Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Μεγάλο ψυγεῖο

 

 

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев)

 

Μεγάλο ψυγεῖο

(Голям хладилник)

 

ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς τους ἀ­πὸ τὸ Ἐλ­σίν­κι, ὁ τσούκ­τσα(1) καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­χουν ἀ­ρά­ξει στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο «Ρω­σί­α», μό­νο δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ Κεν­τρι­κὸ Κρα­τι­κὸ Πο­λυ­κα­τά­στη­μα, τὸ πρώ­ην ἀ­νά­κτο­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ Κρεμ­λί­νο.

       Ἔ­χον­τας γευ­θεῖ τὶς ἀ­νέ­σεις τῆς Εὐ­ρώ­πης, τὸ ζευ­γά­ρι ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ συν­δυά­σει τὸ τερ­πνὸν με­τὰ τοῦ ὠ­φε­λί­μου. Τὸ πο­λυ­κα­τά­στη­μα βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὴ μύ­τη τους καὶ οἱ δυ­ό τους ξε­κι­νᾶ­νε νὰ ἀ­γο­ρά­σουν ἕ­να ψυ­γεῖ­ο, ποὺ θὰ τὸ πά­ρουν μα­ζί τους, γιὰ νὰ τὸ πᾶ­νε στὴν τούν­δρα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα το ἀ­νε­βά­σουν σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, τρέ­νο, σχε­δί­α καὶ ἕλ­κη­θρο.

       Πέ­ρα-δῶ­θε στοὺς δι­α­δρό­μους, πά­νω-κά­τω στοὺς ὀ­ρό­φους, γύ­ρω-γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σιν­τρι­βά­νια μὲ τοὺς μι­κροὺς μαρ­μά­ρι­νους Ἔ­ρω­τες, ἐ­πι­τέ­λους τὸ ζευ­γά­ρι φτά­νει στὰ ψυ­γεῖ­α. Ἀ­πὸ τὰ μι­κρὰ «Μο­ρόζ­κο» μέ­χρι τὰ με­γά­λα «Ζὶλ» καὶ «Νέ­βα» μὲ τοὺς δι­πλοὺς κα­τα­ψύ­κτες.

       Ὁ τσούκ­τσα τὰ κοι­τά­ζει, βά­ζει τὸ κε­φά­λι του μέ­σα στὰ ψυ­γεῖ­α, ὕ­στε­ρα χώ­νει κε­φά­λι καὶ ἡ γυ­ναί­κα του. Οἱ πω­λή­τρι­ες τοὺς τρι­γυρ­νᾶ­νε, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πιά­σουν κου­βέν­τα, ἀλ­λὰ ὁ τσούκ­τσα ξέ­ρει μο­νά­χα ἕ­να πράγ­μα:

      — «Με­γα­λύ­τε­ρο! Με­γα­λύ­τε­ρο!»

      Τὰ κο­ρί­τσια ἀ­πο­ροῦν, κα­λοῦν τὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ἀ­πο­θή­κης.

       «Πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται;» – ρω­τᾶ αὐ­στη­ρὰ ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­χει δι­α­βά­σει τὸ Χάρ­τη τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των, ἐ­πει­δὴ ἁ­πλού­στα­τα δὲν τὸν ἔ­χουν δη­μο­σι­εύ­σει στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἀλ­λὰ καὶ γιὰ ποι­ὰ δι­και­ώ­μα­τα θὰ τοῦ μι­λά­ει αὐ­τὸς ἐ­δῶ, ὁ χα­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα, ὅ­ταν ἤ­δη ἐ­πὶ δύο ὧ­ρες τοὺς φαρ­μα­κώ­νει τὴν ζω­ὴ μὲ τὰ λό­για «με­γα­λύ­τε­ρο καὶ με­γα­λύ­τε­ρο!»

       Δὲν ὑ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρο! Ὁ προ­ϊ­στά­με­νος κα­τευ­θεῖ­αν πο­δο­πα­τά­ει τὰ δι­και­ώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που:

       «Ρέ, ἐ­σὺ ζεῖς στὴν ἄ­κρη τοῦ κό­σμου, μέ­σα στὴν τούν­δρα. Τί στὸ κα­λὸ τὸ θέ­λεις τὸ ψυ­γεῖ­ο;»

       «Ἄ-α-α…» —κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι ὁ τσούκ­τσα—. «Οἱ θερ­μο­κρα­σί­ες ἔ­ξω εἶ­ναι μεῖ­ον 70, μέ­σα στὴν σκη­νὴ μεῖ­ον 30, καὶ στὸ ψυ­γεῖ­ο μεῖ­ον 4. Μπαί­νεις μέ­σα, ζε­σταί­νε­σαι.»

 

(1) Ὁ κά­τοικος τῆς Τσου­κότ­κα. Αὐτό­νο­μος θύ­λα­κας στὴν βο­ρειο­α­ντο­λικὴ ἐσχα­τιὰ τῆς Ρωσί­ας.

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: