὴν ἀμ­φι­βο­λί­α, δί­στα­σε νὰ χτυ­πή­σει, δι­έ­τρε­ξε μὲ τὰ μά­τια τὶς χα­λα­σμέ­νες ἄ­κρες τῆς πόρ­τας, ὑ­πο­λο­γί­ζον­τας πό­σα μπο­ρεῖ νὰ τῆς ζη­τοῦ­σαν γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα, τε­λι­κὰ ὅ­μως πά­τη­σε τὸ κου­δού­νι καὶ πε­ρί­με­νε, ὥ­σπου ἄ­νοι­ξε ἕ­νας ἄν­τρας ψη­λός, με­γά­λης ἡ­λι­κί­ας ἀλ­λὰ ὄ­χι γέ­ρος, πα­ρό­τι εἶ­χε ἄ­σπρα μαλ­λιά, ντυ­μέ­νος μὲ μιὰ με­γά­λη μπλὲ πο­διά.

       Ἡ μη­τέ­ρα τὸν ρώ­τη­σε δει­λά, χω­ρὶς νὰ πεῖ ξε­κά­θα­ρα τί ἤ­θε­λε, ἀλ­λὰ ὁ ἄν­τρας τοὺς ζή­τη­σε νὰ πε­ρά­σουν μέ­σα, κι ὅ­ταν μπῆ­καν ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα. Ἄ­κου­σε τὴ μη­τέ­ρα καὶ κοί­τα­ξε τὸ παι­δί, ποὺ ἀ­πὸ τὴ με­ριὰ του τὸν κοί­τα­ζε προ­ση­λω­μέ­νο καὶ τρο­μο­κρα­τη­μέ­νο, κι ἔ­πει­τα ἐ­κεῖ­νο ἔ­στρε­ψε τὸ βλέμ­μα του πρὸς τὴν ἄ­δεια αἴ­θου­σα μὲ τὶς σει­ρὲς ἀ­πὸ σκοῦ­ρα καὶ βρώ­μι­κα θρα­νί­α πά­νω ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α, στοὺς τοί­χους, ὑ­πῆρ­χαν καρ­φω­μέ­νοι χάρ­τες κι ἕ­νας με­γά­λος πί­να­κας μὲ γράμ­μα­τα, ἐ­νῶ πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἕ­δρα, ὅ­που στη­ρι­ζό­ταν μὲ τὴν πλά­τη του ὁ κα­θη­γη­τής, ἔ­βλε­πε τὸ πορ­τρέ­το ἑ­νὸς ἄν­τρα μὲ μαῦ­ρο μού­σι.

       Δὲν θὰ πλή­ρω­νε τί­πο­τα, ἁ­πλῶς τὸ παι­δὶ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­χε­ται στὸ μά­θη­μα φο­ρών­τας μιὰ πο­δί­τσα πά­νω ἀ­πὸ τὸ παλ­τό του, για­τί ἡ αἴ­θου­σα ἦ­ταν πο­λὺ κρύ­α κι ὅ­λα τους εἶ­χαν χι­ο­νί­στρες στὰ χέ­ρια, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­βγαι­ναν εἰ­δι­κὰ ὅ­ταν ἔ­πια­ναν τὸ μο­λύ­βι γιὰ νὰ γρά­ψουν. Ἀ­κού­γον­τάς τον, ἐ­κεί­νη εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν κα­λὰ ντυ­μέ­νο κι ὅ­τι φο­ροῦ­σε ἕ­να και­νούρ­γιο παλ­τὸ καὶ βαμ­βα­κε­ρὲς κάλ­τσες, ποὺ τοῦ εἶ­χαν κά­νει δῶ­ρο, καὶ τό­τε τὸ παι­δὶ κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια πρὸς τὶς κάλ­τσες καὶ πρὸς τὰ μαῦ­ρα καὶ λι­ω­μέ­να πα­πού­τσια του καὶ ξα­να­έ­στρε­ψε τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ μη­τέ­ρα του, τὴ στιγ­μὴ ποὺ αὐ­τὴ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο ἤ­ξε­ρε νὰ δι­α­βά­ζει καὶ νὰ γρά­φει, ἔ­πρε­πε ὅ­μως νὰ μά­θει καὶ νὰ δι­δα­χθεῖ ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρα πράγ­μα­τα.

       Ὁ κα­θη­γη­τὴς δί­δα­σκε ὅ­λα τα βα­σι­κὰ μα­θή­μα­τα καὶ ἐ­πί­σης τοὺς μά­θαι­νε νὰ φέ­ρον­ται κα­λὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, νὰ εἶ­ναι φί­λοι, νὰ μὴ μα­λώ­νουν, νὰ βο­η­θᾶ­νε ἂν ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­κη τὴν οἰ­κο­γέ­νειά τους, ὅ­σο μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σει ἕ­να παι­δί, νὰ ξέ­ρουν τί ση­μαί­νει ἡ δου­λειὰ ποὺ τοὺς πε­ρι­μέ­νει, ὅ­ταν με­γα­λώ­σουν. Ἀ­κό­μα, τοὺς μά­θαι­νε νὰ μι­σοῦν ἐ­κεῖ­νον τὸν πό­λε­μο ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ ὑ­πο­φέ­ρουν, μὲ ὅ­λες του τὶς συ­νέ­πει­ες.

       Τὸ ἄ­σχη­μο ἦ­ταν ὅ­τι ὁ πό­λε­μος εἶ­χε μπεῖ μέ­σα στὰ σπί­τια, τὸ μέ­τω­πο ἦ­ταν τό­σο κον­τά, τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να ἄ­φη­ναν πί­σω τους νε­κροὺς καὶ κα­τε­στραμ­μέ­να σπί­τια, μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα τὸ πράγ­μα χει­ρο­τέ­ρευ­ε, δὲν ὑ­πῆρ­χε κὰν φα­γη­τό, στὴν καρ­διὰ ἑ­νὸς τό­σο πα­γε­ροῦ Δε­κέμ­βρη, δί­χως προ­σά­ναμ­μα γιὰ νὰ ἀ­νά­ψεις λί­γη φω­τιά: πῶς νὰ μὴν γε­μί­ζουν λοι­πὸν τὰ δά­χτυ­λα μὲ χι­ο­νί­στρες, ἡ μη­τέ­ρα ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε αὐ­τὸ ποὺ ἄ­κου­γε νὰ λέ­νε κά­θε ὥ­ρα καὶ στιγ­μή, κά­νον­τας χει­ρο­νο­μί­ες, ὄρ­θια μπρο­στὰ στὸν κα­θη­γη­τή, ποὺ κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι συμ­φω­νών­τας, ἔ­χον­τας τὸ βλέμ­μα του στραμ­μέ­νο πρὸς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­π’ ὅ­που δι­α­κρί­νον­ταν τὰ σπι­τά­κια τῆς ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρᾶς τοῦ δρό­μου.

       Τὸ παι­δί, ἐ­στι­ά­ζον­τας σ’ ἕ­να χάρ­τη, συλ­λά­βι­σε τὴ λέ­ξη «Ρω­σί­α» καὶ τό­τε τρά­βη­ξε τὴ μη­τέ­ρα του ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι, κι ὅ­ταν ἐ­κεί­νη γύ­ρι­σε κα­τὰ τὴ με­ριά του, τῆς ἔ­δει­ξε στὸν τοῖ­χο τὸν χάρ­τη καὶ ψι­θύ­ρι­σε:

       «Ρω­σί­α.»

       Ὁ κα­θη­γη­τὴς ἄ­κου­σε αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη καὶ ὕ­ψω­σε τὸ κε­φά­λι του πρὸς τὰ ποι­κί­λα χρώ­μα­τα ποὺ εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ με­γά­λο σχέ­διο: στὴ μέ­ση ἑ­νὸς πρά­σι­νου λε­κὲ ὑ­πῆρ­χαν πέν­τε γράμ­μα­τα: ΡΩ­ΣΙΑ. Ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους καὶ εἶ­πε, σχε­δὸν χω­ρὶς νὰ ἀ­κου­στεῖ:

       «Δὲν μ’ ἐν­δι­α­φέ­ρει.»

       Ἡ μη­τέ­ρα, ποὺ εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ τί ἔ­δει­χνε τὸ παι­δί, ἀ­πάν­τη­σε σ’ ἐ­κεί­νη τὴ γκρι­μά­τσα:

       «Εἶ­ναι για­τί ἐ­κεῖ ἔ­ξω φώ­να­ζαν “Ζή­τω ἡ Ρω­σί­α”» —ὁ κα­θη­γη­τὴς ἔ­νευ­σε ἀρ­νη­τι­κὰ καὶ με­τὰ τὴ δι­α­βε­βαί­ω­σε ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ φέ­ρει τὸ παι­δὶ μό­λις θὰ ἦ­ταν ἕ­τοι­μη ἡ πο­διά του, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα ἐ­πα­νέ­λα­βε—: «Ἐ­κεῖ ἔ­ξω, παι­διὰ ἦ­ταν, αὐ­τὸ φώ­να­ζαν, ναί, νε­ο­λαί­α, βλέ­πεις.»

       Ὁ κα­θη­γη­τὴς σού­φρω­σε τὰ χεί­λη του καὶ εἶ­πε:

       «Δὲν ἔ­χω κα­μιὰ σχέ­ση μ’ αὐ­τούς. Ἐ­δῶ εἶ­ναι ἕ­να ἐ­λευ­θε­ρια­κὸ σχο­λεῖ­ο.»

       Βγῆ­καν ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ ἄ­νοι­ξαν τὸ βῆ­μα τους, ἀ­μί­λη­τοι καὶ οἱ δύ­ο, ἀ­νή­συ­χοι θαρ­ρεῖς, καὶ ἡ μη­τέ­ρα εἶ­χε τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι πο­λὺ κον­τὰ ἀ­κού­γον­ταν οἱ σει­ρῆ­νες τοῦ ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κοῦ συ­να­γερ­μοῦ, ἀλ­λὰ μὲ τὸ πέ­ρας με­ρι­κῶν λε­πτῶν αὐ­τὸ ποὺ ἄ­κου­σε ἦ­ταν τὸν σά­λα­γο ἀ­πὸ πολ­λὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να ποὺ πλη­σί­α­ζαν πε­τών­τας σὲ πο­λὺ χα­μη­λὸ ὕ­ψος, κι ἀ­μέ­σως μιὰ τρο­με­ρὴ ἔ­κρη­ξη ποὺ τοὺς συγ­κλό­νι­σε, ἀ­κο­λου­θού­με­νη ἀ­πὸ τὴ βρον­τὴ τῶν βομ­βαρ­δι­σμῶν ποὺ ἔ­πε­σαν σ’ ἐ­κεῖ­νο ἀ­κρι­βῶς τὸ ση­μεῖ­ο κά­νον­τας τὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὸ ἔ­δα­φος νὰ τρέ­μουν, ποὺ σὲ ἀ­πο­σβό­λω­ναν καὶ σὲ ξε­κού­φαι­ναν καὶ ποὺ ἔ­κα­ναν τὴ μη­τέ­ρα νὰ βά­λει μιὰ τρε­χά­λα σέρ­νον­τας σχε­δὸν τὸ παι­δὶ καὶ νὰ βρεῖ προ­στα­σί­α κά­τω ἀ­πὸ μιὰ κλει­στὴ πόρ­τα.

       Ἀ­πὸ τὰ σπί­τια ἔ­βγαι­ναν γυ­ναῖ­κες οὐρ­λι­ά­ζον­τας καί, πα­ρό­τι ἀ­κού­γον­ταν φω­νὲς ποὺ ἔ­λε­γαν «Στὸ κα­τα­φύ­γιο!­», κον­το­στέ­κον­ταν κά­ποι­ες στιγ­μὲς κοι­τά­ζον­τας καὶ δεί­χνον­τας πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό, γιὰ νὰ τρέ­ξουν ἔ­πει­τα καὶ νὰ χα­θοῦν στὸν χα­λα­σμὸ τῶν κον­τι­νῶν δρό­μων.

       Ἀγ­κά­λια­ζε τὸ παι­δὶ πι­έ­ζον­τάς το πά­νω στὴν ξύ­λι­νη πόρ­τα, προ­στα­τεύ­ον­τάς το μὲ τὸ σῶ­μα της, λέ­γον­τάς του λό­για πα­ρη­γο­ριᾶς γιὰ νὰ μὴ φο­βᾶ­ται, καὶ κον­τά τους στρι­μώ­χτη­καν κι ἄλ­λες δύ­ο γυ­ναῖ­κες, κλαί­γον­τας γο­ε­ρὰ καὶ βά­ζον­τας τὶς φω­νὲς μό­λις ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­κού­γον­ται οἱ πρῶ­τες ἐκ­πυρ­σο­κρο­τή­σεις ἀ­πὸ τὰ ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κὰ ποὺ βρί­σκον­ταν σὲ μιὰ ἀ­λά­να στὸ Φράν­κος Ρο­δρί­γεθ.

       Τὰ πάν­τα κα­λύ­φθη­καν ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κα­πνό, σὰν μιὰ πυ­κνὴ καὶ τρα­χιὰ ὁ­μί­χλη ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ σκε­πά­σουν τὶς μύ­τες τους μὲ τὰ μαν­τή­λια, ἔ­πρε­πε νὰ βή­χουν γιὰ μὴν πνι­γοῦν, καὶ πε­ρί­με­ναν ἔ­τσι, ὥ­σπου κό­πα­σε ὁ σα­μα­τὰς καὶ τό­τε ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὸ παι­δὶ ἔ­τρε­ξαν πρὸς τὴ με­ριὰ ποὺ φαι­νό­ταν νὰ ἔ­χει λι­γό­τε­ρο κα­πνό, χω­ρὶς ὅ­μως νὰ ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν, πῆ­ραν κά­ποι­ους δρό­μους πρὸς τὰ πί­σω, οἱ τοῖ­χοι κα­τέρ­ρε­αν μπρο­στά τους καὶ τὰ κε­ρα­μί­δια ἐ­κτο­ξεύ­ον­ταν στὴ μέ­ση τῆς ἀ­σφάλ­του. Τό­τε τὸ παι­δὶ ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει ἀ­πελ­πι­σμέ­να, γαν­τζω­μέ­νο στὴ φού­στα τῆς μη­τέ­ρας του, ἀρ­νού­με­νο νὰ περ­πα­τή­σει, κι ἐ­κεί­νη τὸ ἕ­σφιγ­γε πά­νω της, τὰ χέ­ρια τρε­μά­με­να.

       Μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σύν­νε­φο σκό­νης ποὺ εἶ­χε κοκ­κι­νί­σει ἀ­πὸ τὰ σπα­σμέ­να τοῦ­βλα, εἶ­δε ὅ­τι τὰ σπι­τά­κια στὴν Μπλά­σκο Ἰμ­πά­νι­εθ εἶ­χαν γκρε­μι­στεῖ κι ὅ­τι πα­ρέ­με­ναν ὄρ­θιοι μό­νο κά­ποι­οι τοῖ­χοι μὲ με­γά­λες ρωγ­μὲς κι ἀ­πὸ πά­νω τα ξύ­λα τῆς ὀ­ρο­φῆς, ἐ­νῶ πρὸς ἐ­κεί­νη τὴν κα­τεύ­θυν­ση ἔ­τρε­χαν δι­ά­φο­ροι ἄν­θρω­ποι φω­νά­ζον­τας ἐ­κεί­νους ποὺ πι­θα­νὸν εἶ­χαν θα­φτεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὰ χα­λά­σμα­τα, καὶ ἐμ­φα­νί­στη­καν κι ἄλ­λες μορ­φές, ἀ­γνώ­ρι­στες, ἄ­σπρες ἀ­πὸ τοὺς σο­βά­δες, μὲ πλη­γὲς στὸ κε­φά­λι καὶ μὲ τὸ πρό­σω­πο γε­μά­το αἵ­μα­τα.

       Ἔ­δει­χναν πρὸς τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ φώ­να­ζαν ὅ­τι ἦ­ταν γερ­μα­νι­κὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να, εἴ­κο­σι τε­ρά­στια ἀ­ε­ρο­πλά­να ποὺ πε­τοῦ­σαν πο­λὺ χα­μη­λά. Ἕ­νας ἄν­τρας, στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου, κραύ­γα­ζε.

       «Κα­θάρ­μα­τα Γερ­μα­νοί!»

       Οἱ δυ­ό τους ἔ­κα­ναν με­ρι­κὰ βή­μα­τα σφι­χταγ­κα­λι­α­σμέ­νοι, πράγ­μα ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ περ­πα­τοῦν σκουν­του­φλών­τας, καὶ οἱ δυ­ό τους ἔ­βη­χαν καὶ ἔ­λε­γαν κά­τι χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν τί ἦ­ταν αὐ­τό, καὶ κον­το­στά­θη­καν γιὰ νὰ ρί­ξουν μιὰ μα­τιὰ στὰ ἐ­ρεί­πια πά­νω ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­να­δύ­ον­ταν και­νούρ­για σύν­νε­φα σκό­νης.

       Ἔ­φτα­ναν ἄν­τρες τρέ­χον­τας καὶ πή­γαι­ναν ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μέ­ρος στὸ ἄλ­λο, χω­ρὶς συγ­κε­κρι­μέ­νο προ­ο­ρι­σμό, ἀ­μέ­σως ὅ­μως ἄρ­χι­σαν νὰ με­τα­κι­νοῦν ξύ­λι­να δο­κά­ρια καὶ μπά­ζα, για­τὶ ἀ­πὸ κά­τω δι­έ­κρι­ναν ἕ­να χέ­ρι ἢ μι­σὸ σῶ­μα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­πρε­πε νὰ τρα­βή­ξουν γιὰ νὰ τὰ βγά­λουν, καὶ ἦ­ταν τό­σο μα­λα­κὰ λὲς καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε σάρ­κα οὔ­τε κό­κα­λα κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα. Χέ­ρια καὶ πό­δια δι­πλώ­νον­ταν σὰν νὰ ἦ­ταν κομ­μέ­να καὶ τὰ συν­θλιμ­μέ­να πρό­σω­πα δὲν ἦ­ταν πλέ­ον ἀν­θρώ­πι­να. Δυ­ὸ-τρεῖς τοὺς με­τέ­φε­ραν στὴ μιὰ με­ριὰ τοῦ δρό­μου καὶ τοὺς ἔ­βα­ζαν τὸν ἕ­ναν δί­πλα στὸν ἄλ­λον· ἂν ἐ­πρό­κει­το γιὰ παι­δί, τὸ κου­βα­λοῦ­σε μό­νο ἕ­νας στὰ χέ­ρια καὶ σή­κω­νε ψη­λὰ τὸ πρό­σω­πο, γιὰ νὰ μὴ δεῖ σὲ τί εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ: ὅ­λοι μὲ τὰ ροῦ­χα ξε­σκι­σμέ­να, ξυ­πό­λυ­τοι, γε­μά­τοι σκό­νη.

       Μὲς στὴ σα­στι­μά­ρα της, ἡ μη­τέ­ρα ἤ­θε­λε νὰ σκε­πά­σει τὸ πρό­σω­πο τοῦ παι­διοῦ, νὰ τοῦ σκε­πά­σει τὰ μά­τια, γιὰ νὰ μὴ τὰ δεῖ ὅ­λα ἐ­κεῖ­να, ἀλ­λὰ δὲν τὸ κού­να­γαν ἀ­πὸ κεῖ, ἦ­ταν μαρ­μα­ρω­μέ­νοι, τοὺς πε­ρι­στοί­χι­ζαν φω­νές, ἐκ­κλή­σεις, ὀ­νό­μα­τα ποὺ προ­φέ­ρον­ταν καὶ ξα­να­προ­φέ­ρον­ταν δυ­να­τά.

       Ἔ­φτα­σαν δυ­ὸ αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ἔ­βα­λαν μέ­σα ὅ­σους τραυ­μα­τι­σμέ­νους εἶ­χαν ἀ­κό­μη ζω­ή, καὶ τὰ κλά­μα­τα τῶν γυ­ναι­κῶν δυ­νά­μω­ναν βλέ­πον­τάς τους νὰ φεύ­γουν, ἄ­γνω­στο γιὰ ποῦ, κά­ποι­ες ἔ­πρε­πε νὰ τὶς συγ­κρα­τή­σουν γιὰ νὰ μὴν πλη­σιά­σουν στὰ ση­μεῖ­α ὅ­που ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν τὰ μπά­ζα, κα­θὼς ὅ­λο καὶ κά­ποι­ος πί­να­κας ἔ­πε­φτε ἀ­πὸ ἕ­ναν τοῖ­χο ἢ γκρε­μι­ζό­ταν μιὰ σει­ρὰ κε­ρα­μί­δια. Καὶ οἱ ἄν­τρες τῆς γει­το­νιᾶς, οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι —οἱ νέ­οι εἶ­χαν ἐ­πι­στρα­τευ­τεῖ—, ξε­δι­ά­λε­γαν μπά­ζα ξε­φυ­σών­τας, ἀ­νήμ­πο­ροι μπρο­στὰ σὲ βου­νὰ κα­τε­στραμ­μέ­νων ὑ­λι­κῶν κά­τω ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πῆρ­χαν ἄν­θρω­ποι.

       «Πᾶ­με, πᾶ­με» – εἶ­πε στὸ τέ­λος ἡ μη­τέ­ρα τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο ποὺ δυ­νά­μω­νε ὁ­λο­έ­να, καὶ ἔ­σπρω­ξε τὸ παι­δὶ κά­νον­τάς το νὰ προ­χω­ρή­σει, κι ἀ­φοῦ δι­έ­σχι­σαν κά­ποι­ους δρό­μους, τὸ κοί­τα­ξε καὶ εἶ­δε ὅ­τι εἶ­χε σο­βά­δες στὰ μαλ­λιὰ καὶ τοῦ τοὺς ἔ­βγα­λε μ’ ἕ­να μαν­τή­λι καὶ με­τὰ τὸ φί­λη­σε. Τὸ παι­δὶ πιὰ δὲν ἔ­κλαι­γε, ἀλ­λὰ εἶ­χε τὰ μά­τια πο­λὺ ἀ­νοι­χτά, τρο­μαγ­μέ­να. Πέ­ρα­σαν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ψη­λὸ σπί­τι ὅ­που πρὶν λί­γο εἶ­χαν δεῖ ἀρ­κε­τὸ κό­σμο στὴν εἴ­σο­δο: τώ­ρα πιὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς, οἱ ἀ­φί­σες ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ τὰ μπαλ­κό­νια, ἀλ­λὰ εἶ­χαν δι­α­λυ­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐ­κρή­ξεις.

       Ἔ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι τοῦ παι­διοῦ ποὺ τὸ κρα­τοῦ­σε συ­νε­χῶς καὶ τοῦ εἶ­πε:

       «Μὴ φο­βᾶ­σαι, ὅ­λα τέ­λει­ω­σαν, ἔ­πε­σαν βόμ­βες ἀλ­λὰ δὲν πά­θα­με τί­πο­τα, πᾶ­με στὸ σπί­τι.»

       Τὸ ξα­να­κοί­τα­ξε, τῆς φά­νη­κε πο­λὺ μι­κρό, χλω­μό, μὲ τὸ και­νούρ­γιο του παλ­του­δά­κι καὶ μὲ τὰ μαλ­λιὰ ἀ­να­κα­τε­μέ­να, καὶ ἀ­να­φώ­νη­σε:

       «Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὁ πό­λε­μος, παι­δί μου, ἔ­τσι, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξε­χνᾶς.»

 

 

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο διηγημάτων Capital de la gloria (ἐκδόσεις Alfaguara, 2003).

 

Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (J­u­an E­d­u­a­r­do Z­ú­ñ­i­ga). (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τουρ­γκέ­νι­εφ με τί­τλο L­os im­po­si­bl­es a­fe­ct­os de I­van Tur­gue­ni­ev καὶ ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των La­rgo no­vi­e­m­bre de Ma­d­rid, La tier­ra se­rá un pa­ra­í­so & Ca­pi­tal de la glo­ria. Μὲ τὸ Ca­pi­tal de la glo­ria κέρ­δι­σε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο S­a­l­a­m­bó. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: