Τάσος Καλούτσας: Ψεύτης προφήτης

 

 

 

Τάσος Καλούτσας

 

Ψεύτης προφήτης

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ παι­ζό­ταν ὁ τε­λι­κὸς τοῦ μουν­τιάλ. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ βλέ­πα­νε τ’ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ σχη­μα­τί­ζουν οὐ­ρὰ μέ­σα στὴ ζέ­στη, γυρ­νών­τας βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Κι ἦ­ταν σχε­δὸν οἱ μό­νοι ποὺ τα­ξί­δευ­αν ἀν­τί­θε­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ θυ­μοὺς καὶ πεί­σμα­τα δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δων, ἕ­ναν τρο­με­ρὸ κα­βγά, —κι ἀ­φοῦ τοῦ εἶ­χε πεῖ «κα­λη­νύ­χτα, γιὰ πάν­τα!­»—, ξα­να­βρί­σκον­ταν, γιὰ νὰ δοῦν τί συ­νέ­χεια θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς σχέ­σης τους.  

       Ἔ­φτα­σαν νω­ρὶς στὸ γνω­στὸ τα­βερ­νά­κι, δί­πλα στὴ θά­λασ­σα. Ὁ ἥ­λιος δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δύ­σει καὶ βλέ­πα­νε τὸ νε­ρὸ νὰ σκά­ει σὲ μι­κρὰ κυ­μα­τά­κια, κά­τω ἀ­π’ τὸν ξύ­λι­νο φρά­χτη, στὴν ἄ­κρη τῆς ἀ­λέ­ας, ὅ­που κα­θί­σα­νε. Τὸ πρῶ­το ποὺ ζή­τη­σε νὰ τοὺς φέ­ρουν ἦ­ταν τὸ λευκὸ κρα­σὶ ποὺ τό­σο τῆς ἄ­ρε­σε.

       Τοῦ ξέ­φυ­γε μιὰ νύ­ξη γιὰ τὸν κα­βγά, καὶ δι­α­πί­στω­σε, γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά, ὅ­τι δὲν ἔ­κα­νε οὔ­τε βῆ­μα πί­σω. Τῆς εἶ­πε πὼς δὲν ἄν­τε­χε τό­ση ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα ἀ­πὸ μέ­ρους της, κα­θὼς καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔ­κλει­νε τ’ αὐ­τιά της, ὅ­ταν τῆς μι­λοῦ­σε. Ὅ­σο γιὰ κεῖ­νο τὸ «κα­λη­νύ­χτα, γιὰ πάν­τα!» ποὺ ξε­στό­μι­σε, πρό­σθε­σε, τοῦ φαι­νό­ταν πέ­ρα γιὰ πέ­ρα γε­λοῖ­ο.

       «Ἀ­φοῦ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ζή­σεις χω­ρὶς ἐ­μέ­να…» τῆς εἶ­πε, μ’ ἕ­να λί­γω­μα στὴ φω­νή του.

       «Οὔ­τε ἐ­γὼ χω­ρὶς ἐ­σέ­να…» πρό­σθε­σε σι­γα­νὰ καὶ κα­τέ­βα­σε μιὰ γου­λιὰ κρα­σί.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ χτύ­πη­σε τὸ κι­νη­τό του καὶ τὸν κοί­τα­ξε χο­λω­μέ­νη.

       «Μὴν ἀ­παν­τή­σεις… Θὰ μα­λώ­σου­με πά­λι!»

       Ἕ­να ἀ­μή­χα­νο χα­μό­γε­λο εἶ­χε πα­γώ­σει στὸ πρό­σω­πό του.

       Πα­ράγ­γει­λε ψά­ρια. Κοί­τα­ζε τὴν καμ­πύ­λη τοῦ λαι­μοῦ της, τὸ συμ­με­τρι­κὸ φού­σκω­μα τοῦ στή­θους της καὶ τὰ μαλ­λιά της ποὺ ἦ­ταν ση­κω­μέ­να πί­σω, γιὰ νὰ μὴν τὴν ζε­σταί­νουν. Τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να της καὶ τῆς τὸ εἶ­πε.

       Ὅ­ταν ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φε­ρε τὰ λι­θρί­νια, τῆς ἔ­δω­σε καὶ τὸ κε­φά­λι τοῦ δι­κοῦ του ψα­ριοῦ, ἐ­πει­δὴ τῆς ἄ­ρε­σε. Ἡ  Κ. ρού­φη­ξε ἡ­δο­νι­κὰ λί­γο ἀ­π’ τὸ κρα­σί της.

       «Τί ὡ­ραῖ­α!» τῆς εἶ­πε. Θὰ ἤ­θε­λε, ἂν γι­νό­ταν, νὰ στα­μα­τοῦ­σε τὸ χρό­νο ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Ὁ ἥ­λιος ἔ­μοια­ζε μὲ πυ­ρα­κτω­μέ­νο ρουμ­πί­νι καὶ τὴν πα­ρα­κι­νοῦ­σε νὰ στρα­φεῖ πί­σω της νὰ τὸ δεῖ.

       «Ἄν σοῦ εἶ­χε δώ­σει τὸ κλει­δὶ ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ σπί­τι…» τοῦ ἔ­κα­νε μὲ νό­η­μα.

       Στὴν ἀρ­χὴ δὲν κα­τά­λα­βε.

       «Ναὶ» εἶ­πε με­τά.

       «Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ πᾶ­με…»

       Σκέ­φτη­κε τὸ ἐ­ξο­χι­κὸ τοῦ ξα­δέλ­φου του ποὺ ἔ­λει­πε τα­ξί­δι, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ ἀ­κρω­τη­ρί­ου, ἀ­νοι­χτὸ στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα καὶ τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ δρο­σιὰ τῆς θά­λασ­σας. Σὲ λί­γο τοῦ τὸ ξα­νά­πε, ἐ­νῶ τρι­γύ­ρω τους τὸ φῶς ξε­ψυ­χοῦ­σε κι ἡ νύ­χτα ἄ­να­βε τὰ δι­κά της λαμ­πι­ό­νια. Κά­ποι­α στιγ­μή, μὲ μά­γου­λα ἐ­λα­φρὰ κοκ­κι­νι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ κρα­σί, τὴν ρώ­τη­σε τί χρῶ­μα ἐ­σώ­ρου­χο φο­ροῦ­σε, κι ἐ­κεί­νη, «ἁ­πα­λὸ μπέζ», τοῦ εἶ­πε, μὲ τρε­μου­λια­στὴ φω­νή.

       «Πό­τε μὲ σκέ­φτη­κες ἐ­ρω­τι­κὰ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά;»

       «Σή­με­ρα», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. 

       Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τὸ ἐν­δε­χό­με­νο τοῦ ἐ­πι­κεί­με­νου χω­ρι­σμοῦ δὲν εἶ­χε παί­ξει τὸ ρό­λο του στὴν ἔ­ξα­ψη ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­νά­με­σά τους.

       Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ φύ­γου­νε, πῆ­γε στὴν του­α­λέ­τα νὰ ξε­πλύ­νει τὰ χέ­ρια του καὶ εἶ­δε τοὺς σερ­βι­τό­ρους, μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Λα­ϊ­κὰ παι­διά, μι­λοῦ­σαν ζω­η­ρὰ κι ἔ­κα­ναν προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ πι­θα­νὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τοῦ τε­λι­κοῦ.

       «Ἔ­λα, ἕ­να-μη­δὲν ἡ Ἱ­σπα­νί­α… Αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι καὶ τὸ τε­λι­κὸ σκόρ!» ἀ­πο­φάν­θη­κε, μὲ ἀ­πό­λυ­τη σι­γου­ριά.

       Στρά­φη­καν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν μὲ ἀ­πο­ρί­α. «Μὰ ἐ­μεῖς θέ­λου­με νὰ κερ­δί­σουν οἱ μι­κρὲς Ὀλ­λαν­δέ­ζες…» δι­ε­φώ­νη­σε γε­λών­τας ἕ­νας νε­α­ρός. «Τὸ γά­λα τῆς μι­κρῆς Ὀλ­λαν­δέ­ζας…» εἰ­ρω­νεύ­τη­κε ἕ­νας ἄλ­λος.

       «Ἄ!» ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος κι  ἔ­φυ­γε.

       Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι του στὸ κυ­λο­τά­κι της καὶ γλί­στρη­σε τὰ δά­χτυ­λά του πο­λὺ χα­μη­λὰ στὴ μα­λα­κὴ σάρ­κα τοῦ ἐ­φη­βαί­ου της, μέ­χρι ποὺ ἐ­κεί­νη ἀ­να­­ρί­γη­σε. Τὰ ἔ­φε­ρε με­τὰ στὸ πρό­σω­πό του, καὶ τὰ μύ­ρι­σε. Εὐ­ω­δί­α­ζαν ἀ­πὸ τὸ ἄ­ρω­μά της. Πάρ­κα­ρε δε­ξιὰ καὶ τὴν ἅρ­πα­ξε ρου­φών­τας μὲ πά­θος τὰ χεί­λη της .

       Μὲ τὴ φαν­τα­σί­α του τὴν ἔ­βλε­πε νὰ φθά­νει στὴν πρω­τεύ­ου­σα, ὅ­που τὴν ὑ­πο­δέ­χον­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της μὲ τὴν ἀ­νι­ψιά της καὶ τὴν ὁ­δη­γοῦ­σαν στὴν κά­μα­ρη τοῦ ἄρ­ρω­στου πα­τέ­ρα τους. Ἡ κα­τά­στα­σή του εἶ­χε χει­ρο­τε­ρέ­ψει κι αὐ­τὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι θὰ ἦ­ταν κρί­σι­μο.

       Τέ­λος τὴν ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε μ’ ἕ­να χει­ρο­φί­λη­μα καὶ τῆς εὐ­χή­θη­κε «κα­λὸ τα­ξί­δι!­».

       Μπαί­νον­τας στὸ σπί­τι δι­α­πί­στω­σε πὼς ἦ­ταν μό­νος του, τὸ σα­λό­νι σι­ω­πη­λό. Στρώ­θη­κε ν’ ἀ­πο­λαύ­σει τὸ ὑ­πό­λοι­πο μάτς. Κά­ποι­α στιγ­μή, στὴν πα­ρά­τα­ση, οἱ Ἰ­σπα­νοὶ βά­λα­νε γκὸλ καὶ οἱ Ὀλ­λαν­δοὶ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το πιὰ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν. Τὸ μὰτς τέ­λειω­νε μὲ ξέ­φρε­νους πα­νη­γυ­ρι­σμούς. Θυ­μή­θη­κε, μὲ ὕ­φος θρι­αμ­βευ­τι­κό, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε πεῖ στοὺς νε­α­ροὺς σερ­βι­τό­ρους. Σὰ νὰ τοὺς ἄ­κου­γε κι­ό­λας νὰ τὸν σχο­λιά­ζουν, χει­ρο­νο­μών­τας καὶ κου­νών­τας ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κά το κε­φά­λι τους : «Ἔ­πε­σε διά­να, ὁ τύ­πος… Σκέ­τος προ­φή­της!­».

       Με­τὰ ἔ­ψα­ξε στὸ κι­νη­τό του, νὰ δεῖ τὴν ἀ­να­πάν­τη­τη…

       Σχη­μά­τι­σε ἀ­μέ­σως τὸ νού­με­ρό της. Ἀ­πὸ τ’ ἀ­κου­στι­κὸ ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τὶ του στριγ­κὲς γυ­ναι­κεῖ­ες φω­νὲς ἀ­νά­κα­τες μὲ μου­σι­κὴ καὶ παι­δι­κὰ γέ­λια.

       «Ἔ­λα, μὲ πῆ­ρες; Ἤ­μουν στὸ λου­τρὸ τό­τε καὶ δὲν πῆ­ρα εἴ­δη­ση…»

       Πάν­τως ἡ φω­νὴ τῆς γυ­ναί­κας του ἀ­κου­γό­ταν ἤρεμη καὶ σταθερή, ὅπως συνήθως.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­­μο­­σί­­ευ­­ση: περ. Πλανόδιον, τχ 51, Δεκέμβριος 2011 («48 Μι­κρά Δι­η­γή­μα­τα Ἑλ­λή­νων Συγ­γρα­φέ­ων [Πρῶ­το Μέ­ρος (1/2)]).

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).