Ἐλισάβετ Γρηγοριάδου: Τὸ θρανίο ἀνάποδα

 

 

Ἐλισάβετ Γρηγοριάδου

 

Τὸ θρα­νί­ο ἀ­νά­πο­δα

 

 ΚΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΑΓΟΥΡΕΤΟΣ εἶ­χαν ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­σει τὸ θρα­νί­ο καὶ τὸ στή­ρι­ζαν στὰ πό­δια τους, ὅ­ταν μπῆ­κα στὴν τά­ξη.

       Πέν­τε θρα­νί­α ἀ­ρι­στε­ρά, πέν­τε δε­ξιὰ καὶ στὴ μέ­ση τὸ ἑν­δέ­κα­το. Εἰ­κο­σι­δύ­ο μα­θη­τὲς σὲ δε­κα­πέν­τε τε­τρα­γω­νι­κά. Οἱ μα­θη­τὲς ποὺ κά­θον­ται στὰ τρί­α τε­λευ­ταῖ­α θρα­νί­α δὲν μπο­ροῦν νὰ βγοῦν, ἂν δὲ με­τα­κι­νη­θεῖ τὸ με­σαῖο θρα­νί­ο. Πό­τε ἀ­πὸ τὴ μί­α πλευ­ρά, πό­τε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη.

       Πυ­κνά, σγου­ρὰ μαλ­λιὰ ὁ Κυ­ρα­νός, στρογ­γυ­λὸ σὰν φεγ­γά­ρι πρό­σω­πο ὁ Λα­γου­ρέ­τος, ἔ­χουν προ­φα­νῶς κου­ρα­στεῖ νὰ κά­νουν τοὺς θυ­ρω­ρούς.

       «Βο­λευ­τεῖ­τε μὲ τὶς αἴ­θου­σες ποὺ ἔ­χου­με», λέ­ει ὁ Δι­ευ­θυν­τής.

      Μί­α καὶ τριά­ντα τὸ με­ση­μέ­ρι, ἕ­βδο­μη ὥ­ρα καὶ πρέ­πει νὰ δῶ τί θυ­μοῦν­ται γιὰ τὸν πλη­θω­ρι­σμό, γιὰ νὰ προ­χω­ρή­σω στὴν ἀ­νερ­γί­α.

       Σι­ω­πή. Βλέ­πω στὰ μά­τια ὅ­λων τὴν προ­σμο­νή. Τί πρό­κει­ται νὰ κά­νω;

       «Πο­λὺ ὡ­ραί­α ἰ­δέ­α τὸ θρα­νί­ο ἀ­νά­πο­δα», λέ­ω καὶ σκύ­βω γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξω τὸ βι­βλί­ο ὕ­λης. Ση­μει­ώ­νω ἡ­με­ρο­μη­νί­α, ὥ­ρα καὶ σε­λί­δα στὴν ὁ­ποί­α βρί­σκο­μαι.

 

  

Πηγή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἐλι­σά­βετ Γρη­γο­ριά­δου (1964). Σπού­δα­σε Νομικὰ στὸ Ἀρι­στο­τέ­λειο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­η­γήμα­τά της ἔχουν δη­μο­σιευ­θεῖ στὸ περ. Παν­δώ­ρα τχ. 21 καὶ στὸ Intellectum τχ. 4,6,7.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: