Μιχαήλ Μήτρας: Ὅπως συμβαίνει συχνά

 

 

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας

 

Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­χνά

 

δὲν εἶ­χαν ἀν­ταλ­λά­ξει ἀ­κό­μα οὔ­τε—θυ­μή­θη­κε πα­ρό­μοι­ες σκη­νές—με­τά—σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ση­μεῖ­α τῆς πό­λης—μιὰ ἁ­πλὴ πρό­τα­ση—ἂν καὶ νύ­χτα τὰ κύ­μα­τα φαί­νον­ταν στὴν ἀ­κτή—νὰ πα­ρα­τεί­νουν τὴν πα­ρα­μο­νή τους—ἡ αἰ­τί­α ποὺ δέν—μιὰ ἀ­κό­μα εὐ­και­ρί­α—συ­νή­θι­ζε ν’ ἀ­κού­ει τὴν ἐκ­πομ­πή—ἀρ­γό­τε­ρα—μιὰ ἀ­λα­ζο­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση πού—ἔ­πρε­πε νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὸ ἔν­τυ­πο—ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα τὸ βρά­δυ—ἔ­μοια­ζε πὼς ἔ­ψα­χνε κά­ποιον ἐ­κεῖ—ἀλ­λά—τὸ βλέμ­μα της ἔ­δει­χνε νά—ἦ­ταν θέ­μα χρό­νου σκέ­φθη­κε—με­σο­λα­βοῦν κε­νὰ σι­ω­πῆς—δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ βρέ­ξει ὅ­ταν—μι­λοῦ­σε γρή­γο­ρα—ἔ­δει­χνε πὼς πε­ρί­με­νε νὰ συμ­βεῖ—κά­τι ὅ­μως—ἀ­στο­χί­ες ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ μιὰ πε­ριρ­ρέ­ου­σα ἀ­νη­συ­χί­α—ἴ­σως για­τὶ ἐ­κεί­νη βι­ά­στη­κε νὰ φύ­γει—ἕ­να ἐ­πι­φώ­νη­μα ἔκ­πλη­ξης ἐκ μέ­ρους του—οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νες συν­θῆ­κες τὸ ἐ­πέ­βαλ­λαν—ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή—πόρ­τες ποὺ ἄ­νοι­γαν αὐ­τό­μα­τα—γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες στὸν τη­λε­φω­νη­τή—μ’ ἕ­να πο­τή­ρι ἄ­σπρο κρα­σί—ἔ­μοια­ζε μὲ παι­χνί­δι—σφύ­ριγ­μα τραί­νου ποὺ ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ ξε­κι­νή­σει—τὸ δω­μά­τιο σχε­δὸν σκο­τει­νὸ ἀλ­λά—ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε χρω­μα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια—μιὰ ἀ­προσ­δό­κη­τη δι­α­στο­λή—ἀν­τι­φα­τι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα ἔ­δει­χνε—μιὰ κα­τάλ­λη­λη γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση ἀν­τί­δρα­σή του—ἀ­κα­τα­στα­σί­α ποὺ ἀ­δη­μο­νοῦ­σε νὰ μπεῖ σὲ τά­ξη—νὰ κα­τα­λά­βει τί μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νει ὁ τρό­πος συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς—ἀ­πὸ τὶς δύ­ο πλευ­ρές—τὸν ρώ­τη­σε ἂν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ πράγ­μα­τα ποὺ κά­πο­τε εἶ­χαν συμ­βεῖ—κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι της καί—πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ πεῖ κά­τι—τό­τε ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὸ πα­ρόν—ἡ ἐκ­δο­χὴ μιᾶς μο­να­χι­κῆς δι­α­δρο­μῆς μέ—ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του γιὰ νὰ πά­ρει τὸν κα­φέ—μιὰ με­λω­δί­α ποὺ θύ­μι­ζε ἄλ­λες ἐ­πο­χές—ἡ πρώ­τη συ­νάν­τη­σή τους—προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει γιὰ ποι­ὸ πράγ­μα μι­λοῦ­σε—ἀλ­λὰ ἂν συ­νε­χι­ζό­ταν αὐτὴ ἡ κα­τά­στα­ση—ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ ἐ­ξώ­πορ­τα εἰ­σέ­βαλ­λαν οἱ θό­ρυ­βοι τοῦ δρό­μου—τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ μεί­νει ἀ­να­πάν­τη­το τὸ ἐ­ρώ­τη­μά του—δή­λω­νε κα­τα­νό­η­ση ἢ ἀ­δι­α­φο­ρί­α—ὄ­χι τώ­ρα—γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο—ἕ­να εἶ­δος ἀ­ο­ρι­στί­ας πού—ἀ­νε­ξή­γη­τα πα­ρά­ξε­νη τοῦ φαι­νό­ταν ἡ στά­ση της—δὲν θύ­μι­ζε καμ­μιὰ ἄλ­λη—δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό του ση­μεῖ­ο—ἀ­πὸ δυ­σπι­στί­α καὶ μό­νο—δὲν ἤ­θε­λε νὰ δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρες ἐ­ξη­γή­σεις—χά­νον­τας τὸ μέ­τρο τῶν ὁ­ρί­ων—ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ ἐ­φη­βι­κὲς δι­α­κο­πές—θέ­λον­τας νὰ τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἄλ­λων—μιὰ φαν­τα­στι­κὴ αἴ­σθη­ση—ἀ­πο­ξέ­νω­ση—δὲν ἔ­μοια­ζε σὰν κά­τι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κό—ἔ­δει­χνε νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ—μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ εἰ­λι­κρι­νής—δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­ει τὸν ἀν­τί­λα­λο τῆς θά­λασ­σας—στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ λαν­θα­σμέ­νος κω­δι­κὸς πρό­σβα­σης—κά­τι σὰν πα­ρα­πέ­τα­σμα κα­πνοῦ—πὼς θὰ τὴν προ­σέγ­γι­ζε πά­λι—γρή­γο­ρη ἐ­ναλ­λα­γὴ εἰ­κό­νων—ἀ­να­ζή­τη­ση—πάν­τα μὲ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου—νεῦ­μα ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­ας—φῶς σὲ δι­α­στο­λή—νὰ ξα­να­βρεῖ τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της—μιὰ δο­κι­μα­σμέ­νη μέ­θο­δος—τύ­χη—ἂν ἄλ­λα­ζε τὸ χρῶ­μα τοῦ κρα­γιόν της—τὸ αὐ­το­κί­νη­το πα­ρέ­με­νε στὴ θέ­ση του—ἀ­νυ­πό­μο­νος—ἐ­πι­στρέ­φον­τας με­τὰ ἀ­πὸ και­ρό—ἄ­γνω­στο ἀν­τι­κεί­με­νο—ἐ­πί­δρα­ση—ἀγ­γί­ζον­τας μέ—ὀμ­πρέλ­λα γιὰ πι­θα­νὴ βρο­χή—σὲ μι­κρο­γρα­φί­α τό—μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη αἴ­σθη­ση—ἕ­να αἴ­νιγ­μα ποὺ δέν—πρώ­τη εἴ­δη­ση στὰ δελ­τί­α—ἐμ­μο­νὴ στὴ ἐ­πα­νά­λη­ψη—αὐ­το­βι­ο­γρα­φού­με­νος ἴ­σως—ἡ ἑ­πό­με­νη μέ­ρα—ἄν— μὲ ἀ­ό­ρι­στο χρο­νι­κὸ ὅ­ριο—προ­σέλ­κυ­ση—στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ λό­φου—πρέ­πει νὰ δι­α­λέ­ξει τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή—σὲ πε­ρί­λη­ψη—μὲ τὸ και­νούρ­γιο της φό­ρε­μα—ἀρ­γό­τε­ρα—χω­ρὶς προ­η­γού­με­νο—ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­χνά—μή­πως—ἐ­πέ­με­νε ζη­τών­τας ἐ­ξη­γή­σεις—σὲ ἀρ­χι­κὸ στά­διο ἀ­κό­μα—ἀλ­λά­ζον­τας δω­μά­τιο ὅ­ταν—ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή—θυ­μή­θη­κε ξαφ­νι­κὰ καί—σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση—ἕ­τοι­μη νά—ἀ­φή­γη­ση σὲ χρό­νο ἀ­ό­ρι­στο—μιὰ σκη­νὴ ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται—τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο—ἡ κα­θυ­στέ­ρη­ση εἶ­ναι σφάλ­μα—γυ­ρί­ζον­τας σε­λί­δα μέ—χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­πάν­τη­ση—μιὰ βι­α­στι­κὴ ἀ­να­χώ­ρη­ση—ἐ­πι­φώ­νη­μα—νὰ τῆς ἀ­φή­σει ἕ­να ση­μεί­ω­μα μέ—πε­ρι­γρα­φή—ἀ­να­ζη­τών­τας τὴν σκιὰ τῶν δέν­τρων—χει­ρο­νο­μί­ες καὶ ἔκ­φρα­ση ἀ­μη­χα­νί­ας—σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μεῖ­α τοῦ μα­κρι­νοῦ ὁ­ρί­ζον­τα—σκη­νὲς ἀ­πὸ ἕ­να τα­ξί­δι ὅ­ταν—ἀ­ο­ρι­στί­α—ἦ­ταν μιὰ σύμ­πτω­ση τε­λι­κά—

 

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας (Βό­λος, 1944). Ποί­η­ση, πεζογραφία, δι­ή­γη­μα, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση, m­a­il a­rt. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ρα­δι­ο­σκη­νο­θε­σί­α στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Χρο­νι­κό, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Φανταστικὴ νουβέλα (πεζογραφία, 1972).

 

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: