Μιχαὴλ Μπουλγκάκωφ (Михаил Булгаков): Αἰ­γυ­πτι­α­κὴ μού­μια

 

 

Μιχαὴλ Μπουλγκάκωφ (Михаил Булгаков)

 

Αἰ­γυ­πτι­α­κὴ μούμια

(Египетская мумия)

 

Ε ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς φτά­σα­με στὸ Λε­νιν­γκράτ, εὑ­ρι­σκό­με­νοι σὲ ἀ­πο­στο­λή.

Ὅ­ταν ξεμ­περ­δέ­ψα­με ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς μι­κρο­ϋ­πο­θέ­σεις, μοῦ λέ­ει ὁ πρό­ε­δρος:

       — Ξέ­ρεις κά­τι, Βά­σια; Ἂς πᾶ­με στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ(1).

       Τὸν ρω­τά­ω: — Καὶ τί ξέ­χα­σα ἐ­κεῖ;

       — Ἀλ­λό­κο­τος ποὺ εἶ­σαι —μοῦ ἀ­παν­τᾶ ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς—, στὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ θὰ ψυ­χα­γω­γη­θεῖς μὲ τὸν πρέ­πον­τα τρό­πο καὶ θὰ ξε­κου­ρα­στεῖς, σύμ­φω­να μὲ τὸ ἄρ­θρο 98 τοῦ Ἐρ­γα­τι­κοῦ Κώ­δι­κα (ὁ πρό­ε­δρος γνω­ρί­ζει ἀ­π’ ἔ­ξω ὅ­λα τὰ ἄρ­θρα, ἔ­τσι ποὺ ὅ­λοι τὸν θε­ω­ροῦν θαῦ­μα τῆς φύ­σης).

       Ἐν­τά­ξει. Πή­γα­με. Πλη­ρώ­σα­με, ὡς εἴ­θι­σται, καὶ ἀρ­χί­σα­με νὰ ἐ­φαρ­μό­ζου­με τὸ ἄρ­θρο 98. Ἡ πρώ­τη μας ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἦ­ταν νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τὸν τρο­χὸ τοῦ θα­νά­του. Ἕ­νας συ­νη­θι­σμέ­νος, τε­ρά­στιος τρο­χὸς καὶ στὴ μέ­ση ἕ­να πα­λού­κι. Ὁ τρο­χὸς ἀρ­χί­ζει νὰ πε­ρι­στρέ­φε­ται ἀ­πὸ ἄ­γνω­στη αἰ­τί­α μὲ ἀ­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, ἀ­πο­τι­νά­ζον­τας στὸν δι­ά­βο­λο κά­θε μέ­λος τῆς ἕ­νω­σης ποὺ θὰ κα­θί­σει πά­νω του. Πο­λὺ ἀ­στεῖ­ο κόλ­πο, ἀ­να­λό­γως τοῦ τρό­που ποὺ θὰ τι­να­χτεῖς. Ἐ­γὼ ἐ­κτι­νά­χτη­κα ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ κω­μι­κά, πά­νω ἀ­πὸ κά­ποι­α δε­σποι­νί­δα, σχί­ζον­τας τὸ παν­τε­λό­νι μου. Καὶ ὁ πρό­ε­δρος στραμ­πού­λι­ξε μὲ πρω­τό­τυ­πο τρό­πο τὸ πό­δι του, σπά­ζον­τας πα­ράλ­λη­λα τὸ μπα­στού­νι ἑνὸς πο­λί­τη, ποὺ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ κόκ­κι­νο ξύ­λο, μὲ μιὰ φο­βε­ρὴ κραυ­γὴ φρί­κης. Ἐ­νό­σω πε­τοῦ­σε, ὅ­λοι τρι­γύ­ρω ἔ­πε­φταν στὴ γῆ, κα­θὼς ὁ πρό­ε­δρός μας τῆς το­πι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς εἶ­ναι ἄν­θρω­πος βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Μὲ μιὰ λέ­ξη, ὅ­ταν ἔ­πε­σε, σκέ­φτη­κα ὅ­τι θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­κλέ­ξου­με νέ­ον πρό­ε­δρο. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος στά­θη­κε στὰ πό­δια του ρω­μα­λέ­ος, σὰν τὸ Ἄ­γαλ­μα τῆς Ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἐ­νῶ, ἀ­πε­ναν­τί­ας, ἐ­κεῖ­νος ὁ πο­λί­της μὲ τὸ σπα­σμέ­νο μπα­στού­νι ἔ­βη­ξε αἷ­μα.

       Ἔ­πει­τα κι­νή­σα­με γιὰ τὸ Στοι­χει­ω­μέ­νο Δω­μά­τιο, ἡ ὀ­ρο­φὴ καὶ οἱ τοῖ­χοι τοῦ ὁ­ποί­ου πε­ρι­στρέ­φον­ται. Ἐ­δῶ βγῆ­καν ἀ­πὸ μέ­σα μου με­ρι­κὰ μπου­κά­λια μπύ­ρας «Νέ­α Βαυ­α­ρί­α», ποὺ τὰ εἴ­χα­με πι­εῖ μὲ τὸν πρό­ε­δρο στὸ κυ­λι­κεῖ­ο. Πο­τὲ ἄλ­λο­τε στὴ ζω­ή μου δὲν ξέ­ρα­σα, ὅ­πως σ’ αὐ­τὸ τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο δω­μά­τιο. Ὁ πρό­ε­δρος ὅ­μως ἄν­τε­ξε.

       Ὅ­ταν βγή­κα­με, τοῦ εἶ­πα:

       — Φί­λε, ἀ­πο­κη­ρύσ­σω τὸ ἄρ­θρο σου. Τὴν κα­τά­ρα μου νὰ ἔ­χει ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ψυ­χα­γω­γί­α μὲ τὸ νού­με­ρο 98!

       Ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε:

       — Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἤ­δη ἤρ­θα­με καὶ πλη­ρώ­σα­με, θὰ πρέ­πει ἀ­κό­μα νὰ δεῖς τὴ δι­ά­ση­μη αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια.

       Φτά­σα­με λοι­πὸν στὸ σχε­τι­κὸ δω­μά­τιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας νε­α­ρός, μέ­σα σὲ γα­λά­ζιο φῶς, καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε:

       — Καὶ τώ­ρα, πο­λί­τες, θὰ ἀν­τι­κρί­σε­τε ἕ­να φαι­νό­με­νο ἄ­νευ προ­η­γου­μέ­νου – μιὰν αὐ­θεν­τι­κὴ αἰ­γυ­πτια­κὴ μού­μια, φερ­μέ­νη ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρελ­θὸν 2500 χρό­νων. Ἡ μού­μια αὐ­τὴ δί­νει χρη­σμοὺς γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν, προ­φη­τεύ­ει τὸ πα­ρὸν καὶ τὸ μέλ­λον, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­παν­τά­ει σὲ ἐ­ρω­τή­σεις καὶ δί­νει συμ­βου­λὲς πά­νω σὲ δύ­σκο­λα θέ­μα­τα τῆς ζω­ῆς. Ἐ­πί­σης, συμ­βου­λεύ­ει μὲ ἐ­χε­μύ­θεια τὶς ἐγ­κυ­μο­νοῦ­σες.

       Ὅ­λοι ἔ­βγα­λαν ἕ­να «ἄχ» ἀ­πὸ τὸν ἐν­θου­σια­σμὸ καὶ τὸν τρό­μο καί, πράγ­μα­τι, γιὰ βάλ­τε μὲ τὸ νοῦ σας, ἐμ­φα­νί­στη­κε μιὰ μού­μια μὲ τὴ μορ­φὴ γυ­ναι­κεί­ου κε­φα­λιοῦ, πλαι­σι­ω­μέ­νη ἀ­πὸ αἰ­γυ­πτια­κὰ ἱ­ε­ρο­γλυ­φι­κά. Κο­κά­λω­σα ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξη, δι­α­πι­στώ­νον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἦ­ταν νε­ό­τα­τη, ἔ­τσι ὅ­πως δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὄ­χι μό­νο ἕ­νας ἄν­θρω­πος 2500 χρό­νων, ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν 100.

       Ὁ νε­α­ρὸς προ­σκά­λε­σε εὐ­γε­νι­κά:

       — Κά­νε­τε ἐ­ρω­τή­σεις. Κά­τι ἁ­πλό.

       Ὁ πρό­ε­δρος πε­τά­χτη­κε ἀ­μέ­σως καὶ ρώ­τη­σε:

       — Καὶ σὲ ποι­ά γλώσ­σα νὰ ρω­τή­σω; Ἐ­γὼ δὲν γνω­ρί­ζω αἰ­γυ­πτια­κά.

       Ὁ νε­α­ρός, δί­χως νὰ τὰ χά­σει, ἀ­πο­κρί­νε­ται:

       — Ρω­τῆ­στε στὰ ρω­σι­κά.

       Ὁ πρό­ε­δρος ξε­ρό­βη­ξε καὶ ρώ­τη­σε:

       — Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, τί ἔ­κα­νες ὣς τὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ Φε­βρου­α­ρί­ου;

       Ἀ­μέ­σως ἡ μού­μια χλώ­μια­σε καὶ εἶ­πε:

       — Φοι­τοῦ­σα στὸ πα­νε­πι­στή­μιο.

       — Μπά… Καὶ γιὰ πές μου, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, δι­α­τέ­λε­σες πο­τὲ ὑ­πό­δι­κος κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, καὶ ἂν ναί, τό­τε γιὰ ποι­όν λό­γο;

       Ἡ μού­μια ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ σι­ώ­πη­σε.

       Ὁ νε­α­ρὸς φώ­να­ξε:

       — Τί τρέ­χει μὲ σᾶς, πο­λί­τη, καὶ βα­σα­νί­ζε­τε τὴ μού­μια γιὰ 15 κα­πί­κια;

       Ὁ πρό­ε­δρος ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­σκεῖ κρι­τι­κὴ μὲ δρι­μύ­τη­τα:

       — Καί, ἀ­γα­πη­τὴ μού­μια, ποι­ά εἶ­ναι ἡ σχέ­ση σου μὲ τὴ στρα­τι­ω­τι­κὴ θη­τεί­α;

       Ἡ μού­μια ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα καὶ εἶ­πε:

       — Ἤ­μουν ἀ­δελ­φὴ τοῦ ἐ­λέ­ους.

       — Καὶ τί θὰ ἔ­κα­νες, ἐ­ὰν ἔ­βλε­πες κομ­μου­νι­στὲς μέ­σα σὲ μιὰ ἐκ­κλη­σί­α; Καὶ ποι­ός εἶ­ναι ὁ σύν­τρο­φος Στού­τσκα(2); Καὶ ποῦ ζεῖ τώ­ρα ὁ Κὰρλ Μάρξ;

       Ὁ νε­α­ρός, βλέ­πον­τας ὅ­τι ἡ μού­μια ἔ­χει ἀ­πο­τύ­χει στὸν ρό­λο της, ἀρ­χί­ζει νὰ φω­νά­ζει ὁ ἴ­διος σὲ σχέ­ση μὲ τὸν Μάρξ:

       — Πέ­θα­νε!

       Ὁ πρό­ε­δρος κραύ­γα­σε:

       — Ὄ­χι! Ζεῖ στὴν καρ­διὰ τοῦ προ­λε­τα­ριά­του.

       Ἀ­μέ­σως ἔ­σβη­σε τὸ φῶς, καὶ ἡ μού­μια ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε στὰ τάρ­τα­ρα μὲ λυγ­μούς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ φώ­να­ξε πρὸς τὸν πρό­ε­δρο:

       — Ζή­τω! Εὐ­χα­ρι­στοῦ­με γιὰ τὴν ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς ψεύ­τι­κης μού­μιας.

       Καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν ση­κώ­σει στὰ χέ­ρια. Ὅ­μως ὁ πρό­ε­δρος ἀ­πέ­φυ­γε τὸ τι­μη­τι­κὸ λί­κνι­σμα, κι ἐ­μεῖς βγή­κα­με ἀ­πὸ τὸ Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ, τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὴ ποὺ ἕ­να πλῆ­θος προ­λε­τά­ρι­ων μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε μὲ κραυ­γές.

 

    1924

 

(1) Σ.τ.Μ.: Τὰ πρῶ­τα «Σπί­τια τοῦ Λα­οῦ» ἱ­δρύ­θη­καν στὴ Ρω­σί­α τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1880. Δι­έ­θε­ταν συ­νή­θως θέ­α­τρο, αἴ­θου­σα δι­α­λέ­ξε­ων, βι­βλι­ο­θή­κη, ἀ­να­γνω­στή­ριο καὶ αἴ­θου­σες γιὰ δι­ά­φο­ρες ἐκ­δη­λώ­σεις. Τὶς Κυ­ρια­κὲς δι­ορ­γα­νώ­νον­ταν σ’ αὐ­τὰ μα­θή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ γιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους. Με­τὰ τὸ 1917 ὁ ὅ­ρος «Σπί­τι τοῦ Λα­οῦ» ἐγ­κα­τα­λεί­φθη­κε, ὡ­στό­σο οἱ σχε­τι­κοὶ χῶ­ροι δι­α­τή­ρη­σαν τὴ λει­τουρ­γί­α τους ὑ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ νέ­ου κα­θε­στῶ­τος. Τὰ «Σπί­τια τοῦ Λα­οῦ» ἦ­ταν δη­μο­φι­λῆ καὶ σὲ χῶ­ρες τῆς Δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης.

(2) Σ.τ.Μ.: Ὁ Πι­ὸ­τρ Ἰ­βά­νο­βιτς Στού­τσκα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δη­μι­ουρ­γοὺς καὶ τοὺς θε­ω­ρη­τι­κούς τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς νο­μο­θε­σί­ας. Δι­ε­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης τῆς Λετ­το­νί­ας.

 

 

Πη­γή: Ἰ­στό­το­πος Lib.ru//Библиотека Максима Мошкова (Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Μα­ξὶμ Μο­σκώφ).

 

Μι­χα­ὴλ Ἀ­φα­νά­σι­ε­βιτς Μπουλ­γκά­κωφ (Михаил Афанасьевич Булгаков) (Κί­ε­βο, 15 Μα­ΐ­ου 1891 – Μό­σχα, 10 Μαρ­τί­ου 1940). Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ σκη­νο­θέ­της. Συ­νέ­γρα­ψε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ σε­νά­ρια καὶ λιμ­πρέ­τα ὄ­πε­ρας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ πε­ρί­φη­μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Ὁ Μαὶ­τρ καὶ ἡ Μαρ­γα­ρί­τα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θε­ω­ρή­θη­κε ὡς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να.

 

Με­τά­φρα­ση Ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005) καὶ Ση­μεῖ­ον Πε­τρού­πο­λης (Πλανόδιον, 2011). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα «Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α», τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Διαφημίσεις

Τάκης Σιδέρης: Τὸ ζεϊμπέκικο

 

 

 

 

Τά­κης Σι­δέ­ρης

 

Τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο

 

 ΠΑΠΠΟΥΣ ΣΟΥ, ἀ­γό­ρι μου, ἦ­ταν σπου­δαῖ­ος ἄν­θρω­πος. Ἕ­νας γνή­σιος καὶ αὐ­θεν­τι­κὸς λα­ϊ­κὸς ἀ­γω­νι­στής, χρό­νια ἀν­τάρ­της στὰ βου­νά, στὶς φυ­λα­κὲς καὶ στὶς ἐ­ξο­ρί­ες, μάρ­τυ­ρας τῶν ἰ­δε­ῶν ποὺ πί­στευ­ε τό­σο ἀ­κρά­δαν­τα. Πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­χα ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ νιώ­θω ὑ­πε­ρή­φα­νος γι’ αὐ­τόν. Δὲν θὰ ξε­χά­σω πο­τὲ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα πού μᾶς τὸν φέ­ρα­νε στὸ σπί­τι σὲ κα­κὰ χά­λια κι ἔ­πε­σε στὸ κρε­βά­τι ποὺ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ ἔ­σβη­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σο δύ­σκο­λες καὶ τρα­γι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Βέ­βαι­α θὰ πρέ­πει ἐ­πί­σης νὰ σοῦ πῶ, ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ­μέ­ρα ὅ­ταν μᾶς τὸν φέ­ρα­νε, ἀλ­λὰ βρά­δυ, ἄ­γρια με­σά­νυ­χτα, καὶ μά­λι­στα ἔ­ξω ὁ βα­ρυ­χει­μω­νι­ά­τι­κος και­ρὸς ἔ­ρι­χνε τὶς ἀ­στρα­πὲς καὶ τὶς βρον­τές του. Ὅ­πως ἀ­κό­μη, ὅ­τι δὲν ἔ­πε­σε ἁ­πλὰ στὸ κρε­βά­τι, ἀλ­λὰ ὅ­τι οἱ δύο αὐ­τοὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ συ­να­γω­νι­στές του, ποὺ τὸν με­τέ­φε­ραν σὲ μᾶς, τὸν ἐ­να­πό­θε­σαν ἁ­πα­λὰ καὶ πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ ἐ­πά­νω στὸ στρῶ­μα. Εἶ­σαι τώ­ρα πιὰ με­γά­λο παι­δὶ καὶ θὰ πρέ­πει ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του νὰ μά­θεις ὅ­λα τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ ποὺ ἔ­γι­ναν τό­τε, στὸ δι­ά­στη­μα δη­λα­δὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ὁ παπ­πούς σου ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του. Σὰν αὐ­τό­πτης λοι­πὸν μάρ­τυ­ρας αὐ­τῶν ποὺ θὰ σοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω τώ­ρα, θέ­λω νὰ πῶ ὅ­τι ἕ­να πρω­ι­νό, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νό, ἔ­γι­νε ἀ­να­πάν­τε­χα μιὰ πρό­σκαι­ρη δι­α­κο­πὴ τῆς κα­τά­κλι­σής του. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε αὐ­τὴ ἡ δι­α­κο­πή: Ἔ­τυ­χε νὰ εἶ­μαι μό­νος στὸ σπί­τι ἐ­κεῖ­νες τὶς ὧ­ρες ποὺ εἶ­χα καὶ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ κα­τά­κοι­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ ζή­τη­σε, ψελ­λί­ζον­τας, ἀ­σθε­νι­κὰ νὰ τοῦ βά­λω ν’ ἀ­κού­σει κά­τι ἀ­πὸ τὸ κα­σε­τό­φω­νο. Δὲν εἶ­χε ξε­κι­νή­σει κα­λὰ-κα­λὰ ἡ ὀρ­γα­νι­κὴ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ τὸ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κο ποὺ ἀ­κού­στη­κε ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἄ­νε­τα ἀ­να­ση­κώ­θη­κε, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ἑ­νὸς ὑ­γιοῦς ἀν­θρώ­που ποὺ ἀ­να­κλα­δί­ζε­ται ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο του. Τὰ εἶ­χα χα­μέ­να, ἀ­να­τρι­χιά­ζω σύγ­κορ­μα καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μη καὶ μό­νο ὅ­ταν ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὸ τί ἐ­πα­κο­λού­θη­σε με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἐ­κεί­νη κί­νη­ση τῆς ἔ­γερ­σής του. Ποῦ βρῆ­κε τὶς δυ­νά­μεις, τὸ κου­ρά­γιο, αὐ­τὸς ὁ πο­λύ­πα­θος ἄν­θρω­πος στὰ χά­λια ποὺ βρί­σκον­ταν ἔ­τσι μὲ τὸ μου­σι­κὸ κά­λε­σμα τοῦ Ζε­ϊμ­πέ­κι­κου, νὰ σαλ­τά­ρει ἐ­πά­νω καὶ νὰ στή­σει τὸ χο­ρό. Χό­ρευ­ε σεβ­ντα­λί­δι­κα μὲ τὸν με­ρα­κλω­μέ­νο κα­η­μὸ ἑ­νὸς πρω­τό­γνω­ρου λα­ϊ­κοῦ με­γα­λεί­ου.

       Πό­σο κρά­τη­σε αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲ νὰ τοῦ προσ­δώ­σω τὶς πραγ­μα­τι­κὲς χρο­νι­κές του δι­α­στά­σεις. Τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θη­λω­μέ­νος μὲ κομ­μέ­νη τὴν ἀ­νά­σα πό­τε νὰ δι­ευ­θύ­νει μὲ μα­ε­στρί­α τὶς παλ­λό­με­νες κι­νή­σεις τῶν χε­ρι­ῶν ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν τὸν γύ­ρω χῶ­ρο, πό­τε μὲ τὶς πα­λά­μες του νὰ χα­ϊ­δεύ­ει τρυ­φε­ρὰ τὸ πλα­κό­στρω­το ἢ νὰ κα­τα­φέρ­νει σ’ αὐ­τὸ βι­α­στι­κὰ καὶ νευ­ρι­κὰ χτυ­πη­μα­τά­κια. Τὸ με­τα­μορ­φω­μέ­νο σῶ­μα πάν­το­τε πρό­θυ­μο καὶ ἄ­ξιο νὰ δί­νει ἀ­ξί­α στὴ μορ­φὴ καὶ στὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς χο­ρευ­τι­κῆς του ἔκ­φρα­σης. Ἀ­κό­μη ἄ­κου­γε κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς φο­βε­ρὲς στιγ­μὲς καὶ ἰα­χὲς ἕ­να δη­λα­δὴ ξε­χεί­λι­σμα ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ πά­θους καὶ κε­φιοῦ μα­ζί. Μιὰ ἐκ βα­θέ­ων ἐ­πί­κλη­ση, προ­τρο­πὴ ἢ κραυ­γὴ κά­ποι­ου θρι­αμ­βευ­τι­κοῦ ἐ­πι­φω­νή­μα­τος. Τὸ πρω­ι­νὸ ἐ­κεῖ­νο ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­λει­παν, ἡ μη­τέ­ρα σου μὲ τὴ για­γιά σου καὶ οἱ δυ­ὸ ἀ­δελ­φές σου. Ὅ­ταν ὅ­μως τοὺς τὰ ἔ­λε­γα με­τὰ ποὺ ἤρ­θα­νε, κα­μιά τους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ πι­στέ­ψει. Καὶ μά­λι­στα ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, μὲ τὸ δί­κιο τους για­τὶ κι ἐ­γὼ νὰ ἤ­μουν στὴ θέ­ση τους, ἴ­σως τὴν ἴ­δια στά­ση θὰ κρα­τοῦ­σα. Ἄ­σε ὅ­μως δυ­στυ­χῶς ποὺ ἄ­φη­ναν ἐμ­μέ­σως πλὴν σα­φῶς, αἰχ­μὲς καὶ ὑ­πο­νο­ού­με­να γιὰ τὴν ψυ­χι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κή μου κα­τά­στα­ση. Πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε καὶ κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα δί­νω καὶ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἐ­ξη­γή­σεις γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο αὐ­τὸ μὲ τὸν παπ­πού σου. Ὅ­σο γιὰ σέ­να, νο­μί­ζω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα σοῦ εἶ­πα, ὅ­τι θὰ σὲ ἔ­χω προ­βλη­μα­τί­σει, ἂν ὄ­χι νὰ σὲ ἔ­χω πεί­σει. Δὲν τὸν γνώ­ρι­σες τὸν συ­νο­νό­μα­τό σου πρό­γο­νο ποὺ τοῦ μοιά­ζεις ὅ­μως τό­σο πο­λύ, ἀρ­κεῖ νὰ δεῖ κα­νεὶς τὶς φω­το­γρα­φί­ες του ποὺ ἔ­χουν τὴν ἴ­δια πά­νω-κά­τω, ἡ­λι­κί­α μὲ σέ­να­νε. Πάν­τως τε­λι­κὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας μου αὐ­το­θαυ­μα­τούρ­γη­σε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς με­γά­λης του πί­στης γιὰ τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὰ ἰ­δα­νι­κὰ ποὺ γι’ αὐ­τὰ μαρ­τύ­ρη­σε θυ­σι­α­ζό­με­νος. Κα­τόρ­θω­σε ἔ­τσι δη­λα­δὴ νὰ βρε­θεῖ σὲ κά­ποι­ες στιγ­μὲς τό­σο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ κόν­τρα μὲ τὸν ἴ­διο τὸν θά­να­το. Μὲ τὸ πά­λε­μα αὐ­τὸ μα­ζί του, ἔ­φε­ρε αὐ­τὸν τὸν θε­α­μα­τι­κὸ θρί­αμ­βο, μιὰ νί­κη ἔ­στω καὶ Πύρ­ρεια στὸ στί­βο -«Μαρ­μα­ρέ­νια Ἁ­λώ­νια», μιᾶς ἄ­νι­σης ἀ­θλη­τι­κῆς ἀ­να­μέ­τρη­σης.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Τά­κης Σι­δέ­ρης (Ἀ­θή­να, 1929). Ζω­γρα­φι­κή, ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α. Μα­θή­τευ­σε κον­τὰ στοὺς ζω­γρά­φους Φά­νη Γα­λα­νὸ καὶ Γι­ῶρ­γο Σι­κε­λι­ώ­τη καὶ ἔ­κα­νε πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς ἐκ­θέ­σεις. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀ­το­μι­κὴ Ἔκ­θε­ση (ποί­η­ση, ἐκδ. Κέ­δρος, 1997) καὶ τε­λευ­ταῖ­ο Ὁ Αὔ­γου­στος στὴν Αἰ­γεί­ρα (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Σο­κό­λης-Κου­λε­δά­κης, 2003). Ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἡ Λέ­ξη, Πλα­νό­διον, Νέ­α Ἑ­στί­α, Ὁ­δὸς Πα­νός, Παν­δώ­ρα κ.ἄ. 

 

Εἰ­κό­να: Σκί­τσο τοῦ Κώ­στα Λα­δό­που­λου.

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Τὸ τηλεφώνημα

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Τὸ τηλεφώνημα

 

ΣΤΕ ΠΕΘΑΝΕ, ἔ; Τί νὰ πεῖ κα­νείς.­.. Ζω­ὴ σ’ ἐ­σᾶς. Νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ­τε πιά. Νὰ κοι­τά­ξε­τε λί­γο τὰ τρι­γυρ­νά σας. Σάμ­πως ἦ­ταν ζων­τα­νὸς τό­σον και­ρό; Οὔ­τε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἕ­νας ἄν­θρω­πος τοῦ θα­νά­του ἦ­ταν καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἄλ­λω­στε εἴ­χα­τε πά­ψει νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ­τε. Πῶς ν’ ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Οὔ­τε τὸν λυ­πό­σα­σταν. Πῶς νὰ λυ­πᾶ­σαι ἕ­ναν ἄν­θρω­πο τοῦ θα­νά­του.­.. Τοὺς ζων­τα­νοὺς λυ­πᾶ­ται κα­νείς. Αὐ­τοὺς ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν στὴ ζω­ὴ μ’ ἕ­ναν θά­να­το πιὸ θά­να­το ἀ­πὸ θά­να­το. Αὐ­τοὺς λυ­πᾶ­ται. Αὐ­τοὺς ποὺ μιὰ κά­νουν ἔ­τσι κι ἄ­ξαφ­να βρί­σκον­ται φτω­χοὶ κι ἀ­νέ­στιοι. Ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι. Χω­ρὶς πα­τρί­δα. Χω­ρὶς αὔ­ριο. Για­τί κλαῖς τώ­ρα; Γιὰ ποι­όν κλαῖς; Ἐ­νε­νήν­τα καί; Μα­σα­λάχ, χρι­στια­νή μου… Ἀ­στεῖ­ο εἶ­ναι νὰ κλαῖς. Μιὰ ἄ­χρη­στη λύ­πη εἶ­ναι. Μή­πως δὲν πα­ρα­κα­λού­σα­τε νὰ πε­θά­νει; Μή­πως δὲν εἴ­χα­τε γί­νει ρά­κη ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση; Φτά­σα­τε νὰ τὸν μι­σεῖ­τε κι­ό­λας. Νὰ τὸν σι­χαί­νε­στε. Κα­τέ­στρε­φε τὴ ζω­ή σας. Οἱ φί­λοι σας εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Τὸ εἶ­χαν στρί­ψει τε­χνη­έν­τως. Οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ γκρέ­μι­σμα. Γιὰ γέ­λια. Μὰ ἂν τώ­ρα σοῦ κά­νει κα­λὸ τὸ κλά­μα, ἂν σοῦ κά­νει εὐ­ερ­γε­σί­α, κλά­ψε. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ δι­κή σου δι­έ­ξο­δος. Τὸ ἐ­λεύ­θε­ρό σου μά­τι. Σὰν θά­λασ­σα σὲ ξε­πλέ­νει. Σὰν μω­ρὸ σὲ βα­φτί­ζει. Σοῦ δί­νει ὄ­νο­μα. Σῶ­μα. Σοῦ δί­νει ἀρ­χή. Βγὲς ἔ­ξω. Ἔ­χεις νιά­τα ἀ­κό­μη. Οἱ πε­θα­μέ­νοι μὲ τοὺς πε­θα­μέ­νους κι οἱ ζων­τα­νοὶ μὲ τοὺς ζων­τα­νούς. Φό­ρε­σε τὰ και­νούρ­για σου πα­πού­τσια καὶ βγὲς ἔ­ξω. Ἐμ­πρὸς μάρς! Μὴν ντρέ­πε­σαι. Ἄ­νοι­ξε τώ­ρα τὸ ρα­δι­ό­φω­νο. Τρα­γου­δά­ει ἡ Μπέ­λου. Ἡ.­.. Σω­τη­ρί­α, βρέ. Χό­ρε­ψε γιὰ σέ­να. Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς μό­νοι μας χο­ρεύ­ου­με. Πι­ὲς ἕ­να τσι­που­ρά­κι. Πά­το. Αὔ­ριο θὰ πᾶ­με σι­νε­μά. Νὰ ἔρ­θεις. Θά ’ναι κι ἡ Ἀν­τι­γό­νη. Πάν­τα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες, τὸ ξέ­ρω. Κι αὐ­τὴ πάν­τα σὲ θυ­μᾶ­ται. Στὰ σκο­τει­νὰ νὰ τῆς πιά­σεις τὸ χέ­ρι. Μπο­ρεῖς καὶ νὰ τὴν χα­ϊ­δέ­ψεις. Στὰ σκο­τει­νά. Τί κάνεις τώρα; Κλαῖς ἢ γελᾶς;

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

Τσὰρλς Τζῶνσον (Charles Johnson): [Θὰ μπορούσαμε ν’ ἀναγνωρίσουμε τὸν πατέρα…]

 

 

Τσὰρλς Τζῶνσον (Charles Johnson)

 

[Θὰ μπορούσαμε ν’ ἀναγνωρίσουμε τὸν πατέρα…]

[The likely father…]

 

Α ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ  ν’ ἀ­να­γνω­ρί­σου­με τὸν πα­τέ­ρα τῆς και­νο­φα­νοῦς αὐ­τῆς μορ­φῆς τῶν πο­λὺ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των (short-short stories) στὸ πρό­σω­πο τοῦ Ἔν­τγκαρ Ἄ­λαν Πό­ε. Ὁ Πό­ε στὸ δο­κί­μιό του «Πε­ρὶ στό­χου καὶ τε­χνι­κῆς στὸ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα» στὰ 1842, ἀ­να­φέ­ρε­ται καὶ δί­νει ἔμ­φα­ση σὲ τρί­α στοι­χεῖ­α – ἀ­ρε­τὲς τῶν κει­μέ­νων αὐ­τῶν. Τὰ στοι­χεῖ­α αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ συν­το­μία, ἡ ἱ­ε­ράρ­χη­ση τῶν ἐ­πι­ζη­τού­με­νων στό­χων καὶ ἡ ἑ­νό­τη­τα ποὺ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ἀ­πὸ σύν­το­μα κεί­με­να, τῶν ὁ­ποί­ων ἡ ἀ­νά­γνω­ση νὰ γί­νε­ται ἄ­παξ. Ὅ­πως εἶ­ναι φυ­σι­κό, τὸ βά­ρος τῆς πα­τρό­τη­τας τῶν πο­λὺ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των δὲ βα­ραί­νει μό­νο τὶς πλά­τες τοῦ Πό­ε. Ἡ μορ­φὴ αὐ­τὴ βρί­σκει ἀ­πή­χη­ση στοὺς ἐκ­δό­τες, κα­θὼς προ­σφέ­ρει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ δη­μο­σι­εύ­ον­ται πε­ρισ­σό­τε­ροι τίτ­λοι σ’ ἕ­ναν τό­μο, δη­μι­ουρ­γών­τας τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῆς ποι­κι­λί­ας στὰ πε­ρι­ε­χό­με­να. Ἐ­πι­πλέ­ον, συγ­γρα­φεῖς πού, ὅ­πως ἐ­γώ, δὲ συγ­κι­νοῦν­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γῶ­νες ἀν­το­χῆς τῶν ἐ­κτε­νέ­στε­ρων δι­η­γη­μά­των, μπο­ροῦν πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἔ­χουν ἐ­ξί­σου μιὰ θέ­ση στὸν ἥ­λιο κι ὅ­τι κα­τορ­θώ­νουν κι ἐ­κεῖ­νοι κά­τι. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, οἱ ἀ­να­γνῶ­στες, οἱ κυ­ρί­ως ὑ­πεύ­θυ­νοι χω­ρὶς κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α, μπο­ροῦν ν’ ἀ­πο­λαύ­σουν ἕ­να πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα μέ­σα σὲ λί­γα λε­πτά, κα­θὼς κά­θον­ται στὸ μπά­νιο, στὸ λε­ω­φο­ρεῖο ἢ πε­ρι­μέ­νον­τας στὴν οὐ­ρὰ στὸ σοῦ­περ μάρ­κετ. Ἂν μὴ τί ἄλ­λο, τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα συ­νι­στᾶ ση­μεῖ­ο τῶν και­ρῶν, μιᾶς ἐ­πο­χῆς ὅ­που ἡ τα­χύ­τη­τα εἶ­ναι τὸ πᾶν, τὸ Κον­κὸρτ ἐκ­πλήσ­σει μὲ τὶς τα­χύ­τη­τες ποὺ ἐ­πι­τυγ­χά­νει καὶ ἡ ροὴ τῶν τη­λε­ο­πτι­κῶν προ­γραμ­μά­των δι­α­κό­πτε­ται ἀ­νὰ λί­γα λε­πτὰ γιὰ δι­α­φη­μι­στι­κὰ μη­νύ­μα­τα. Εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἐ­πο­χὴ ποὺ πα­ρά­γει κα­τὰ ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες τὰ ὀ­λι­γό­λε­πτα βίν­τε­ο κλὶπ γιὰ ἐ­φή­βους μὲ δυ­σκο­λί­ες συγ­κέν­τρω­σης, κα­θὼς καὶ τὰ «γρή­γο­ρα» ἑ­στι­α­τό­ρια, τύ­που McDonalds. Ἀμ­φι­βάλ­λει κα­νεὶς ὅ­τι γιὰ τὸν κου­ρα­σμέ­νο καὶ χρο­νι­κὰ πι­ε­σμέ­νο ἀ­να­γνώ­στη, τοῦ ὁ­ποί­ου τὴν προ­σο­χὴ δι­ε­δι­κοῦν ὑ­πε­ρά­ριθ­μα πράγ­μα­τα, τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα συ­νι­στᾶ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐκ­δο­χὴ τοῦ «γρή­γο­ρου»;

       Ὡ­στό­σο, αὐ­τὸ τὸ «γρή­γο­ρο» δὲ στε­ρεῖ­ται ἰ­σχύ­ος, πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πε­ρί­τρα­να καὶ στὴν ποί­η­ση, λό­γω τῆς ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας γιὰ συμ­πυ­κνω­μέ­νο λό­γο κι ἐκ­φρα­στι­κὴ οἰ­κο­νο­μία. Ὁ δυ­να­τὸς ἀν­τί­κτυ­πος τῶν πο­λὺ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των βα­σί­ζε­ται στὸν τρό­πο ἀ­φή­γη­σης (δρα­μα­τι­κὲς σκη­νὲς κλα­σι­κῆς, ἀ­ρι­στο­τέ­λειας δο­μῆς εἶ­ναι ἀ­σύμ­φο­ρες ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη ἔ­κτα­σης), σὲ μιὰ φω­νὴ γο­η­τευ­τι­κή. Δε­δο­μέ­νης δὲ τῆς μι­κρῆς τους ἔ­κτα­σης, τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὰ ἔ­χουν συ­χνὰ ὄν­τως δυ­να­τὸ ἀν­τί­κτυ­πο κι ὁ ἀ­πό­η­χός τους διαρ­κεῖ, ὅ­πως στὶς δι­η­γή­σεις τῶν Τζὶμ Χέ­ϋ­νεν καὶ Μπά­ρι Λό­πεζ, κα­τὰ τρό­πο ἀ­νά­λο­γο μὲ τὴν ἰ­α­πω­νι­κὴ ποί­η­ση χα­ϊ­κοὺ καὶ τὰ κο­άν. Τὰ πο­λὺ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ἀλ­λό­κο­τα αὐ­θεν­τι­κὰ καὶ πα­ρου­σιά­ζουν συγ­κε­κρι­μέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, κοι­νὰ σὲ ὅ­λα τους. Πα­ράλ­λη­λα, ἐμ­φα­νί­ζουν ὑ­ψη­λὸ βαθ­μὸ εὐ­πλα­στό­τη­τας, κα­θὼς μπο­ροῦν νὰ πά­ρουν δι­ά­φο­ρες μορ­φές, με­τα­ξὺ ἄλ­λων δι­ά­λο­γο, μύ­θο, πα­ρα­βο­λή, δρώ­με­νο. Αὐ­τὸ ποὺ τὰ κά­νει γο­η­τευ­τι­κὰ εἶ­ναι ὅ­τι πα­ρέ­χουν στὸ συγ­γρα­φέ­α τὸ ἐκ­φρα­στι­κὸ ὄ­χη­μα γιὰ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ εἶ­ναι μὲν συ­ναρ­πα­στι­κές, ἀλ­λὰ ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ ὑ­πο­στη­ρί­ξουν τὴν ἔ­κτα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἢ μιᾶς νου­βέ­λας. Θὰ ἦ­ταν ἀ­νό­η­το νὰ πε­ρι­ο­ρι­στοῦν τὰ πο­λὺ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα μὲ στε­γα­νά, κα­θὼς πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὰ προ­ο­ρί­ζον­ται ν’ ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζουν τὴν και­νο­τό­μο κι ἰ­δι­αί­τε­ρη μέ­θο­δο δι­ε­ρεύ­νη­σης αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­έ­να­ου μυ­στη­ρί­ου ποὺ εἶ­ναι τὸ «ἄλ­φα» καὶ τὸ «ὠ­μέ­γα» τῆς ἴ­διας της ἔκ­φρα­σης: τὴ γλώσ­σα.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Sudden Fiction. American Short Short Stories. Edited by Robert Shapard and James Thomas, With a Frontistory by Robert Coover, And AfterWords, about the short-short story form, by forty ofAmerica’s finest writers, Gibbs-Smith Publisher,Salt lake City, 1986.

 

Τσὰρλς Τζῶνσον (Charles Johnson) (1948): Σύγ­χρο­νoς Ἀ­φρο-α­με­ρι­κα­νὸς δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει ἄ­με­σα δι­α­πραγ­μα­τευ­θεῖ τὰ θέ­μα­τα τῶν μαύ­ρων στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ σὲ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὅ­πως τὰ Middle Passage καὶ Dreamer.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Τόλης Καζαντζῆς: Ὁ λάκκος

 

 

Τό­λης Κα­ζαν­τζῆς

 

Ὁ λάκ­κος

 

­πέ­ναν­τι στὸ σπί­τι μας ἦ­ταν ὁ λάκ­κος. Ἦ­ταν γιὰ τὰ θε­μέ­λια τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ δὲν τὸ χτί­σα­νε για­τὶ ἦρ­θε ἡ κα­το­χή. Ἔ­τσι ἀ­πό­μει­νε μο­νά­χα ὁ λάκ­κος, σκαμ­μέ­νος κα­νο­νι­κὰ ἀ­π’ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ές, κα­τη­φο­ρι­κὸς ἀ­π’ τὶς ἄλ­λες, πρὸς τὸ σταυ­ρο­δρό­μι, γιὰ νὰ κα­τε­βαί­νου­νε, ὡς φαί­νε­ται, τὰ φορ­τη­γὰ ποὺ κου­βα­λού­σα­νε τὰ μπά­ζα. Στὸ λάκ­κο κά­να­με τὰ πιὸ πολ­λὰ παι­χνί­δια μας. Παίρ­να­με λα­μα­ρί­νες καὶ τὶς γυρ­νού­σα­με κα­τὰ πά­νω σὰν ἔλ­κυ­θρο, ἀ­νε­βαί­να­με ἀ­πά­νω καὶ γλυ­στρού­σα­με στὴν κα­τη­φό­ρα μέ­χρι τὸν πά­το τοῦ λάκ­κου, ὅ­που φυ­τρώ­να­νε τσου­κνί­δες ἀ­νά­με­σα σὲ σκου­ρι­α­σμέ­να ντε­νε­κέ­δια, πα­λι­ο­σι­δε­ρι­κὰ καὶ λο­γι­ῶ λο­γι­ῶ βρω­μι­ές. Οἱ τσου­κνί­δες τσιμ­πού­σα­νε καὶ φέρ­να­νε φα­γού­ρα. Μά­λι­στα, ἐ­κεῖ ποὺ τσιμ­πι­ό­σου­να πρη­ζό­τα­νε τὸ δέρ­μα σὰ νὰ τοῦ εἴ­χα­νε πε­ρά­σει ἀ­πὸ κά­τω κουμ­πί. Ἔ­πρε­πε τό­τε νὰ τὸ τρί­ψεις μὲ φύλ­λο ἀ­πὸ μο­λό­χα κι ἡ φα­γού­ρα κο­βό­τα­νε μα­χαί­ρι. Ἂν πά­λι δὲν ἔ­βρι­σκες μο­λό­χα —ποῦ νὰ τὴ βρεῖς;— ἔ­κα­νες ἕ­να σταυ­ρὸ μὲ τὸ νύ­χι ἀ­πά­νω στὸ πρή­ξι­μο καὶ μο­νο­μιᾶς, ὁ πό­νος ἔ­δι­ω­χνε τὴ φα­γού­ρα.

       Ὁ λάκ­κος ἤ­τα­νε πα­γί­δα πλά­ι στὸ σκο­τει­νὸ δρό­μο. Ἤ­τα­νε, βλέ­πεις, κι ἡ συ­σκό­τι­ση, κι αὐ­τοὶ οἱ «πε­τα­λά­δες» ποὺ μό­λις βρά­δια­ζε κά­να­νε πε­ρι­πο­λί­α κι ἅ­μα βλέ­πα­νε κα­μιὰ φω­τει­νὴ χα­ρα­μά­δα στὸ πα­ρά­θυ­ρο στη­νόν­ταν ἀ­πὸ κά­τω καὶ φώ­να­ζαν «φῶς, φῶς» μὲ τὶς ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρες τους, ὅ­σο νὰ ται­ριά­σεις τὴν κου­βέρ­τα καὶ νὰ μὴ φέγ­γει κα­θό­λου. Ἔ­τσι τὴ νύ­χτα ἡ γει­το­νιὰ ἤ­τα­νε θεοσκό­τει­νη, κι ἅ­μα δὲν ἤ­ξε­ρες τοὺς δρό­μους καὶ προ­πάν­των ἅ­μα ἤ­σου­να με­θυ­σμέ­νος μπο­ροῦ­σες νὰ βρε­θεῖς σούμ­πι­τος ὀ­χτὼ μέ­τρα μὲς στὸ λάκ­κο.

       Ἔ­τσι με­θυ­σμέ­νος βρέ­θη­κε ὁ Ζά­κας, ὁ δι­κη­γό­ρος, στὴ γει­το­νιὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, ἔ­πε­σε μὲς στὸ λάκ­κο καὶ τσά­κι­σε τὸ πό­δι του. Βγή­κα­με νὰ τὸν ση­κώ­σου­με μό­λο ποὺ ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη ἡ κυ­κλο­φο­ρί­α κι αὐ­τὸς ἀν­τὶς γιὰ «εὐ­χα­ρι­στῶ» μᾶς σκυ­λό­βρι­ζε «κομ­μοῦ­νες» κι ἄλ­λα· κι αὐ­τὸ για­τί; για­τί, λέ­ει, ἤ­θε­λε κα­λὰ καὶ σώ­νει νὰ κοι­μη­θεῖ ἀ­πό­ψε στὸ σπί­τι μας κι αὔ­ριο ἔ­βλε­πε. Μὰ ὁ πα­τέ­ρας εἶ­δε τὸ χά­λι, πού ‘­χε τὸ πο­δά­ρι του κι ἔ­τρε­ξε καὶ τη­λε­φώ­νη­σε στὸν Ἐ­ρυ­θρὸ Σταυ­ρὸ κι ἤρ­θα­νε καὶ τὸν πή­ρα­νε.

       Ἔ­τσι ἐ­πι­κίν­δυ­νος ἦ­ταν ὁ λάκ­κος κι ἐ­μεῖς τὸν κά­να­με ἀ­κό­μη πιὸ ἐ­πι­κίν­δυ­νο μὲ τ’ ἀ­κρο­βα­τι­κά μας στὴν ἄ­κρα του καὶ τὸ ψα­χτή­ρι μας μὲς στὸ σκου­πιδα­ριὸ ποὺ πέ­τα­γαν οἱ Γερ­μα­νοὶ ἀ­π’ τὸ Φρου­ραρ­χεῖ­ο. Ἐ­κεῖ μὲς στὸ βου­νὸ ἀ­π’ τὰ σκου­πί­δια βρί­σκα­με κα­μιὰ φο­ρὰ πράγ­μα­τα χρή­σι­μα γιὰ τὸ σπί­τι, κι ἀ­κό­μα σφαῖ­ρες καὶ βλή­μα­τα ἀ­χρη­στε­μέ­να. Τὸν Μά­ριο τὸν ζη­λεύ­α­­­με ὅ­λοι, για­τὶ εἶ­χε βρεῖ μιὰ ἄ­δεια δε­σμί­δα ἀ­πὸ πο­λυ­βό­λο, δυ­ὸ μέτρα καί, μο­νο­κόμ­μα­τη, καὶ τὴν κου­βα­λοῦ­σε συ­νέ­χεια μα­ζί του, χια­στὶ στὸ στῆ­θος καὶ δυ­ὸ κά­τια στὴ μέ­ση. Ὅ­μως δὲν ἄρ­γη­σε νὰ γί­νει τὸ κα­κό. Μιὰ μέ­ρα ποὺ ψά­χνα­με μὲ τὸν Εὐ­θυ­μά­κο στὸ λάκ­κο, ὁ Εὐ­θυ­μά­κος βρῆ­κε μιὰ ἰ­τα­λι­κιὰ χει­ρο­βομ­βί­δα ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ ἤ­τα­νε ἕ­νας κύ­λιν­δρος ποὺ ξε­βί­δω­νε στὴ μέ­ση. Ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα πὼς εἶ­ναι χει­ρο­βομ­βί­δα για­τί εἶ­χα δεῖ μιὰ ἴ­δια στῆς θεί­ας μου ποὺ τὴν εἶ­χε γιὰ τσι­γα­ρο­θή­κη. Τοῦ εἶ­πα νὰ μὴν τὴν πει­ρά­ξει μὰ αὐ­τὸς ση­μα­σί­α δὲ μοῦ ‘­δω­σε, ἤ­τα­νε βλέ­πεις με­γα­λύ­τε­ρος καὶ τὴ χτυ­ποῦ­σε ἀ­πά­νω σὲ μιὰ πέ­τρα για­τί στὸ βί­δω­μα εἶ­χε πιά­σει σκου­ριὰ καὶ δὲν ἄ­νοι­γε. Μ’ ἔ­πια­σε φό­βος ξαφ­νι­κὸς κι ἀ­νε­ξή­γη­τος κι ἔ­τρε­ξα πρὸς τὰ πά­νω καὶ τό­τε ἀ­κού­στη­κε τὸ «μπὰμ» κι οὔ­τε ποὺ τὸ κα­τά­λα­βα γιὰ πό­τε βρέ­θη­κα τι­ναγ­μέ­νος ἐ­κεῖ ποὺ βρέ­θη­κα καὶ πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νος. Εἶ­δα τοὺς με­γά­λους νὰ κα­τη­φο­ρί­ζου­νε στὸ λάκ­κο, ἄλ­λοι μὲ ψά­χνα­νε στὸ σῶ­μα νὰ δοῦν, τί ἔ­πα­θα κι ἄλ­λοι κου­βα­λοῦ­σαν τὸν Εὐ­θυ­μά­κο μὲ κα­τα­μα­τω­μέ­να τὰ μοῦ­τρα του, ἀ­ναί­σθη­το, κι ἡ κυ­ρά-Λι­σά­βετ μὲ πῆ­ρε ἀγ­κα­λιὰ στὸ σπί­τι μας, μοῦ ‘­δω­σε νὰ πι­ῶ νε­ρὸ μὲ ζά­χα­ρη καὶ μ’ ἔ­βα­λε νὰ κα­του­ρή­σω μιὰ κι ἡ μά­να μου τά ‘­χε χα­μέ­να κι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρη ἀ­π’ τὴ λα­χτά­ρα της. Σὲ κά­να μή­να φέ­ραν τὸν Εὐ­θυ­μά­κο ἀ­π’ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μ’ ἕ­ναν ἐ­πί­δε­σμο γύ­ρω στὰ μά­τια κι ἀ­πὸ τό­τε εἶ­ναι τυ­φλός.

       Ἐ­κεῖ στὸ λάκ­κο ἔ­φερ­νε τὴν πε­λα­τεί­α της τὰ βρά­δια κι ἡ «Μο­να­ξιά», ἔ­τσι τὴ φω­νά­ζα­με μιὰ καὶ δὲν ξέ­ρα­με τί­πο­τα γι’ αὐ­τήν. Οὔ­τε τ’ ὄ­νο­μά της. Μο­νά­χα ξέ­ρα­με πὼς εἶ­χε ντα­βατ­ζὴ τὸν Ἀ­λέ­κο τὸν ταγ­μα­τα­λή­τη μὲ τὴ μο­το­συ­κλέ­τα. Αὐ­τός, ὁ Ἀ­λέ­κος, ἔ­φερ­νε τοὺς πε­λά­τες, ὅ­λοι τῶν ταγ­μά­των ἀ­σφα­λεί­ας, κι ἡ Μο­να­ξιὰ ἔ­στρω­νε μιὰ κου­ρε­λού στὴν πιὸ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ τοῦ λάκ­κου καὶ περ­νι­ό­ταν νου­με­ρά­δα ἀ­πὸ δέ­κα-δώ­δε­κα νο­μα­ταί­ους. Κι ὁ Ἀ­λέ­κος ἔ­πια­νε κου­βέν­τα μ’ ὅ­σους πε­ρί­με­ναν τὴ σει­ρά τους καὶ τό­τε ἐ­μεῖς βρί­σκα­με εὐ­και­ρί­α νὰ βγά­λου­με κε­φά­λι πά­νω ἀ­πὸ τὸ λάκ­κο καὶ βλέ­πα­με. Ὅ­λοι τὸν φο­βόν­τα­νε στὴ γει­το­νιὰ τὸν Ἀ­λέ­κο. Λέ­γα­νε πὼς εἶ­χε σκο­τώ­σει ἀ­πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα. Ἤ­τα­νε ἕ­να «κά­θαρ­μα» ὅ­πως ἔ­λε­γε ὁ πα­τέ­ρας μου. Γύ­ρι­ζε μὲ τὴ μο­το­συ­κλέ­τα καὶ δὲ λο­γά­ρια­ζε κα­νέ­να. Πεί­ρα­ζε μὲ χον­τρά­δες τὰ κο­ρί­τσια, ἄ­στρα­φτε μπά­τσους σ’ ὅ­σους τόλ­μα­γαν νὰ τὸν κοι­τά­ξουν κι ἔ­κα­νε «ντοὺ» στὰ μα­γα­ζιὰ κι ἅρ­πα­ζε ὅ,τι ἔ­φτα­νε. Μό­νον ὁ Κώ­στας τά ‘­βα­λε μα­ζί του. Καὶ τί κα­τά­λα­βε; Ὁ Κώ­στας δού­λευ­ε ἐρ­γά­της στοῦ ΦΙΞ μα­ζὶ μὲ τὸν πα­τέ­ρα του, τὸν κὺρ Ἀ­να­στά­ση. Τὸ σπί­τι τὸ κρά­τα­γε ἡ ἀ­δερ­φή του ἡ Δαφ­νού­λα, προ­κομ­μέ­νο κι ὄ­μορ­φο κο­ρί­τσι. Μιὰ Κυ­ρια­κὴ ἀ­πό­γευ­μα κα­τέ­βαι­ναν ὁ Κώ­στας κι ἡ Δαφ­νού­λα βόλ­τα γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α. Ἀ­πὸ κά­τω ἐρ­χό­ταν ὁ Ἀ­λέ­κος μὲ τὴ μη­χα­νή. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε μπρο­στά τους φρε­νά­ρη­σε, τί εἶ­πε τί δὲν εἶ­πε τῆς Δαφ­νού­λας, κι ὁ Κώ­στας τ’ ἀ­νέ­βη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι κι ἄ­στρα­ψε δυ­ὸ χα­στού­κια, μὰ τί χα­στού­κια τοῦ Ἀ­λέ­κου, ποὺ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­μει­νε σύ­ξυ­λος. Ὕ­στε­ρα ψα­χού­λε­ψε τὸ πι­στό­λι του μὰ τ’ ἄ­φη­σε κι ἔ­πια­σε νὰ γε­λά­ει, ἕ­να γέ­λιο ἀ­φύ­σι­κο, μαρ­σά­ρη­σε καὶ χά­θη­κε κα­τὰ τὸ Ἰπ­πο­δρό­μιο. Τρεῖς μέ­ρες με­τά, βρή­κα­νε τὸν Κώ­στα σκο­τω­μέ­νο μὲς στὸ λάκ­κο, τρεῖς σφαῖ­ρες, οἱ δυ­ὸ στὸ στῆ­θος, ἡ ἄλ­λη στὴν κοι­λιὰ κι ὅ­λοι τὸ φόρ­τω­σαν στὸν Ἀ­λέ­κο. Για­τί, ποι­ός ἤ­θε­λε τὸ κα­κὸ τοῦ Κώ­στα; Αὐ­τὸς που­θε­νὰ δὲν ἀ­να­κα­τευ­ό­τα­νε. Δου­λειὰ καὶ σπί­τι μό­νο ἤ­ξε­ρε ἢ τὸ πο­λὺ πο­λὺ σὲ κά­να μὰτς ἢ κα­μιὰ βόλ­τα μὲ τὴν ἀ­δερ­φή του. Ὕ­στε­ρα για­τί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὁ Ἀ­λέ­κος μιὰ βδο­μά­δα, αὐ­τὸς ποὺ ἄλ­λο­τε ἁ­λώ­νι­ζε τὴ γει­το­νιὰ μὲ τὴ μο­το­συ­κλέ­τα μέ­ρα νύ­χτα; Σὰν ὅ­μως πέ­ρα­σε βδο­μά­δα ἀ­κού­σα­με, με­σά­νυ­χτα, τὴ μη­χα­νή του νὰ μουγ­γρί­ζει πά­νω κά­τω κι ὅ­λοι τὸ ξέ­ρα­με πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν, μὰ ποι­ὸς κο­τοῦ­σε νὰ ξε­μυ­τί­σει. Ξαφ­νι­κά, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὸ λάκ­κο ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας κρό­τος δυ­να­τὸς κι ὕ­στε­ρα ἡ μη­χα­νὴ ποὺ κα­τρα­κυ­λοῦ­σε στὸ λάκ­κο κι ὕ­στε­ρα τί­πο­τα. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε νὰ πά­ει νὰ δεῖ. Ἡ μά­να μου τοῦ ἔ­φρα­ξε τὴν πόρ­τα. «Ἔ­χεις μι­κρὰ παι­διά», τοῦ εἶ­πε, κι ἐ­γὼ μό­λο ποὺ δὲν πο­λυ­κα­τά­λα­βα, βρῆ­κα πὼς εἶ­χε δί­κιο ἡ μη­τέ­ρα μου κι ἀ­πό­μει­να νὰ κοι­τά­ζω μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους ἀ­π’ τὶς γρί­λι­ες. Τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα ἄρ­χι­σαν ἕ­νας ἕ­νας οἱ γει­τό­νοι καὶ βγαί­να­νε καὶ πή­γαι­ναν στὸ λάκ­κο ἀ­μί­λη­τοι. Πή­γα­με καὶ ἐ­μεῖς κι εἶ­δα τὸν Ἀ­λέ­κο ἀ­νά­σκε­λα, πε­θα­μέ­νο μὲς στὸ λάκ­κο, κι ἀ­πὸ πά­νω πλα­κω­μέ­νο μὲ τὴ μη­χα­νή. Ὕ­στε­ρα ἀ­κού­στη­κε τ’ αὐ­το­κί­νη­το τῶν ταγ­μά­των κι ἡ γει­το­νιὰ σκόρ­πι­σε.

       Λί­γο και­ρὸ με­τά, ὁ πό­λε­μος τε­λεί­ω­σε· κι ἄρ­χι­σαν τὰ δι­κά μας τὰ χει­ρό­τε­ρα. Ὅ­ταν ὅ­λα ἡ­σύ­χα­σαν, ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν ὁ λάκ­κος χτί­στη­κε μί­α και­νού­ρια πο­λυ­κα­τοι­κί­α, ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τη κα­λον­τυ­μέ­νους κυ­ρί­ους, ἀ­φρά­τες γυ­ναῖ­κες καὶ πεν­τα­κά­θα­ρα μί­ζε­ρα παι­δά­κια.

 

 

Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Ἡ πα­ρέ­λα­ση, «Ἑρ­μῆς», Ἀ­θή­να, 1976.

 

Τό­λης Κα­ζαν­τζῆς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1938-Ἀ­θή­να, 1991). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά κι ἐρ­γά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1958 στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἡ κυ­ρά-Λι­σά­βετ (1975).

 

Στρατῆς Χαβιαρᾶς: Ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει ἡ μουσική

 

 

Στρα­τῆς Χα­βια­ρᾶς

 

Ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει ἡ μουσική

 

Ο ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ στὸ κρε­βά­τι βογ­κά­ει, Σι­γὰ πῶς μὲ ἀ­νοί­γεις, παι­δί μου, χθὲς βρά­δυ πα­ρα­λί­γο νὰ μοῦ σπά­σεις τὴ ρά­χη.

       Πα­ρά­ξε­νες, χει­ρό­γρα­φες κόλ­λες χαρ­τιοῦ, λε­ρω­μέ­νες ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα, ἱ­δρώ­τα, κρα­σὶ καὶ ἄ­κρα­τη γλώσ­σα, καὶ στὶς ἀ­ρά­δες ἀ­νά­με­σα, ὁ λό­γος γιὰ ρο­δά­κι­να, σύ­κα καὶ στα­φύ­λια κλεμ­μέ­να στὸν ὕ­πνο τους ἀρ­γὰ τὸ βρά­δυ ἢ νω­ρὶς τὸ πρω­ί. Πα­ρά­ξε­να τσαμ­πιά, φραγ­κο­στά­φυ­λα εἶ­ναι; βα­τό­μου­ρα; νω­πὰ στὴ βρο­χή, ἡ γῆ νὰ δί­νει καὶ νὰ ξα­να­δί­νει, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ πλε­ό­να­σμα πρὶν τὴν και­νούρ­για σο­δειά: Ρό­δια, κυ­δώ­νια, λω­τοί… Σκε­πά­ζεις μὲ ἄλ­λη μιὰ σε­λί­δα τὰ λεί­ψα­να, ὅ­μως οἱ μύ­γες τρυ­πώ­νουν μέ­σα κι ἐν­το­πί­ζουν τὴ λεί­α, τὴ γεύ­ον­ται μὲ τό­σο ζῆ­λο ποὺ ἡ ἐ­πά­νω κόλ­λα, ἀ­δι­ά­βα­στη, τρέ­μει σὰν νὰ βγά­ζει φτε­ρά. Μιὰ πα­ρά­γρα­φο πιὸ κά­τω, Ἰ­ού­νιος, ξυ­πό­λυ­τα παι­διὰ σκαρ­φα­λώ­νουν στὸ δέν­τρο, γε­μί­ζουν κα­λα­θά­κια μὲ μοῦ­ρα, τὰ που­λιὰ μὲ λε­κια­σμέ­να ράμ­φη κα­θα­ρί­ζουν τὰ ὥ­ρι­μα ποὺ πέ­φτουν στὸ ἔ­δα­φος, τὰ μυρ­μήγ­κια σέρ­νουν στὶς ἀ­πο­θῆ­κες τους ὅ,τι ἀ­φή­νουν πί­σω τὰ που­λιά, με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς σπό­ρους θὰ φυ­τρώ­σουν στὰ λα­γού­μια τους πρὶν μπεῖ Ὀ­κτώ­βρης.

        Γυ­ρί­ζον­τας στὸ σπί­τι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα, ἡ μου­ριὰ ξε­στρα­τί­ζει ἀ­πὸ τὸ πε­ζο­δρό­μιο σὲ μιὰ χορ­τα­ρι­α­σμέ­νη αὐ­λή. Ἂν ἤ­σουν δέν­τρο θὰ ξε­στρά­τι­ζες κι ἐ­σύ, τό­σο ἐ­πί­φο­βος ὁ δρό­μος τοῦ σπι­τιοῦ σου τὴ νύ­χτα. Ὁ­που­δή­πο­τε ἀλ­λοῦ, συλ­λο­γί­ζε­σαι, τὸ ἀλ­λοῦ τῆς δου­λειᾶς, ἀ­κό­μα καὶ τὸ ἀλ­λοῦ τοῦ ἔ­ρω­τα, τοῦ κο­ρι­τσιοῦ στὸν ξε­χα­σμέ­νο αὐ­λό­γυ­ρο, ποὺ σὰν κό­σμος λει­ψὸς κλί­νει ἐ­πι­κίν­δυ­να πά­νω ἀ­π’ τὸ πάν­τα.

       Γυ­ρί­ζεις νὰ κοι­τά­ξεις, ἄλ­λο δέν­τρο προ­σπα­θεῖ νὰ κρυ­φτεῖ, οἱ προ­θέ­σεις του ὕ­πο­πτες. Κυ­δω­νιά. Μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ κυ­δώ­νια μὲ τὴν αἰχ­μη­ρή τους σάρ­κα, τὰ στυ­φά τους δόν­τια, τὰ οὖ­λα τους τὰ ἀν­τι­ση­πτι­κά. Σὲ κρί­ση ἀ­πελ­πι­σί­ας μπο­ρεῖ νὰ μοι­ρα­στοῦν τὸ σαρ­κί­ο τοῦ ἔ­ρω­τα, ἂν ὄ­χι τὸ δι­κό σου σαρ­κί­ο. Θὰ σὲ προ­φτά­σουν, θὰ σὲ βροῦν σὲ τρί­α μή­κη καὶ πλά­τη, ἀ­π’ ὅ­που πέ­ρα­σες καὶ τὰ πό­δια σου ρί­ξα­νε ρί­ζες. Θὰ μοι­ρα­στοῦν ἐ­σέ­να ποὺ μοι­ρά­ζεις, θὰ σὲ γευ­τοῦν ποὺ γεύ­ε­σαι ἀλ­λὰ δὲν τρῶς νὰ χορ­τά­σεις, ἡ γλώσ­σα τους ἄ­λα­λη ἀ­π’ τὸν πη­χτό σου χυ­μό.

       Ὥ­σπου νὰ φτά­σεις στὸν προ­ο­ρι­σμό σου, ὅ,­τι ἔ­χει ἀ­πο­μεί­νει ἀ­πὸ τὰ μέ­λη σου θὰ ἀρ­χί­σει ν’ ἀλ­λά­ζει, νὰ ἀ­να­δί­νει γλυ­κε­ρὴ μυ­ρω­διὰ ἀ­πο­σύν­θε­σης. Ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν ὁ σπό­ρος σου θὰ ἐ­πι­ζή­σει. Ἂν ρί­ξει ρί­ζες στὸ βρά­χο. Γί­νει δέν­τρο. Δέ­σει καρ­πό.

       Νά την πά­λι στὸν ξύ­πνο σου, ἡ πῶς-τὴ-λέ­νε: Ἄ­χνα, Αὔ­ρα, Ἀ­φρῶ, ὄ­χι ὅ­πως τὴ θυ­μᾶ­σαι ὄρ­θιος ἢ τὴν ἐ­ξι­στο­ρεῖς ὀ­κλα­δόν, ἀλ­λὰ ὅ­πως μὲ τὸ χρό­νο κα­τα­λύ­ει τὸ χρό­νο καὶ σὲ στέλ­νει νὰ ἀρ­με­νί­ζεις δυ­τι­κὰ ἢ νὰ φθί­νεις στὸ σπί­τι.

       Τα­ξί­δε­ψες ἀλ­λοῦ σὰν νὰ μὴν τὴν πε­ρί­με­νες, καὶ εἶ­ναι σὰν νὰ τὴ γνώ­ρι­σες με­τά, ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὴν ἔ­χα­σες. Μὲ τὸν και­ρὸ τὴν ξα­να­βρί­σκεις στὸ χαρ­τί, δι­α­βά­ζον­τάς την. Νή­στης μο­να­χός, κι­θα­ρω­δός, ἁ­γι­ο­γρά­φος. Χα­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ ἀ­βέ­βαι­α δέν­τρα, κερ­δι­σμέ­νος ἀλ­λοῦ.

       Πό­σο ἐ­γω­ι­στι­κὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος μιᾶς καὶ πι­στέ­ψει στὸ θά­να­το.

       Περ­πα­τοῦ­σε ἀρ­γὰ καὶ λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ἔ­τσι ποὺ ἡ κό­μη της, ἂν ὄ­χι ἡ κε­φα­λή της, νὰ μὴ στε­ρεῖ­ται σὲ ὕ­ψος ἀ­π’ ὅ­,τι πλε­ο­νά­ζει σὲ φῶς, τὸ ὕ­ψος τῶν συν­θη­κῶν της πο­τὲ χα­μη­λό­τε­ρο, ἡ γῆ στὰ πό­δια σβαρ­νι­σμέ­νη γιὰ σπο­ρὰ ἢ γιὰ πό­τι­σμα, τὰ μά­τια της μιὰ ἰ­δέ­α πιὸ ὑ­γρὰ κι ἀ­π’ τὰ φεγ­γά­ρια τῆς θά­λασ­σας. Προ­βλέ­πεις ἔκ­πλη­ξη, θυ­μὸ καὶ με­τὰ δυ­σπι­στί­α στὴ μα­τιά της γιὰ τὸ πῶς κα­τα­κά­θε­ται μέ­σα στὸν ἄν­θρω­πο ἡ νύ­χτα ποὺ δὲν ἔ­χει ἡ­μέ­ρω­μα.

       Νύ­χτα, στὰ σκο­τει­νά, κοι­τά­ζει κα­νεὶς μὲ τὰ ἀ­φτιά του. Στή­νει τὰ μά­τια του στὴ μου­σι­κή, πε­ρι­μέ­νει. Ἄ­χνα. Γιὰ νὰ σὲ βλέ­πει πιὸ κα­λά, σὲ προ­βλέ­πει. Θὰ ἔ­τρε­χε κά­πο­τε νὰ ρί­ξει τὰ μπρά­τσα της πά­νω στοὺς ὤ­μους σου; Θὰ κολ­λοῦ­σε τὰ χεί­λη της στὰ δι­κά σου, πι­έ­ζον­τας νὰ ἀρ­θρω­θεῖ ὁ λό­γος ὣς τὸ τέ­λος;

       Τέ­λος οὐκ ἔ­στι.

       Κλει­δὶ τὸ μέ­τρο τῶν θε­ῶν ποὺ ἀ­κό­μα καὶ μυρ­μήγ­κια κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια σου πα­ρα­βιά­ζουν συ­νε­χῶς στὰ λα­γού­μια τους.

       Εἶ­ναι στιγ­μὲς ποὺ ὁ λό­γος συ­νε­χί­ζε­ται σὰν νὰ μὴν κό­πη­κε στὰ δυ­ό, στιγ­μὲς ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νουν μὲ τί­πο­τα. Θὰ ἔ­ρι­χνε πο­τὲ τὰ μπρά­τσα της νὰ ψι­θυ­ρί­σει στὸ αὐ­τί σου, φί­λη­σέ με ὣς τὴ συν­τέ­λεια τοῦ κα­κοῦ καὶ λί­γο ἀ­κό­μα; Ἔ­τσι τε­λει­ώ­νει τὸ τρα­γού­δι ποὺ ἔ­χεις στὸ νοῦ σου: Φί­λη­σέ με, δάγ­κω­σέ με, ἀ­νά­στη­σέ με. Κά­πως ἔ­τσι τε­λει­ώ­νει. Κα­νεὶς μὰ κα­νεὶς δὲ θὰ μά­θει πῶς ἄρ­χι­σε.

       Ἄρ­χι­σε ἐ­κεῖ ποὺ ἀρ­χί­ζει ἡ μου­σι­κή. Καὶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Στρα­τῆς Χα­βια­ρᾶς (1935, Νέα Κίος Ἀργολίδας). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Πρῶτο του βιβλίο «Ἡ κυρία μὲ τὴν πυξίδα» (ποίηση, 1963). Ἀπὸ τὸ 1985 διευθύνει τὸ ἐργαστήρι συγγρα­φικῆς τέχνης (μυ­θι­στό­ρη­μα) στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Χάρβαρτ, ἀπὸ τὸ 2000 διδάσκει μυθι­στό­ρημα στὸ ΕΚΕΜΕΛ, καί ἀπὸ τὸ 2006 συνεργάζεται μὲ τὸ ΕΚΕΒΙ. Τελευταῖο του βιβλίο «Πορφυρὸ καὶ μαῦρο νῆμα» (μυ­θι­στό­ρη­μα, ἐκδ. Κέδρος, 2007, μετάφραση Ρένα Χατχούτ).

 

Ντὰν Κάπλαν (Dan Kaplan): Μπίλ

 

 

Ντὰν Κάπλαν (Dan Kaplan)

 

Μπίλ

(Bill)

 

ΟΡΩΝΤΑΣ ἕ­να ξε­φτι­σμέ­νο μάλ­λι­νο που­λό­βερ, ὁ Μπὶλ κό­βει στὰ δύο μιὰ κα­ρύ­δα ἀ­πὸ τὴ Χα­βά­η μὲ μιὰ σπά­θα. Ὁ Μπὶλ στὸ μπάρ, σκαρ­φα­λω­μέ­νος σὲ ἕ­να σκαμ­πό, μὲ τὶς κλει­δώ­σεις νὰ χτυ­ποῦν ἐ­λα­φρὰ καὶ τὴ βρο­χὴ νὰ σφυ­ρο­κο­πᾶ τὴν τσίγ­κι­νη ὀ­ρο­φή. Στὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη τη­λε­ό­ρα­ση τοῦ Μπὶλ παί­ζει Ὁ μά­γος τοῦ Ὄζ. Ὁ Μπὶλ σω­ρι­ά­ζε­ται στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Ὁ ἥ­λιος μοιά­ζει ἐ­κτο­ξευ­μέ­νος στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­πὸ τὸ δά­κτυ­λο τοῦ Μπίλ. Μιὰ γυ­ναί­κα σι­γο­ψι­θυ­ρί­ζει «Μπίλ», ἀ­νοί­γον­τας τὰ ἀ­φτά­κια σὲ ἐ­ξώ­φυλ­λα βι­βλί­ων. Ὁ Μπὶλ ζη­τᾶ ἀ­πὸ τὸ ζευ­γά­ρι νὰ κα­θί­σει, τὰ πρό­σω­πά τους χω­ρὶς ἴ­χνος δέ­σμευ­σης. Ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος ξε­τυ­λί­γε­ται, ὁ Μπὶλ γέρ­νει τὸ κά­θι­σμά του πρὸς τὰ πί­σω. Κά­ποι­ος φω­νά­ζει «Σέν­τρικ!» ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου σὲ μιὰ νέ­α πό­λη. Μὲ ἀ­φτιὰ κοκ­κι­νι­σμέ­να, σφυ­ρο­κο­πη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ χα­λά­ζι, ὁ Μπὶλ με­λε­τᾶ τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς τῆς ὁ­δοῦ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἕ­να παι­δά­κι βρί­σκει τὴ γά­τα τοῦ Μπίλ, χω­ρὶς τρί­χω­μα κι ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νη, στὴν ὑ­δρορ­ρο­ή. Τὸ βι­βλί­ο μὲ τὰ βα­φτι­στι­κὰ ὀ­νό­μα­τα ἀ­νοι­χτὸ στὸ «Μπ». Ὁ Μπὶλ σκύ­βει πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν πα­ρεν­δυ­σί­α μὲ χον­τροὺς μη­ροὺς καὶ μιὰ τεν­τω­μέ­νη καλ­τσο­δέ­τα. Ἕ­νας κά­τι­σχνος για­τρός, δυ­ὸ χρό­νια πρὶν τὴ σύν­τα­ξη, δί­νει μιὰ συν­τα­γὴ στὸν Μπίλ. Ὁ Μπὶλ ρί­χνει μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ πί­σω του. Τὸ ραν­τε­βοὺ στὶς δύο μὲ τὸν Μπὶλ σβη­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο. Τὸ «Μπίλ» κεν­τη­μέ­νο μὲ κόκ­κι­να ἑ­νω­μέ­να γράμ­μα­τα στὴν μπρο­στι­νὴ τσέ­πη τοῦ που­κά­μι­σου ἑ­νὸς ἐ­φή­βου ποὺ πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σε τὸν Μπίλ. Μιὰ γυ­ναί­κα, σχε­δὸν ἄ­γνω­στη στὸν Μπίλ, ἀ­νοί­γει τὴν μπρο­στι­νὴ πόρ­τα. Ἡ μπα­νι­έ­ρα γιὰ δύο ἄ­το­μα, ὅ­που κά­πο­τε ὁ Μπὶλ εἶ­χε τρί­α. Ὁ Μπὶλ στὴν πρώ­τη του ἐ­πί­σκε­ψη στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, δι­α­τρέ­χει τὴ λί­στα στὸν τοῖ­χο. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ Μπὶλ μὲ ἕ­ναν δα­κρυ­σμέ­νο Πά­πα, ντυ­μέ­νο γυ­ναι­κεί­α, νὰ πα­ρα­λαμ­βά­νει τὴν κο­ρώ­να τῆς M­i­ss U­n­i­v­e­r­se. Ὁ Μπὶλ καὶ τὸ κρύ­ο. Τὸ φεγ­γά­ρι σὰν βῶ­λος ἀ­πὸ βού­τυ­ρο στὸν οὐ­ρα­νὸ πρὸς νό­το. Μιὰ σει­ρὰ ποὺ στρί­βει στὴ γω­νί­α, ὁ Μπὶλ πλη­σιά­ζει στὸ τέ­λος. Ὁ Μπὶλ κοι­τά­ζει μιὰ δι­α­φή­μι­ση γιὰ κά­τι ποὺ τὸ λέ­νε «γι­όγ­κα». Κά­ποι­ος φω­νά­ζει «Μπίλ!» στὴν ἀ­πο­βά­θρα, ὅ­λοι γυ­ρί­ζουν καὶ κοι­τοῦν.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

 

Ντὰν Κάπλαν (D­an K­a­p­l­an) (Οὐ­ά­σιν­γκτον). Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Πόρ­τλαντ στὸ Ὄ­ρεγ­κον, ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δύο ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).