Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν

 

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν

(Ventanas de los últimos instantes)

 

Υ­Ο ΑΝ­ΤΡΕΣ ΠΥ­ΡΟ­ΒΟ­ΛΟΥΝ ἀ­πὸ μιὰ γω­νί­α μὲ τοί­χους καὶ μπά­ζα. Ἀ­ό­ρα­τα θραύ­σμα­τα βλη­μά­των αἰ­ω­ροῦν­ται γύ­ρω τους· τοὺς κυ­κλώ­νει μιὰ δί­νη ἀ­πὸ σφαῖ­ρες ποὺ ἀ­να­πη­δοῦν, ἀ­πὸ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στους θο­ρύ­βους, ἀ­πὸ χι­ό­νι καὶ βρο­χή, ἀ­πὸ βρον­τὲς ἀν­τι­αρ­μα­τι­κῶν. Πό­τε-πό­τε ἕ­να ἀ­πει­λη­τι­κὸ τρί­ξι­μο, καὶ κομ­μά­τια με­σο­τοι­χί­ας κα­ταρ­ρέ­ουν κον­τά τους: μιὰ κόκ­κι­νη σκό­νη ἀ­πὸ σπα­σμέ­να τοῦ­βλα ση­κώ­νε­ται σὰν μα­τω­μέ­νη γά­ζα. Τὴ νύ­χτα καὶ ὅ­λο το πρω­ὶ ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται τὴ θέ­ση, ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ τε­τρά­γω­νο γῆς κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια τους, ἕ­να ἔ­δα­φος βρω­μι­σμέ­νο ἀ­πὸ νε­ρὸ καὶ οὖ­ρα, χαρ­τιὰ καὶ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τρο­φῆς.

       Με­τὰ ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο βομ­βαρ­δι­σμὸ ἀ­κο­λου­θοῦν με­ρι­κὰ λε­πτὰ ἠ­ρε­μί­ας. Κοι­τά­ζον­ται.

       «Ἐ­πα­νά­λα­βέ μου αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Πές το μου ἐ­σύ.»

       «Για­τί θὲς νὰ τὸ ἀ­κού­σεις; Δὲν τὸ ξέ­ρεις;»

       «… εἶ­ναι λὲς κι ἔ­χουν πε­ρά­σει αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ ἄ­κου­σα. Δὲν θυ­μᾶ­μαι κα­λά.»

       «Τὸ θυ­μᾶ­σαι ὅ­σο κα­λὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι κι ἐ­γώ, για­τὶ δὲν ἔ­χεις σκε­φτεῖ τί­πο­τε ἄλ­λο.»

       «Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ σκε­φτό­μουν κά­τι τέ­τοι­ο, ἐ­νῶ μᾶς γυ­ρό­φερ­νε ὁ θά­να­τος;»

       «Ναί, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ λὲς ψέ­μα­τα, ὅ­πως κι ἐ­γώ: καὶ οἱ δύ­ο δὲν σκε­φτό­μα­στε τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τό­τε ποὺ αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος μᾶς με­τέ­δω­σε τὸ δη­λη­τή­ριό του.»

       «Τὸ εἶ­πε, ναί. Τώ­ρα πιὰ δὲν θὰ τὸ ξα­να­πεῖ» – καὶ κά­νει μιὰ χει­ρο­νο­μί­α πρὸς τὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τα ποὺ τὸ πρό­σω­πό τους ἔ­χει συν­θλι­βεῖ στὸν δι­ά­τρη­το τοῖ­χο.

       «Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α. Θὰ τὸ συ­ζη­τή­σου­με οἱ δυ­ό μας καὶ δὲν θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ τὸ βγά­λου­με ἀ­π’ τὸ μυα­λό μας. Για­τὶ κι ἐ­γώ…»

       «Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο σὲ μιὰ ἄ­δεια συ­νοι­κί­α, ἐν­τε­λῶς ἐκ­κε­νω­μέ­νη, χω­ρὶς νε­ρό, χω­ρὶς φῶς.»

       «Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὄ­νει­ρο, ψέ­μα: ἐ­γὼ προ­τι­μά­ω νὰ πι­στεύ­ω κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρος.»

       Βά­ζει στὸ στό­μα ἕ­να κομ­μά­τι χι­ό­νι καὶ τὸ μα­σου­λά­ει.

       «Ὑ­πάρ­χουν ξε­κά­θα­ρα ὄ­νει­ρα.»

       «Αὐ­τοὺς τοὺς μῆ­νες τὰ πάν­τα εἶ­ναι πι­θα­νὰ ἐ­δῶ· μοι­ά­ζου­με μὲ τρε­λούς.»

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι πυ­ρο­βο­λι­σμοὶ ἀ­πέ­ναν­τί τους καὶ ξα­νὰ ὅ­λος ὁ ὀ­ρυ­μα­γδὸς μιᾶς ἐ­πί­θε­σης τοὺς συγ­κλο­νί­ζει καὶ τὸ ἔ­δα­φος σεί­ε­ται. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς νο­μί­ζουν πὼς εἶ­ναι μό­νοι καὶ φω­νά­ζουν ἀ­πὸ φό­βο καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἄλ­λες ἀ­κοῦ­νε τρε­ξί­μα­τα ἐ­κεῖ κον­τὰ καὶ τὴν ἐ­σπευ­σμέ­νη ἀ­πο­χώ­ρη­ση ἑ­νὸς πα­ρα­κεί­με­νου πο­λυ­βό­λου. Δί­πλα τους, συρ­ρι­κνω­μέ­να σὰν πα­λι­ό­ρου­χα, ὑ­πάρ­χουν ἀ­κί­νη­τα σώ­μα­τα. Πά­νω τους γέρ­νουν οἱ δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες καὶ δὲν στα­μα­τᾶ­νε νὰ παίρ­νουν ἀ­πὸ τὶς φυ­σιγ­γι­ο­θῆ­κες τους τὰ πυ­ρο­μα­χι­κὰ ποὺ τοὺς λεί­πουν. Βγά­ζουν τὰ του­φέ­κια ἀ­πὸ τὶς πο­λε­μί­στρες καὶ στο­χεύ­ουν βι­α­στι­κὰ τὰ δα­σύλ­λια τοῦ Δυ­τι­κοῦ Πάρ­κου καὶ τὸ ἔ­δα­φος ὅ­που οἱ κα­νο­νι­ο­βο­λι­σμοὶ κά­νουν κομ­μά­τια σκού­ρου χώ­μα­τος νὰ πε­τά­γον­ται.

       Τὸ σού­ρου­πο ἀ­το­νεῖ ἡ ἐ­πί­θε­ση καὶ ἐ­πι­κρα­τεῖ λί­γη ἡ­συ­χί­α. Οἱ δύ­ο ἄν­τρες ἐ­πί­σης ἠ­ρε­μοῦν, βή­χουν, κά­νουν χει­ρο­νο­μί­ες ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, χα­ϊ­δεύ­ουν μὲ τὰ χέ­ρια τὰ ἀ­ξύ­ρι­στα μά­γου­λα, ξύ­νον­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρά­νος.

       «Θὰ πρέ­πει νὰ μεί­νου­με κι ἄλ­λη νύ­χτα;»

       Ἀ­κού­γε­ται κον­τὰ μιὰ σφυ­ρί­χτρα. Στὴ θέ­ση μπαί­νουν τρεῖς στρα­τι­ῶ­τες καὶ αὐ­τοὶ ὀ­πι­σθο­χω­ροῦν καὶ ἑ­νώ­νον­ται μὲ μιὰ ὁ­μά­δα τῆς ἴ­διας τα­ξι­αρ­χί­ας. Στὸ ἡ­μί­φως με­τὰ βί­ας φαί­νον­ται τὰ πρό­σω­πα, δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται. Βή­χουν, κλεί­νουν τὶς χλαῖ­νες καὶ τὰ κα­σκὸλ στὸν λαι­μό, ἀ­νά­βουν τσι­γά­ρο. Ἕ­νας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­πι­δε­μέ­νο θέ­λει νὰ τοὺς μι­λή­σει, τραυ­λί­ζει λό­για ποὺ κα­νεὶς δὲν κα­τα­λα­βαί­νει.

       «Θὰ κά­νει φο­βε­ρὸ κρύ­ο τὴ νύ­χτα» – ἀ­να­φω­νοῦν. Ἡ ὁ­μά­δα φαί­νε­ται ἕ­τοι­μη νὰ φύ­γει· πλη­σιά­ζουν ἕ­να ἄ­νοιγ­μα σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζουν ἀ­πὸ μέ­σα, χώ­νον­ται στὸ σκο­τά­δι του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­τι ποὺ θὰ τοὺς ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη πλευ­ρὰ τῆς μά­χης. Οἱ δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες ἔ­χουν μεί­νει τε­λευ­ταῖ­οι καὶ δι­α­σταυ­ρώ­νουν τὰ βλέμ­μα­τά τους. Ὁ πιὸ νέ­ος βά­ζει τὸ χέ­ρι του στὰ μά­τια.

       «Πο­νά­ει τὸ κε­φά­λι μου, νοι­ώ­θω σὰν νὰ ἔ­χω ἕ­να καρ­φὶ στὸ κού­τε­λο, παρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως.­.. θὰ πή­γαι­να στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι» – καὶ λέ­γον­τας αὐ­τό, κά­νει μιὰ γκρι­μά­τσα μὲ τὰ χεί­λη σὰν χα­μό­γε­λο. Ὁ ἄλ­λος μοιά­ζει νὰ σκέ­φτε­ται καρ­φω­μέ­νος στὸ ἔ­δα­φος.

       «Ναί, κι ἐ­γώ. Μό­νο αὐ­τὸ θὰ μᾶς ἀ­πο­ζη­μί­ω­νε γιὰ τού­τη τὴ φρί­κη ποὺ ζοῦ­με τώ­ρα, γιὰ τού­τη τὴν κού­ρα­ση, ἂν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια αὐ­τὸ ποὺ μᾶς εἶ­πε.»

       Ἀ­κοῦ­νε θό­ρυ­βο ἀ­πὸ κα­τσα­ρό­λες ποὺ φέρ­νουν δύ­ο σι­τι­στές. Ὅ­λοι στρι­μώ­χνον­ται, ἀ­κουμ­πᾶ­νε τὰ του­φέ­κια στοὺς τοί­χους, τεί­νουν τὰ πο­τή­ρια πρὸς μιὰ ντα­μι­τζά­να ποὺ μοι­ρά­ζει κρα­σί, βου­βοί, τρέ­μον­τας μὴν ξυ­πνή­σουν μὲ τὶς φω­νές τους τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ τώ­ρα ἔ­χουν πνι­γεῖ. Πε­ρι­μέ­νουν ἀ­κί­νη­τοι τὸ συσ­σί­τιο.

       «Τὸ ἔ­λε­γε μὲ με­γά­λη σι­γου­ριά, φαι­νό­ταν πε­πει­σμέ­νος.»

       «Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι ὄ­νει­ρο, μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὸ πι­στεύ­ω. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πεῖ ψέ­μα­τα ἕ­νας ἄν­θρω­πος λί­γο πρὶν πε­θά­νει;»

       «Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ εἴ­μα­στε τώ­ρα κι ἐ­μεῖς σὰν κι αὐ­τόν, κι ὅ­μως ζοῦ­με. Θὰ πᾶ­με στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι καὶ θὰ ψά­ξου­με.»

       «Ἐ­γὼ μπο­ρῶ νὰ πά­ω τώ­ρα, ἐ­σὺ πή­γαι­νε με­τά. Ἂν δὲν τὴν βρῶ, θὰ σ’ τὸ πῶ.»

       «Καὶ για­τί νὰ πᾶς ἐ­σύ;»

       «Για­τί ἐ­γώ.­.. ἔ­χω ἀ­νάγ­κη νὰ ἀγ­γί­ξω τὸ δέρ­μα της καὶ νὰ τὴ φι­λή­σω, εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φη, τὸ εἶ­πε καὶ τὸν πι­στεύ­ω.»

       «Κι ἐ­γώ; Σὲ μέ­να τὸ εἶ­πε, σὲ μέ­να μι­λοῦ­σε, ἤ­μα­σταν κον­τὰ καὶ ἔ­βλε­πε ὅ­τι τὸν ἄ­κου­γα καὶ τὸν πί­στευ­α.»

       «Μι­λοῦ­σε σὲ ὅ­λους, δὲν ἀ­πευ­θύν­θη­κε σὲ κά­ποι­ον ξε­χω­ρι­στά, ἤ­θε­λε νὰ τὸ ξέ­ρου­με μή­πως μᾶς προ­σφέ­ρει μιὰ νό­τα αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας, κι ὅ­ταν ὅ­λο αὐ­τὸ θὰ τε­λεί­ω­νε, νὰ βρι­σκό­μα­σταν μα­ζί της καὶ νὰ δι­α­πι­στώ­να­με πῶς εἶ­ναι μιὰ γυ­ναί­κα.»

       Κά­ποι­ος τοὺς φω­νά­ζει νὰ πλη­σιά­σουν στὴν ὁ­μά­δα καὶ νὰ βά­λουν τὰ πιά­τα γιὰ νὰ τοὺς ρί­ξουν ζε­στὸ συσ­σί­τιο. Σι­ω­πη­λοί, χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, πε­ρι­μέ­νουν τὴ σει­ρά τους καὶ ἔ­πει­τα χω­ρί­ζον­ται καὶ τὸ τρῶ­νε ρου­φη­χτά.

       «Πά­ω, δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω ἄλ­λο· θὰ εἴ­μα­στε ἐ­δῶ ὅ­λη νύ­χτα, ἔ­χου­με πο­λὺ χρό­νο.»

       «Μὴν πᾶς, θέ­λω νὰ πά­ω ἐ­γὼ πρῶ­τος, ἄ­σε ἐ­μέ­να.»

       «Πε­ρί­με­νε, θὰ δῶ ἐ­γὼ ἂν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ξέ­ρω τὴν πε­ρι­ο­χή, δὲν θὰ ἀρ­γή­σω κα­θό­λου νὰ γυ­ρί­σω.»

       «Αὐ­τὸς ποὺ θὰ πά­ει εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­σὺ θὰ πε­ρι­μέ­νεις, ἐ­γὼ θὰ πά­ω πρῶ­τος.»

       «Γιὰ ποι­ὸν λό­γο; Τί ἔ­χεις ἐ­σὺ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μέ­να; Τὰ ἴ­δια σκα­τὰ εἴ­μα­στε, ὁ ἕ­νας ἀν­τί­γρα­φο τοῦ ἄλ­λου, αὔ­ριο με­θαύ­ριο θὰ μᾶς ἔ­χουν ξε­πα­στρέ­ψει, δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴ βγά­λου­με κα­θα­ρή.»

       Ἐν­τεί­νον­ται οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοί, φαί­νον­ται ἐ­κρή­ξεις πο­λὺ κον­τὰ καὶ στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που βρί­σκον­ται φτά­νει μιὰ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὴ βρο­χὴ ποὺ χτυ­πά­ει τοὺς τοί­χους καὶ ξε­ρι­ζώ­νει κομ­μά­τια σο­βά. Οἱ ἄν­τρες συγ­κεν­τρώ­νον­ται στὸ βά­θος τοῦ ὀ­χυ­ρώ­μα­τος.

       «Ἐν­τά­ξει, θὰ τὸ παί­ξου­με κο­ρώ­να-γράμ­μα­τα» —βγά­ζει ἕ­να νό­μι­σμα, τὸ βά­ζει στὴν πα­λά­μη τοῦ χε­ριοῦ του— «Δι­α­λέ­γω γράμ­μα­τα».

       «Ἐ­γὼ κο­ρώ­να.»

       Τὸ νό­μι­σμα ὑ­ψώ­νε­ται στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος. Οἱ δυ­ό τους γο­να­τί­ζουν καὶ τὸ φω­τί­ζουν μὲ τὴν φλό­γα ἑ­νὸς ἀ­να­πτή­ρα.

       «Κο­ρώ­να! Πη­γαί­νω ἀ­μέ­σως, πε­ρί­με­νέ με ἐ­δῶ.»

       Θὰ ἔ­βγαι­νε στὸν δρό­μο ποὺ εἶ­χε κλεί­σει ἀ­πὸ σω­ροὺς ἐ­ρει­πί­ων, ἀ­πὸ τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη πτώ­ση τῶν μι­κρο­σκο­πι­κῶν νι­φά­δων. Θὰ ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­ταν μιὰ στιγ­μή, κοι­τά­ζον­τας ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ, θὰ πά­τα­γε στὸ χι­ό­νι ποὺ ἔ­τρι­ζε, θὰ ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν μὲ προ­σο­χή. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν οὔ­τε ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός, οὔ­τε μιὰ φω­νή, οὔ­τε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το.­.. Ὁ στρα­τι­ώ­της θὰ προ­χω­ροῦ­σε σὲ ἔ­ρη­μους δρό­μους, κολ­λη­μέ­νος στὸν τοῖ­χο, ἀ­πο­φεύ­γον­τας με­γά­λες τρύ­πες στὸ ἔ­δα­φος. Σὲ μιὰ δι­α­σταύ­ρω­ση θὰ ἔ­στρε­φε τὸ βλέμ­μα του πρὸς τὰ ἀ­ρι­στε­ρά: ἡ δι­ά­τρη­τη ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς ἀ­πέ­ραν­της πρό­σο­ψης θὰ τὸν ἔ­κα­νε νὰ στα­μα­τή­σει, νὰ ση­κώ­σει τὰ μά­τια μέ­χρι τοὺς τε­λευ­ταί­ους ὀ­ρό­φους: ἕ­να πε­λώ­ριο πλέγ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρα πα­ρά­θυ­ρα, ἐ­κτει­νό­με­νο πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση, νὰ τὸν ζα­λί­ζει μὲ τὴν ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ θὰ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­τι μπαλ­κο­νό­πορ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτά, εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­να, δι­α­θέ­σι­μα γιὰ μιὰ ἀ­κα­τα­νό­η­τη ψευ­δαί­σθη­ση ποὺ θὰ με­γά­λω­νε τὴ μο­να­ξιὰ τῆς ἀ­κα­τοί­κη­της συ­νοι­κί­ας: θὰ ξε­πρό­βαλ­λε τὸ χέ­ρι ἢ τὸ κε­φά­λι κά­ποι­ου ποὺ εἶ­χε σκύ­ψει γιὰ νὰ τὸν δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει στὸ χι­ό­νι.

       Πα­τών­τας μὲ προ­φύ­λα­ξη, θὰ συ­νέ­χι­ζε μέ­χρι τὸ ἀρ­χον­τι­κὸ καὶ δί­πλα του τὸ κόκ­κι­νο σπί­τι, τό­σο ψη­λὸ ποὺ βυ­θι­ζό­ταν στὴν ὁ­μί­χλη. Φτά­νον­τας μπρο­στά του, θὰ ἀν­τά­μω­νε μὲ τὸν σκο­τει­νὸ προ­θά­λα­μο καὶ θὰ τὸν ἐ­πί­α­νε φό­βος. Προ­σε­κτι­κά, μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να καὶ τσι­τω­μέ­να, ὅ­πως ἕ­νας ὑ­πνο­βά­της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ περ­πα­τά­ει κα­τα­με­σῆς τοῦ ὕ­πνου, θὰ ἔμ­παι­νε, θὰ κα­τέ­βαι­νε με­ρι­κὰ σκα­λιὰ ψη­λα­φών­τας τὸν τοῖ­χο. Θὰ ἔ­ρι­χνε τὸ κε­φά­λι πί­σω καὶ θὰ φώ­να­ζε μὲ δύ­να­μη: «Ποῦ εἶ­σαι;»

       Ἡ φω­νὴ θὰ χα­νό­ταν στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα καὶ θὰ ἔ­φτα­νε μα­κριά, ὅ­μως δὲν θὰ ἀ­παν­τοῦ­σε κα­νείς. Κι ἄλ­λες φω­νὲς θὰ εἶ­χαν δι­α­πε­ρά­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι καὶ θὰ εἶ­χαν λά­βει τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τῆς σκά­λας ἢ πί­σω ἀ­πὸ κλει­στὲς πόρ­τες, τώ­ρα ὅ­μως ὁ στρα­τι­ώ­της δὲν θὰ ἄ­κου­γε οὔ­τε μί­α μα­κρι­νὴ φω­νὴ οὔ­τε ἕ­ναν ψί­θυ­ρο κον­τά του. Ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή.

       Θὰ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, θὰ ἔ­στρι­βε δε­ξιὰ καὶ θὰ κα­τέ­λη­γε σὲ μιὰ με­σαυ­λὴ πιὸ σκο­τει­νὴ ἀ­κό­μα κι ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, ὅ­που ἡ ὑ­γρα­σί­α, τὰ σκου­πί­δια, τὰ σά­πια ἀ­πο­μει­νά­ρια, ἐ­πέ­σπευ­δαν τὴ νύ­χτα. «Ποῦ εἶ­σαι;» θὰ ξα­να­φώ­να­ζε.

       Στὸ βά­θος θὰ ἔ­βλε­πε ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το ση­μεῖ­ο φω­τὸς στὸ ὕ­ψος τοῦ ἐ­δά­φους. Θὰ πλη­σί­α­ζε ἐ­κεῖ ἀρ­γά, θὰ ἔ­σκυ­βε καὶ θὰ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρα­θυ­ρά­κι. Γο­να­τι­σμέ­νος ἐ­κεῖ θὰ στα­μα­τοῦ­σε νὰ ἀ­να­πνέ­ει γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα· τὸ φῶς προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να κε­ρὶ το­πο­θε­τη­μέ­νο πά­νω σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Δί­πλα του κα­θό­ταν μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­γερ­νε ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νη στὴ δου­λειά της, τὴν ὁ­ποί­α τὰ χέ­ρια, μι­κρὰ καὶ ἀ­δύ­να­τα, δι­εκ­πε­ραί­ω­ναν μὲ σβελ­τά­δα. Θὰ ἔ­βλε­πε τὸ σχε­δὸν ἄ­σπρο κε­φά­λι της καὶ τὴν ἔκ­φρα­ση προ­σή­λω­σης, τὰ χα­μη­λω­μέ­να μά­τια ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζον­ταν ἀ­πὸ ρυ­τί­δες καὶ σκι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­ρι­χνε τὸ κε­ρὶ πά­νω στὴν γε­ρόν­τισ­σα ποὺ ἔ­ρα­βε ἀ­μί­λη­τη.

       «Ἔι, μά­να» —θὰ ἔ­λε­γε μὲ βε­βι­α­σμέ­νη φω­νή, τεν­τω­μέ­νος καὶ βυ­θι­σμέ­νος σὲ μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη ἀ­γω­νί­α—. «Ἐ­γὼ εἶ­μαι» – καὶ μὲ τὰ δά­χτυ­λα ξυ­λια­σμέ­να θὰ τυμ­πά­νι­ζε τὰ τζά­μια τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, ὅ­μως σὲ αὐ­τὸ τὸ κά­λε­σμα ἡ μη­τέ­ρα δὲν θὰ ἀ­παν­τοῦ­σε οὔ­τε θὰ ἔ­παιρ­νε εἴ­δη­ση καὶ ὅ­λη της ἡ προ­σο­χὴ θὰ ἀ­φι­ε­ρω­νό­ταν στὴν κί­νη­ση τῆς βε­λό­νας. «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; Δὲν μ’ ἀ­κοῦς;» Θὰ νό­μι­ζε ὅ­τι μι­λοῦ­σε, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον δὲν θὰ ἔ­φτα­νε κὰν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ προ­φέ­ρει αὐ­τὰ τὰ λό­για καὶ θὰ ἔ­νι­ω­θε νὰ τὸν δι­α­περ­νά­ει ὑ­γρὸς ἀ­έ­ρας καὶ μο­να­ξιά. Θὰ ἔ­κλει­νε τὰ μά­τια, θὰ ση­κω­νό­ταν καὶ θὰ σκε­φτό­ταν νὰ ψά­ξει γιὰ τὴν πόρ­τα ἐ­κεί­νου τοῦ δω­μα­τί­ου, ἀ­μέ­σως ὅ­μως θὰ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε ὅ­τι ἦ­ταν μά­ται­ο, ὅ­τι δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ πιὰ νὰ ξα­να­μι­λή­σει μὲ τὴ μά­να του, οὔ­τε ἐ­κεῖ οὔ­τε που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ, καὶ θὰ ἄγ­γι­ζε τὸν τοῖ­χο σὰν νὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κό του στή­ριγ­μα. Θὰ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα καὶ θὰ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν μιὰ ἄλ­λη μι­κρὴ λάμ­ψη, καὶ θὰ γο­νά­τι­ζε καὶ θὰ κοί­τα­ζε ξα­νὰ μὲ λα­χτά­ρα: δύ­ο γυ­ναῖ­κες, ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἄλ­λη, κου­βέν­τια­ζαν καὶ χει­ρο­νο­μοῦ­σαν σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κού­σει. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ θὰ κα­θό­ταν ἐ­κεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα, προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει κά­τι, νὰ συλ­λά­βει τὸν δι­ά­λο­γο τῶν δύ­ο ξα­δελ­φῶν του, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­γνώ­ρι­ζε κα­θα­ρά, ὅ­πως τὶς εἶ­δε τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, ἀλ­λὰ στ’ αὐ­τιά του δὲν θὰ ἔ­φτα­νε κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς φω­νές τους, τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρά­θυ­ρου ἔ­μοια­ζε μὲ τυ­φλὸ τοῖ­χο. Ναί, ἐ­κεῖ θὰ ξε­χνοῦ­σε τὶς σφαῖ­ρες ποὺ χό­ρευ­αν πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι του σὰν νὰ ἦ­ταν κά­τι ποὺ εἶ­χε συμ­βεῖ πολ­λὰ χρό­νια πρίν, καὶ γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα θὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν αὐ­θόρ­μη­τη κου­βέν­τα τῶν δυ­ὸ γυ­ναι­κῶν ποὺ κά­θον­ταν κα­τα­πρό­σω­πο. Μό­νο το νε­ρὸ μιᾶς ὑ­δρορ­ρο­ῆς ἔ­στα­ζε σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τῆς με­σαυ­λῆς.

       «Κα­σίλ­ντα, Κα­σίλ­ντα!» θὰ φώ­να­ζε ἀ­κού­γον­τας τὴν ἴ­δια του τὴ φω­νὴ σ’ ἐ­κεί­νη τὴ με­σαυ­λὴ τοῦ θα­νά­του, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­νώ­φε­λο νὰ φω­νά­ζει αὐ­τοὺς ποὺ δὲν εἶ­χαν κα­νέ­να ὄ­νο­μα.

       Θὰ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴν ἄλ­λη γυ­ναί­κα, αὐ­τὴν γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε ἔρ­θει, μιὰ γυ­ναί­κα ὄ­μορ­φη, εὔ­σω­μη, καὶ μὲ κό­πο θὰ ἔ­ρι­χνε μιὰ μα­τιὰ τρι­γύ­ρω καὶ θὰ πλη­σί­α­ζε σ’ ἕ­να ἄλ­λο πα­ρα­θυ­ρά­κι ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στὸ καὶ κα­τό­πιν σὲ ἄλ­λο καὶ σὲ ἄλ­λο, καὶ στὸ τρί­το θὰ ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­τι­σμέ­νη σχι­σμὴ καὶ ἀ­πὸ μέ­σα της θὰ ἀ­να­κά­λυ­πτε τὴ μορ­φὴ μιᾶς νέ­ας γυ­ναί­κας ποὺ χτέ­νι­ζε μὲ ζῆ­λο τὶς μα­κρι­ές της μποῦ­κλες ποὺ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους της. Μιὰ χτέ­να γλι­στροῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ κα­τὰ μῆ­κος ἐ­κεί­νων τῶν σκού­ρων μαλ­λι­ῶν, καὶ τὸ λευ­κὸ χέ­ρι, τὸ μο­να­δι­κὸ ποὺ δι­α­κρι­νό­ταν στὸ ἡ­μί­φως, ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κού­ρα­στα κά­νον­τας αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε δεῖ νὰ κά­νει ἐ­πὶ μέ­ρες ἡ ἀ­δερ­φή του, ἀ­πὸ παι­δί, μὲ κι­νή­σεις ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ταν ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρές.

       Θὰ κοί­τα­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ δυσ­δι­ά­κρι­το πρό­σω­πο καὶ θὰ ἤ­θε­λε νὰ μά­θει για­τί ἡ ἀ­δερ­φή του ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τί δου­λειὰ εἶ­χε μπρο­στά του, τί ἤ­θε­λε νὰ τοῦ πεῖ, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα δὲν θὰ ξε­κα­θα­ρι­ζό­ταν τί­πο­τα. Θὰ ἀ­πέ­στρε­φε τὸ βλέμ­μα, πρῶ­τα πρὸς τὸ σκο­τά­δι τοῦ δω­μα­τί­ου, ἔ­πει­τα πρὸς τὸ πλαί­σιο τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, στὸν τοῖ­χο, στὸ ἔ­δα­φος μὲ τὸ βρώ­μι­κο χι­ό­νι, καὶ θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ γυ­ρί­σει στὸν δρό­μο. Ὅ­μως μὲ πά­σα βε­βαι­ό­τη­τα θὰ τοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ θυ­μη­θεῖ τὴ δι­α­δρο­μή.

       Ὁ στρα­τι­ώ­της ποὺ ἔ­χει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι του τὸ νό­μι­σμα, ψι­θυ­ρί­ζει:

       «Δὲν ἤ­θε­λες νὰ πᾶς; Τώ­ρα ἔ­χεις τὴν εὐ­και­ρί­α. Κάν­΄ το.»

       Ἀλ­λὰ δὲν παίρ­νει ἀ­πάν­τη­ση. Τα­ρα­κου­νά­ει τὸν σύν­τρο­φό του, τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὴ χλαί­νη καὶ δι­αι­σθά­νε­ται τὸ βά­ρος τοῦ πα­ρα­δο­μέ­νου χε­ριοῦ. Κά­νει νὰ τὸν φω­τί­σει μὲ τὸν ἀ­να­πτή­ρα, ἀλ­λὰ συγ­κρα­τεῖ­ται: κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι ἔ­χει ἔρ­θει ἡ σει­ρά του, πρέ­πει τώ­ρα νὰ πά­ει ὁ ἴ­διος στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι, νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ τοί­χου καὶ νὰ βγεῖ στὸν δρό­μο ποὺ ἔ­χει κλεί­σει ἀ­πὸ σω­ροὺς ἐ­ρει­πί­ων, ἀ­πὸ τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη πτώ­ση μι­κρο­σκο­πι­κῶν χιο­νο­νιφάδων.

 

 

 

Viva la Quinta Brigada!

Ay Carmela!

  

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο διηγημάτων Largo noviembre de Madrid (ἐκδόσεις Bruguera, 1980).

 

Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (J­u­an E­d­u­a­r­do Z­ú­ñ­i­ga). (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τουρ­γκέ­νι­εφ με τί­τλο L­os im­po­si­bl­es a­fe­ct­os de I­van Tur­gue­ni­ev καὶ ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των La­rgo no­vi­e­m­bre de Ma­d­rid, La tier­ra se­rá un pa­ra­í­so & Ca­pi­tal de la glo­ria. Μὲ τὸ Ca­pi­tal de la glo­ria κέρ­δι­σε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο S­a­l­a­m­bó. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: