Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Νυχτερινὴ περίπολος

 

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Νυχτερινὴ περίπολος

(Patrulla del amanecer)

 

ΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ σκε­φτεῖ τό­τε κο­σμή­μα­τα, ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ τὰ μά­τια κοι­τά­ζουν ἀ­ρα­δι­α­σμέ­να σὲ μιὰ βι­τρί­να γε­μά­τα πο­λυ­τέ­λεια καὶ λάμ­ψη. Κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸν μα­κρι­νὸ θό­ρυ­βο ἑ­νὸς βομ­βαρ­δι­σμοῦ ἢ τὴν ἔλ­λει­ψη ψω­μιοῦ ἢ τὰ κλά­μα­τα ἑ­νὸς παι­διοῦ ποὺ ἔ­χει ξε­μεί­νει στὸ βά­θος ἑ­νὸς ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νου χα­ρα­κώ­μα­τος. Οὔ­τε κὰν ἡ Ρο­σά­ριο, ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ στο­λί­ζε­ται, ἐ­κτί­μη­σε τὸ βρα­χι­ό­λι καὶ τὸ πέ­τα­ξε μὲ πε­ρι­φρό­νη­ση λὲς καὶ εἶ­χε πά­νω του ἕ­ναν σι­χα­με­ρὸ λε­κέ.

       Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἐ­κεῖ, πά­νω στὸν μου­σα­μὰ ποὺ κά­λυ­πτε τὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που ἔ­τρω­γαν, ὁ πα­τέ­ρας ἀ­κούμ­πη­σε τὸ βρα­χι­ό­λι καὶ μὲ τὸν δεί­κτη φά­νη­κε νὰ τὸ δεί­χνει προ­σφέ­ρον­τάς το σὲ κά­ποι­ον ἢ στὴν πε­ρι­έρ­γεια τῆς θεί­ας Πι­λὰρ καὶ τῶν δύο γι­ῶν πού, σι­ω­πη­λοί, τὸ θαύ­μα­ζαν για­τί ἦ­ταν ἕ­νας χρυ­σὸς κρί­κος, γε­ρός, κα­λο­στιλ­βω­μέ­νος, καὶ πά­νω του μιὰ μι­κρὴ σει­ρὰ ἀ­πὸ δε­μέ­να μπρι­γιά­ντια ποὺ λαμ­πο­κο­ποῦ­σαν φα­νε­ρώ­νον­τας τὴν ἐ­κλε­κτή τους ποι­ό­τη­τα. Κα­νε­νὸς ὅ­μως τὸ μυα­λὸ δὲν πή­γαι­νε σὲ κο­σμή­μα­τα, ὅ­ταν ὁ πα­γω­μέ­νος ὀ­ρει­νὸς ἀ­έ­ρας ἔ­τρε­χε στοὺς δρό­μους ποὺ ἦ­ταν τό­σο ἔ­ρη­μοι, ὥ­στε βου­λιά­ζαν πέ­ρα μα­κριά, σὰν πυ­ρε­τι­κὴ πα­ραί­σθη­ση, καὶ ἡ πεί­να ἦ­ταν πι­στὸς σύν­τρο­φος καὶ σὲ ἀ­πό­με­ρες συ­νοι­κί­ες ἀν­τη­χοῦ­σαν οἱ σει­ρῆ­νες τοῦ ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κοῦ συ­να­γερ­μοῦ ποὺ ἀ­να­κοί­νω­ναν μιὰ νέ­α κα­τα­στρο­φή, καὶ τὰ βλέμ­μα­τα ὑ­ψώ­νον­ταν πρὸς ἕ­ναν συν­νε­φι­α­σμέ­νο οὐ­ρα­νὸ ἀπ’ ὅ­που ἔρ­χον­ταν οἱ πρῶ­τες νι­φά­δες τοῦ χει­μώ­να.

       Μὲ τὰ στό­μα­τα μι­σά­νοι­χτα ἔ­μει­ναν τὰ δύ­ο παι­διὰ καὶ μὲ τὰ φρύ­δια ση­κω­μέ­να ἀ­πὸ τὸν θαυ­μα­σμό τους γι’ αὐ­τὸ ποὺ δὲν εἶ­χαν ξα­να­δεῖ· στὶς ἐ­ρω­τή­σεις τους, ὁ πα­τέ­ρας πέ­ρα­σε τὸ ἀ­νά­στρο­φο τῆς πα­λά­μης του μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ χεί­λη, ρου­θού­νι­σε καὶ εἶ­πε μό­νο ὅ­τι ἦ­ταν ἑ­νὸς φα­σί­στα καὶ χα­μο­γέ­λα­σε στρα­βώ­νον­τας τὸ στό­μα, κοί­τα­ξε ἕ­ναν-ἕ­ναν τοὺς πα­ρι­στα­μέ­νους καὶ τὸ ἔ­δει­ξε ξα­νά, τοὺς λαμ­πυ­ρι­σμούς του, τὸ καμ­πυ­λω­τό του σχῆ­μα ποὺ τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ ἐ­φαρ­μό­ζει στὸ χέ­ρι, τὸ μι­κρο­σκο­πι­κό του κούμ­πω­μα, τὴν κα­θα­ρό­τη­τα τοῦ χρυ­σα­φιοῦ του. Πῶς πῆ­γε τὸ μυα­λό του σὲ κο­σμή­μα­τα, ἐ­νῶ περ­νοῦ­σαν οἱ ἀ­τέ­λει­ω­τες νυ­χτε­ρι­νὲς ὧ­ρες στὸ φῶς τῆς λάμ­πας ἀ­σε­τι­λί­νης, μπρο­στὰ στὰ πιά­τα μὲ τὰ ὑ­πο­λείμ­μα­τα ἑ­νὸς εἴ­δους σού­πας ποὺ τὰ εἶ­χαν γλύ­ψει μὲ βου­λι­μί­α; Πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ κά­τι τό­σο ἀ­ταί­ρια­στο μὲ τὰ κα­κο­πλυ­μέ­να χέ­ρια, μὲ τὴ δου­λειὰ στὸ πλιν­θο­ποι­εῖ­ο τοῦ Κάμ­πο δὲ λὸς Ὄρ­νος, μὲ τὸ στή­σι­μο στὴν οὐ­ρά, μή­πως καὶ βρε­θεῖ κα­νέ­να κομ­μά­τι βα­κα­λά­ος;

       Ὁ μι­κρὸς ἀ­δερ­φὸς ρω­τοῦ­σε ἂν ἦ­ταν γυ­ναι­κεῖ­ο, καὶ ὁ πα­τέ­ρας ἀ­πάν­τη­σε πὼς φυ­σι­κὰ ἦ­ταν, καὶ γιὰ γυ­ναί­κα προ­ο­ρι­ζό­ταν, καὶ τὸ εἶ­πε τό­σο κα­θα­ρὰ ποὺ φά­νη­κε ἡ στα­θε­ρή, σκού­ρα, ρο­ζι­α­σμέ­νη πα­λά­μη του νὰ βά­ζει τὸ κό­σμη­μα σ’ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο χέ­ρι, νὰ τὸ το­πο­θε­τεῖ στὸ λευ­κὸ καὶ τρο­φαν­τὸ χέ­ρι ὅ­που θὰ ἔ­λαμ­πε σὲ ὅ­λο του τὸ με­γα­λεῖ­ο. Τὸ βρα­χι­ό­λι ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νει ἐ­κεῖ, πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι, πάν­τα στὴ μνή­μη του, τὴν τό­σο ὀ­δυ­νη­ρή, ποὺ ὅ­ταν τὸ ἔ­βλε­πε, ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια, στὴ βι­τρί­να ἑ­νὸς κο­σμη­μα­το­πω­λεί­ου, αἰ­σθα­νό­ταν ἕ­να πε­ρί­ερ­γο συ­ναί­σθη­μα ἀ­πόρ­ρι­ψης.

       Ὁ πα­τέ­ρας τὸ φύ­λα­ξε στὴν τσέ­πη του· εἶ­χε τό­τε ἕ­να δερ­μά­τι­νο μπου­φὰν ποὺ ὅ­λοι ζή­λευ­αν, τὸ πι­στό­λι στὴ θή­κη του, κρε­μα­σμέ­νη στὴ μέ­ση, ἕ­να κόκ­κι­νο μαν­τή­λι δε­μέ­νο στὸν λαι­μὸ γιὰ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­ει ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο ἢ γιὰ νὰ δεί­χνει τὶς πο­λι­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις, καὶ στὴν ἄ­κρη τῶν χει­λι­ῶν τὸ τσι­γά­ρο ποὺ ἔ­μοια­ζε νὰ μὴν τε­λει­ώ­νει πο­τέ: ἐ­νέ­πνε­ε θαυ­μα­σμὸ καὶ κά­ποι­α δυ­σπι­στί­α μὲ τὴν ἐ­πι­βλη­τι­κό­τη­τα τῆς μυ­ώ­δους του κορ­μο­στα­σιᾶς, καὶ φό­βο ὅ­ταν σού­φρω­νε τὰ χεί­λη, τὰ ἔ­σφιγ­γε καὶ τὰ ρου­θού­νια δι­α­στέλ­λον­ταν εἰ­σπνέ­ον­τας ἕ­ναν ἀ­έ­ρα ποὺ θὰ ξα­νά­βγαι­νε μὲ μιὰ βρι­σιά· μιὰ ἀρ­ρε­νω­πὴ φυ­σι­ο­γνω­μί­α στὴ φτω­χι­κὴ συ­νοι­κί­α, τὸ πα­λιὸ Τε­του­ὰν δὲ λὰς Βι­κτό­ριας, μὲ μιὰ περ­πα­τη­σιὰ ποὺ προ­κα­λοῦ­σε τοὺς πάν­τες, πα­τέ­ρας θαυ­μα­στός, τρο­μα­κτι­κὸς στὴ δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση τῶν ἐ­πι­πλή­ξε­ων, τῶν χτυ­πη­μά­των, ἀ­μή­χα­νων σι­ω­πῶν, καὶ μιὰ ἀ­κό­μα ἀ­κέ­ραι­η ἀ­νά­μνη­ση. Τὰ δυ­ὸ παι­διὰ περ­πα­τᾶ­νε στὴν ἔ­ρη­μη συ­νοι­κί­α, φτά­νουν στὸ πρα­νές του ἀρ­χαί­ου τεί­χους, ἐ­πι­κίν­δυ­νου γιὰ ὅ­ποι­ον ἀ­νε­βαί­νει ἐ­κεῖ, παί­ζον­τας, καὶ πιὸ πέ­ρα φαί­νε­ται τὸ πε­ρί­γραμ­μα τῶν ψη­λῶν σπι­τι­ῶν τῆς λε­ω­φό­ρου Βα­σι­λίσ­σης Βι­κτώ­ριας, καὶ ψη­λά, στὸν οὐ­ρα­νό, τό­σο μα­κριά, τὰ σύν­νε­φα. Σ’ ἕ­να δρο­μά­κι μέ­νει ἡ γυ­ναί­κα τὴν ὁ­ποί­α ὁ πα­τέ­ρας φω­νά­ζει Ρο­σά­ριο: μιὰ πόρ­τα καὶ σὲ κά­θε πλευ­ρὰ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο μὲ γε­ρά­νια, καὶ τὰ δυ­ὸ ἀ­δέρ­φια περ­νᾶ­νε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ τὸ κοι­τά­ζουν ἀ­πὸ μα­κριά, κον­το­στέ­κον­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ ἀ­νοί­ξει ἡ πόρ­τα καὶ νὰ βγεῖ ἔ­ξω καὶ νὰ τοὺς δεῖ. Ὁ ἕ­νας λέ­ει στὸν ἄλ­λον ὅ­τι μα­κά­ρι νὰ βγεῖ καὶ σκον­τά­φτει καὶ πέ­φτει κά­τω καὶ τσα­κί­ζε­ται, καὶ οἱ δυ­ό τους γε­λᾶ­νε, ὅ­ταν ὅ­μως ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται δὲν εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι, εἶ­ναι μό­νοι, για­τὶ ἡ θεί­α τους ἐ­λά­χι­στα ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί τους, ὅ­λη μέ­ρα στὸ πλιν­θο­ποι­εῖ­ο νὰ φτιά­χνει τοῦ­βλα, καὶ ὁ πα­τέ­ρας, στὸ συν­δι­κά­το, νὰ πη­γαί­νει στὸ μέ­τω­πο μ’ ἕ­να φορ­τη­γά­κι ἐ­πει­δὴ ξέ­ρει νὰ ὁ­δη­γεῖ καὶ φέρ­νει φα­γώ­σι­μα ποὺ δὲν ἐ­παρ­κοῦν, κι ὅ­ταν πε­ρί­με­ναν τὸ τυ­ρὶ ποὺ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι θὰ ἔ­φερ­νε, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τυ­ρί, αὐ­τὸς ἔ­βα­λε στὸ τρα­πέ­ζι μό­νο τὸ χρυ­σὸ βρα­χι­ό­λι.

       Τί νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο τῶν ὅ­πλων καὶ τῶν ἐ­κρή­ξε­ων; Ἤ­θε­λε νὰ τὸ που­λή­σει, νὰ τὸ ἀν­ταλ­λά­ξει μὲ λε­φτά; Τό­τε ὅ­μως δὲν ὑ­πῆρ­χαν κομ­ψὲς γυ­ναῖ­κες ποὺ τὰ ἀ­γό­ρα­ζαν γιὰ νὰ τὰ φο­ρᾶ­νε σὲ χο­ροὺς ἢ σὲ θέ­α­τρα ποὺ ἄ­στρα­φταν ἀ­πὸ τὰ φῶ­τα καὶ τὰ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ φο­ρέ­μα­τα. Τὸ κρα­τοῦ­σε στὸ χέ­ρι μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ μπῆ­κε ξαφ­νι­κά, χω­ρὶς νὰ χτυ­πή­σει τὴν πόρ­τα, καὶ φώ­να­ξε στὸν πα­τέ­ρα ὅ­τι δὲν τὸ ἤ­θε­λε, ὅ­τι δὲν τῆς ἄ­ρε­σε, ποῦ τὸ εἶ­χε βρεῖ, ἂν ἦ­ταν κά­ποι­ου νε­κροῦ, ὅ­τι τῆς προ­κα­λοῦ­σε φό­βο, καὶ τὸ πέ­τα­ξε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι μπρο­στὰ στὸν πα­τέ­ρα ποὺ κα­θό­ταν μ’ ἕ­να πο­τή­ρι στὸ χέ­ρι καὶ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο σ’ ἐ­κεί­νη ποὺ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ἡ Ρο­σά­ριο.

       Ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρό, σὲ τό­σο μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α, ὁ γιὸς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξέ­ρει αὐ­τὸ ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα, στὰ δε­κα­πέν­τε, στὰ δε­κα­ε­φτά, ἔ­μα­θε, καὶ κρά­τη­σε στὴ σκέ­ψη του μὲ κά­θε ἀ­κρί­βεια ποι­ὰ ἦ­ταν ἡ γυ­ναί­κα, νέ­α ἀ­κό­μα, μι­κρὴ στὸ δέ­μας καὶ εὔ­σω­μη, μὲ μαῦ­ρα, μα­κριὰ μαλ­λιὰ ποὺ ἔ­πε­φταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ αὐ­τιὰ πλαι­σι­ώ­νον­τας τὴν ὀρ­γι­σμέ­νη χει­ρο­νο­μί­α, φέρ­νον­τας ἀ­πὸ τὸν δρό­μο μιὰ ἀ­πει­λὴ πα­ρό­μοι­α μ’ ἐ­κεί­νη ποὺ εἶ­χε ἀ­να­κοι­νώ­σει ἀ­ό­ρι­στα ἡ θεί­α Πι­λάρ, ὅ­τι ἂν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν οἱ φραν­κι­στές, τὸν πα­τέ­ρα τὸν πε­ρί­με­ναν τέσ­σε­ρις σφαῖ­ρες.

       Μα­χαι­ριὰ στὴν καρ­διὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ συ­νέ­βη μιὰ μέ­ρα ὅ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς φί­λους, κου­βεν­τι­ά­ζον­τας στὸ μπάρ, τοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι οἱ «κόκ­κι­νοι» ἔ­κλε­ψαν ὅ­λα τὰ κο­σμή­μα­τα τῆς μη­τέ­ρας του τὸ ’­36, κι ὅ­τι τὸ ἴ­διο εἶ­χε συμ­βεῖ σὲ πολ­λοὺς ἀν­θρώ­πους· ἡ ἀ­πάν­τη­σή του ἦ­ταν ἕ­να κρά­μα συμ­πά­θειας, σύγ­χυ­σης, ἀ­νη­συ­χί­ας ποὺ ὁ ἄλ­λος θὰ ἑρ­μή­νευ­ε ὡς ἀ­γα­νά­κτη­ση, ἀλ­λὰ ποὺ δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ τὸ τα­ρα­κού­νη­μα ἀ­πὸ τὴν αἰφ­νί­δια ἐμ­φά­νι­ση στὴ συ­νεί­δη­σή του, κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να δυ­να­τὸ φῶς, τοῦ φθαρ­μέ­νου μου­σα­μᾶ καὶ τοῦ βρα­χι­ο­λιοῦ ποὺ ἔ­λαμ­πε καὶ δι­α­κή­ρυτ­τε τὴν πο­λυ­τέ­λειά του μέ­σα στὸ κα­τα­θλι­πτι­κὸ καὶ ἄ­δει­ο φτω­χό­σπι­το, πα­γω­μέ­νο ἐ­κεῖ­νον τὸν χει­μώ­να, μὲ τὰ βρώ­μι­κα κλι­νά­ρια, μὲ τὴ γκα­ζι­έ­ρα ποὺ κα­νεὶς δὲν ἄ­να­βε. Ἐ­κεῖ εἶ­χε λάμ­ψει τὸ χρυ­σα­φι­κὸ σὰν τὴν προ­δο­σί­α ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐ­ξω­ρα­ΐσει τὴ θλι­βε­ρὴ ἀ­σχή­μια, χω­ρὶς νὰ κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα, ὥ­σπου στὸν κεν­τρι­κὸ τί­τλο μιᾶς ἐ­φη­με­ρί­δας δι­ά­βα­σε κά­ποι­ες λέ­ξεις τὸ νό­η­μα τῶν ὁ­ποί­ων κα­τά­λα­βε μό­νο ὅ­ταν εἶ­χε πε­ρά­σει ἡ τρο­με­ρὴ ἐ­πο­χή: «Οἱ Ἀ­τσί­δες τῆς Νύ­χτας», καὶ ὁ πα­τέ­ρας του εἶ­ναι πά­λι ὄρ­θιος, ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος, τὸ στῆ­θος φου­σκω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ μα­ται­ο­φρο­σύ­νη, ὁ­λό­κλη­ρες μέ­ρες χω­ρὶς νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ στὸ σπί­τι, καὶ μα­κριά, ἕ­νας με­γά­λος κίν­δυ­νος ποὺ πλη­σί­α­ζε, ὁ πό­λε­μος νὰ πο­λι­ορ­κεῖ τὴν πε­ρη­φά­νια του, τὸ πι­στό­λι του, τὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ δύ­σκο­λου πε­πρω­μέ­νου του, τῆς ἄ­σκη­σης ἄ­θλι­ων ἐ­παγ­γελ­μά­των ποὺ μι­σοῦ­σε, συ­νη­θι­σμέ­νων κα­κου­χι­ῶν σὲ μιὰ συ­νοι­κί­α μὲ τρῶ­γλες καὶ στε­ρή­σεις.

       Κά­ποι­ος σύν­τρο­φος τὸν ρώ­τη­σε τί ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του· ἐ­κεῖ­νος ἔ­δω­σε τὴν ἕ­τοι­μη ἀ­πάν­τη­ση, ὅ­τι δού­λευ­ε στὴν Κα­τα­λο­νί­α στὴν αὐ­το­κι­νη­το­βι­ο­μη­χα­νί­α, καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἔ­κα­νε τὴ χει­ρο­νο­μί­α κά­ποι­ου ποὺ δὲν δί­νει ση­μα­σί­α στὶς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς ἀ­να­μνή­σεις. Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια: τὰ λό­για, οἱ χει­ρο­νο­μί­ες, τὰ χτυ­πή­μα­τα καὶ οἱ φω­νές, ἡ βου­λι­μί­α μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­τρω­γε, τὸ τσου­λού­φι στὸ μέ­τω­πο, ἴ­διο μὲ τσιγ­γά­νου, ὅ­λα ἦ­ταν πραγ­μα­τι­κὰ μό­λις πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νια, καὶ γι’ αὐ­τὰ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μιὰ ἐ­ξή­γη­ση ποὺ θὰ τὸν πα­ρη­γο­ροῦ­σε.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἐ­κεί­νη ἔ­φυ­γε βρον­τών­τας τὴν πόρ­τα μπρο­στὰ στὸ ἔκ­πλη­κτο πρό­σω­πο τοῦ πα­τέ­ρα ποὺ δὲν εἶ­χε κου­νη­θεῖ, ὅ­σο τὴν ἄ­κου­γε· πρό­σω­πο πιὸ τρα­χύ, πιὸ ἄ­καμ­πτο, ὅ­ταν κα­τέ­βα­σε τὰ μά­τια πρὸς τὸ κό­σμη­μα, ὕ­στε­ρα τοὺς κοί­τα­ξε ὅ­λους καὶ εἶ­δαν ὄ­χι μό­νο τὴ συγ­κρα­τη­μέ­νη ὀρ­γή, ἀλ­λὰ καὶ τὰ χεί­λη ποὺ σά­λευ­αν, σί­γου­ρα μι­λών­τας μό­να τους, ἀ­παν­τών­τας ὅ,τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ πεῖ στὴν κο­πέ­λα: πρώ­τη φο­ρὰ δὲν βλα­στή­μη­σε, δὲν ἐ­ξα­πέ­λυ­σε τὸν χεί­μαρ­ρο τῶν συ­νη­θι­σμέ­νων βρι­σι­ῶν, πα­ρέ­μει­νε κα­θι­σμέ­νος καί, λὲς καὶ τὸ σῶ­μα του δε­χό­ταν ἕ­να με­γά­λο βά­ρος, ἔ­μει­νε καρ­φω­μέ­νος στὴν κα­ρέ­κλα καὶ ἦ­ταν δι­ά­χυ­τη ἡ ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κου­νη­θεῖ, ἀ­κί­νη­τος ἐ­κεῖ ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς ἀ­δυ­να­μί­ας τῆς θέ­λη­σής του: μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρόν­τη­μα τῆς πόρ­τας ξε­κί­νη­σε ἡ πο­ρεί­α τοῦ πα­τέ­ρα πρὸς τὸ τέ­λος του.

       Οἱ πε­ρί­πο­λοι ποὺ δι­ε­νερ­γοῦ­σαν ἐ­λέγ­χους μὲ πρό­σχη­μα τὴ σύλ­λη­ψη φα­σι­στῶν, ἔ­ψα­χναν κο­σμή­μα­τα καὶ τὰ κρα­τοῦ­σαν οἱ ἴ­διοι, ὅ­πως καὶ κά­ποι­ον ἄν­τρα τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ τὸ πρω­ὶ τὸν ἔ­βρι­σκαν σ’ ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὰ προ­ά­στια, ξα­πλω­μέ­νο κα­τα­γῆς, μὲ τὰ μά­τια γουρ­λω­μέ­να καὶ ἀ­πο­βλα­κω­μέ­να, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει κα­τα­λά­βει τί συ­νέ­βαι­νε. Σχε­δὸν ἄν­τρες πιά, τὰ δυ­ὸ ἀ­δέρ­φια πῆ­γαν νὰ δοῦν τὴ Ρο­σά­ριο, ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη, γιὰ νὰ μι­λή­σουν γι’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πό­λους· κοι­τά­χτη­καν χω­ρὶς νὰ ποῦν πολ­λά, κα­τα­λα­βαί­νον­τας κά­τι, θέ­λον­τας νὰ γαν­τζω­θοῦν ἀ­πὸ μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α ποὺ νὰ ἦ­ταν βά­σι­μη, καὶ οἱ τρεῖς τους κοι­τά­ζον­ταν, συγ­κα­τέ­νευ­αν μὲ τὸ κε­φά­λι, καὶ τί­πο­τα δὲν δι­έ­ψευ­δε τὴν ὕ­παρ­ξη τῶν συμ­βάν­των, για­τί ἡ ἱ­στο­ρί­α τῶν νυ­χτε­ρι­νῶν ἐ­λέγ­χων ἦ­ταν γνω­στή, ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ κα­τη­γό­ρι­ες καὶ βου­βὲς ἐ­ξη­γή­σεις ποὺ δὲν χρη­σί­μευ­αν σὲ τί­πο­τα: ὅ­σοι ἐ­νερ­γοῦ­σαν ἔ­τσι ἐ­πι­δί­ω­καν νὰ πά­ρουν μὲ σκο­τει­νὸ τρό­πο ἐκ­δί­κη­ση γιὰ ὁ­λό­κλη­ρες ἐ­πο­χὲς τα­πεί­νω­σης καὶ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν τὸ μί­σος τους τῶν ὑ­πο­ταγ­μέ­νων, νὰ ἀ­πο­κτή­σουν ὅ,τι εἶ­χαν τὰ ἀ­φεν­τι­κά. Τὰ χέ­ρια δὲν ἁ­πλώ­νον­ταν πρὸς τὰ δερ­μά­τι­να κου­τιὰ ὅ­που φυ­λάσ­σον­ται συ­νή­θως τὰ πλού­τη, ἁ­πλώ­νον­ταν πρὸς μιὰ ἀ­ό­ρι­στη ἐλ­πί­δα τοῦ νὰ τρῶς δύ­ο φο­ρὲς τὴ μέ­ρα, νὰ ἀ­γο­ρά­σεις ροῦ­χα καὶ νὰ τὰ ἐ­πι­δει­κνύ­εις, νὰ ἀ­πο­κτή­σεις τὸν ἀ­έ­ρα τοῦ πλου­σι­ό­παι­δου ποὺ κα­πνί­ζει ποῦ­ρο, νὰ φο­ρᾶς κα­λὰ καὶ ἀ­στρα­φτε­ρὰ πα­πού­τσια, ψευ­δαί­σθη­ση ποὺ δρα­πέ­τευ­ε, ἀ­νέ­φι­κτη ἀ­πὸ τὴν παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α μὲ τὶς πρῶ­τες ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις. Ἴ­σως ὁ πα­τέ­ρας πί­στε­ψε ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ξαρ­γυ­ρώ­σει τὸ κό­σμη­μα σὲ εὐ­τυ­χί­α καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὁ χρυ­σὸς εἶ­ναι κα­τα­ρα­μέ­νος λό­γῳ τῆς χρή­σης ποὺ κά­νουν ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α καὶ ἡ ἀ­πλη­στί­α.

       Ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ γιοῦ πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ ὑ­πο­ψία, ἕ­ναν θά­να­το, πάν­τα ὅ,τι πρέ­πει νὰ μεί­νει κρυ­φὸ καὶ δὲν κα­τα­φέρ­νει πο­τὲ νὰ ξε­θω­ριά­σει ἐ­πι­μέ­νει σ’ ἕ­ναν ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὸ κύ­κλο, σ’ ἕ­ναν κρί­κο ἀ­πὸ χρυ­σὸ μὲ τὸν ἐ­πί­μο­νο, ἐ­σώ­τε­ρο πό­νο του, συγ­κε­χυ­μέ­νη βε­βαι­ό­τη­τα ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ τὴν ἀ­πο­δε­χτεῖ, ὅ­τι στὴν πε­ρί­πο­λο «Οἱ Ἀ­τσί­δες τῆς Νύ­χτας» ὁ πα­τέ­ρας ὑ­πῆρ­ξε δο­λο­φό­νος.

 

 

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο διηγημάτων Capital de la gloria (ἐκδόσεις Alfaguara, 2003).

 

Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (J­u­an E­d­u­a­r­do Z­ú­ñ­i­ga). (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τουρ­γκέ­νι­εφ με τί­τλο L­os im­po­si­bl­es a­fe­ct­os de I­van Tur­gue­ni­ev καὶ ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των La­rgo no­vi­e­m­bre de Ma­d­rid, La tier­ra se­rá un pa­ra­í­so & Ca­pi­tal de la glo­ria. Μὲ τὸ Ca­pi­tal de la glo­ria κέρ­δι­σε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο S­a­l­a­m­bó. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: