Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου Τρεντέλ: Ἑλληνικός

 

 

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τὲλ

 

Ἑλ­λη­νι­κός

 

ΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΪ, Πα­ρα­σκευ­ή, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νη ἀ­κό­μα, ἔ­πια­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἂν ἤ­ξε­ρα νὰ κά­νω τούρ­κι­κο. Ξαφ­νι­κὰ θυ­μή­θη­κα ὅ­τι πά­ει και­ρὸς ποὺ τὸν λέ­με ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ ἕ­να τέ­τοι­ο ἱ­στο­ρι­κὸ λά­θος μ’ ἔ­κα­νε νὰ ξυ­πνή­σω τε­λεί­ως .

       Στὸ βά­θος τοῦ ντου­λα­πιοῦ πί­σω ἀ­πὸ τὰ κου­τιὰ κα­φὲ καὶ τσά­ι βρῆ­κα κά­τι ἀ­το­μι­κὲς δό­σεις ἑλ­λη­νι­κοῦ κα­φὲ ποὺ εἶ­χε φέ­ρει ἡ μα­μά, ὅ­ταν ἦρ­θε γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη πέρ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι, «Δὲν ἔ­χε­τε τέ­τοι­ο κα­φὲ ἐ­δῶ στὴ Γαλ­λία». Εἶ­χε φέ­ρει καὶ ἕ­να μπρί­κι ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σα νὰ τὸ βρῶ καὶ πῆ­ρα ἕ­να κα­τσα­ρο­λά­κι νὰ ψή­σω τὸν κα­φὲ νι­ώ­θον­τας τε­λεί­ως αἱ­ρε­τι­κή. Ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­χα πι­εῖ ἑλ­λη­νι­κὸ ἦ­ταν ὅ­ταν μοῦ τὸν ἔ­φτια­χνε ἡ για­γιά μου, γιὰ πρω­ι­νὸ μὲ φέ­τα καὶ τρα­χα­νὰ προ­τοῦ πά­ω σχο­λεῖο.

       Ἔ­βα­λα τὸν κα­φὲ νὰ γί­νε­ται καὶ ἀ­πάν­τη­σα τὸ τη­λέ­φω­νο, ὅ­ταν ὅ­μως τό ‘κλει­σα, ὁ κα­φὲς εἶ­χε χυ­θεῖ.

       Ἐ­κεῖ πά­νω τὸ θυ­μή­θη­κα, τὸ ὄ­νει­ρο μὲ τὸν κα­φέ. Εἶ­χα δεῖ στὸν ὕ­πνο μου τὴ φί­λη μου τὴν Ντο­μι­νὶκ ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι ποὺ εἶ­ναι φι­λέλ­λην καὶ ἔ­χει ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να πε­λώ­ριο κτῆ­μα στὰ Κύ­θη­ρα («ζούγ­κλα εἶ­ναι» μοῦ λέ­ει ὅ­τι τῆς λέ­νε) καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει (ἔ­τσι τὸ λέ­ει) βο­τα­νι­κὸ κῆ­πο. Μοῦ θυ­μί­ζει τὸν Fitzcarroldo τοῦ Werner Herzog, ἀλ­λὰ δὲν τῆς τὸ λέ­ω. Δη­μι­ούρ­γη­σε τῆς λέ­ω συ­νω­μο­τι­κά, ἴ­σως συμ­πο­νε­τι­κά. Ξέ­ρω ἀ­πὸ τέ­τοι­ες δη­μι­ουρ­γί­ες. (Ἦρ­θα στὴ Γαλ­λί­α νὰ σπου­δά­σω κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ FEMIS ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­τη­σα.)

       Στ’ ὄ­νει­ρό μου ἀ­κό­μα πρό­σφε­ρα νὰ κά­νω στὴν Ντο­μι­νὶκ ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φὲ καὶ μιὰ καὶ μι­λά­ει κά­τι σπα­στὰ ἑλ­λη­νι­κά, στά­θη­κα δί­πλα στὸ μπρί­κι ποὺ εἶ­χε φέ­ρει ἡ μα­μά μου καὶ ἄρ­χι­σα νὰ τῆς ἐ­ξη­γῶ πῶς νὰ πε­τύ­χει τὸν κα­φὲ μὲ κα­ϊ­μά­κι. «Μό­λις ἀρ­χί­σει νά…» ἐ­κεῖ πά­νω στα­μά­τη­σα για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ τὴν κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη. Μέ­χρι νὰ πά­ω νὰ πά­ρω τὸ λε­ξι­κὸ γιὰ νὰ βρῶ τὸ ρῆ­μα ποὺ πε­ρι­γρά­φει τὴν κί­νη­ση τοῦ κα­φὲ ὅ­ταν εἶ­ναι ἕ­τοι­μος γιὰ σερ­βί­ρι­σμα, ὁ κα­φὲς εἶ­χε χυ­θεῖ.

       Σή­με­ρα Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ ὁ ἄν­δρας καὶ ἡ κό­ρη μου πῆ­γαν νὰ δοῦν τὸν ἐ­πι­τά­φιο στὴν γει­το­νι­κὴ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α. Ὁ ἄν­δρας μου εἶ­ναι πι­στὸς κα­θο­λι­κός, ἀλ­λὰ βρί­σκει στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α τὸ μυ­στή­ριο ποὺ οἱ κα­θο­λι­κοὶ ἔ­χουν ξε­χά­σει (οἱ ἀ­κραῖ­οι ἐ­ξαι­ροῦν­ται).

       Ἐ­γὼ πῆ­γα στὴν πι­σί­να. «Ἀν­τί­χρι­στη» μὲ λέ­ει καὶ βλέ­πω νο­ε­ρὰ τὴν μα­μά μου νὰ σταυ­ρο­κο­πι­έ­ται καὶ νὰ ἐ­πι­κρο­τεῖ. Κά­πο­τε μὲ φώ­να­ζε καὶ ἀ­πά­τρι­δη (τὴ λέ­ξη τὴν εἶ­χα ἀ­κού­σει σὲ σχέ­ση μὲ ἕ­ναν κα­τά­σκο­πο, δι­πλὸ ἢ τρι­πλό, ποὺ τὴν ξε­σή­κω­σε), ἀλ­λὰ στα­μά­τη­σε ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πῆ­ρα τὴ γαλ­λι­κὴ ὑ­πη­κο­ό­τη­τα.

       Στὴν πι­σί­να, στὸν τεσ­σα­ρα­κο­στὸ γύ­ρο ἕ­νας συγ­κο­λυμ­βη­τής μου ποὺ προ­σπά­θη­σε μᾶλ­λον νὰ μοῦ κά­νει κα­μά­κι ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά του καὶ μοῦ ‘πε. «Εἶ­ναι σο­βα­ρό», ἐν­νο­οῦ­σε τὸ κο­λύμ­πι.

       Στὸν πεν­τη­κο­στὸ γύ­ρο σὰν ἕ­να πρό­σω­πο τοῦ James Joyce ποὺ δέ­χε­ται τὴν θε­ο­φά­νεια ἢ σὰν ἀρ­χαί­α τρα­γι­κὴ ἡ­ρω­ί­δα χω­ρὶς προ­σω­πί­δα ἔ­πια­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ κά­νει ἕ­ναν πα­ραλ­λη­λι­σμό: Ἡ Ντο­μι­νὶκ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται βο­τα­νι­κοὺς κή­πους καὶ ἐ­γὼ χυ­μέ­νους κα­φέ­δες.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958) Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της ἡ συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: