Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν

 

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν

(Ventanas de los últimos instantes)

 

Υ­Ο ΑΝ­ΤΡΕΣ ΠΥ­ΡΟ­ΒΟ­ΛΟΥΝ ἀ­πὸ μιὰ γω­νί­α μὲ τοί­χους καὶ μπά­ζα. Ἀ­ό­ρα­τα θραύ­σμα­τα βλη­μά­των αἰ­ω­ροῦν­ται γύ­ρω τους· τοὺς κυ­κλώ­νει μιὰ δί­νη ἀ­πὸ σφαῖ­ρες ποὺ ἀ­να­πη­δοῦν, ἀ­πὸ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στους θο­ρύ­βους, ἀ­πὸ χι­ό­νι καὶ βρο­χή, ἀ­πὸ βρον­τὲς ἀν­τι­αρ­μα­τι­κῶν. Πό­τε-πό­τε ἕ­να ἀ­πει­λη­τι­κὸ τρί­ξι­μο, καὶ κομ­μά­τια με­σο­τοι­χί­ας κα­ταρ­ρέ­ουν κον­τά τους: μιὰ κόκ­κι­νη σκό­νη ἀ­πὸ σπα­σμέ­να τοῦ­βλα ση­κώ­νε­ται σὰν μα­τω­μέ­νη γά­ζα. Τὴ νύ­χτα καὶ ὅ­λο το πρω­ὶ ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται τὴ θέ­ση, ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ τε­τρά­γω­νο γῆς κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια τους, ἕ­να ἔ­δα­φος βρω­μι­σμέ­νο ἀ­πὸ νε­ρὸ καὶ οὖ­ρα, χαρ­τιὰ καὶ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τρο­φῆς.

       Με­τὰ ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο βομ­βαρ­δι­σμὸ ἀ­κο­λου­θοῦν με­ρι­κὰ λε­πτὰ ἠ­ρε­μί­ας. Κοι­τά­ζον­ται.

       «Ἐ­πα­νά­λα­βέ μου αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Πές το μου ἐ­σύ.»

       «Για­τί θὲς νὰ τὸ ἀ­κού­σεις; Δὲν τὸ ξέ­ρεις;»

       «… εἶ­ναι λὲς κι ἔ­χουν πε­ρά­σει αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ ἄ­κου­σα. Δὲν θυ­μᾶ­μαι κα­λά.»

       «Τὸ θυ­μᾶ­σαι ὅ­σο κα­λὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι κι ἐ­γώ, για­τὶ δὲν ἔ­χεις σκε­φτεῖ τί­πο­τε ἄλ­λο.»

       «Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ σκε­φτό­μουν κά­τι τέ­τοι­ο, ἐ­νῶ μᾶς γυ­ρό­φερ­νε ὁ θά­να­τος;»

       «Ναί, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ λὲς ψέ­μα­τα, ὅ­πως κι ἐ­γώ: καὶ οἱ δύ­ο δὲν σκε­φτό­μα­στε τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τό­τε ποὺ αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος μᾶς με­τέ­δω­σε τὸ δη­λη­τή­ριό του.»

       «Τὸ εἶ­πε, ναί. Τώ­ρα πιὰ δὲν θὰ τὸ ξα­να­πεῖ» – καὶ κά­νει μιὰ χει­ρο­νο­μί­α πρὸς τὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τα ποὺ τὸ πρό­σω­πό τους ἔ­χει συν­θλι­βεῖ στὸν δι­ά­τρη­το τοῖ­χο.

       «Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α. Θὰ τὸ συ­ζη­τή­σου­με οἱ δυ­ό μας καὶ δὲν θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ τὸ βγά­λου­με ἀ­π’ τὸ μυα­λό μας. Για­τὶ κι ἐ­γώ…»

       «Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο σὲ μιὰ ἄ­δεια συ­νοι­κί­α, ἐν­τε­λῶς ἐκ­κε­νω­μέ­νη, χω­ρὶς νε­ρό, χω­ρὶς φῶς.»

       «Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὄ­νει­ρο, ψέ­μα: ἐ­γὼ προ­τι­μά­ω νὰ πι­στεύ­ω κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρος.»

       Βά­ζει στὸ στό­μα ἕ­να κομ­μά­τι χι­ό­νι καὶ τὸ μα­σου­λά­ει.

       «Ὑ­πάρ­χουν ξε­κά­θα­ρα ὄ­νει­ρα.»

       «Αὐ­τοὺς τοὺς μῆ­νες τὰ πάν­τα εἶ­ναι πι­θα­νὰ ἐ­δῶ· μοι­ά­ζου­με μὲ τρε­λούς.»

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι πυ­ρο­βο­λι­σμοὶ ἀ­πέ­ναν­τί τους καὶ ξα­νὰ ὅ­λος ὁ ὀ­ρυ­μα­γδὸς μιᾶς ἐ­πί­θε­σης τοὺς συγ­κλο­νί­ζει καὶ τὸ ἔ­δα­φος σεί­ε­ται. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς νο­μί­ζουν πὼς εἶ­ναι μό­νοι καὶ φω­νά­ζουν ἀ­πὸ φό­βο καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἄλ­λες ἀ­κοῦ­νε τρε­ξί­μα­τα ἐ­κεῖ κον­τὰ καὶ τὴν ἐ­σπευ­σμέ­νη ἀ­πο­χώ­ρη­ση ἑ­νὸς πα­ρα­κεί­με­νου πο­λυ­βό­λου. Δί­πλα τους, συρ­ρι­κνω­μέ­να σὰν πα­λι­ό­ρου­χα, ὑ­πάρ­χουν ἀ­κί­νη­τα σώ­μα­τα. Πά­νω τους γέρ­νουν οἱ δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες καὶ δὲν στα­μα­τᾶ­νε νὰ παίρ­νουν ἀ­πὸ τὶς φυ­σιγ­γι­ο­θῆ­κες τους τὰ πυ­ρο­μα­χι­κὰ ποὺ τοὺς λεί­πουν. Βγά­ζουν τὰ του­φέ­κια ἀ­πὸ τὶς πο­λε­μί­στρες καὶ στο­χεύ­ουν βι­α­στι­κὰ τὰ δα­σύλ­λια τοῦ Δυ­τι­κοῦ Πάρ­κου καὶ τὸ ἔ­δα­φος ὅ­που οἱ κα­νο­νι­ο­βο­λι­σμοὶ κά­νουν κομ­μά­τια σκού­ρου χώ­μα­τος νὰ πε­τά­γον­ται.

       Τὸ σού­ρου­πο ἀ­το­νεῖ ἡ ἐ­πί­θε­ση καὶ ἐ­πι­κρα­τεῖ λί­γη ἡ­συ­χί­α. Οἱ δύ­ο ἄν­τρες ἐ­πί­σης ἠ­ρε­μοῦν, βή­χουν, κά­νουν χει­ρο­νο­μί­ες ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, χα­ϊ­δεύ­ουν μὲ τὰ χέ­ρια τὰ ἀ­ξύ­ρι­στα μά­γου­λα, ξύ­νον­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρά­νος.

       «Θὰ πρέ­πει νὰ μεί­νου­με κι ἄλ­λη νύ­χτα;»

       Ἀ­κού­γε­ται κον­τὰ μιὰ σφυ­ρί­χτρα. Στὴ θέ­ση μπαί­νουν τρεῖς στρα­τι­ῶ­τες καὶ αὐ­τοὶ ὀ­πι­σθο­χω­ροῦν καὶ ἑ­νώ­νον­ται μὲ μιὰ ὁ­μά­δα τῆς ἴ­διας τα­ξι­αρ­χί­ας. Στὸ ἡ­μί­φως με­τὰ βί­ας φαί­νον­ται τὰ πρό­σω­πα, δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται. Βή­χουν, κλεί­νουν τὶς χλαῖ­νες καὶ τὰ κα­σκὸλ στὸν λαι­μό, ἀ­νά­βουν τσι­γά­ρο. Ἕ­νας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­πι­δε­μέ­νο θέ­λει νὰ τοὺς μι­λή­σει, τραυ­λί­ζει λό­για ποὺ κα­νεὶς δὲν κα­τα­λα­βαί­νει.

       «Θὰ κά­νει φο­βε­ρὸ κρύ­ο τὴ νύ­χτα» – ἀ­να­φω­νοῦν. Ἡ ὁ­μά­δα φαί­νε­ται ἕ­τοι­μη νὰ φύ­γει· πλη­σιά­ζουν ἕ­να ἄ­νοιγ­μα σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζουν ἀ­πὸ μέ­σα, χώ­νον­ται στὸ σκο­τά­δι του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­τι ποὺ θὰ τοὺς ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη πλευ­ρὰ τῆς μά­χης. Οἱ δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες ἔ­χουν μεί­νει τε­λευ­ταῖ­οι καὶ δι­α­σταυ­ρώ­νουν τὰ βλέμ­μα­τά τους. Ὁ πιὸ νέ­ος βά­ζει τὸ χέ­ρι του στὰ μά­τια.

       «Πο­νά­ει τὸ κε­φά­λι μου, νοι­ώ­θω σὰν νὰ ἔ­χω ἕ­να καρ­φὶ στὸ κού­τε­λο, παρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως.­.. θὰ πή­γαι­να στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι» – καὶ λέ­γον­τας αὐ­τό, κά­νει μιὰ γκρι­μά­τσα μὲ τὰ χεί­λη σὰν χα­μό­γε­λο. Ὁ ἄλ­λος μοιά­ζει νὰ σκέ­φτε­ται καρ­φω­μέ­νος στὸ ἔ­δα­φος.

       «Ναί, κι ἐ­γώ. Μό­νο αὐ­τὸ θὰ μᾶς ἀ­πο­ζη­μί­ω­νε γιὰ τού­τη τὴ φρί­κη ποὺ ζοῦ­με τώ­ρα, γιὰ τού­τη τὴν κού­ρα­ση, ἂν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια αὐ­τὸ ποὺ μᾶς εἶ­πε.»

       Ἀ­κοῦ­νε θό­ρυ­βο ἀ­πὸ κα­τσα­ρό­λες ποὺ φέρ­νουν δύ­ο σι­τι­στές. Ὅ­λοι στρι­μώ­χνον­ται, ἀ­κουμ­πᾶ­νε τὰ του­φέ­κια στοὺς τοί­χους, τεί­νουν τὰ πο­τή­ρια πρὸς μιὰ ντα­μι­τζά­να ποὺ μοι­ρά­ζει κρα­σί, βου­βοί, τρέ­μον­τας μὴν ξυ­πνή­σουν μὲ τὶς φω­νές τους τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ τώ­ρα ἔ­χουν πνι­γεῖ. Πε­ρι­μέ­νουν ἀ­κί­νη­τοι τὸ συσ­σί­τιο.

       «Τὸ ἔ­λε­γε μὲ με­γά­λη σι­γου­ριά, φαι­νό­ταν πε­πει­σμέ­νος.»

       «Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι ὄ­νει­ρο, μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὸ πι­στεύ­ω. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πεῖ ψέ­μα­τα ἕ­νας ἄν­θρω­πος λί­γο πρὶν πε­θά­νει;»

       «Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ εἴ­μα­στε τώ­ρα κι ἐ­μεῖς σὰν κι αὐ­τόν, κι ὅ­μως ζοῦ­με. Θὰ πᾶ­με στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι καὶ θὰ ψά­ξου­με.»

       «Ἐ­γὼ μπο­ρῶ νὰ πά­ω τώ­ρα, ἐ­σὺ πή­γαι­νε με­τά. Ἂν δὲν τὴν βρῶ, θὰ σ’ τὸ πῶ.»

       «Καὶ για­τί νὰ πᾶς ἐ­σύ;»

       «Για­τί ἐ­γώ.­.. ἔ­χω ἀ­νάγ­κη νὰ ἀγ­γί­ξω τὸ δέρ­μα της καὶ νὰ τὴ φι­λή­σω, εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φη, τὸ εἶ­πε καὶ τὸν πι­στεύ­ω.»

       «Κι ἐ­γώ; Σὲ μέ­να τὸ εἶ­πε, σὲ μέ­να μι­λοῦ­σε, ἤ­μα­σταν κον­τὰ καὶ ἔ­βλε­πε ὅ­τι τὸν ἄ­κου­γα καὶ τὸν πί­στευ­α.»

       «Μι­λοῦ­σε σὲ ὅ­λους, δὲν ἀ­πευ­θύν­θη­κε σὲ κά­ποι­ον ξε­χω­ρι­στά, ἤ­θε­λε νὰ τὸ ξέ­ρου­με μή­πως μᾶς προ­σφέ­ρει μιὰ νό­τα αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας, κι ὅ­ταν ὅ­λο αὐ­τὸ θὰ τε­λεί­ω­νε, νὰ βρι­σκό­μα­σταν μα­ζί της καὶ νὰ δι­α­πι­στώ­να­με πῶς εἶ­ναι μιὰ γυ­ναί­κα.»

       Κά­ποι­ος τοὺς φω­νά­ζει νὰ πλη­σιά­σουν στὴν ὁ­μά­δα καὶ νὰ βά­λουν τὰ πιά­τα γιὰ νὰ τοὺς ρί­ξουν ζε­στὸ συσ­σί­τιο. Σι­ω­πη­λοί, χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, πε­ρι­μέ­νουν τὴ σει­ρά τους καὶ ἔ­πει­τα χω­ρί­ζον­ται καὶ τὸ τρῶ­νε ρου­φη­χτά.

       «Πά­ω, δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω ἄλ­λο· θὰ εἴ­μα­στε ἐ­δῶ ὅ­λη νύ­χτα, ἔ­χου­με πο­λὺ χρό­νο.»

       «Μὴν πᾶς, θέ­λω νὰ πά­ω ἐ­γὼ πρῶ­τος, ἄ­σε ἐ­μέ­να.»

       «Πε­ρί­με­νε, θὰ δῶ ἐ­γὼ ἂν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ξέ­ρω τὴν πε­ρι­ο­χή, δὲν θὰ ἀρ­γή­σω κα­θό­λου νὰ γυ­ρί­σω.»

       «Αὐ­τὸς ποὺ θὰ πά­ει εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­σὺ θὰ πε­ρι­μέ­νεις, ἐ­γὼ θὰ πά­ω πρῶ­τος.»

       «Γιὰ ποι­ὸν λό­γο; Τί ἔ­χεις ἐ­σὺ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μέ­να; Τὰ ἴ­δια σκα­τὰ εἴ­μα­στε, ὁ ἕ­νας ἀν­τί­γρα­φο τοῦ ἄλ­λου, αὔ­ριο με­θαύ­ριο θὰ μᾶς ἔ­χουν ξε­πα­στρέ­ψει, δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴ βγά­λου­με κα­θα­ρή.»

       Ἐν­τεί­νον­ται οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοί, φαί­νον­ται ἐ­κρή­ξεις πο­λὺ κον­τὰ καὶ στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που βρί­σκον­ται φτά­νει μιὰ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὴ βρο­χὴ ποὺ χτυ­πά­ει τοὺς τοί­χους καὶ ξε­ρι­ζώ­νει κομ­μά­τια σο­βά. Οἱ ἄν­τρες συγ­κεν­τρώ­νον­ται στὸ βά­θος τοῦ ὀ­χυ­ρώ­μα­τος.

       «Ἐν­τά­ξει, θὰ τὸ παί­ξου­με κο­ρώ­να-γράμ­μα­τα» —βγά­ζει ἕ­να νό­μι­σμα, τὸ βά­ζει στὴν πα­λά­μη τοῦ χε­ριοῦ του— «Δι­α­λέ­γω γράμ­μα­τα».

       «Ἐ­γὼ κο­ρώ­να.»

       Τὸ νό­μι­σμα ὑ­ψώ­νε­ται στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος. Οἱ δυ­ό τους γο­να­τί­ζουν καὶ τὸ φω­τί­ζουν μὲ τὴν φλό­γα ἑ­νὸς ἀ­να­πτή­ρα.

       «Κο­ρώ­να! Πη­γαί­νω ἀ­μέ­σως, πε­ρί­με­νέ με ἐ­δῶ.»

       Θὰ ἔ­βγαι­νε στὸν δρό­μο ποὺ εἶ­χε κλεί­σει ἀ­πὸ σω­ροὺς ἐ­ρει­πί­ων, ἀ­πὸ τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη πτώ­ση τῶν μι­κρο­σκο­πι­κῶν νι­φά­δων. Θὰ ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­ταν μιὰ στιγ­μή, κοι­τά­ζον­τας ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ, θὰ πά­τα­γε στὸ χι­ό­νι ποὺ ἔ­τρι­ζε, θὰ ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν μὲ προ­σο­χή. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν οὔ­τε ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός, οὔ­τε μιὰ φω­νή, οὔ­τε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το.­.. Ὁ στρα­τι­ώ­της θὰ προ­χω­ροῦ­σε σὲ ἔ­ρη­μους δρό­μους, κολ­λη­μέ­νος στὸν τοῖ­χο, ἀ­πο­φεύ­γον­τας με­γά­λες τρύ­πες στὸ ἔ­δα­φος. Σὲ μιὰ δι­α­σταύ­ρω­ση θὰ ἔ­στρε­φε τὸ βλέμ­μα του πρὸς τὰ ἀ­ρι­στε­ρά: ἡ δι­ά­τρη­τη ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς ἀ­πέ­ραν­της πρό­σο­ψης θὰ τὸν ἔ­κα­νε νὰ στα­μα­τή­σει, νὰ ση­κώ­σει τὰ μά­τια μέ­χρι τοὺς τε­λευ­ταί­ους ὀ­ρό­φους: ἕ­να πε­λώ­ριο πλέγ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρα πα­ρά­θυ­ρα, ἐ­κτει­νό­με­νο πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση, νὰ τὸν ζα­λί­ζει μὲ τὴν ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ θὰ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­τι μπαλ­κο­νό­πορ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτά, εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­να, δι­α­θέ­σι­μα γιὰ μιὰ ἀ­κα­τα­νό­η­τη ψευ­δαί­σθη­ση ποὺ θὰ με­γά­λω­νε τὴ μο­να­ξιὰ τῆς ἀ­κα­τοί­κη­της συ­νοι­κί­ας: θὰ ξε­πρό­βαλ­λε τὸ χέ­ρι ἢ τὸ κε­φά­λι κά­ποι­ου ποὺ εἶ­χε σκύ­ψει γιὰ νὰ τὸν δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει στὸ χι­ό­νι.

       Πα­τών­τας μὲ προ­φύ­λα­ξη, θὰ συ­νέ­χι­ζε μέ­χρι τὸ ἀρ­χον­τι­κὸ καὶ δί­πλα του τὸ κόκ­κι­νο σπί­τι, τό­σο ψη­λὸ ποὺ βυ­θι­ζό­ταν στὴν ὁ­μί­χλη. Φτά­νον­τας μπρο­στά του, θὰ ἀν­τά­μω­νε μὲ τὸν σκο­τει­νὸ προ­θά­λα­μο καὶ θὰ τὸν ἐ­πί­α­νε φό­βος. Προ­σε­κτι­κά, μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να καὶ τσι­τω­μέ­να, ὅ­πως ἕ­νας ὑ­πνο­βά­της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ περ­πα­τά­ει κα­τα­με­σῆς τοῦ ὕ­πνου, θὰ ἔμ­παι­νε, θὰ κα­τέ­βαι­νε με­ρι­κὰ σκα­λιὰ ψη­λα­φών­τας τὸν τοῖ­χο. Θὰ ἔ­ρι­χνε τὸ κε­φά­λι πί­σω καὶ θὰ φώ­να­ζε μὲ δύ­να­μη: «Ποῦ εἶ­σαι;»

       Ἡ φω­νὴ θὰ χα­νό­ταν στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα καὶ θὰ ἔ­φτα­νε μα­κριά, ὅ­μως δὲν θὰ ἀ­παν­τοῦ­σε κα­νείς. Κι ἄλ­λες φω­νὲς θὰ εἶ­χαν δι­α­πε­ρά­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι καὶ θὰ εἶ­χαν λά­βει τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τῆς σκά­λας ἢ πί­σω ἀ­πὸ κλει­στὲς πόρ­τες, τώ­ρα ὅ­μως ὁ στρα­τι­ώ­της δὲν θὰ ἄ­κου­γε οὔ­τε μί­α μα­κρι­νὴ φω­νὴ οὔ­τε ἕ­ναν ψί­θυ­ρο κον­τά του. Ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή.

       Θὰ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, θὰ ἔ­στρι­βε δε­ξιὰ καὶ θὰ κα­τέ­λη­γε σὲ μιὰ με­σαυ­λὴ πιὸ σκο­τει­νὴ ἀ­κό­μα κι ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, ὅ­που ἡ ὑ­γρα­σί­α, τὰ σκου­πί­δια, τὰ σά­πια ἀ­πο­μει­νά­ρια, ἐ­πέ­σπευ­δαν τὴ νύ­χτα. «Ποῦ εἶ­σαι;» θὰ ξα­να­φώ­να­ζε.

       Στὸ βά­θος θὰ ἔ­βλε­πε ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το ση­μεῖ­ο φω­τὸς στὸ ὕ­ψος τοῦ ἐ­δά­φους. Θὰ πλη­σί­α­ζε ἐ­κεῖ ἀρ­γά, θὰ ἔ­σκυ­βε καὶ θὰ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρα­θυ­ρά­κι. Γο­να­τι­σμέ­νος ἐ­κεῖ θὰ στα­μα­τοῦ­σε νὰ ἀ­να­πνέ­ει γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα· τὸ φῶς προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να κε­ρὶ το­πο­θε­τη­μέ­νο πά­νω σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Δί­πλα του κα­θό­ταν μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­γερ­νε ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νη στὴ δου­λειά της, τὴν ὁ­ποί­α τὰ χέ­ρια, μι­κρὰ καὶ ἀ­δύ­να­τα, δι­εκ­πε­ραί­ω­ναν μὲ σβελ­τά­δα. Θὰ ἔ­βλε­πε τὸ σχε­δὸν ἄ­σπρο κε­φά­λι της καὶ τὴν ἔκ­φρα­ση προ­σή­λω­σης, τὰ χα­μη­λω­μέ­να μά­τια ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζον­ταν ἀ­πὸ ρυ­τί­δες καὶ σκι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­ρι­χνε τὸ κε­ρὶ πά­νω στὴν γε­ρόν­τισ­σα ποὺ ἔ­ρα­βε ἀ­μί­λη­τη.

       «Ἔι, μά­να» —θὰ ἔ­λε­γε μὲ βε­βι­α­σμέ­νη φω­νή, τεν­τω­μέ­νος καὶ βυ­θι­σμέ­νος σὲ μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη ἀ­γω­νί­α—. «Ἐ­γὼ εἶ­μαι» – καὶ μὲ τὰ δά­χτυ­λα ξυ­λια­σμέ­να θὰ τυμ­πά­νι­ζε τὰ τζά­μια τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, ὅ­μως σὲ αὐ­τὸ τὸ κά­λε­σμα ἡ μη­τέ­ρα δὲν θὰ ἀ­παν­τοῦ­σε οὔ­τε θὰ ἔ­παιρ­νε εἴ­δη­ση καὶ ὅ­λη της ἡ προ­σο­χὴ θὰ ἀ­φι­ε­ρω­νό­ταν στὴν κί­νη­ση τῆς βε­λό­νας. «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; Δὲν μ’ ἀ­κοῦς;» Θὰ νό­μι­ζε ὅ­τι μι­λοῦ­σε, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον δὲν θὰ ἔ­φτα­νε κὰν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ προ­φέ­ρει αὐ­τὰ τὰ λό­για καὶ θὰ ἔ­νι­ω­θε νὰ τὸν δι­α­περ­νά­ει ὑ­γρὸς ἀ­έ­ρας καὶ μο­να­ξιά. Θὰ ἔ­κλει­νε τὰ μά­τια, θὰ ση­κω­νό­ταν καὶ θὰ σκε­φτό­ταν νὰ ψά­ξει γιὰ τὴν πόρ­τα ἐ­κεί­νου τοῦ δω­μα­τί­ου, ἀ­μέ­σως ὅ­μως θὰ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε ὅ­τι ἦ­ταν μά­ται­ο, ὅ­τι δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ πιὰ νὰ ξα­να­μι­λή­σει μὲ τὴ μά­να του, οὔ­τε ἐ­κεῖ οὔ­τε που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ, καὶ θὰ ἄγ­γι­ζε τὸν τοῖ­χο σὰν νὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κό του στή­ριγ­μα. Θὰ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα καὶ θὰ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν μιὰ ἄλ­λη μι­κρὴ λάμ­ψη, καὶ θὰ γο­νά­τι­ζε καὶ θὰ κοί­τα­ζε ξα­νὰ μὲ λα­χτά­ρα: δύ­ο γυ­ναῖ­κες, ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἄλ­λη, κου­βέν­τια­ζαν καὶ χει­ρο­νο­μοῦ­σαν σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κού­σει. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ θὰ κα­θό­ταν ἐ­κεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα, προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει κά­τι, νὰ συλ­λά­βει τὸν δι­ά­λο­γο τῶν δύ­ο ξα­δελ­φῶν του, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­γνώ­ρι­ζε κα­θα­ρά, ὅ­πως τὶς εἶ­δε τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, ἀλ­λὰ στ’ αὐ­τιά του δὲν θὰ ἔ­φτα­νε κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς φω­νές τους, τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρά­θυ­ρου ἔ­μοια­ζε μὲ τυ­φλὸ τοῖ­χο. Ναί, ἐ­κεῖ θὰ ξε­χνοῦ­σε τὶς σφαῖ­ρες ποὺ χό­ρευ­αν πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι του σὰν νὰ ἦ­ταν κά­τι ποὺ εἶ­χε συμ­βεῖ πολ­λὰ χρό­νια πρίν, καὶ γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα θὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν αὐ­θόρ­μη­τη κου­βέν­τα τῶν δυ­ὸ γυ­ναι­κῶν ποὺ κά­θον­ταν κα­τα­πρό­σω­πο. Μό­νο το νε­ρὸ μιᾶς ὑ­δρορ­ρο­ῆς ἔ­στα­ζε σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τῆς με­σαυ­λῆς.

       «Κα­σίλ­ντα, Κα­σίλ­ντα!» θὰ φώ­να­ζε ἀ­κού­γον­τας τὴν ἴ­δια του τὴ φω­νὴ σ’ ἐ­κεί­νη τὴ με­σαυ­λὴ τοῦ θα­νά­του, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­νώ­φε­λο νὰ φω­νά­ζει αὐ­τοὺς ποὺ δὲν εἶ­χαν κα­νέ­να ὄ­νο­μα.

       Θὰ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴν ἄλ­λη γυ­ναί­κα, αὐ­τὴν γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε ἔρ­θει, μιὰ γυ­ναί­κα ὄ­μορ­φη, εὔ­σω­μη, καὶ μὲ κό­πο θὰ ἔ­ρι­χνε μιὰ μα­τιὰ τρι­γύ­ρω καὶ θὰ πλη­σί­α­ζε σ’ ἕ­να ἄλ­λο πα­ρα­θυ­ρά­κι ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στὸ καὶ κα­τό­πιν σὲ ἄλ­λο καὶ σὲ ἄλ­λο, καὶ στὸ τρί­το θὰ ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­τι­σμέ­νη σχι­σμὴ καὶ ἀ­πὸ μέ­σα της θὰ ἀ­να­κά­λυ­πτε τὴ μορ­φὴ μιᾶς νέ­ας γυ­ναί­κας ποὺ χτέ­νι­ζε μὲ ζῆ­λο τὶς μα­κρι­ές της μποῦ­κλες ποὺ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους της. Μιὰ χτέ­να γλι­στροῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ κα­τὰ μῆ­κος ἐ­κεί­νων τῶν σκού­ρων μαλ­λι­ῶν, καὶ τὸ λευ­κὸ χέ­ρι, τὸ μο­να­δι­κὸ ποὺ δι­α­κρι­νό­ταν στὸ ἡ­μί­φως, ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κού­ρα­στα κά­νον­τας αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε δεῖ νὰ κά­νει ἐ­πὶ μέ­ρες ἡ ἀ­δερ­φή του, ἀ­πὸ παι­δί, μὲ κι­νή­σεις ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ταν ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρές.

       Θὰ κοί­τα­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ δυσ­δι­ά­κρι­το πρό­σω­πο καὶ θὰ ἤ­θε­λε νὰ μά­θει για­τί ἡ ἀ­δερ­φή του ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τί δου­λειὰ εἶ­χε μπρο­στά του, τί ἤ­θε­λε νὰ τοῦ πεῖ, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα δὲν θὰ ξε­κα­θα­ρι­ζό­ταν τί­πο­τα. Θὰ ἀ­πέ­στρε­φε τὸ βλέμ­μα, πρῶ­τα πρὸς τὸ σκο­τά­δι τοῦ δω­μα­τί­ου, ἔ­πει­τα πρὸς τὸ πλαί­σιο τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, στὸν τοῖ­χο, στὸ ἔ­δα­φος μὲ τὸ βρώ­μι­κο χι­ό­νι, καὶ θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ γυ­ρί­σει στὸν δρό­μο. Ὅ­μως μὲ πά­σα βε­βαι­ό­τη­τα θὰ τοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ θυ­μη­θεῖ τὴ δι­α­δρο­μή.

       Ὁ στρα­τι­ώ­της ποὺ ἔ­χει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι του τὸ νό­μι­σμα, ψι­θυ­ρί­ζει:

       «Δὲν ἤ­θε­λες νὰ πᾶς; Τώ­ρα ἔ­χεις τὴν εὐ­και­ρί­α. Κάν­΄ το.»

       Ἀλ­λὰ δὲν παίρ­νει ἀ­πάν­τη­ση. Τα­ρα­κου­νά­ει τὸν σύν­τρο­φό του, τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὴ χλαί­νη καὶ δι­αι­σθά­νε­ται τὸ βά­ρος τοῦ πα­ρα­δο­μέ­νου χε­ριοῦ. Κά­νει νὰ τὸν φω­τί­σει μὲ τὸν ἀ­να­πτή­ρα, ἀλ­λὰ συγ­κρα­τεῖ­ται: κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι ἔ­χει ἔρ­θει ἡ σει­ρά του, πρέ­πει τώ­ρα νὰ πά­ει ὁ ἴ­διος στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι, νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ τοί­χου καὶ νὰ βγεῖ στὸν δρό­μο ποὺ ἔ­χει κλεί­σει ἀ­πὸ σω­ροὺς ἐ­ρει­πί­ων, ἀ­πὸ τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη πτώ­ση μι­κρο­σκο­πι­κῶν χιο­νο­νιφάδων.

 

 

 

Viva la Quinta Brigada!

Ay Carmela!

  

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο διηγημάτων Largo noviembre de Madrid (ἐκδόσεις Bruguera, 1980).

 

Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (J­u­an E­d­u­a­r­do Z­ú­ñ­i­ga). (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τουρ­γκέ­νι­εφ με τί­τλο L­os im­po­si­bl­es a­fe­ct­os de I­van Tur­gue­ni­ev καὶ ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των La­rgo no­vi­e­m­bre de Ma­d­rid, La tier­ra se­rá un pa­ra­í­so & Ca­pi­tal de la glo­ria. Μὲ τὸ Ca­pi­tal de la glo­ria κέρ­δι­σε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο S­a­l­a­m­bó. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Διαφημίσεις

Τάσος Ψάρρης: Ὁ Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα καὶ ἡ τριλογία τῆς Μαδρίτης

 

 

Τάσος Ψάρρης

 

«Ἡ ἀναζήτηση ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου»:

Ὁ Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα καὶ ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

ΧΟΥΑΝ ΕΔΟΥΑΡΔΟ ΘΟΥΝΙΓΑ εἶ­ναι μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στὸν χῶ­ρο τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γραμ­μά­των. Συγ­γρα­φέ­ας ἑ­νὸς μι­κροῦ ἀ­ριθ­μοῦ ἔρ­γων, ἔ­ζη­σε κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Φράν­κο στὸ σκο­τά­δι, ἀ­κο­λου­θών­τας ἕ­ναν τρό­πο ζω­ῆς ποὺ συ­χνὰ ἔ­φτα­νε στὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­σκη­τι­σμοῦ. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ δρά­ση του δὲν βγῆ­καν στὸ φῶς πα­ρὰ μό­νο με­τὰ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση τῆς ἱ­σπα­νι­κῆς δη­μο­κρα­τί­ας. (Ὁ ἴ­διος ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε γιὰ τὰ αἴ­τια αὐ­τῆς τῆς ἀρ­γο­πο­ρί­ας, ἀ­πάν­τη­σε λα­κω­νι­κά: «Δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἡ ὥ­ρα μου»­). Αὐ­τὴ ἡ ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πο­μό­νω­ση δη­μι­ούρ­γη­σε ἕ­να πέ­πλο μυ­στη­ρί­ου γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό του καὶ συ­νε­τέ­λε­σε ὥ­στε τὸ ἔρ­γο του νὰ δι­α­δο­θεῖ μὲ με­γά­λη κα­θυ­στέ­ρη­ση.

       Γεν­νη­μέ­νος τὸ 1929 στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του Μα­δρί­τη, πό­λη ποὺ κα­τέ­χει μό­νι­μη θέ­ση στὸ ἔρ­γο του, ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ ὅ­λα τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη ἀλ­λὰ τὸν κέρ­δι­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Κα­λὲς Τέ­χνες καὶ Φι­λο­σο­φί­α, εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὸν ἱ­σπα­νι­κὸ 19ο αἰ­ώ­να καὶ τὴ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει ὄ­χι μὲ μα­νι­ώ­δεις ρυθ­μούς, ὅ­πως γί­νε­ται συ­νή­θως μὲ τοὺς ἀ­θε­ρά­πευ­τους μυ­θο­πλά­στες, ἀλ­λὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­κτι­κά, δί­νον­τας τὸν χρό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ἀ­να­λύ­σει ὅ­σα συ­νέ­βαι­ναν γύ­ρω του: μιὰ βι­ο­γρα­φί­α μὲ τί­τλο Τὰ ἀ­βέ­βαι­α πά­θη τοῦ Ἰ­βὰν Τουρ­γκέ­νι­εφ (κυ­κλο­φο­ρεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, με­τά­φρα­ση Δη­μή­τρης Δη­μου­λᾶς, 1997), τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα I­n­u­ti­l­es t­o­t­a­l­es, El c­o­r­al y l­as a­g­u­as & F­l­o­r­es de p­l­o­mo, ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των M­i­s­t­e­r­i­os de l­as no­c­h­es y l­os dí­as, με­τα­φρά­σεις, δο­κί­μια καὶ με­λέ­τες, ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ ποὺ θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς πὼς λει­τούρ­γη­σε ὡς προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὴ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του, τὴν Τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της, ἕ­να μι­κρὸ δεῖγ­μα τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

 

Ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ Θού­νι­γα

 

       Ὁ Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα με­γά­λω­σε στοὺς κόλ­πους τοῦ ρεύ­μα­τος ποὺ ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει νὰ ἀ­πο­κα­λοῦ­με «κοι­νω­νι­κὸ ρε­α­λι­σμό». Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, δὲν ἐν­στερ­νί­στη­κε τὶς ἐ­πι­τα­γές του οὔ­τε ἐγ­κλω­βί­στη­κε στὶς ἀγ­κυ­λώ­σεις του. Μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ἀ­πα­ρά­μιλ­λης αἰ­σθη­τι­κῆς του, τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του καὶ τῶν μυ­θο­πλα­στι­κῶν του σι­ω­πῶν, κα­τά­φε­ρε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ λο­γο­τε­χνί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη, ἡ ὁ­ποί­α προ­τεί­νει ἕ­ναν και­νούρ­γιο τρό­πο θέ­α­σης τῶν πραγ­μά­των. Σ’ αὐ­τοὺς τοὺς δύ­σκο­λους και­ροὺς ὅ­που ἡ ποι­ό­τη­τα προ­δί­δε­ται γιὰ τρι­ά­κον­τα ἀρ­γύ­ρια καὶ ἡ προ­σω­πι­κὴ γρα­φὴ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται ὑ­πὲρ μιᾶς γρα­φῆς ἁ­πλου­στευ­τι­κῆς καὶ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νης, ὁ Θού­νι­γα, δου­λεύ­ον­τας ἀ­θό­ρυ­βα, πα­ρά­γει μιὰ τέ­χνη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει μὲ τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο τὶς ἀν­τι­φά­σεις, τὶς πα­ρα­δο­χὲς καὶ τὶς ἀν­τι­θέ­σεις τῆς ζω­ῆς καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὰ πιὸ εὐ­αί­σθη­τα θέ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, θέ­μα­τα ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως ἐ­λάσ­σο­να καὶ ἀ­με­λη­τέ­α.

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Θού­νι­γα ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὴ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ σπου­δή, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να συμ­βάλ­λει στὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μνή­μης. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὰ δι­δάγ­μα­τα καὶ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του γιὰ νὰ φιλ­τρά­ρει μὲ τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ δε­δο­μέ­να. Σχε­διά­ζει ἀ­λη­θο­φα­νεῖς συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις καὶ συν­θέ­τει ἀν­θρώ­πι­νες φω­νὲς-ἐκ­φρα­στὲς συ­νει­δή­σε­ων ποὺ βι­ώ­νουν ἕ­ναν μό­νι­μο σει­σμό, τὸν ὁ­ποῖ­ο με­τα­δί­δουν στὸν ἀ­να­γνώ­στη με­τα­τρέ­πον­τάς τον σὲ κα­λὸ ἀ­γω­γὸ σκέ­ψης· φω­νὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἐν­δύ­ε­ται συμ­με­τέ­χον­τας μέ­σῳ τῶν λέ­ξε­ων, τῶν φρά­σε­ων καὶ τῶν πα­ρα­γρά­φων σὲ μιὰ πο­ρεί­α ἀρ­γή, σὲ μιὰ ἀ­νά­γνω­ση συμ­πυ­κνω­μέ­νη, σὲ μιὰ ἀ­φή­γη­ση φορ­τι­σμέ­νη. Ὁ Θού­νι­γα με­τα­χει­ρί­ζε­ται τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες του μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα καὶ σε­βα­σμὸ ἀ­πέ­ναν­τι στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τές τους. Μὲ τὸν ἴ­διο σε­βα­σμὸ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει καὶ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος ὅ­που ζοῦν, οἱ ὁ­ποῖ­ες δη­μι­ουρ­γοῦν μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ὑ­πο­βλη­τι­κή, μυ­στη­ρια­κή, τε­τα­μέ­νη. Οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες του, συ­χνὰ αἰχ­μά­λω­τοι μιᾶς ὑ­πο­δό­ρει­ας βαρ­βα­ρό­τη­τας, οἰ­κο­δο­μοῦν τὰ βι­ώ­μα­τά τους μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ὁ­μί­χλη ἔ­ρω­τα ἱ­κα­νὴ νὰ σκε­πά­σει τὰ πάν­τα καὶ μὲ μιὰ ἐλ­πί­δα ποὺ δὲν τὴν ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται πο­τέ. Αὐ­τὴ ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τα­χεί­ρι­ση τοὺς κά­νει νὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται μό­νι­μα πα­ρα­δο­μέ­νοι σὲ μιὰ φόρ­τι­ση ποὺ φαν­τά­ζει ἀ­ναγ­καί­α.

 

Ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

       Τὸ 1980 δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας ποὺ θὰ ἔ­κα­νε παγ­κο­σμί­ως γνω­στὸ τὸν Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα, τῆς τρι­λο­γί­ας τῆς Μα­δρί­της: ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸ ἔρ­γο μὲ τί­τλο L­a­r­go n­o­v­i­e­m­b­re de M­a­d­r­id (Μα­κρὺς χει­μώ­νας τῆς Μα­δρί­της), μιὰ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ θέ­μα τὶς συν­θῆ­κες ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν στὴ ἱ­σπα­νι­κὴ πρω­τεύ­ου­σα τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου. Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τό, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα ποὺ γρά­φτη­καν πο­τὲ γιὰ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἀλ­λη­λο­σπα­ραγ­μό, ἔ­γι­νε «μπε­στσέ­λερ» καὶ ἀ­να­τυ­πώ­θη­κε πολ­λὲς φο­ρές. Τὸ 1986 ἐκ­δό­θη­κε τὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας, τὸ La t­i­e­r­ra s­e­rá un p­a­r­aí­so (Ἡ γῆ θὰ γί­νει πα­ρά­δει­σος), καὶ τὸ 2003 τὸ τρί­το, C­a­p­i­t­al de la g­l­o­r­ia (Πρω­τεύ­ου­σα τῆς δό­ξας). Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ἕ­νας δε­κά­λο­γος δι­η­γη­μά­των ποὺ εἰ­κο­νο­γρα­φοῦν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­λεύ­θε­ρες μέ­ρες τῆς Μα­δρί­της, ἐ­ξα­σφά­λι­σε στὸν Θού­νι­γα τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Sa­l­a­m­bó.

       Ἡ τρι­λο­γί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν αἱ­μα­το­βαμ­μέ­νη τοι­χο­γρα­φί­α μιᾶς κοι­νω­νί­ας, τὸ χρο­νι­κὸ μιᾶς πό­λης ποὺ στε­νά­ζει ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­θλί­ω­ση καὶ τοὺς βομ­βαρ­δι­σμούς. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ τὰ τρί­α μέ­ρη της δη­μο­σι­εύ­τη­καν με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση εἶ­ναι κα­θο­ρι­στι­κό: τὰ κεί­με­να δο­νοῦν­ται κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­πό­στρω­μα ἱ­στο­ρι­κῶν ψε­μά­των ποὺ στοι­χει­ώ­νουν τὴ ζω­ὴ τῶν πο­λι­τῶν, ψέ­μα­τα ἑ­δραι­ω­μέ­να σὲ δι­ά­στη­μα πολ­λῶν ἐ­τῶν. Σκο­πὸς αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων, σκο­πὸς ἑ­πο­μέ­νως τοῦ Θού­νι­γα, «δὲν εἶ­ναι μό­νο νὰ κοι­τά­ξω μὲ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια αὐ­τὸ ποὺ βρί­σκε­ται μπρο­στά, ἀλ­λὰ νὰ δι­α­βλέ­ψω αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κρυ­φτεῖ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς», ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει σὲ μιὰ συ­νέν­τευ­ξή του. Εἶ­ναι πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει ὁ ἀ­φη­γη­τὴς στὸ δι­ή­γη­μα «Νο­έμ­βριος, ἡ μη­τέ­ρα, 1936»: «Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὸν ξέ­νο πό­νο κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὡ­ρί­μαν­σης ἡ ὁ­ποί­α ἀ­παι­τεῖ χρό­νο γιὰ νὰ γί­νει κα­τα­νο­η­τή, γι’ αὐ­τὸ καὶ κα­νέ­νας οἰ­κεῖ­ος δὲν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴ με­τά­βα­ση πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση τῶν ὅ­σων μᾶς πε­ρι­βάλ­λουν, πρὸς τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου στὸν ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­με, μιὰ κα­τα­νό­η­ση ποὺ ρί­χνει φῶς στὴ συ­νεί­δη­ση, ποὺ φω­τί­ζει καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτει μιὰ θλι­βε­ρὴ ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ συ­νή­θει­ες, ἀ­πὸ ἀ­πο­δο­χὲς ἀ­νό­η­των ἢ ἐ­πι­κίν­δυ­νων λο­γι­κῶν ποὺ προ­κά­λε­σαν δά­κρυ­α καὶ πού, πο­λὺ κον­τά, στὰ ὅ­ρια τῆς με­σο­α­στι­κῆς στα­θε­ρό­τη­τας, ἔ­κα­νε ὀ­στε­ω­μέ­να χέ­ρια δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας νὰ ὑ­ψω­θοῦν· ἀ­κό­μα πιὸ δυ­σκο­λο­νό­η­το εἶ­ναι τὸ ὅ­τι κά­ποι­α μέ­ρα αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γνω­ση τῆς κα­τα­νό­η­σης κά­νει ξαφ­νι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της καὶ ἡ λάμ­ψη της ἀ­να­στα­τώ­νει, καὶ πλέ­ον ἀ­φι­ε­ρω­νό­μα­στε στὸ νὰ ψά­χνου­με ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­σα στὶς ἀ­να­μνή­σεις ἢ στὰ κα­τα­πι­ε­σμέ­να μας συ­ναι­σθή­μα­τα γιὰ νὰ ξα­να­βροῦ­με ἕ­ναν ἄλ­λο ἄν­θρω­πο ποὺ ἔ­ζη­σε μέ­σα μας ἀλ­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή μας…»

 

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Μεγάλο ψυγεῖο

 

 

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев)

 

Μεγάλο ψυγεῖο

(Голям хладилник)

 

ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς τους ἀ­πὸ τὸ Ἐλ­σίν­κι, ὁ τσούκ­τσα(1) καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­χουν ἀ­ρά­ξει στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο «Ρω­σί­α», μό­νο δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ Κεν­τρι­κὸ Κρα­τι­κὸ Πο­λυ­κα­τά­στη­μα, τὸ πρώ­ην ἀ­νά­κτο­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ Κρεμ­λί­νο.

       Ἔ­χον­τας γευ­θεῖ τὶς ἀ­νέ­σεις τῆς Εὐ­ρώ­πης, τὸ ζευ­γά­ρι ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ συν­δυά­σει τὸ τερ­πνὸν με­τὰ τοῦ ὠ­φε­λί­μου. Τὸ πο­λυ­κα­τά­στη­μα βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὴ μύ­τη τους καὶ οἱ δυ­ό τους ξε­κι­νᾶ­νε νὰ ἀ­γο­ρά­σουν ἕ­να ψυ­γεῖ­ο, ποὺ θὰ τὸ πά­ρουν μα­ζί τους, γιὰ νὰ τὸ πᾶ­νε στὴν τούν­δρα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα το ἀ­νε­βά­σουν σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, τρέ­νο, σχε­δί­α καὶ ἕλ­κη­θρο.

       Πέ­ρα-δῶ­θε στοὺς δι­α­δρό­μους, πά­νω-κά­τω στοὺς ὀ­ρό­φους, γύ­ρω-γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σιν­τρι­βά­νια μὲ τοὺς μι­κροὺς μαρ­μά­ρι­νους Ἔ­ρω­τες, ἐ­πι­τέ­λους τὸ ζευ­γά­ρι φτά­νει στὰ ψυ­γεῖ­α. Ἀ­πὸ τὰ μι­κρὰ «Μο­ρόζ­κο» μέ­χρι τὰ με­γά­λα «Ζὶλ» καὶ «Νέ­βα» μὲ τοὺς δι­πλοὺς κα­τα­ψύ­κτες.

       Ὁ τσούκ­τσα τὰ κοι­τά­ζει, βά­ζει τὸ κε­φά­λι του μέ­σα στὰ ψυ­γεῖ­α, ὕ­στε­ρα χώ­νει κε­φά­λι καὶ ἡ γυ­ναί­κα του. Οἱ πω­λή­τρι­ες τοὺς τρι­γυρ­νᾶ­νε, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πιά­σουν κου­βέν­τα, ἀλ­λὰ ὁ τσούκ­τσα ξέ­ρει μο­νά­χα ἕ­να πράγ­μα:

      — «Με­γα­λύ­τε­ρο! Με­γα­λύ­τε­ρο!»

      Τὰ κο­ρί­τσια ἀ­πο­ροῦν, κα­λοῦν τὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ἀ­πο­θή­κης.

       «Πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται;» – ρω­τᾶ αὐ­στη­ρὰ ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­χει δι­α­βά­σει τὸ Χάρ­τη τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των, ἐ­πει­δὴ ἁ­πλού­στα­τα δὲν τὸν ἔ­χουν δη­μο­σι­εύ­σει στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἀλ­λὰ καὶ γιὰ ποι­ὰ δι­και­ώ­μα­τα θὰ τοῦ μι­λά­ει αὐ­τὸς ἐ­δῶ, ὁ χα­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα, ὅ­ταν ἤ­δη ἐ­πὶ δύο ὧ­ρες τοὺς φαρ­μα­κώ­νει τὴν ζω­ὴ μὲ τὰ λό­για «με­γα­λύ­τε­ρο καὶ με­γα­λύ­τε­ρο!»

       Δὲν ὑ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρο! Ὁ προ­ϊ­στά­με­νος κα­τευ­θεῖ­αν πο­δο­πα­τά­ει τὰ δι­και­ώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που:

       «Ρέ, ἐ­σὺ ζεῖς στὴν ἄ­κρη τοῦ κό­σμου, μέ­σα στὴν τούν­δρα. Τί στὸ κα­λὸ τὸ θέ­λεις τὸ ψυ­γεῖ­ο;»

       «Ἄ-α-α…» —κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι ὁ τσούκ­τσα—. «Οἱ θερ­μο­κρα­σί­ες ἔ­ξω εἶ­ναι μεῖ­ον 70, μέ­σα στὴν σκη­νὴ μεῖ­ον 30, καὶ στὸ ψυ­γεῖ­ο μεῖ­ον 4. Μπαί­νεις μέ­σα, ζε­σταί­νε­σαι.»

 

(1) Ὁ κά­τοικος τῆς Τσου­κότ­κα. Αὐτό­νο­μος θύ­λα­κας στὴν βο­ρειο­α­ντο­λικὴ ἐσχα­τιὰ τῆς Ρωσί­ας.

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Μιχαήλ Μήτρας: Ὅπως συμβαίνει συχνά

 

 

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας

 

Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­χνά

 

δὲν εἶ­χαν ἀν­ταλ­λά­ξει ἀ­κό­μα οὔ­τε—θυ­μή­θη­κε πα­ρό­μοι­ες σκη­νές—με­τά—σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ση­μεῖ­α τῆς πό­λης—μιὰ ἁ­πλὴ πρό­τα­ση—ἂν καὶ νύ­χτα τὰ κύ­μα­τα φαί­νον­ταν στὴν ἀ­κτή—νὰ πα­ρα­τεί­νουν τὴν πα­ρα­μο­νή τους—ἡ αἰ­τί­α ποὺ δέν—μιὰ ἀ­κό­μα εὐ­και­ρί­α—συ­νή­θι­ζε ν’ ἀ­κού­ει τὴν ἐκ­πομ­πή—ἀρ­γό­τε­ρα—μιὰ ἀ­λα­ζο­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση πού—ἔ­πρε­πε νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὸ ἔν­τυ­πο—ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα τὸ βρά­δυ—ἔ­μοια­ζε πὼς ἔ­ψα­χνε κά­ποιον ἐ­κεῖ—ἀλ­λά—τὸ βλέμ­μα της ἔ­δει­χνε νά—ἦ­ταν θέ­μα χρό­νου σκέ­φθη­κε—με­σο­λα­βοῦν κε­νὰ σι­ω­πῆς—δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ βρέ­ξει ὅ­ταν—μι­λοῦ­σε γρή­γο­ρα—ἔ­δει­χνε πὼς πε­ρί­με­νε νὰ συμ­βεῖ—κά­τι ὅ­μως—ἀ­στο­χί­ες ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ μιὰ πε­ριρ­ρέ­ου­σα ἀ­νη­συ­χί­α—ἴ­σως για­τὶ ἐ­κεί­νη βι­ά­στη­κε νὰ φύ­γει—ἕ­να ἐ­πι­φώ­νη­μα ἔκ­πλη­ξης ἐκ μέ­ρους του—οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νες συν­θῆ­κες τὸ ἐ­πέ­βαλ­λαν—ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή—πόρ­τες ποὺ ἄ­νοι­γαν αὐ­τό­μα­τα—γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες στὸν τη­λε­φω­νη­τή—μ’ ἕ­να πο­τή­ρι ἄ­σπρο κρα­σί—ἔ­μοια­ζε μὲ παι­χνί­δι—σφύ­ριγ­μα τραί­νου ποὺ ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ ξε­κι­νή­σει—τὸ δω­μά­τιο σχε­δὸν σκο­τει­νὸ ἀλ­λά—ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε χρω­μα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια—μιὰ ἀ­προσ­δό­κη­τη δι­α­στο­λή—ἀν­τι­φα­τι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα ἔ­δει­χνε—μιὰ κα­τάλ­λη­λη γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση ἀν­τί­δρα­σή του—ἀ­κα­τα­στα­σί­α ποὺ ἀ­δη­μο­νοῦ­σε νὰ μπεῖ σὲ τά­ξη—νὰ κα­τα­λά­βει τί μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νει ὁ τρό­πος συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς—ἀ­πὸ τὶς δύ­ο πλευ­ρές—τὸν ρώ­τη­σε ἂν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ πράγ­μα­τα ποὺ κά­πο­τε εἶ­χαν συμ­βεῖ—κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι της καί—πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ πεῖ κά­τι—τό­τε ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὸ πα­ρόν—ἡ ἐκ­δο­χὴ μιᾶς μο­να­χι­κῆς δι­α­δρο­μῆς μέ—ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του γιὰ νὰ πά­ρει τὸν κα­φέ—μιὰ με­λω­δί­α ποὺ θύ­μι­ζε ἄλ­λες ἐ­πο­χές—ἡ πρώ­τη συ­νάν­τη­σή τους—προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει γιὰ ποι­ὸ πράγ­μα μι­λοῦ­σε—ἀλ­λὰ ἂν συ­νε­χι­ζό­ταν αὐτὴ ἡ κα­τά­στα­ση—ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ ἐ­ξώ­πορ­τα εἰ­σέ­βαλ­λαν οἱ θό­ρυ­βοι τοῦ δρό­μου—τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ μεί­νει ἀ­να­πάν­τη­το τὸ ἐ­ρώ­τη­μά του—δή­λω­νε κα­τα­νό­η­ση ἢ ἀ­δι­α­φο­ρί­α—ὄ­χι τώ­ρα—γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο—ἕ­να εἶ­δος ἀ­ο­ρι­στί­ας πού—ἀ­νε­ξή­γη­τα πα­ρά­ξε­νη τοῦ φαι­νό­ταν ἡ στά­ση της—δὲν θύ­μι­ζε καμ­μιὰ ἄλ­λη—δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό του ση­μεῖ­ο—ἀ­πὸ δυ­σπι­στί­α καὶ μό­νο—δὲν ἤ­θε­λε νὰ δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρες ἐ­ξη­γή­σεις—χά­νον­τας τὸ μέ­τρο τῶν ὁ­ρί­ων—ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ ἐ­φη­βι­κὲς δι­α­κο­πές—θέ­λον­τας νὰ τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἄλ­λων—μιὰ φαν­τα­στι­κὴ αἴ­σθη­ση—ἀ­πο­ξέ­νω­ση—δὲν ἔ­μοια­ζε σὰν κά­τι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κό—ἔ­δει­χνε νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ—μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ εἰ­λι­κρι­νής—δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­ει τὸν ἀν­τί­λα­λο τῆς θά­λασ­σας—στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ λαν­θα­σμέ­νος κω­δι­κὸς πρό­σβα­σης—κά­τι σὰν πα­ρα­πέ­τα­σμα κα­πνοῦ—πὼς θὰ τὴν προ­σέγ­γι­ζε πά­λι—γρή­γο­ρη ἐ­ναλ­λα­γὴ εἰ­κό­νων—ἀ­να­ζή­τη­ση—πάν­τα μὲ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου—νεῦ­μα ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­ας—φῶς σὲ δι­α­στο­λή—νὰ ξα­να­βρεῖ τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της—μιὰ δο­κι­μα­σμέ­νη μέ­θο­δος—τύ­χη—ἂν ἄλ­λα­ζε τὸ χρῶ­μα τοῦ κρα­γιόν της—τὸ αὐ­το­κί­νη­το πα­ρέ­με­νε στὴ θέ­ση του—ἀ­νυ­πό­μο­νος—ἐ­πι­στρέ­φον­τας με­τὰ ἀ­πὸ και­ρό—ἄ­γνω­στο ἀν­τι­κεί­με­νο—ἐ­πί­δρα­ση—ἀγ­γί­ζον­τας μέ—ὀμ­πρέλ­λα γιὰ πι­θα­νὴ βρο­χή—σὲ μι­κρο­γρα­φί­α τό—μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη αἴ­σθη­ση—ἕ­να αἴ­νιγ­μα ποὺ δέν—πρώ­τη εἴ­δη­ση στὰ δελ­τί­α—ἐμ­μο­νὴ στὴ ἐ­πα­νά­λη­ψη—αὐ­το­βι­ο­γρα­φού­με­νος ἴ­σως—ἡ ἑ­πό­με­νη μέ­ρα—ἄν— μὲ ἀ­ό­ρι­στο χρο­νι­κὸ ὅ­ριο—προ­σέλ­κυ­ση—στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ λό­φου—πρέ­πει νὰ δι­α­λέ­ξει τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή—σὲ πε­ρί­λη­ψη—μὲ τὸ και­νούρ­γιο της φό­ρε­μα—ἀρ­γό­τε­ρα—χω­ρὶς προ­η­γού­με­νο—ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­χνά—μή­πως—ἐ­πέ­με­νε ζη­τών­τας ἐ­ξη­γή­σεις—σὲ ἀρ­χι­κὸ στά­διο ἀ­κό­μα—ἀλ­λά­ζον­τας δω­μά­τιο ὅ­ταν—ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή—θυ­μή­θη­κε ξαφ­νι­κὰ καί—σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση—ἕ­τοι­μη νά—ἀ­φή­γη­ση σὲ χρό­νο ἀ­ό­ρι­στο—μιὰ σκη­νὴ ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται—τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο—ἡ κα­θυ­στέ­ρη­ση εἶ­ναι σφάλ­μα—γυ­ρί­ζον­τας σε­λί­δα μέ—χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­πάν­τη­ση—μιὰ βι­α­στι­κὴ ἀ­να­χώ­ρη­ση—ἐ­πι­φώ­νη­μα—νὰ τῆς ἀ­φή­σει ἕ­να ση­μεί­ω­μα μέ—πε­ρι­γρα­φή—ἀ­να­ζη­τών­τας τὴν σκιὰ τῶν δέν­τρων—χει­ρο­νο­μί­ες καὶ ἔκ­φρα­ση ἀ­μη­χα­νί­ας—σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μεῖ­α τοῦ μα­κρι­νοῦ ὁ­ρί­ζον­τα—σκη­νὲς ἀ­πὸ ἕ­να τα­ξί­δι ὅ­ταν—ἀ­ο­ρι­στί­α—ἦ­ταν μιὰ σύμ­πτω­ση τε­λι­κά—

 

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας (Βό­λος, 1944). Ποί­η­ση, πεζογραφία, δι­ή­γη­μα, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση, m­a­il a­rt. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ρα­δι­ο­σκη­νο­θε­σί­α στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Χρο­νι­κό, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Φανταστικὴ νουβέλα (πεζογραφία, 1972).

 

 

Μιχάλης Γρηγορίου: Τὸ παιδί

 

 

Μιχάλης Γρηγορίου

 

Τὸ παιδί

 

­ΤΑΝ ΞΕ­ΚΙ­ΝΗ­ΣΑ­ΜΕ ἦ­ταν ἀ­κό­μ’ ἀ­χά­ρα­γα. Τώ­ρα, πε­ρα­σμέ­νο με­ση­μέ­ρι,, νι­ώ­θω ψό­φιος στὴν κού­ρα­ση. Τὸ με­γά­λο κα­μι­ό­νι τσι­ρί­ζει πά­νω στὴν ἀ­χνι­στὴ ἄ­σφαλ­το, ὁ ἀ­έ­ρας καί­ει, τὸ τι­μό­νι, ἡ μη­χα­νή, τὰ μά­τια μου. Ὁ ἄλ­λος ὁ­δη­γὸς κοι­μᾶ­ται δί­πλα μου κα­θι­στός, μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο πί­σω. Τὸ κα­ρύ­δι του ἔ­χει κα­τέ­βει κά­τω στὴ ρί­ζα τοῦ λαι­μοῦ του.

       Ἦ­ταν μέ­σα στὴ συμ­φω­νί­α μας νὰ ὁ­δη­γή­σω κι ἐ­γὼ με­ρι­κὲς ὧ­ρες μέ­χρι ἕ­να ση­μεῖ­ο. Πᾶ­με στὴν ἐ­ξο­χή, ἐκ­δρο­μὴ μὲ μιὰ πα­ρέα. Δὲν τοὺς ξέ­ρω καὶ πο­λὺ κα­λά, αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα θὰ εἶ­ναι πί­σω, ξα­πλω­μέ­νοι ποι­ὸς ξέ­ρει.

       Ἀλ­λά­ζου­με μὲ τὸν ὁ­δη­γό. Παίρ­νει τὸ τι­μό­νι του κι ἐ­γὼ περ­νά­ω πί­σω. Εἶ­ναι με­γά­λο καὶ σκε­πα­στὸ σὰ βα­γό­νι τραί­νου. Βρί­σκω ἕ­ναν ἄλ­λον ἐ­κεῖ, γνω­στὸν μὲ δυ­ὸ κο­πέ­λες. Ἡ μιὰ κά­θε­ται πα­ρά­με­ρα μό­νη της. Εἶ­ναι ξύ­πνια. Πλη­σιά­ζω, χα­ϊ­δεύ­ω τὴ ρά­χη τῆς πα­λά­μης της, κά­θο­μαι δί­πλα. Μι­λᾶ­με χα­μη­λό­φω­να.

       Τὰ γό­να­τά της ἔ­τσι γλυ­κὰ εἶ­ναι μέ­χρι δά­κρυ­α.

       Τὸ χέ­ρι μου γλι­στρά­ει στοὺς μη­ρούς της ἀ­νά­με­σα, ἡ ζε­στα­σιὰ τοῦ κόλ­που της μοῦ καί­ει τὰ δά­χτυ­λα. Ζευ­γα­ρώ­νου­με πά­νω στὸ σκλη­ρὸ σι­δε­ρέ­νιο πά­τω­μα τοῦ φορ­τη­γοῦ. Κι’ ὅ­μως, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νι­ώ­θω τέ­τοι­ο τρε­μού­λια­σμα, τέ­τοι­ο ταί­ρια­σμα. Μέ­σα της, μέ­σα μου, ξα­να­βρί­σκω τὸν κό­σμο.

       Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι θὰ κρα­τή­σει ὅ­λη μου τὴ ζω­ή.

       Στὸ χω­ριό, στὴν πλα­τεί­α ἔ­χει πα­νη­γύ­ρι. Τρι­γυρ­νᾶ­με δῶ καὶ κεῖ, χα­ζεύ­ου­με. Εἴ­μα­στε χα­ρού­με­νοι, ὅ­λος ὁ κό­σμος εἶ­ναι χα­ρού­με­νος. Φω­νές, χρώ­μα­τα, ὀ­σμές, ἦ­χοι κι ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι γι­νό­μα­στ’ ἕ­να. Τρα­γου­δᾶ­με καὶ χο­ρεύ­ου­με.

       Μοῦ δεί­χνουν ἕ­να δρό­μο. Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω ρω­τή­σει, δὲν ξέ­ρω γιὰ τί πρό­κει­ται. Ἀλ­λὰ τὸν ἀ­κο­λου­θᾶ­με μ’ ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Ἡ κο­πέ­λα εἶ­ναι δί­πλα μου πάν­τα.

       Ὁ δρό­μος σκλη­ραί­νει, πέ­φτου­με σὲ μιὰ χα­ρά­δρα. Ὧ­ρες. Βγαί­νου­με πά­νω σ’ ἕ­να πλα­τὺ στή­θω­μα. Μπρο­στά μας ξά­γναν­το, ἀ­νοι­χτά. Τὰ μαλ­λιά της πῆ­ραν φω­τιὰ στὸ λι­ό­γερ­μα. Δυ­ὸ πο­τά­μια δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται καὶ με­τὰ συ­νε­χί­ζουν τὸ δρό­μο τους. Τὸ κα­θέ­να τὴν κοί­τη του.

       Μα­λα­κὴ πλα­γιὰ μὲ πυ­κνὰ ψη­λό­λι­γνα πευ­κά­κια. Ἀ­ε­ρά­κι.

       Πι­ά­νου­με τὸ δρο­σε­ρὸ μο­νο­πά­τι μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα κά­τω ποὺ λαμ­πο­κο­πά­ει.

       Ὁ ἥ­λιος γυ­ρί­ζει πί­σω· πά­λι, ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή.

       Τὸ ψα­ρά­δι­κο χω­ριό, δέ­κα σπί­τια κά­τα­σπρα. Ἐ­ρη­μιά. Ξε­ρὰ χτα­πό­δια κρε­μα­σμέ­να στὸ σύ­νο­ρο τῆς σκιᾶς. Κρα­σὶ κόκ­κι­νο μπροῦ­σκο. Μιὰ γορ­γό­να πο­λύ­χρω­μη πά­νω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα.

       Πεν­τα­κά­θα­ρο μι­κρὸ δω­μά­τιο. Σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι, μπάν­τα ὑ­φαν­τή· στὸν τοῖ­χο, ἕ­να τρα­πε­ζά­κι, δυ­ὸ κα­ρέ­κλες.

       Ἀ­γά­πη.

       Πό­σο κρά­τη­σε;

       Μιὰν ἀ­νά­σα.

       Σκο­τει­νιά­ζει ἀ­πό­το­μα. Στὸ βά­θος ση­κώ­νε­ται σί­φου­νας, στὴν ἄ­κρη τῆς θά­λασ­σας. Φαί­νε­ται νὰ ρου­φά­ει τὰ μαῦ­ρα σύν­νε­φα καὶ νὰ τὴν φου­σκώ­νει. Σὰν ἀ­π’ τὸ βά­ρος τους χα­μη­λώ­νει, πλα­ταί­νει, πλα­κώ­νει τὴν τα­ραγ­μέ­νη ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ. Ἀ­πέ­ραν­το μα­νι­τά­ρι μαῦ­ρο σκέ­πα­σε τὸν τό­πο.

       Φεύ­γου­με, πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σου­με στὴν πό­λη. Εἴ­μα­στε πολ­λοί.

       Μι­λᾶ­νε γιὰ σπί­τια στέ­ρε­α, γιὰ κοι­νὴ τύ­χη.

       Στὸ δρό­μο γυ­ρί­ζω δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς νὰ βε­βαι­ω­θῶ γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α της. Σπρώ­χνου­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, εἴ­μα­στε πολ­λοί. Πο­δο­πα­τι­ό­μα­στε, χά­νω τὸ χέ­ρι της. Στὴν ἀρ­χὴ βλέ­πω πί­σω μου μιὰ σκιά, σὲ λί­γο τὴ χά­νω κι αὐ­τή.

      Σκο­τά­δι. Ἀ­κού­γον­ται πο­δο­βο­λη­τά, κρό­τοι ἀ­πὸ βα­ρει­ὲς μη­χα­νές, ἑρ­πύ­στρι­ες, ἁ­λυ­σί­δες.

      Χτύ­πη­σαν στὴ σταυ­ρο­πο­τα­μιά.

      Ἀ­δερ­φέ μου δὲν ἀν­τέ­χω σὲ ἄλ­λο ξαφ­νι­κό.

       Ὅ­ταν φτά­νω ἐ­κεῖ ὅ­λα ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει. Ἔ­γι­ναν στὸ σκο­τά­δι, στὸν ὕ­πνο μας.

       Ἡ με­γά­λη πλα­τεί­α, ἡ καρ­διά της, εἶ­ναι σπαρ­μέ­νη μὲ γυα­λιὰ κομ­μά­τια θρύ­ψα­λα, χαρ­τιά, πέ­τρες, φω­νές.

       Τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν σπι­τι­ῶν χά­σκουν μαῦρ’ ἀ­π’ τὴν κα­πνιά. Οἱ τοῖ­χοι ξε­κοι­λι­α­σμέ­νοι.

       Κό­σμος μπαι­νο­βγαί­νει στὰ χα­λά­σμα­τα βι­α­στι­κός. Κα­θέ­νας κρα­τά­ει καὶ κά­τι. Ἐ­γὼ βα­δί­ζω ἀρ­γά, ἀ­ταί­ρια­στα.

       Κά­ποι­ο χέ­ρι μὲ πιά­νει ἀ­π’ τὸ ροῦ­χο. Γυ­ρί­ζω.

       Μέ­σ’ ἀ­πό­να σκο­τει­νὸ ἰ­σό­γει­ο πορ­τά­κι, βλέ­πω τὴ γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη τὴν ἴ­δια, τὴ δι­κή μου. Κρα­τά­ει, ἕ­να παι­δὶ στὰ γό­να­τα. Δί­πλα της, λί­γο πιὸ πί­σω στὴν στε­νό­χω­ρη τρύ­πα, στέ­κε­ται ὁ ἄν­τρας της. Φο­ρά­ει ἕ­να που­κά­μι­σο σκοῦ­ρο λα­δί, μὲ ραμ­μέ­να πά­νω του κά­τι δι­α­κρι­τι­κὰ στὰ μα­νί­κια.

       «Εἶ­ναι ἡ μό­δα ἔ­τσι τώ­ρα», σκέ­φτο­μαι. Τὸ μοῦ­τρο του ζα­ρω­μέ­νο καὶ κα­κὸ γε­μά­το νί­κη. Ἔ­χει ἕ­να φτο­νε­ρὸ χα­μό­γε­λο. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ κυ­τά­ει ἄ­φω­νη. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς δὲ μπο­ρεῖ νὰ μι­λή­σει, τὸν φο­βᾶ­ται.

       Τὸ παι­δί.

       Τὸ βλέ­πω.

       Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν τὸ δι­κό μου.

       Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τὸ δι­κό μου. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἔ­κα­να τί­πο­τα γιὰ νὰ τὸ κρα­τή­σω ἐ­γώ.

       Τώ­ρα πιὰ εἶ­ν’ ἀρ­γά.

       Ἐ­κεῖ­νος θὰ τὸ φτιά­ξει ὅ­πως θέ­λει.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­να­δί­πλω­ση (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1972).

 

Μι­χά­λης Γρη­γο­ρί­ου (1947). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α: Ἀ­να­δί­πλω­ση (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κάλ­βος, 1972), Οἱ ρί­ζες τῆς σι­ω­πῆς (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κέ­δρος, 1973), Ὁ ἱπ­πό­της τοῦ φύ­λου συ­κῆς (ἐκδ. Πλειάς, 1975), προ­σαρ­μο­γή: Ἐν­δό­μυ­χος (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 1978). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης τὰ σε­νά­ρια γιὰ τὶς ται­νί­ες: Ξε­ρι­ζω­μέ­νη Γε­νιά (1968, σκη­νο­θε­σί­α Ἀ­πό­στο­λος Τε­γό­που­λος, μὲ τὸν Νί­κο Ξαν­θό­που­λο), Ὄ­χι… κύ­ρι­ε Τζόν­σον (1965, σκη­νο­θε­σί­α Γρη­γό­ρης Γρη­γο­ρί­ου).

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов): Τὸ παραξήλωσε

 

 

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов)

 

Τὸ παραξήλωσε

(Пересолил)

 

ΤΟ­ΠΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα, ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ νὰ τὰ κά­νει, κι ἐ­φό­σον ὁ ἁ­μα­ξὰς ἔ­χει γρή­γο­ρα ἄ­λο­γα τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πιά­σει κα­τευ­θεί­αν καὶ τὰ πε­νήν­τα).

       — Πεῖ­τε μου, πα­ρα­κα­λῶ, ποῦ μπο­ρῶ νὰ βρῶ ἐ­δῶ κον­τὰ τα­χυ­δρο­μι­κὰ ἄ­λο­γα; εἶ­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν χω­ρο­φύ­λα­κα τοῦ σταθ­μοῦ.

       — Τί; Τα­χυ­δρο­μι­κά; Ἐ­δῶ γιὰ ἑ­κα­τὸ βέρ­τσια δρό­μο δὲν ἀ­κοῦς οὔ­τε σκυ­λί, ὄ­χι τα­χυ­δρο­μι­κά… Καὶ σεῖς ποῦ θέ­λε­τε νὰ πᾶ­τε;

       — Στὸ Δέφ­κι­νο, στὰ κτή­μα­τα τοῦ στρα­τη­γοῦ Χα­χό­τοφ.

       — Λοι­πόν; χα­σμου­ρή­θη­κε ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας. Πη­γαί­νε­τε μέ­χρι τὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ στὴν πόρ­τα συ­χνὰ βρί­σκον­ται χω­ρι­κοί, με­τα­φέ­ρουν τα­ξι­δι­ῶ­τες.

       Ὁ το­πο­γρά­φος ξε­φύ­ση­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ βα­δί­ζει πρὸς τὸν σταθ­μό. Ἐ­κεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς ἀ­να­ζη­τή­σεις, συ­ζη­τή­σεις καὶ δι­σταγ­μούς, βρῆ­κε ἕ­ναν ρω­μα­λέ­ο χω­ρι­κό, κα­τσού­φη, βλο­γι­ο­κομ­μέ­νο, ντυ­μέ­νο μὲ ἕ­να κου­ρε­λια­σμέ­νο τσό­χι­νο κα­φτά­νι καὶ πλε­χτὰ χορ­το­πά­που­τσα.

       Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει τί σό­ι κά­ρο ἔ­χει! Συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε ὁ το­πο­γρά­φος, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις ποῦ εἶ­ναι τὸ πί­σω καὶ τὸ μπρός…

       — Μὰ τί νὰ κα­τα­λά­βεις; Ὅ­που εἶ­ναι ἡ οὐ­ρὰ εἶ­ναι καὶ τὸ μπρός, καὶ ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται ἡ εὐ­γέ­νειά σας εἶ­ναι τὸ πί­σω…

       Τὸ που­λα­ρά­κι ἦ­ταν λι­πό­σαρ­κο, μὲ ἁ­πλω­τὰ πό­δια καὶ φα­γω­μέ­να αὐ­τιά. Ὅ­ταν ὁ ἁ­μα­ξὰς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ τὸ χτύ­πη­σε μὲ τὸ σχοι­νέ­νιο μα­στί­γιο, αὐ­τὸ κού­νη­σε μό­νο τὸ κε­φά­λι, ὅ­ταν ἀ­γρί­ε­ψε καὶ τὸ χτύ­πη­σε ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, τό­τε τὸ κά­ρο ἔ­τρι­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει σὰν δαι­μο­νι­σμέ­νο. Με­τὰ τὸ τρί­το χτύ­πη­μα τὸ κά­ρο κύ­λη­σε λί­γο καὶ πιὰ μὲ τὸ τέ­ταρ­το κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του.

       Ἔ­τσι θὰ πᾶ­με ὅ­λο τὸ δρό­μο; ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, νι­ώ­θον­τας τὸ δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα καὶ πα­ρα­μέ­νον­τας ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν Ρώ­σων ἁ­μα­ξά­δων νὰ κά­νουν, μὲ μιὰ ἤ­ρε­μη χε­λω­νί­σια δι­α­δρο­μή, τὴν ψυ­χὴ νὰ ξε­βι­δώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ τράν­ταγ­μα.

       Θά-α-α φτά­σου­με! – τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ ἁ­μα­ξάς. Ἡ φο­ρά­δα εἶ­ναι νέ­α, ἔ­ξυ­πνη…Ἄσ’ τὴν μό­νο νὰ πά­ρει φό­ρα καὶ με­τὰ δὲν στα­μα­τά­ει… Ἄιν­τε, κα­τα­ρα­μέ…νη!

       Ὅ­ταν τὸ κά­ρο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν σταθ­μό, ἦ­ταν σού­ρου­πο. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ το­πο­γρά­φου ἁ­πλω­νό­ταν ἡ πε­διά­δα, σκο­τει­νή, πα­γω­μέ­νη, χω­ρὶς τέ­λος καὶ ἄ­κρη… (Δι­α­σχί­ζον­τάς την εἶ­ναι σὰν νὰ ξε­κι­νᾶς γιὰ τοῦ δι­α­ό­λου τὴ μά­να.) Στὸν ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­κεῖ ποὺ χα­νό­ταν καὶ ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­σβη­νε νω­χε­λι­κὰ τὸ κρύ­ο φθι­νο­πω­ρι­νὸ σού­ρου­πο… Ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, στὸν σκο­τει­νι­α­σμέ­νο ἀ­έ­ρα ξε­χώ­ρι­ζαν κά­ποι­α βου­να­λά­κια, ὄ­χι σὰν περ­σι­νὲς θη­μω­νι­ές, οὔ­τε σὰν χω­ριό. Τί ἦ­ταν μπρο­στὰ στὸ χω­ρά­φι δὲν ἔ­βλε­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἐ­πει­δὴ ἀπ΄ αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ ὅ­λο τὸ ὀ­πτι­κὸ πε­δί­ο τὸ κά­λυ­πτε ἡ φαρ­διά, ἄ­γαρ­μπη πλά­τη τοῦ ἁ­μα­ξᾶ. Ἦ­ταν ἥ­συ­χα, ἀλ­λὰ κρύ­α καὶ πα­γω­μέ­να.

       «Τί ἐ­ρη­μιὰ εἶ­ναι αὐ­τή! (σκε­φτό­ταν ὁ το­πο­γρά­φος, προ­σπα­θών­τας νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ αὐ­τιά του μὲ τὸ για­κὰ τοῦ μαν­δύα) παν­τοῦ ἐ­ρη­μιά!» Ἂν τοῦ ἐ­πι­τε­θοῦν ξαφ­νι­κὰ καὶ τὸν λη­στέ­ψουν; Δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ἂν θὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ πυ­ρο­βό­λο!­.. Καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος… Γιὰ δές τον, τί πλα­τά­ρα! Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τῆς φύ­σης καὶ δά­χτυ­λο νὰ κου­νή­σει, ἡ ψυ­χή σου πά­ει στὴν Κού­λου­ρη! Καὶ ἡ μού­ρη του εἶ­ναι ἄ­γρια, ὕ­πο­πτη.»

      — Ἔ! κα­λέ μου, ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, πῶς σὲ λέ­νε;

      — Ἐ­μέ­να; Κλή­μη.

      — Λοι­πόν, Κλή­μη, πῶς εἶ­ναι ἐ­δῶ; Δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Δὲν γί­νον­ται ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Ὄ­χι, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ… Σὲ ποι­ὸν νὰ κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Εἶ­ναι κα­λὸ ποὺ δὲν κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις… Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κὸ ἔ­χω πά­ρει μα­ζί μου τρί­α ρε­βόλ­βερ, εἶ­πε ψέ­μα­τα ὁ το­πο­γρά­φος. Καὶ μὲ τὸ ρε­βόλ­βερ, ξέ­ρεις, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται κα­νείς. Μὲ δέ­κα λη­στὲς μπο­ρεῖς νὰ τὰ βγά­λεις πέ­ρα…

      Σκο­τει­νιά. Τὸ κά­ρο ξαφ­νι­κὰ ἔ­τρι­ξε, τσί­ρι­ξε, τρε­μού­λια­σε, καί, σὰν ἄ­θε­λά του, ἔ­κα­νε ἀ­ρι­στε­ρά.

      «Ποῦ μὲ πά­ει; σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Πή­γαι­νε ὅ­λο εὐ­θεία καὶ ξαφ­νι­κὰ ἔ­στρι­ψε ἀ­ρι­στε­ρά. Πι­θα­νὸν νὰ μὲ πη­γαί­νει σὲ κά­ποι­α λόχ­μη ὁ πα­λιάν­θρω­πος, καί… καί… συμ­βαί­νουν τέ­τοια πε­ρι­στα­τι­κά!»

      — Ἄ­κου, ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸν ἁ­μα­ξά. — Ἔ­τσι λές! Ὅ­τι ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Κρί­μα… Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πα­λεύ­ω μὲ λη­στές… Στὴν ὄ­ψη εἶ­μαι ἀ­δύ­να­τος, ἀρ­ρω­στιά­ρης, ἀλ­λὰ οἱ δυ­νά­μεις μου, λὲς καὶ εἶ­ναι ταύ­ρου… Μιὰ φο­ρὰ μοῦ ἐ­πι­τέ­θη­καν τρεῖς λη­στές… Καὶ τί νο­μί­ζεις; Τὸν ἕ­να τὸν χτύ­πη­σα τό­σο ἄ­σχη­μα, πού… πού, κα­τα­λα­βαί­νεις, πα­ρέ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ στὸν Θε­ό, καὶ οἱ ἄλ­λοι δύ­ο ἐ­ξαι­τί­ας μου πῆ­γαν στὰ κά­τερ­γα τῆς Σι­βη­ρί­ας. Καὶ ἀ­πὸ ποῦ παίρ­νω αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη, δὲν ξέ­ρω… Παίρ­νεις τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου δυ­να­τοῦ, κά­ποι­ου σὰν καὶ σέ­να, καί… καὶ τὸν χτυ­πᾶς.

      Ὁ Κλή­μης ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν το­πο­γρά­φο, ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο.

      — Ναί, ἀ­δελ­φέ… συ­νέ­χι­σε ὁ το­πο­γρά­φος. Νὰ μὴ δώ­σει ὁ Θε­ὸς νὰ μπλε­χτεῖς μὲ μέ­να. Δὲν φτά­νει ποὺ ὁ λη­στὴς μέ­νει δί­χως χέ­ρια καὶ δί­χως πό­δια, ἀλ­λὰ πρέ­πει καὶ νὰ δι­κα­στεῖ… Σὲ μέ­να ὅ­λοι οἱ δι­κα­στὲς καὶ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ εἶ­ναι γνω­στοί. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἄν­θρω­πος τοῦ κρά­τους, μὲ χρει­ά­ζον­ται… Τὸ ὅ­τι ἐ­γὼ τα­ξι­δεύ­ω εἶ­ναι γνω­στὸ στὴ δι­οί­κη­ση… καὶ γι΄ αὐ­τὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦν γιὰ νὰ μή μοῦ κά­νει κά­ποι­ος κα­κό. Παν­τοῦ στὸν δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τοὺς θά­μνους εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ ὁρ­μή­σουν ἑ­κα­τον­τά­δες ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν Κο­ζά­κων… Ἄ-α-αλτ! Ἔμ­πη­ξε τὶς φω­νὲς ὁ το­πο­γρά­φος. — Ποῦ βγῆ­κες; Ποῦ μὲ πᾶς;

      — Μὰ τί­πο­τε δὲν βλέ­πε­τε; Εἶ­ναι δά­σος!

      «Ὁ­πωσ­δή­πο­τε εἶ­ναι δά­σος… σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Μὰ ἐ­γὼ φο­βή­θη­κα! Ὅ­μως δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ φα­νε­ρώ­σω τὴν ἀ­νη­συ­χί­α μου… Ἤ­δη πρό­σε­ξε πὼς τρέ­μω. Για­τί μὲ κλε­φτο­κοί­τα­ζε τό­σο συ­χνά; Ἴ­σως σχε­διά­ζει κά­τι… Προ­η­γου­μέ­νως πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γά, βῆ­μα-βῆ­μα, καὶ τώ­ρα γιὰ δές τον, πά­ει σὰν ἀ­στρα­πή!»

      — Ἄ­κου, Κλή­μη, για­τί βιά­ζεις τό­σο τὸ ἄ­λο­γο;

      — Δὲν τὸ βιά­ζω, μό­νο του πῆ­ρε φό­ρα… Καὶ ὅ­ταν παίρ­νει φό­ρα τί­πο­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ στα­μα­τή­σει… Καὶ τὸ ἴ­διο δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νο μὲ τέ­τοι­α πό­δια ποὺ ἔ­χει.

      — Λὲς ψέ­μα­τα, ἀ­δελ­φέ! Βλέ­πω ὅ­τι λὲς ψέ­μα­τα! Μό­νο σὲ συμ­βου­λεύ­ω νὰ μὴν τρέ­χεις τό­σο γρή­γο­ρα. Κά­νε λί­γο κρά­τει… Ἀ­κοῦς; Κά­νε λί­γο κρά­τει!

      — Για­τί;

      — Ἐ­πει­δή… ἐ­πει­δή, μα­ζί μου ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θουν τέσ­σε­ρις φί­λοι. Πρέ­πει νὰ μᾶς ἔ­φτα­ναν… Ὑ­πο­σχέ­θη­καν νὰ μὲ προ­λά­βουν σ΄ αὐ­τὸ τὸ δά­σος… Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­α νὰ πη­γαί­νεις μα­ζί τους… Εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ὑ­γι­εῖς, γε­ρο­δε­μέ­νοι… ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει πε­ρί­στρο­φο… Για­τί συ­νέ­χεια στρί­βεις πί­σω καὶ κοι­τά­ζεις, σὰν νὰ κά­θε­σαι σὲ βε­λό­νες; Ἔ! Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φέ, ἔ… ἀ­δελ­φέ… Σὲ μέ­να τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει νὰ κοι­τά­ζεις… τί­πο­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ μέ­να… Ἴ­σως μό­νο τὰ ρε­βόλ­βερ… Πα­ρα­κα­λῶ, ἂν θέ­λεις, θὰ σοῦ τὰ δεί­ξω, πα­ρα­κα­λῶ…

      Ὁ το­πο­γρά­φος ἔ­κα­νε ὅ­τι ψα­χου­λεύ­ει τὶς τσέ­πες, καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νέ­βη κά­τι ποὺ κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ον, ὅ­σο δει­λὸς καὶ ἂν ἦ­ταν. Ὁ Κλή­μης ξαφ­νι­κὰ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ κά­ρο καὶ στὰ τέσ­σε­ρα ἔ­τρε­ξε πρὸς τὸ ρου­μά­νι.

     — Βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε κλα­ψι­ά­ρι­κα. Βο­ή­θεια! Πάρε, κα­τα­ρα­μέ­νε, καὶ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, μό­νο μὴ μὲ χα­λά­σεις! Βο­ή­θεια!

      Ἀ­κού­στη­καν γρή­γο­ρα βή­μα­τα ποὺ χά­νον­ταν, τριγ­μὸς ξε­ρό­κλα­δων – καὶ τέ­λος σι­ω­πή… Ὁ το­πο­γρά­φος, μὴ πε­ρι­μέ­νον­τας τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρά, στα­μά­τη­σε πρῶ­τα τὸ ἄ­λο­γο, με­τὰ κά­θι­σε πιὸ βο­λι­κὰ στὸ κά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ σκέ­φτε­ται.

      «Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας… ὁ βλά­κας… φο­βή­θη­κε. Καὶ τώ­ρα τί θὰ γί­νει; Μό­νος νὰ προ­χω­ρή­σω δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, για­τί δὲν ξέ­ρω τοὺς δρό­μους καὶ μπο­ρεῖ νὰ νο­μί­ζουν ὅ­τι ἔ­κλε­ψα τὸ ἄ­λο­γό του… Τί θὰ γί­νει;» — Κλή­μη! Κλή­μη!

     — Κλή­μη!­..  ἀ­πάν­τη­σε ἡ ἠ­χώ.

      Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ τὴν πε­ρά­σει κα­θι­σμέ­νος στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος, μέ­σα στὸ κρύ­ο, ἀ­κού­γον­τας μό­νο τοὺς λύ­κους καὶ τὴν ἠ­χὼ ἀ­πὸ τὰ ρου­θου­νί­σμα­τα τῆς λι­πό­σαρ­κης φο­ρά­δας τὸν ἔ­πια­σε σύγ­κρυ­ο.

      — Κλη­μού­λη! –φώ­να­ξε. — Κα­λέ μου! Ποῦ εἶ­σαι, Κλη­μού­λη;

      Δυ­ὸ ὧ­ρες φώ­να­ζε ὁ το­πο­γρά­φος, καὶ μό­νο ἀ­φοῦ βρά­χνια­σε καὶ συμ­φι­λι­ώ­θη­κε μὲ τὴ δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σή του στὸ δά­σος, τό­τε τὸ ἐ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ ἔ­φε­ρε κά­ποι­ο βογ­κη­τό.

      — Κλή­μη! Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­λέ μου; Πᾶ­με.

      — Θὰ μέ… σκο­τώ­σεις;

      — Ἀ­στει­εύ­τη­κα, κα­λέ μου! Τι­μώ­ρη­σέ με, κύ­ρι­ε, ἀ­στει­εύ­τη­κα! Τί ρε­βόλ­βερ! Ἐ­γὼ εἶ­πα ψέ­μα­τα ἀ­πὸ φό­βο! Κά­νε μου τὴ χά­ρη, πᾶ­με! Πα­γώ­νω!

      Ὁ Κλή­μης συλ­λο­γί­στη­κε ὅ­τι, μᾶλ­λον, ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς λη­στὴς θὰ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ πρὸ πολ­λοῦ μὲ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δά­σος καὶ ἀ­να­πο­φά­σι­στα πλη­σί­α­σε τὸν ἐ­πι­βά­τη του.

      — Μὰ ἀ­πὸ τί φο­βή­θη­κες, βλά­κα; Ἐ­γώ… ἐ­γὼ ἀ­στει­ευ­ό­μου­να καὶ σὺ φο­βή­θη­κες… κά­τσε!

   — Ὁ θε­ὸς μα­ζί σου, ἀ­φέν­τη, μουρ­μού­ρι­σε ὁ Κλή­μης σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Ἂν τὸ ἤ­ξε­ρα οὔ­τε μὲ ἑ­κα­τὸ ὁ­λό­κλη­ρα δὲν θὰ σὲ πή­γαι­να. Πα­ρα­λί­γο νὰ πε­θά­νω ἀ­π’ τὸν φό­βο…

      Ὁ Κλή­μης μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο. Τὸ κά­ρο τραν­τά­χτη­κε. Ὁ Κλή­μης τὸ ξα­να­μα­στί­γω­σε καὶ τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε. Με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το χτύ­πη­μα, ὅ­ταν τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, ὁ το­πο­γρά­φος σκέ­πα­σε τ’ αὐ­τιά του μὲ τὸν για­κὰ καὶ βυ­θί­στη­κε σὲ σκέ­ψεις. Ὁ δρό­μος καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν τοῦ φαι­νόν­του­σαν πιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι.

 

Δρα­μα­το­πο­ίη­ση: Ρω­σι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μι­κροῦ μή­κους μὲ κι­νού­με­να σχέ­δια (1959). Σκη­νο­θε­σία Βλα­ντί­μιρ Ντι­ά­κτε­ρεφ, σε­νάριο: E. Μι­γκου­νόφ.

 

 

 

Πη­γή: Δι­ή­γη­μα τοῦ 1885. П­о­л­н­ое с­о­б­р­а­н­ие с­о­ч­и­н­е­н­ий и п­и­с­ем в 30-ти т­о­м­ах. С­о­ч­и­н­е­н­ие Т­ом 4 М. «Н­а­у­ка», 1984. (Πλή­ρης συλ­λο­γὴ ἔρ­γων 30 τό­μων, 4ος τό­μος. Ἐκ­δό­σεις Να­ού­κα, 1984).

 

Ἄν­τον Τσέ­χωφ (А­н­т­он Ч­е­х­ов) (Ταγ­καν­ρὸγκ Ρω­σί­ας 1860 – Μπαν­τεν­βά­ι­λερ Γερ­μα­νί­ας 1904). Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Μό­σχα. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἰ­α­τρι­κὲς σπου­δὲς ἄρ­χι­σε καὶ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Πο­τὲ δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν ἰ­α­τρι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ 19ου αἰ. καὶ ὄ­χι μό­νο. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὸ ­στυ, στὶς 30/8/1901 σὲ με­τά­φρα­ση, ἀ­πὸ τὴ γαλ­λι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Πα­πα­δι­α­μάν­τη.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης Ἄντον Τσέχωφ 2010.

  

Μάρω Παπαδημητρίου: Μετακόμιση

 

 

Μά­ρω Πα­πα­δη­μη­τρί­ου

 

Με­τα­κό­μι­ση

 

ΕΔΙΑΛΕΓΕΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ γιὰ τὸ και­νού­ριο σπί­τι αὐ­τὸ τώ­ρα τί εἶ­ναι. Ἕ­να με­γά­λο μπορ­ντὸ τε­νε­κε­δέ­νιο κου­τὶ Special Selection σκι­σμέ­νη μιὰ λέ­ξη στὴν ἐ­τι­κέ­τα καὶ με­τὰ Ἐ­ρυ­θρὸς Ξη­ρός. Στὴν ἀ­πο­θή­κη γε­μά­το πα­λιὰ φὶλμ ξε­χα­σμέ­να. Ἀρ­νη­τι­κὲς πό­ζες σὲ ται­νί­ες ζε­λα­τί­νας χρό­νο μὲ τὸν χρό­νο σὲ θῆ­κες ἀ­πὸ τσι­γα­ρό­χαρ­το μα­κρό­στε­να κί­τρι­να φά­κε­λα. Μὴ καὶ χα­θεῖ κά­ποι­α φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὰ ἄλ­μπουμ ποὺ θὰ ἔ­φτια­χνε. Τὴ μιὰ δί­πλα πά­νω κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη σχο­λα­στι­κὰ τα­ξι­νο­μη­μέ­νες ἡ­με­ρο­μη­νί­ες γραμ­μέ­νες μὲ τὸ χέ­ρι πολ­λὴ δου­λειά. Οἶ­νος θὰ εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ λεί­πει. Ὥ­ρι­μα κόκ­κι­να καὶ μαῦ­ρα στα­φύ­λια. Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ἑ­νὸς κρα­σιοῦ Special Selection εἶ­ναι ἡ κα­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς στα­φυ­λό­μα­ζας. Εὐ­λο­γη­μέ­νο ἀμ­πέ­λι πλα­τύ­φυλ­λο καὶ κα­λο­κλα­δε­μέ­νο πό­ση φρον­τί­δα κό­πος. Συ­νε­χῶς. Μπο­ρεῖς νὰ δεῖς τὰ φὶλμ στὸ φῶς τοῦ γλόμ­που. Ἀ­νά­πο­δη σχο­λι­κὴ ἐκ­δρο­μὴ γέ­λια σο­σό­νια ὁ Θο­δω­ρὴς μὲ κον­τὸ παν­τε­λό­νι. Ὁ Θο­δω­ρής. Προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­ποῦ­σες πα­ροῦ­σες. Ἂν ἀ­ξι­ό­πι­στη εἶ­ναι ἡ μνή­μη ὅ­ταν ὅ­λα δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση. Ποι­ὸς θὰ τὸ πεῖ στὴ μι­κρὴ πα­ρέ­α. Σκορ­πί­ζει ἀ­νε­παί­σθη­τα τυ­χαῖα. Εἶ­ναι καὶ τὸ κρα­σὶ ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμός. Ἀλ­λά­ζει σι­γὰ σι­γὰ περ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ νι­ό­τη στὴν ἀ­κμὴ στὴν ὡ­ρι­μό­τη­τα στὸ τέ­λος. Πό­σο θὰ ζή­σει ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες πα­λαί­ω­σης καὶ συν­τή­ρη­σης. Ὄ­χι πὼς ἀ­πο­φεύ­γει τὴν ὀ­ξεί­δω­ση ἂν ὅ­μως εἶ­ναι ἀρ­γὴ ἐ­λεγ­χό­με­νη τὴν με­ταλ­λά­ζει σὲ πλού­σιο ἄ­ρω­μα βε­λού­δι­νη γεύ­ση. Ποι­ο­τι­κὴ κο­ρύ­φω­ση. Εἰ­κό­νες ἀ­κί­νη­τες δώ­δε­κα εἴ­κο­σι εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις τρι­αν­τα­έ­ξι κα­τα­γρά­φον­ται στὴ φω­το­ευ­αί­σθη­τη ἐ­πι­φά­νεια κα­θὼς ξε­τυ­λί­γε­ται τὸ κα­ρού­λι. Πό­ζες σὲ τρι­αν­τα­πέν­τε μι­λι­μὲ­τρ ποὺ μπο­ροῦν νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στοῦν. Νὰ ἐ­πα­να­λάμ­ψουν οἰ­κο­γε­νεια­κὰ τὰ χα­μό­γε­λα πρὶν σπά­σουν μα­ζὶ σ’ ἕ­να κρὰκ ὅ­ταν βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ πλά­νο ὁ πα­τέ­ρας. Ἐμ­φα­νί­σεις σὲ σκο­τει­νὸ θά­λα­μο στιγ­μια­ῖο πα­ρὸν πα­ρελ­θόν. Εἴ­δω­λα. Προ­σο­χὴ τὰ φὶλμ δι­α­τη­ροῦν­ται σὲ χα­μη­λὴ ὑ­γρα­σία καὶ θερ­μο­κρα­σί­α. Τὸ κα­λὸ κρα­σὶ σὲ ὑ­πό­γεια ὑ­γρὰ κε­λά­ρια. Στὰ σκο­τει­νὰ λοι­πόν. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν κι ἀλ­λι­ῶς. Ἂν εἶ­χε κά­νει μιὰ ἀρ­χὴ μὲ τὰ ἄλ­μπουμ ἂν τὰ συ­νέ­χι­ζε. Μὰ τί στε­νὸ φου­στά­νι δὲς τὸ ἀ­γό­ρι τὴν κρα­τᾶ ἀ­πὸ τὴ μέ­ση σφι­χτὰ νι­ώ­θει τὴν ἀ­νά­σα του. Πό­σα κι­λὰ ἀ­πὸ τό­τε Θε­έ μου. Ὅ­λο δυ­σκο­λί­ες. Ὅ­σο τὸ κρα­σὶ ὡ­ρι­μά­ζει φτιά­χνει χα­ρα­κτή­ρα προ­σω­πι­κό­τη­τα μα­λα­κώ­νει ἂν ὅ­μως ὑ­πο­στεῖ γή­ραν­ση δὲν πί­νε­ται. Φω­το­γρα­φί­ες ἡ μιὰ πά­νω στὴν ἄλ­λη χύ­μα κα­τα­χω­νι­α­σμέ­νες ἐ­δῶ ἐ­κεῖ νὰ τὶς ψά­ξει νὰ τὶς βά­λει κα­τὰ χρο­νο­λο­γί­α τώ­ρα ποὺ βρῆ­κε τὰ φὶλμ νὰ ἀ­γο­ρά­σει ἄλ­μπουμ. Δὲν βγαί­νει ἄ­κρη. Ἄς κά­νει μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ ἄς κρα­τή­σει αὐ­τὲς ποὺ τὴν κο­λα­κεύ­ουν ἡ νο­σταλ­γί­α ἐ­πι­λέ­γει τὶς κα­λὲς στιγ­μὲς ἔ­χει φω­το­γέ­νεια. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας γέρ­νει στὰ χεί­λη της τὸ πο­τή­ρι μὲ τὸ γλυ­κὸ κόκ­κι­νο κρα­σί. Πι­ὲς γιὰ νὰ ξε­χά­σεις χα­χα­νί­ζει ἡ Ἑ­λέ­νη ἀ­πὸ πί­σω πνι­χτά. Οἱ δύο εἰς σάρ­καν μί­α. Ξε­χνά­ει καὶ χά­νει. Γυα­λιὰ κλει­διὰ ὀ­νό­μα­τα για­τί ἄ­νοι­ξε τώ­ρα τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως κάρ­τες μνή­μης με­γά­λης χω­ρη­τι­κό­τη­τας ἀ­πο­θη­κεύ­ουν εἰ­κό­νες φω­το­γρα­φί­ες πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ ὅ­σες χω­ρᾶ­νε στὸ φίλμ. Ἕ­να μω­ρά­κι νε­ο­γέν­νη­το μο­νά­κρι­βο μὲ μά­τια μι­σά­νοι­χτα κλεί­νει κι­ό­λας τὰ σα­ραν­τα­πέν­τε. Πό­σο γρή­γο­ρα πό­σο ἀρ­γὰ πιά. Ἡ ψη­φια­κὴ εἰ­κό­να ἔ­χει ἀ­σύλ­λη­πτες δυ­να­τό­τη­τες. Μπο­ρεῖς καὶ ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων νὰ ἐ­πέμ­βεις μὲ τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ νὰ δι­ορ­θώ­σεις σφάλ­μα­τα χρώ­μα­τα ἀν­τι­θέ­σεις ἐ­νο­χλη­τι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες τὴν προ­ο­πτι­κή. Δὲν ἔ­χει ἰ­δέ­α ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ ἀρ­νεῖ­ται τὴν τε­χνο­λο­γί­α τὴν ἐ­χθρεύ­ε­ται. Ἰ­μέ­ιλ τά­χα σκά­ιπ ψευ­τι­ὲς εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Γε­γο­νὸς εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­φυ­γε γιὰ με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Βο­στό­νη κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα του κι ἔ­μει­νε. Γιὰ πάν­τα. Τε­χνο­κρά­της. Μὲ δι­α­κρί­σεις. Οὔ­τε τὰ κα­λο­καί­ρια ἔρ­χε­ται ἂς εἶ­ναι κα­λά. Πα­λιὰ με­τὰ τὸν τρύ­γο τοῦ Σε­πτέμ­βρη ξυ­πό­λυ­τοι τρυ­γη­τὲς πα­τοῦ­σαν τὸ στα­φύ­λι στὰ πα­τη­τή­ρια. Γε­ρὲς γάμ­πες ξα­ναμ­μέ­νες πα­τοῦ­σες ὅ­λο καὶ πιὸ βα­θιὰ πιὸ βα­θιὰ πει­ράγ­μα­τα τρα­γού­δια πα­νη­γύ­ρι ἀν­θρώ­πι­νο. Τώ­ρα ὁ καρ­πὸς συν­θλί­βε­ται στὰ μη­χα­νή­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ πε­ρι­στρε­φό­με­νους κυ­λίν­δρους σπα­στῆ­ρες πι­ε­στή­ρια. Ἡ ἔκ­θλι­ψη τοῦ μού­στου χά­σμα ἐ­πο­χῶν. Τὸ πῆ­ρε ἀ­πό­φα­ση. Ἀλ­λά­ζει σπί­τι γει­το­νιὰ κά­που στὸ κέν­τρο μὲς στὸν πο­λὺ τὸν κό­σμο σὲ κά­τι πιὸ μι­κρὸ πο­λὺ πιὸ μι­κρὸ ἐ­λά­χι­στο. Τί παίρ­νει κα­νεὶς μα­ζί του τί ἀ­φή­νει. Τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ποι­ά. Ξα­να­βά­ζει ὅ­πως ὅ­πως τὰ φὶλμ στὸ κου­τὶ μπερ­δε­μέ­να ἀ­νά­κα­τα. Σὲ κα­νέ­να ὁ πό­νος. Δὲν φω­το­γρα­φί­ζε­ται δὲν ση­κώ­νει ἐ­κτύ­πω­ση. Μι­σό­γε­λα μό­νο παν­τοῦ τὰ πιὸ πολ­λὰ στη­μέ­να. Special Selection. Ζούμ. Ἀ­να­με­τρι­έ­ται μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὰ κομ­μά­τια στὰ σκου­πί­δια. Δι­στά­ζει. Οἶ­νος εὐ­φραί­νει καρ­δί­αν λέ­νε. Οἶ­νος ἡ λέ­ξη ποὺ λεί­πει.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Μά­ρω Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Πειραιάς 1939). Σπούδασε ἀγγλική φιλολογία (B.A. Deree College καὶ MA. Comparative Literature Antioch University, Ohio). Παράλληλα εἰδικεύτηκε σὲ προγράμματα συμβουλευτικῆς στὴν ψυχολογία. Ἐργάστηκε στὴν δημοσιογραφία (περιοδικό τύπο) καὶ στὴ δια­φήμιση. Πρῶτο βιβλίο της: Εἰς μάτην ἀντέστη ἡ Κασσάνδρα εἰς τὴν εἰσα­γωγὴν τοῦ Δουρείου Ἵππου ἐντός τῶν τειχών (ποιητικὴ συλλογή, 1971). Τελευταῖο: Τὸ ντὸ τῆς ἀπώλειας (Παρουσία, 1998).