Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga): Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν

 

 

Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα (Juan Eduardo Zúñiga)

 

Παράθυρα τῶν τελευταίων στιγμῶν

(Ventanas de los últimos instantes)

 

Υ­Ο ΑΝ­ΤΡΕΣ ΠΥ­ΡΟ­ΒΟ­ΛΟΥΝ ἀ­πὸ μιὰ γω­νί­α μὲ τοί­χους καὶ μπά­ζα. Ἀ­ό­ρα­τα θραύ­σμα­τα βλη­μά­των αἰ­ω­ροῦν­ται γύ­ρω τους· τοὺς κυ­κλώ­νει μιὰ δί­νη ἀ­πὸ σφαῖ­ρες ποὺ ἀ­να­πη­δοῦν, ἀ­πὸ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στους θο­ρύ­βους, ἀ­πὸ χι­ό­νι καὶ βρο­χή, ἀ­πὸ βρον­τὲς ἀν­τι­αρ­μα­τι­κῶν. Πό­τε-πό­τε ἕ­να ἀ­πει­λη­τι­κὸ τρί­ξι­μο, καὶ κομ­μά­τια με­σο­τοι­χί­ας κα­ταρ­ρέ­ουν κον­τά τους: μιὰ κόκ­κι­νη σκό­νη ἀ­πὸ σπα­σμέ­να τοῦ­βλα ση­κώ­νε­ται σὰν μα­τω­μέ­νη γά­ζα. Τὴ νύ­χτα καὶ ὅ­λο το πρω­ὶ ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται τὴ θέ­ση, ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ τε­τρά­γω­νο γῆς κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια τους, ἕ­να ἔ­δα­φος βρω­μι­σμέ­νο ἀ­πὸ νε­ρὸ καὶ οὖ­ρα, χαρ­τιὰ καὶ ὑ­πο­λείμ­μα­τα τρο­φῆς.

       Με­τὰ ἀ­πὸ τὸν δεύ­τε­ρο βομ­βαρ­δι­σμὸ ἀ­κο­λου­θοῦν με­ρι­κὰ λε­πτὰ ἠ­ρε­μί­ας. Κοι­τά­ζον­ται.

       «Ἐ­πα­νά­λα­βέ μου αὐ­τὸ ποὺ εἶ­πε. Πές το μου ἐ­σύ.»

       «Για­τί θὲς νὰ τὸ ἀ­κού­σεις; Δὲν τὸ ξέ­ρεις;»

       «… εἶ­ναι λὲς κι ἔ­χουν πε­ρά­σει αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ ἄ­κου­σα. Δὲν θυ­μᾶ­μαι κα­λά.»

       «Τὸ θυ­μᾶ­σαι ὅ­σο κα­λὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι κι ἐ­γώ, για­τὶ δὲν ἔ­χεις σκε­φτεῖ τί­πο­τε ἄλ­λο.»

       «Εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ σκε­φτό­μουν κά­τι τέ­τοι­ο, ἐ­νῶ μᾶς γυ­ρό­φερ­νε ὁ θά­να­τος;»

       «Ναί, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ λὲς ψέ­μα­τα, ὅ­πως κι ἐ­γώ: καὶ οἱ δύ­ο δὲν σκε­φτό­μα­στε τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τό­τε ποὺ αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος μᾶς με­τέ­δω­σε τὸ δη­λη­τή­ριό του.»

       «Τὸ εἶ­πε, ναί. Τώ­ρα πιὰ δὲν θὰ τὸ ξα­να­πεῖ» – καὶ κά­νει μιὰ χει­ρο­νο­μί­α πρὸς τὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τα ποὺ τὸ πρό­σω­πό τους ἔ­χει συν­θλι­βεῖ στὸν δι­ά­τρη­το τοῖ­χο.

       «Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α. Θὰ τὸ συ­ζη­τή­σου­με οἱ δυ­ό μας καὶ δὲν θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ τὸ βγά­λου­με ἀ­π’ τὸ μυα­λό μας. Για­τὶ κι ἐ­γώ…»

       «Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο σὲ μιὰ ἄ­δεια συ­νοι­κί­α, ἐν­τε­λῶς ἐκ­κε­νω­μέ­νη, χω­ρὶς νε­ρό, χω­ρὶς φῶς.»

       «Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ὄ­νει­ρο, ψέ­μα: ἐ­γὼ προ­τι­μά­ω νὰ πι­στεύ­ω κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρος.»

       Βά­ζει στὸ στό­μα ἕ­να κομ­μά­τι χι­ό­νι καὶ τὸ μα­σου­λά­ει.

       «Ὑ­πάρ­χουν ξε­κά­θα­ρα ὄ­νει­ρα.»

       «Αὐ­τοὺς τοὺς μῆ­νες τὰ πάν­τα εἶ­ναι πι­θα­νὰ ἐ­δῶ· μοι­ά­ζου­με μὲ τρε­λούς.»

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι πυ­ρο­βο­λι­σμοὶ ἀ­πέ­ναν­τί τους καὶ ξα­νὰ ὅ­λος ὁ ὀ­ρυ­μα­γδὸς μιᾶς ἐ­πί­θε­σης τοὺς συγ­κλο­νί­ζει καὶ τὸ ἔ­δα­φος σεί­ε­ται. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς νο­μί­ζουν πὼς εἶ­ναι μό­νοι καὶ φω­νά­ζουν ἀ­πὸ φό­βο καὶ ὀρ­γὴ καὶ ἄλ­λες ἀ­κοῦ­νε τρε­ξί­μα­τα ἐ­κεῖ κον­τὰ καὶ τὴν ἐ­σπευ­σμέ­νη ἀ­πο­χώ­ρη­ση ἑ­νὸς πα­ρα­κεί­με­νου πο­λυ­βό­λου. Δί­πλα τους, συρ­ρι­κνω­μέ­να σὰν πα­λι­ό­ρου­χα, ὑ­πάρ­χουν ἀ­κί­νη­τα σώ­μα­τα. Πά­νω τους γέρ­νουν οἱ δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες καὶ δὲν στα­μα­τᾶ­νε νὰ παίρ­νουν ἀ­πὸ τὶς φυ­σιγ­γι­ο­θῆ­κες τους τὰ πυ­ρο­μα­χι­κὰ ποὺ τοὺς λεί­πουν. Βγά­ζουν τὰ του­φέ­κια ἀ­πὸ τὶς πο­λε­μί­στρες καὶ στο­χεύ­ουν βι­α­στι­κὰ τὰ δα­σύλ­λια τοῦ Δυ­τι­κοῦ Πάρ­κου καὶ τὸ ἔ­δα­φος ὅ­που οἱ κα­νο­νι­ο­βο­λι­σμοὶ κά­νουν κομ­μά­τια σκού­ρου χώ­μα­τος νὰ πε­τά­γον­ται.

       Τὸ σού­ρου­πο ἀ­το­νεῖ ἡ ἐ­πί­θε­ση καὶ ἐ­πι­κρα­τεῖ λί­γη ἡ­συ­χί­α. Οἱ δύ­ο ἄν­τρες ἐ­πί­σης ἠ­ρε­μοῦν, βή­χουν, κά­νουν χει­ρο­νο­μί­ες ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, χα­ϊ­δεύ­ουν μὲ τὰ χέ­ρια τὰ ἀ­ξύ­ρι­στα μά­γου­λα, ξύ­νον­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρά­νος.

       «Θὰ πρέ­πει νὰ μεί­νου­με κι ἄλ­λη νύ­χτα;»

       Ἀ­κού­γε­ται κον­τὰ μιὰ σφυ­ρί­χτρα. Στὴ θέ­ση μπαί­νουν τρεῖς στρα­τι­ῶ­τες καὶ αὐ­τοὶ ὀ­πι­σθο­χω­ροῦν καὶ ἑ­νώ­νον­ται μὲ μιὰ ὁ­μά­δα τῆς ἴ­διας τα­ξι­αρ­χί­ας. Στὸ ἡ­μί­φως με­τὰ βί­ας φαί­νον­ται τὰ πρό­σω­πα, δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζον­ται. Βή­χουν, κλεί­νουν τὶς χλαῖ­νες καὶ τὰ κα­σκὸλ στὸν λαι­μό, ἀ­νά­βουν τσι­γά­ρο. Ἕ­νας ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς μὲ τὸ κε­φά­λι ἐ­πι­δε­μέ­νο θέ­λει νὰ τοὺς μι­λή­σει, τραυ­λί­ζει λό­για ποὺ κα­νεὶς δὲν κα­τα­λα­βαί­νει.

       «Θὰ κά­νει φο­βε­ρὸ κρύ­ο τὴ νύ­χτα» – ἀ­να­φω­νοῦν. Ἡ ὁ­μά­δα φαί­νε­ται ἕ­τοι­μη νὰ φύ­γει· πλη­σιά­ζουν ἕ­να ἄ­νοιγ­μα σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζουν ἀ­πὸ μέ­σα, χώ­νον­ται στὸ σκο­τά­δι του πε­ρι­μέ­νον­τας κά­τι ποὺ θὰ τοὺς ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη πλευ­ρὰ τῆς μά­χης. Οἱ δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες ἔ­χουν μεί­νει τε­λευ­ταῖ­οι καὶ δι­α­σταυ­ρώ­νουν τὰ βλέμ­μα­τά τους. Ὁ πιὸ νέ­ος βά­ζει τὸ χέ­ρι του στὰ μά­τια.

       «Πο­νά­ει τὸ κε­φά­λι μου, νοι­ώ­θω σὰν νὰ ἔ­χω ἕ­να καρ­φὶ στὸ κού­τε­λο, παρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ὅ­μως.­.. θὰ πή­γαι­να στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι» – καὶ λέ­γον­τας αὐ­τό, κά­νει μιὰ γκρι­μά­τσα μὲ τὰ χεί­λη σὰν χα­μό­γε­λο. Ὁ ἄλ­λος μοιά­ζει νὰ σκέ­φτε­ται καρ­φω­μέ­νος στὸ ἔ­δα­φος.

       «Ναί, κι ἐ­γώ. Μό­νο αὐ­τὸ θὰ μᾶς ἀ­πο­ζη­μί­ω­νε γιὰ τού­τη τὴ φρί­κη ποὺ ζοῦ­με τώ­ρα, γιὰ τού­τη τὴν κού­ρα­ση, ἂν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια αὐ­τὸ ποὺ μᾶς εἶ­πε.»

       Ἀ­κοῦ­νε θό­ρυ­βο ἀ­πὸ κα­τσα­ρό­λες ποὺ φέρ­νουν δύ­ο σι­τι­στές. Ὅ­λοι στρι­μώ­χνον­ται, ἀ­κουμ­πᾶ­νε τὰ του­φέ­κια στοὺς τοί­χους, τεί­νουν τὰ πο­τή­ρια πρὸς μιὰ ντα­μι­τζά­να ποὺ μοι­ρά­ζει κρα­σί, βου­βοί, τρέ­μον­τας μὴν ξυ­πνή­σουν μὲ τὶς φω­νές τους τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ τώ­ρα ἔ­χουν πνι­γεῖ. Πε­ρι­μέ­νουν ἀ­κί­νη­τοι τὸ συσ­σί­τιο.

       «Τὸ ἔ­λε­γε μὲ με­γά­λη σι­γου­ριά, φαι­νό­ταν πε­πει­σμέ­νος.»

       «Ἀ­κό­μα κι ἂν εἶ­ναι ὄ­νει­ρο, μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὸ πι­στεύ­ω. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πεῖ ψέ­μα­τα ἕ­νας ἄν­θρω­πος λί­γο πρὶν πε­θά­νει;»

       «Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ εἴ­μα­στε τώ­ρα κι ἐ­μεῖς σὰν κι αὐ­τόν, κι ὅ­μως ζοῦ­με. Θὰ πᾶ­με στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι καὶ θὰ ψά­ξου­με.»

       «Ἐ­γὼ μπο­ρῶ νὰ πά­ω τώ­ρα, ἐ­σὺ πή­γαι­νε με­τά. Ἂν δὲν τὴν βρῶ, θὰ σ’ τὸ πῶ.»

       «Καὶ για­τί νὰ πᾶς ἐ­σύ;»

       «Για­τί ἐ­γώ.­.. ἔ­χω ἀ­νάγ­κη νὰ ἀγ­γί­ξω τὸ δέρ­μα της καὶ νὰ τὴ φι­λή­σω, εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φη, τὸ εἶ­πε καὶ τὸν πι­στεύ­ω.»

       «Κι ἐ­γώ; Σὲ μέ­να τὸ εἶ­πε, σὲ μέ­να μι­λοῦ­σε, ἤ­μα­σταν κον­τὰ καὶ ἔ­βλε­πε ὅ­τι τὸν ἄ­κου­γα καὶ τὸν πί­στευ­α.»

       «Μι­λοῦ­σε σὲ ὅ­λους, δὲν ἀ­πευ­θύν­θη­κε σὲ κά­ποι­ον ξε­χω­ρι­στά, ἤ­θε­λε νὰ τὸ ξέ­ρου­με μή­πως μᾶς προ­σφέ­ρει μιὰ νό­τα αἰ­σι­ο­δο­ξί­ας, κι ὅ­ταν ὅ­λο αὐ­τὸ θὰ τε­λεί­ω­νε, νὰ βρι­σκό­μα­σταν μα­ζί της καὶ νὰ δι­α­πι­στώ­να­με πῶς εἶ­ναι μιὰ γυ­ναί­κα.»

       Κά­ποι­ος τοὺς φω­νά­ζει νὰ πλη­σιά­σουν στὴν ὁ­μά­δα καὶ νὰ βά­λουν τὰ πιά­τα γιὰ νὰ τοὺς ρί­ξουν ζε­στὸ συσ­σί­τιο. Σι­ω­πη­λοί, χω­ρὶς νὰ κοι­τά­ζον­ται, πε­ρι­μέ­νουν τὴ σει­ρά τους καὶ ἔ­πει­τα χω­ρί­ζον­ται καὶ τὸ τρῶ­νε ρου­φη­χτά.

       «Πά­ω, δὲν μπο­ρῶ νὰ πε­ρι­μέ­νω ἄλ­λο· θὰ εἴ­μα­στε ἐ­δῶ ὅ­λη νύ­χτα, ἔ­χου­με πο­λὺ χρό­νο.»

       «Μὴν πᾶς, θέ­λω νὰ πά­ω ἐ­γὼ πρῶ­τος, ἄ­σε ἐ­μέ­να.»

       «Πε­ρί­με­νε, θὰ δῶ ἐ­γὼ ἂν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ξέ­ρω τὴν πε­ρι­ο­χή, δὲν θὰ ἀρ­γή­σω κα­θό­λου νὰ γυ­ρί­σω.»

       «Αὐ­τὸς ποὺ θὰ πά­ει εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­σὺ θὰ πε­ρι­μέ­νεις, ἐ­γὼ θὰ πά­ω πρῶ­τος.»

       «Γιὰ ποι­ὸν λό­γο; Τί ἔ­χεις ἐ­σὺ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μέ­να; Τὰ ἴ­δια σκα­τὰ εἴ­μα­στε, ὁ ἕ­νας ἀν­τί­γρα­φο τοῦ ἄλ­λου, αὔ­ριο με­θαύ­ριο θὰ μᾶς ἔ­χουν ξε­πα­στρέ­ψει, δὲν πρό­κει­ται νὰ τὴ βγά­λου­με κα­θα­ρή.»

       Ἐν­τεί­νον­ται οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοί, φαί­νον­ται ἐ­κρή­ξεις πο­λὺ κον­τὰ καὶ στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που βρί­σκον­ται φτά­νει μιὰ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὴ βρο­χὴ ποὺ χτυ­πά­ει τοὺς τοί­χους καὶ ξε­ρι­ζώ­νει κομ­μά­τια σο­βά. Οἱ ἄν­τρες συγ­κεν­τρώ­νον­ται στὸ βά­θος τοῦ ὀ­χυ­ρώ­μα­τος.

       «Ἐν­τά­ξει, θὰ τὸ παί­ξου­με κο­ρώ­να-γράμ­μα­τα» —βγά­ζει ἕ­να νό­μι­σμα, τὸ βά­ζει στὴν πα­λά­μη τοῦ χε­ριοῦ του— «Δι­α­λέ­γω γράμ­μα­τα».

       «Ἐ­γὼ κο­ρώ­να.»

       Τὸ νό­μι­σμα ὑ­ψώ­νε­ται στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος. Οἱ δυ­ό τους γο­να­τί­ζουν καὶ τὸ φω­τί­ζουν μὲ τὴν φλό­γα ἑ­νὸς ἀ­να­πτή­ρα.

       «Κο­ρώ­να! Πη­γαί­νω ἀ­μέ­σως, πε­ρί­με­νέ με ἐ­δῶ.»

       Θὰ ἔ­βγαι­νε στὸν δρό­μο ποὺ εἶ­χε κλεί­σει ἀ­πὸ σω­ροὺς ἐ­ρει­πί­ων, ἀ­πὸ τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη πτώ­ση τῶν μι­κρο­σκο­πι­κῶν νι­φά­δων. Θὰ ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­ταν μιὰ στιγ­μή, κοι­τά­ζον­τας ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ, θὰ πά­τα­γε στὸ χι­ό­νι ποὺ ἔ­τρι­ζε, θὰ ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν μὲ προ­σο­χή. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν οὔ­τε ἕ­νας πυ­ρο­βο­λι­σμός, οὔ­τε μιὰ φω­νή, οὔ­τε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το.­.. Ὁ στρα­τι­ώ­της θὰ προ­χω­ροῦ­σε σὲ ἔ­ρη­μους δρό­μους, κολ­λη­μέ­νος στὸν τοῖ­χο, ἀ­πο­φεύ­γον­τας με­γά­λες τρύ­πες στὸ ἔ­δα­φος. Σὲ μιὰ δι­α­σταύ­ρω­ση θὰ ἔ­στρε­φε τὸ βλέμ­μα του πρὸς τὰ ἀ­ρι­στε­ρά: ἡ δι­ά­τρη­τη ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς ἀ­πέ­ραν­της πρό­σο­ψης θὰ τὸν ἔ­κα­νε νὰ στα­μα­τή­σει, νὰ ση­κώ­σει τὰ μά­τια μέ­χρι τοὺς τε­λευ­ταί­ους ὀ­ρό­φους: ἕ­να πε­λώ­ριο πλέγ­μα ἀ­πὸ μαῦ­ρα πα­ρά­θυ­ρα, ἐ­κτει­νό­με­νο πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση, νὰ τὸν ζα­λί­ζει μὲ τὴν ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ θὰ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­τι μπαλ­κο­νό­πορ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτά, εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­να, δι­α­θέ­σι­μα γιὰ μιὰ ἀ­κα­τα­νό­η­τη ψευ­δαί­σθη­ση ποὺ θὰ με­γά­λω­νε τὴ μο­να­ξιὰ τῆς ἀ­κα­τοί­κη­της συ­νοι­κί­ας: θὰ ξε­πρό­βαλ­λε τὸ χέ­ρι ἢ τὸ κε­φά­λι κά­ποι­ου ποὺ εἶ­χε σκύ­ψει γιὰ νὰ τὸν δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει στὸ χι­ό­νι.

       Πα­τών­τας μὲ προ­φύ­λα­ξη, θὰ συ­νέ­χι­ζε μέ­χρι τὸ ἀρ­χον­τι­κὸ καὶ δί­πλα του τὸ κόκ­κι­νο σπί­τι, τό­σο ψη­λὸ ποὺ βυ­θι­ζό­ταν στὴν ὁ­μί­χλη. Φτά­νον­τας μπρο­στά του, θὰ ἀν­τά­μω­νε μὲ τὸν σκο­τει­νὸ προ­θά­λα­μο καὶ θὰ τὸν ἐ­πί­α­νε φό­βος. Προ­σε­κτι­κά, μὲ τὰ χέ­ρια ἁ­πλω­μέ­να καὶ τσι­τω­μέ­να, ὅ­πως ἕ­νας ὑ­πνο­βά­της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ περ­πα­τά­ει κα­τα­με­σῆς τοῦ ὕ­πνου, θὰ ἔμ­παι­νε, θὰ κα­τέ­βαι­νε με­ρι­κὰ σκα­λιὰ ψη­λα­φών­τας τὸν τοῖ­χο. Θὰ ἔ­ρι­χνε τὸ κε­φά­λι πί­σω καὶ θὰ φώ­να­ζε μὲ δύ­να­μη: «Ποῦ εἶ­σαι;»

       Ἡ φω­νὴ θὰ χα­νό­ταν στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα καὶ θὰ ἔ­φτα­νε μα­κριά, ὅ­μως δὲν θὰ ἀ­παν­τοῦ­σε κα­νείς. Κι ἄλ­λες φω­νὲς θὰ εἶ­χαν δι­α­πε­ρά­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ σπί­τι καὶ θὰ εἶ­χαν λά­βει τὶς ἀ­παν­τή­σεις τους μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα τῆς σκά­λας ἢ πί­σω ἀ­πὸ κλει­στὲς πόρ­τες, τώ­ρα ὅ­μως ὁ στρα­τι­ώ­της δὲν θὰ ἄ­κου­γε οὔ­τε μί­α μα­κρι­νὴ φω­νὴ οὔ­τε ἕ­ναν ψί­θυ­ρο κον­τά του. Ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή.

       Θὰ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, θὰ ἔ­στρι­βε δε­ξιὰ καὶ θὰ κα­τέ­λη­γε σὲ μιὰ με­σαυ­λὴ πιὸ σκο­τει­νὴ ἀ­κό­μα κι ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, ὅ­που ἡ ὑ­γρα­σί­α, τὰ σκου­πί­δια, τὰ σά­πια ἀ­πο­μει­νά­ρια, ἐ­πέ­σπευ­δαν τὴ νύ­χτα. «Ποῦ εἶ­σαι;» θὰ ξα­να­φώ­να­ζε.

       Στὸ βά­θος θὰ ἔ­βλε­πε ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το ση­μεῖ­ο φω­τὸς στὸ ὕ­ψος τοῦ ἐ­δά­φους. Θὰ πλη­σί­α­ζε ἐ­κεῖ ἀρ­γά, θὰ ἔ­σκυ­βε καὶ θὰ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρα­θυ­ρά­κι. Γο­να­τι­σμέ­νος ἐ­κεῖ θὰ στα­μα­τοῦ­σε νὰ ἀ­να­πνέ­ει γιὰ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα· τὸ φῶς προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να κε­ρὶ το­πο­θε­τη­μέ­νο πά­νω σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι. Δί­πλα του κα­θό­ταν μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­γερ­νε ἐ­πι­κεν­τρω­μέ­νη στὴ δου­λειά της, τὴν ὁ­ποί­α τὰ χέ­ρια, μι­κρὰ καὶ ἀ­δύ­να­τα, δι­εκ­πε­ραί­ω­ναν μὲ σβελ­τά­δα. Θὰ ἔ­βλε­πε τὸ σχε­δὸν ἄ­σπρο κε­φά­λι της καὶ τὴν ἔκ­φρα­ση προ­σή­λω­σης, τὰ χα­μη­λω­μέ­να μά­τια ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζον­ταν ἀ­πὸ ρυ­τί­δες καὶ σκι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες ἔ­ρι­χνε τὸ κε­ρὶ πά­νω στὴν γε­ρόν­τισ­σα ποὺ ἔ­ρα­βε ἀ­μί­λη­τη.

       «Ἔι, μά­να» —θὰ ἔ­λε­γε μὲ βε­βι­α­σμέ­νη φω­νή, τεν­τω­μέ­νος καὶ βυ­θι­σμέ­νος σὲ μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη ἀ­γω­νί­α—. «Ἐ­γὼ εἶ­μαι» – καὶ μὲ τὰ δά­χτυ­λα ξυ­λια­σμέ­να θὰ τυμ­πά­νι­ζε τὰ τζά­μια τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, ὅ­μως σὲ αὐ­τὸ τὸ κά­λε­σμα ἡ μη­τέ­ρα δὲν θὰ ἀ­παν­τοῦ­σε οὔ­τε θὰ ἔ­παιρ­νε εἴ­δη­ση καὶ ὅ­λη της ἡ προ­σο­χὴ θὰ ἀ­φι­ε­ρω­νό­ταν στὴν κί­νη­ση τῆς βε­λό­νας. «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ; Δὲν μ’ ἀ­κοῦς;» Θὰ νό­μι­ζε ὅ­τι μι­λοῦ­σε, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον δὲν θὰ ἔ­φτα­νε κὰν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ προ­φέ­ρει αὐ­τὰ τὰ λό­για καὶ θὰ ἔ­νι­ω­θε νὰ τὸν δι­α­περ­νά­ει ὑ­γρὸς ἀ­έ­ρας καὶ μο­να­ξιά. Θὰ ἔ­κλει­νε τὰ μά­τια, θὰ ση­κω­νό­ταν καὶ θὰ σκε­φτό­ταν νὰ ψά­ξει γιὰ τὴν πόρ­τα ἐ­κεί­νου τοῦ δω­μα­τί­ου, ἀ­μέ­σως ὅ­μως θὰ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε ὅ­τι ἦ­ταν μά­ται­ο, ὅ­τι δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ πιὰ νὰ ξα­να­μι­λή­σει μὲ τὴ μά­να του, οὔ­τε ἐ­κεῖ οὔ­τε που­θε­νὰ ἀλ­λοῦ, καὶ θὰ ἄγ­γι­ζε τὸν τοῖ­χο σὰν νὰ ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κό του στή­ριγ­μα. Θὰ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα καὶ θὰ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­ταν μιὰ ἄλ­λη μι­κρὴ λάμ­ψη, καὶ θὰ γο­νά­τι­ζε καὶ θὰ κοί­τα­ζε ξα­νὰ μὲ λα­χτά­ρα: δύ­ο γυ­ναῖ­κες, ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὴν ἄλ­λη, κου­βέν­τια­ζαν καὶ χει­ρο­νο­μοῦ­σαν σὲ μιὰ συ­ζή­τη­ση ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­κού­σει. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ θὰ κα­θό­ταν ἐ­κεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα, προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει κά­τι, νὰ συλ­λά­βει τὸν δι­ά­λο­γο τῶν δύ­ο ξα­δελ­φῶν του, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­να­γνώ­ρι­ζε κα­θα­ρά, ὅ­πως τὶς εἶ­δε τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, ἀλ­λὰ στ’ αὐ­τιά του δὲν θὰ ἔ­φτα­νε κα­μί­α ἀ­πὸ τὶς φω­νές τους, τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρά­θυ­ρου ἔ­μοια­ζε μὲ τυ­φλὸ τοῖ­χο. Ναί, ἐ­κεῖ θὰ ξε­χνοῦ­σε τὶς σφαῖ­ρες ποὺ χό­ρευ­αν πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι του σὰν νὰ ἦ­ταν κά­τι ποὺ εἶ­χε συμ­βεῖ πολ­λὰ χρό­νια πρίν, καὶ γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα θὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν αὐ­θόρ­μη­τη κου­βέν­τα τῶν δυ­ὸ γυ­ναι­κῶν ποὺ κά­θον­ταν κα­τα­πρό­σω­πο. Μό­νο το νε­ρὸ μιᾶς ὑ­δρορ­ρο­ῆς ἔ­στα­ζε σὲ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τῆς με­σαυ­λῆς.

       «Κα­σίλ­ντα, Κα­σίλ­ντα!» θὰ φώ­να­ζε ἀ­κού­γον­τας τὴν ἴ­δια του τὴ φω­νὴ σ’ ἐ­κεί­νη τὴ με­σαυ­λὴ τοῦ θα­νά­του, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­νώ­φε­λο νὰ φω­νά­ζει αὐ­τοὺς ποὺ δὲν εἶ­χαν κα­νέ­να ὄ­νο­μα.

       Θὰ κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴν ἄλ­λη γυ­ναί­κα, αὐ­τὴν γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε ἔρ­θει, μιὰ γυ­ναί­κα ὄ­μορ­φη, εὔ­σω­μη, καὶ μὲ κό­πο θὰ ἔ­ρι­χνε μιὰ μα­τιὰ τρι­γύ­ρω καὶ θὰ πλη­σί­α­ζε σ’ ἕ­να ἄλ­λο πα­ρα­θυ­ρά­κι ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στὸ καὶ κα­τό­πιν σὲ ἄλ­λο καὶ σὲ ἄλ­λο, καὶ στὸ τρί­το θὰ ὑ­πῆρ­χε μιὰ φω­τι­σμέ­νη σχι­σμὴ καὶ ἀ­πὸ μέ­σα της θὰ ἀ­να­κά­λυ­πτε τὴ μορ­φὴ μιᾶς νέ­ας γυ­ναί­κας ποὺ χτέ­νι­ζε μὲ ζῆ­λο τὶς μα­κρι­ές της μποῦ­κλες ποὺ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους της. Μιὰ χτέ­να γλι­στροῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ κα­τὰ μῆ­κος ἐ­κεί­νων τῶν σκού­ρων μαλ­λι­ῶν, καὶ τὸ λευ­κὸ χέ­ρι, τὸ μο­να­δι­κὸ ποὺ δι­α­κρι­νό­ταν στὸ ἡ­μί­φως, ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κού­ρα­στα κά­νον­τας αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε δεῖ νὰ κά­νει ἐ­πὶ μέ­ρες ἡ ἀ­δερ­φή του, ἀ­πὸ παι­δί, μὲ κι­νή­σεις ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ταν ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρές.

       Θὰ κοί­τα­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ δυσ­δι­ά­κρι­το πρό­σω­πο καὶ θὰ ἤ­θε­λε νὰ μά­θει για­τί ἡ ἀ­δερ­φή του ἦ­ταν ἐ­κεῖ, τί δου­λειὰ εἶ­χε μπρο­στά του, τί ἤ­θε­λε νὰ τοῦ πεῖ, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα δὲν θὰ ξε­κα­θα­ρι­ζό­ταν τί­πο­τα. Θὰ ἀ­πέ­στρε­φε τὸ βλέμ­μα, πρῶ­τα πρὸς τὸ σκο­τά­δι τοῦ δω­μα­τί­ου, ἔ­πει­τα πρὸς τὸ πλαί­σιο τοῦ πα­ρά­θυ­ρου, στὸν τοῖ­χο, στὸ ἔ­δα­φος μὲ τὸ βρώ­μι­κο χι­ό­νι, καὶ θὰ ἀ­πο­φά­σι­ζε νὰ γυ­ρί­σει στὸν δρό­μο. Ὅ­μως μὲ πά­σα βε­βαι­ό­τη­τα θὰ τοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ θυ­μη­θεῖ τὴ δι­α­δρο­μή.

       Ὁ στρα­τι­ώ­της ποὺ ἔ­χει ἀ­κό­μα στὸ χέ­ρι του τὸ νό­μι­σμα, ψι­θυ­ρί­ζει:

       «Δὲν ἤ­θε­λες νὰ πᾶς; Τώ­ρα ἔ­χεις τὴν εὐ­και­ρί­α. Κάν­΄ το.»

       Ἀλ­λὰ δὲν παίρ­νει ἀ­πάν­τη­ση. Τα­ρα­κου­νά­ει τὸν σύν­τρο­φό του, τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὴ χλαί­νη καὶ δι­αι­σθά­νε­ται τὸ βά­ρος τοῦ πα­ρα­δο­μέ­νου χε­ριοῦ. Κά­νει νὰ τὸν φω­τί­σει μὲ τὸν ἀ­να­πτή­ρα, ἀλ­λὰ συγ­κρα­τεῖ­ται: κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι ἔ­χει ἔρ­θει ἡ σει­ρά του, πρέ­πει τώ­ρα νὰ πά­ει ὁ ἴ­διος στὸ κόκ­κι­νο σπί­τι, νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τοῦ τοί­χου καὶ νὰ βγεῖ στὸν δρό­μο ποὺ ἔ­χει κλεί­σει ἀ­πὸ σω­ροὺς ἐ­ρει­πί­ων, ἀ­πὸ τὴν ἀ­δι­ά­κο­πη πτώ­ση μι­κρο­σκο­πι­κῶν χιο­νο­νιφάδων.

 

 

 

Viva la Quinta Brigada!

Ay Carmela!

  

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο διηγημάτων Largo noviembre de Madrid (ἐκδόσεις Bruguera, 1980).

 

Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα (J­u­an E­d­u­a­r­do Z­ú­ñ­i­ga). (Μα­δρί­τη, 1929). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ξε­χω­ρί­ζει μιὰ βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Τουρ­γκέ­νι­εφ με τί­τλο L­os im­po­si­bl­es a­fe­ct­os de I­van Tur­gue­ni­ev καὶ ἡ τρι­λο­γί­α δι­η­γη­μά­των La­rgo no­vi­e­m­bre de Ma­d­rid, La tier­ra se­rá un pa­ra­í­so & Ca­pi­tal de la glo­ria. Μὲ τὸ Ca­pi­tal de la glo­ria κέρ­δι­σε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο S­a­l­a­m­bó. Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Τάσος Ψάρρης: Ὁ Χουὰν Ἐδουάρδο Θούνιγα καὶ ἡ τριλογία τῆς Μαδρίτης

 

 

Τάσος Ψάρρης

 

«Ἡ ἀναζήτηση ἑνὸς ἄλλου ἀνθρώπου»:

Ὁ Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα καὶ ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

ΧΟΥΑΝ ΕΔΟΥΑΡΔΟ ΘΟΥΝΙΓΑ εἶ­ναι μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στὸν χῶ­ρο τῶν εὐ­ρω­πα­ϊ­κῶν γραμ­μά­των. Συγ­γρα­φέ­ας ἑ­νὸς μι­κροῦ ἀ­ριθ­μοῦ ἔρ­γων, ἔ­ζη­σε κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς ἐ­πο­χῆς τοῦ Φράν­κο στὸ σκο­τά­δι, ἀ­κο­λου­θών­τας ἕ­ναν τρό­πο ζω­ῆς ποὺ συ­χνὰ ἔ­φτα­νε στὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­σκη­τι­σμοῦ. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κὴ δρά­ση του δὲν βγῆ­καν στὸ φῶς πα­ρὰ μό­νο με­τὰ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση τῆς ἱ­σπα­νι­κῆς δη­μο­κρα­τί­ας. (Ὁ ἴ­διος ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε γιὰ τὰ αἴ­τια αὐ­τῆς τῆς ἀρ­γο­πο­ρί­ας, ἀ­πάν­τη­σε λα­κω­νι­κά: «Δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἡ ὥ­ρα μου»­). Αὐ­τὴ ἡ ἠ­θε­λη­μέ­νη ἀ­πο­μό­νω­ση δη­μι­ούρ­γη­σε ἕ­να πέ­πλο μυ­στη­ρί­ου γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ πρό­σω­πό του καὶ συ­νε­τέ­λε­σε ὥ­στε τὸ ἔρ­γο του νὰ δι­α­δο­θεῖ μὲ με­γά­λη κα­θυ­στέ­ρη­ση.

       Γεν­νη­μέ­νος τὸ 1929 στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του Μα­δρί­τη, πό­λη ποὺ κα­τέ­χει μό­νι­μη θέ­ση στὸ ἔρ­γο του, ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ ὅ­λα τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη ἀλ­λὰ τὸν κέρ­δι­σε τὸ δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Κα­λὲς Τέ­χνες καὶ Φι­λο­σο­φί­α, εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὸν ἱ­σπα­νι­κὸ 19ο αἰ­ώ­να καὶ τὴ σλα­βι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει ὄ­χι μὲ μα­νι­ώ­δεις ρυθ­μούς, ὅ­πως γί­νε­ται συ­νή­θως μὲ τοὺς ἀ­θε­ρά­πευ­τους μυ­θο­πλά­στες, ἀλ­λὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­κτι­κά, δί­νον­τας τὸν χρό­νο στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ἀ­να­λύ­σει ὅ­σα συ­νέ­βαι­ναν γύ­ρω του: μιὰ βι­ο­γρα­φί­α μὲ τί­τλο Τὰ ἀ­βέ­βαι­α πά­θη τοῦ Ἰ­βὰν Τουρ­γκέ­νι­εφ (κυ­κλο­φο­ρεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, με­τά­φρα­ση Δη­μή­τρης Δη­μου­λᾶς, 1997), τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα I­n­u­ti­l­es t­o­t­a­l­es, El c­o­r­al y l­as a­g­u­as & F­l­o­r­es de p­l­o­mo, ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των M­i­s­t­e­r­i­os de l­as no­c­h­es y l­os dí­as, με­τα­φρά­σεις, δο­κί­μια καὶ με­λέ­τες, ἀ­παρ­τί­ζουν μιὰ λο­γο­τε­χνι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ ποὺ θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς πὼς λει­τούρ­γη­σε ὡς προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὴ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του, τὴν Τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της, ἕ­να μι­κρὸ δεῖγ­μα τῆς ὁ­ποί­ας πα­ρου­σι­ά­ζε­ται σὲ αὐ­τὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

 

Ἡ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ Θού­νι­γα

 

       Ὁ Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα με­γά­λω­σε στοὺς κόλ­πους τοῦ ρεύ­μα­τος ποὺ ἔ­χου­με συ­νη­θί­σει νὰ ἀ­πο­κα­λοῦ­με «κοι­νω­νι­κὸ ρε­α­λι­σμό». Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, δὲν ἐν­στερ­νί­στη­κε τὶς ἐ­πι­τα­γές του οὔ­τε ἐγ­κλω­βί­στη­κε στὶς ἀγ­κυ­λώ­σεις του. Μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ἀ­πα­ρά­μιλ­λης αἰ­σθη­τι­κῆς του, τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του καὶ τῶν μυ­θο­πλα­στι­κῶν του σι­ω­πῶν, κα­τά­φε­ρε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ λο­γο­τε­χνί­α ἰ­δι­αί­τε­ρη, ἡ ὁ­ποί­α προ­τεί­νει ἕ­ναν και­νούρ­γιο τρό­πο θέ­α­σης τῶν πραγ­μά­των. Σ’ αὐ­τοὺς τοὺς δύ­σκο­λους και­ροὺς ὅ­που ἡ ποι­ό­τη­τα προ­δί­δε­ται γιὰ τρι­ά­κον­τα ἀρ­γύ­ρια καὶ ἡ προ­σω­πι­κὴ γρα­φὴ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται ὑ­πὲρ μιᾶς γρα­φῆς ἁ­πλου­στευ­τι­κῆς καὶ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νης, ὁ Θού­νι­γα, δου­λεύ­ον­τας ἀ­θό­ρυ­βα, πα­ρά­γει μιὰ τέ­χνη ποὺ ἀ­να­δει­κνύ­ει μὲ τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο τὶς ἀν­τι­φά­σεις, τὶς πα­ρα­δο­χὲς καὶ τὶς ἀν­τι­θέ­σεις τῆς ζω­ῆς καὶ δι­ε­ρευ­νᾶ τὰ πιὸ εὐ­αί­σθη­τα θέ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, θέ­μα­τα ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως ἐ­λάσ­σο­να καὶ ἀ­με­λη­τέ­α.

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Θού­νι­γα ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ δε­ξι­ο­τε­χνι­κὴ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κὴ σπου­δή, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να συμ­βάλ­λει στὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μνή­μης. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὰ δι­δάγ­μα­τα καὶ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του γιὰ νὰ φιλ­τρά­ρει μὲ τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ δε­δο­μέ­να. Σχε­διά­ζει ἀ­λη­θο­φα­νεῖς συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις καὶ συν­θέ­τει ἀν­θρώ­πι­νες φω­νὲς-ἐκ­φρα­στὲς συ­νει­δή­σε­ων ποὺ βι­ώ­νουν ἕ­ναν μό­νι­μο σει­σμό, τὸν ὁ­ποῖ­ο με­τα­δί­δουν στὸν ἀ­να­γνώ­στη με­τα­τρέ­πον­τάς τον σὲ κα­λὸ ἀ­γω­γὸ σκέ­ψης· φω­νὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἐν­δύ­ε­ται συμ­με­τέ­χον­τας μέ­σῳ τῶν λέ­ξε­ων, τῶν φρά­σε­ων καὶ τῶν πα­ρα­γρά­φων σὲ μιὰ πο­ρεί­α ἀρ­γή, σὲ μιὰ ἀ­νά­γνω­ση συμ­πυ­κνω­μέ­νη, σὲ μιὰ ἀ­φή­γη­ση φορ­τι­σμέ­νη. Ὁ Θού­νι­γα με­τα­χει­ρί­ζε­ται τοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες του μὲ δι­α­κρι­τι­κό­τη­τα καὶ σε­βα­σμὸ ἀ­πέ­ναν­τι στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τές τους. Μὲ τὸν ἴ­διο σε­βα­σμὸ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει καὶ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος ὅ­που ζοῦν, οἱ ὁ­ποῖ­ες δη­μι­ουρ­γοῦν μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ὑ­πο­βλη­τι­κή, μυ­στη­ρια­κή, τε­τα­μέ­νη. Οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες του, συ­χνὰ αἰχ­μά­λω­τοι μιᾶς ὑ­πο­δό­ρει­ας βαρ­βα­ρό­τη­τας, οἰ­κο­δο­μοῦν τὰ βι­ώ­μα­τά τους μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ὁ­μί­χλη ἔ­ρω­τα ἱ­κα­νὴ νὰ σκε­πά­σει τὰ πάν­τα καὶ μὲ μιὰ ἐλ­πί­δα ποὺ δὲν τὴν ἀ­πο­χω­ρί­ζον­ται πο­τέ. Αὐ­τὴ ἡ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τα­χεί­ρι­ση τοὺς κά­νει νὰ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται μό­νι­μα πα­ρα­δο­μέ­νοι σὲ μιὰ φόρ­τι­ση ποὺ φαν­τά­ζει ἀ­ναγ­καί­α.

 

Ἡ τρι­λο­γί­α τῆς Μα­δρί­της

 

       Τὸ 1980 δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ πρῶ­το μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας ποὺ θὰ ἔ­κα­νε παγ­κο­σμί­ως γνω­στὸ τὸν Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα, τῆς τρι­λο­γί­ας τῆς Μα­δρί­της: ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸ ἔρ­γο μὲ τί­τλο L­a­r­go n­o­v­i­e­m­b­re de M­a­d­r­id (Μα­κρὺς χει­μώ­νας τῆς Μα­δρί­της), μιὰ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ θέ­μα τὶς συν­θῆ­κες ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν στὴ ἱ­σπα­νι­κὴ πρω­τεύ­ου­σα τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου. Τὸ βι­βλί­ο αὐ­τό, ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κα­λύ­τε­ρα ποὺ γρά­φτη­καν πο­τὲ γιὰ τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἀλ­λη­λο­σπα­ραγ­μό, ἔ­γι­νε «μπε­στσέ­λερ» καὶ ἀ­να­τυ­πώ­θη­κε πολ­λὲς φο­ρές. Τὸ 1986 ἐκ­δό­θη­κε τὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς τρι­λο­γί­ας, τὸ La t­i­e­r­ra s­e­rá un p­a­r­aí­so (Ἡ γῆ θὰ γί­νει πα­ρά­δει­σος), καὶ τὸ 2003 τὸ τρί­το, C­a­p­i­t­al de la g­l­o­r­ia (Πρω­τεύ­ου­σα τῆς δό­ξας). Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο, ἕ­νας δε­κά­λο­γος δι­η­γη­μά­των ποὺ εἰ­κο­νο­γρα­φοῦν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­λεύ­θε­ρες μέ­ρες τῆς Μα­δρί­της, ἐ­ξα­σφά­λι­σε στὸν Θού­νι­γα τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῶν καὶ τὸ Βρα­βεῖ­ο Sa­l­a­m­bó.

       Ἡ τρι­λο­γί­α ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν αἱ­μα­το­βαμ­μέ­νη τοι­χο­γρα­φί­α μιᾶς κοι­νω­νί­ας, τὸ χρο­νι­κὸ μιᾶς πό­λης ποὺ στε­νά­ζει ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξα­θλί­ω­ση καὶ τοὺς βομ­βαρ­δι­σμούς. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ τὰ τρί­α μέ­ρη της δη­μο­σι­εύ­τη­καν με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πα­λι­νόρ­θω­ση εἶ­ναι κα­θο­ρι­στι­κό: τὰ κεί­με­να δο­νοῦν­ται κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­πό­στρω­μα ἱ­στο­ρι­κῶν ψε­μά­των ποὺ στοι­χει­ώ­νουν τὴ ζω­ὴ τῶν πο­λι­τῶν, ψέ­μα­τα ἑ­δραι­ω­μέ­να σὲ δι­ά­στη­μα πολ­λῶν ἐ­τῶν. Σκο­πὸς αὐ­τῶν τῶν κει­μέ­νων, σκο­πὸς ἑ­πο­μέ­νως τοῦ Θού­νι­γα, «δὲν εἶ­ναι μό­νο νὰ κοι­τά­ξω μὲ ὀρ­θά­νοι­χτα μά­τια αὐ­τὸ ποὺ βρί­σκε­ται μπρο­στά, ἀλ­λὰ νὰ δι­α­βλέ­ψω αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κρυ­φτεῖ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς», ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει σὲ μιὰ συ­νέν­τευ­ξή του. Εἶ­ναι πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει ὁ ἀ­φη­γη­τὴς στὸ δι­ή­γη­μα «Νο­έμ­βριος, ἡ μη­τέ­ρα, 1936»: «Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὸν ξέ­νο πό­νο κι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ὡ­ρί­μαν­σης ἡ ὁ­ποί­α ἀ­παι­τεῖ χρό­νο γιὰ νὰ γί­νει κα­τα­νο­η­τή, γι’ αὐ­τὸ καὶ κα­νέ­νας οἰ­κεῖ­ος δὲν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ αὐ­τὴ τὴ με­τά­βα­ση πρὸς τὴν κα­τα­νό­η­ση τῶν ὅ­σων μᾶς πε­ρι­βάλ­λουν, πρὸς τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου στὸν ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­με, μιὰ κα­τα­νό­η­ση ποὺ ρί­χνει φῶς στὴ συ­νεί­δη­ση, ποὺ φω­τί­ζει καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτει μιὰ θλι­βε­ρὴ ἁ­λυ­σί­δα ἀ­πὸ συ­νή­θει­ες, ἀ­πὸ ἀ­πο­δο­χὲς ἀ­νό­η­των ἢ ἐ­πι­κίν­δυ­νων λο­γι­κῶν ποὺ προ­κά­λε­σαν δά­κρυ­α καὶ πού, πο­λὺ κον­τά, στὰ ὅ­ρια τῆς με­σο­α­στι­κῆς στα­θε­ρό­τη­τας, ἔ­κα­νε ὀ­στε­ω­μέ­να χέ­ρια δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας νὰ ὑ­ψω­θοῦν· ἀ­κό­μα πιὸ δυ­σκο­λο­νό­η­το εἶ­ναι τὸ ὅ­τι κά­ποι­α μέ­ρα αὐ­τὴ ἡ ἐ­πί­γνω­ση τῆς κα­τα­νό­η­σης κά­νει ξαφ­νι­κὰ τὴν ἐμ­φά­νι­σή της καὶ ἡ λάμ­ψη της ἀ­να­στα­τώ­νει, καὶ πλέ­ον ἀ­φι­ε­ρω­νό­μα­στε στὸ νὰ ψά­χνου­με ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ­σα στὶς ἀ­να­μνή­σεις ἢ στὰ κα­τα­πι­ε­σμέ­να μας συ­ναι­σθή­μα­τα γιὰ νὰ ξα­να­βροῦ­με ἕ­ναν ἄλ­λο ἄν­θρω­πο ποὺ ἔ­ζη­σε μέ­σα μας ἀλ­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή μας…»

 

 

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής.

 

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Μεγάλο ψυγεῖο

 

 

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев)

 

Μεγάλο ψυγεῖο

(Голям хладилник)

 

ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς τους ἀ­πὸ τὸ Ἐλ­σίν­κι, ὁ τσούκ­τσα(1) καὶ ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­χουν ἀ­ρά­ξει στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο «Ρω­σί­α», μό­νο δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ Κεν­τρι­κὸ Κρα­τι­κὸ Πο­λυ­κα­τά­στη­μα, τὸ πρώ­ην ἀ­νά­κτο­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ Κρεμ­λί­νο.

       Ἔ­χον­τας γευ­θεῖ τὶς ἀ­νέ­σεις τῆς Εὐ­ρώ­πης, τὸ ζευ­γά­ρι ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ συν­δυά­σει τὸ τερ­πνὸν με­τὰ τοῦ ὠ­φε­λί­μου. Τὸ πο­λυ­κα­τά­στη­μα βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὴ μύ­τη τους καὶ οἱ δυ­ό τους ξε­κι­νᾶ­νε νὰ ἀ­γο­ρά­σουν ἕ­να ψυ­γεῖ­ο, ποὺ θὰ τὸ πά­ρουν μα­ζί τους, γιὰ νὰ τὸ πᾶ­νε στὴν τούν­δρα, ἀ­φοῦ πρῶ­τα το ἀ­νε­βά­σουν σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, τρέ­νο, σχε­δί­α καὶ ἕλ­κη­θρο.

       Πέ­ρα-δῶ­θε στοὺς δι­α­δρό­μους, πά­νω-κά­τω στοὺς ὀ­ρό­φους, γύ­ρω-γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σιν­τρι­βά­νια μὲ τοὺς μι­κροὺς μαρ­μά­ρι­νους Ἔ­ρω­τες, ἐ­πι­τέ­λους τὸ ζευ­γά­ρι φτά­νει στὰ ψυ­γεῖ­α. Ἀ­πὸ τὰ μι­κρὰ «Μο­ρόζ­κο» μέ­χρι τὰ με­γά­λα «Ζὶλ» καὶ «Νέ­βα» μὲ τοὺς δι­πλοὺς κα­τα­ψύ­κτες.

       Ὁ τσούκ­τσα τὰ κοι­τά­ζει, βά­ζει τὸ κε­φά­λι του μέ­σα στὰ ψυ­γεῖ­α, ὕ­στε­ρα χώ­νει κε­φά­λι καὶ ἡ γυ­ναί­κα του. Οἱ πω­λή­τρι­ες τοὺς τρι­γυρ­νᾶ­νε, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πιά­σουν κου­βέν­τα, ἀλ­λὰ ὁ τσούκ­τσα ξέ­ρει μο­νά­χα ἕ­να πράγ­μα:

      — «Με­γα­λύ­τε­ρο! Με­γα­λύ­τε­ρο!»

      Τὰ κο­ρί­τσια ἀ­πο­ροῦν, κα­λοῦν τὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ἀ­πο­θή­κης.

       «Πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται;» – ρω­τᾶ αὐ­στη­ρὰ ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­χει δι­α­βά­σει τὸ Χάρ­τη τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των, ἐ­πει­δὴ ἁ­πλού­στα­τα δὲν τὸν ἔ­χουν δη­μο­σι­εύ­σει στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση. Ἀλ­λὰ καὶ γιὰ ποι­ὰ δι­και­ώ­μα­τα θὰ τοῦ μι­λά­ει αὐ­τὸς ἐ­δῶ, ὁ χα­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν Τσου­κότ­κα, ὅ­ταν ἤ­δη ἐ­πὶ δύο ὧ­ρες τοὺς φαρ­μα­κώ­νει τὴν ζω­ὴ μὲ τὰ λό­για «με­γα­λύ­τε­ρο καὶ με­γα­λύ­τε­ρο!»

       Δὲν ὑ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρο! Ὁ προ­ϊ­στά­με­νος κα­τευ­θεῖ­αν πο­δο­πα­τά­ει τὰ δι­και­ώ­μα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που:

       «Ρέ, ἐ­σὺ ζεῖς στὴν ἄ­κρη τοῦ κό­σμου, μέ­σα στὴν τούν­δρα. Τί στὸ κα­λὸ τὸ θέ­λεις τὸ ψυ­γεῖ­ο;»

       «Ἄ-α-α…» —κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι ὁ τσούκ­τσα—. «Οἱ θερ­μο­κρα­σί­ες ἔ­ξω εἶ­ναι μεῖ­ον 70, μέ­σα στὴν σκη­νὴ μεῖ­ον 30, καὶ στὸ ψυ­γεῖ­ο μεῖ­ον 4. Μπαί­νεις μέ­σα, ζε­σταί­νε­σαι.»

 

(1) Ὁ κά­τοικος τῆς Τσου­κότ­κα. Αὐτό­νο­μος θύ­λα­κας στὴν βο­ρειο­α­ντο­λικὴ ἐσχα­τιὰ τῆς Ρωσί­ας.

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Μιχαήλ Μήτρας: Ὅπως συμβαίνει συχνά

 

 

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας

 

Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­χνά

 

δὲν εἶ­χαν ἀν­ταλ­λά­ξει ἀ­κό­μα οὔ­τε—θυ­μή­θη­κε πα­ρό­μοι­ες σκη­νές—με­τά—σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ση­μεῖ­α τῆς πό­λης—μιὰ ἁ­πλὴ πρό­τα­ση—ἂν καὶ νύ­χτα τὰ κύ­μα­τα φαί­νον­ταν στὴν ἀ­κτή—νὰ πα­ρα­τεί­νουν τὴν πα­ρα­μο­νή τους—ἡ αἰ­τί­α ποὺ δέν—μιὰ ἀ­κό­μα εὐ­και­ρί­α—συ­νή­θι­ζε ν’ ἀ­κού­ει τὴν ἐκ­πομ­πή—ἀρ­γό­τε­ρα—μιὰ ἀ­λα­ζο­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση πού—ἔ­πρε­πε νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὸ ἔν­τυ­πο—ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα τὸ βρά­δυ—ἔ­μοια­ζε πὼς ἔ­ψα­χνε κά­ποιον ἐ­κεῖ—ἀλ­λά—τὸ βλέμ­μα της ἔ­δει­χνε νά—ἦ­ταν θέ­μα χρό­νου σκέ­φθη­κε—με­σο­λα­βοῦν κε­νὰ σι­ω­πῆς—δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ βρέ­ξει ὅ­ταν—μι­λοῦ­σε γρή­γο­ρα—ἔ­δει­χνε πὼς πε­ρί­με­νε νὰ συμ­βεῖ—κά­τι ὅ­μως—ἀ­στο­χί­ες ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ μιὰ πε­ριρ­ρέ­ου­σα ἀ­νη­συ­χί­α—ἴ­σως για­τὶ ἐ­κεί­νη βι­ά­στη­κε νὰ φύ­γει—ἕ­να ἐ­πι­φώ­νη­μα ἔκ­πλη­ξης ἐκ μέ­ρους του—οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νες συν­θῆ­κες τὸ ἐ­πέ­βαλ­λαν—ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή—πόρ­τες ποὺ ἄ­νοι­γαν αὐ­τό­μα­τα—γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες στὸν τη­λε­φω­νη­τή—μ’ ἕ­να πο­τή­ρι ἄ­σπρο κρα­σί—ἔ­μοια­ζε μὲ παι­χνί­δι—σφύ­ριγ­μα τραί­νου ποὺ ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ ξε­κι­νή­σει—τὸ δω­μά­τιο σχε­δὸν σκο­τει­νὸ ἀλ­λά—ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σε χρω­μα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια—μιὰ ἀ­προσ­δό­κη­τη δι­α­στο­λή—ἀν­τι­φα­τι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα ἔ­δει­χνε—μιὰ κα­τάλ­λη­λη γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση ἀν­τί­δρα­σή του—ἀ­κα­τα­στα­σί­α ποὺ ἀ­δη­μο­νοῦ­σε νὰ μπεῖ σὲ τά­ξη—νὰ κα­τα­λά­βει τί μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νει ὁ τρό­πος συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς—ἀ­πὸ τὶς δύ­ο πλευ­ρές—τὸν ρώ­τη­σε ἂν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ πράγ­μα­τα ποὺ κά­πο­τε εἶ­χαν συμ­βεῖ—κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι της καί—πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ πεῖ κά­τι—τό­τε ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὸ πα­ρόν—ἡ ἐκ­δο­χὴ μιᾶς μο­να­χι­κῆς δι­α­δρο­μῆς μέ—ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του γιὰ νὰ πά­ρει τὸν κα­φέ—μιὰ με­λω­δί­α ποὺ θύ­μι­ζε ἄλ­λες ἐ­πο­χές—ἡ πρώ­τη συ­νάν­τη­σή τους—προ­σπα­θών­τας νὰ κα­τα­λά­βει γιὰ ποι­ὸ πράγ­μα μι­λοῦ­σε—ἀλ­λὰ ἂν συ­νε­χι­ζό­ταν αὐτὴ ἡ κα­τά­στα­ση—ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ ἐ­ξώ­πορ­τα εἰ­σέ­βαλ­λαν οἱ θό­ρυ­βοι τοῦ δρό­μου—τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ μεί­νει ἀ­να­πάν­τη­το τὸ ἐ­ρώ­τη­μά του—δή­λω­νε κα­τα­νό­η­ση ἢ ἀ­δι­α­φο­ρί­α—ὄ­χι τώ­ρα—γιὰ κά­θε ἐν­δε­χό­με­νο—ἕ­να εἶ­δος ἀ­ο­ρι­στί­ας πού—ἀ­νε­ξή­γη­τα πα­ρά­ξε­νη τοῦ φαι­νό­ταν ἡ στά­ση της—δὲν θύ­μι­ζε καμ­μιὰ ἄλ­λη—δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό του ση­μεῖ­ο—ἀ­πὸ δυ­σπι­στί­α καὶ μό­νο—δὲν ἤ­θε­λε νὰ δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρες ἐ­ξη­γή­σεις—χά­νον­τας τὸ μέ­τρο τῶν ὁ­ρί­ων—ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ ἐ­φη­βι­κὲς δι­α­κο­πές—θέ­λον­τας νὰ τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἄλ­λων—μιὰ φαν­τα­στι­κὴ αἴ­σθη­ση—ἀ­πο­ξέ­νω­ση—δὲν ἔ­μοια­ζε σὰν κά­τι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κό—ἔ­δει­χνε νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ—μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν καὶ εἰ­λι­κρι­νής—δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­ει τὸν ἀν­τί­λα­λο τῆς θά­λασ­σας—στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ λαν­θα­σμέ­νος κω­δι­κὸς πρό­σβα­σης—κά­τι σὰν πα­ρα­πέ­τα­σμα κα­πνοῦ—πὼς θὰ τὴν προ­σέγ­γι­ζε πά­λι—γρή­γο­ρη ἐ­ναλ­λα­γὴ εἰ­κό­νων—ἀ­να­ζή­τη­ση—πάν­τα μὲ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου—νεῦ­μα ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­ας—φῶς σὲ δι­α­στο­λή—νὰ ξα­να­βρεῖ τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α της—μιὰ δο­κι­μα­σμέ­νη μέ­θο­δος—τύ­χη—ἂν ἄλ­λα­ζε τὸ χρῶ­μα τοῦ κρα­γιόν της—τὸ αὐ­το­κί­νη­το πα­ρέ­με­νε στὴ θέ­ση του—ἀ­νυ­πό­μο­νος—ἐ­πι­στρέ­φον­τας με­τὰ ἀ­πὸ και­ρό—ἄ­γνω­στο ἀν­τι­κεί­με­νο—ἐ­πί­δρα­ση—ἀγ­γί­ζον­τας μέ—ὀμ­πρέλ­λα γιὰ πι­θα­νὴ βρο­χή—σὲ μι­κρο­γρα­φί­α τό—μιὰ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη αἴ­σθη­ση—ἕ­να αἴ­νιγ­μα ποὺ δέν—πρώ­τη εἴ­δη­ση στὰ δελ­τί­α—ἐμ­μο­νὴ στὴ ἐ­πα­νά­λη­ψη—αὐ­το­βι­ο­γρα­φού­με­νος ἴ­σως—ἡ ἑ­πό­με­νη μέ­ρα—ἄν— μὲ ἀ­ό­ρι­στο χρο­νι­κὸ ὅ­ριο—προ­σέλ­κυ­ση—στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ λό­φου—πρέ­πει νὰ δι­α­λέ­ξει τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή—σὲ πε­ρί­λη­ψη—μὲ τὸ και­νούρ­γιο της φό­ρε­μα—ἀρ­γό­τε­ρα—χω­ρὶς προ­η­γού­με­νο—ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­χνά—μή­πως—ἐ­πέ­με­νε ζη­τών­τας ἐ­ξη­γή­σεις—σὲ ἀρ­χι­κὸ στά­διο ἀ­κό­μα—ἀλ­λά­ζον­τας δω­μά­τιο ὅ­ταν—ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή—θυ­μή­θη­κε ξαφ­νι­κὰ καί—σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση—ἕ­τοι­μη νά—ἀ­φή­γη­ση σὲ χρό­νο ἀ­ό­ρι­στο—μιὰ σκη­νὴ ποὺ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται—τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο—ἡ κα­θυ­στέ­ρη­ση εἶ­ναι σφάλ­μα—γυ­ρί­ζον­τας σε­λί­δα μέ—χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­πάν­τη­ση—μιὰ βι­α­στι­κὴ ἀ­να­χώ­ρη­ση—ἐ­πι­φώ­νη­μα—νὰ τῆς ἀ­φή­σει ἕ­να ση­μεί­ω­μα μέ—πε­ρι­γρα­φή—ἀ­να­ζη­τών­τας τὴν σκιὰ τῶν δέν­τρων—χει­ρο­νο­μί­ες καὶ ἔκ­φρα­ση ἀ­μη­χα­νί­ας—σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μεῖ­α τοῦ μα­κρι­νοῦ ὁ­ρί­ζον­τα—σκη­νὲς ἀ­πὸ ἕ­να τα­ξί­δι ὅ­ταν—ἀ­ο­ρι­στί­α—ἦ­ταν μιὰ σύμ­πτω­ση τε­λι­κά—

 

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας (Βό­λος, 1944). Ποί­η­ση, πεζογραφία, δι­ή­γη­μα, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση, m­a­il a­rt. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ρα­δι­ο­σκη­νο­θε­σί­α στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Χρο­νι­κό, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Φανταστικὴ νουβέλα (πεζογραφία, 1972).

 

 

Μιχάλης Γρηγορίου: Τὸ παιδί

 

 

Μιχάλης Γρηγορίου

 

Τὸ παιδί

 

­ΤΑΝ ΞΕ­ΚΙ­ΝΗ­ΣΑ­ΜΕ ἦ­ταν ἀ­κό­μ’ ἀ­χά­ρα­γα. Τώ­ρα, πε­ρα­σμέ­νο με­ση­μέ­ρι,, νι­ώ­θω ψό­φιος στὴν κού­ρα­ση. Τὸ με­γά­λο κα­μι­ό­νι τσι­ρί­ζει πά­νω στὴν ἀ­χνι­στὴ ἄ­σφαλ­το, ὁ ἀ­έ­ρας καί­ει, τὸ τι­μό­νι, ἡ μη­χα­νή, τὰ μά­τια μου. Ὁ ἄλ­λος ὁ­δη­γὸς κοι­μᾶ­ται δί­πλα μου κα­θι­στός, μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο πί­σω. Τὸ κα­ρύ­δι του ἔ­χει κα­τέ­βει κά­τω στὴ ρί­ζα τοῦ λαι­μοῦ του.

       Ἦ­ταν μέ­σα στὴ συμ­φω­νί­α μας νὰ ὁ­δη­γή­σω κι ἐ­γὼ με­ρι­κὲς ὧ­ρες μέ­χρι ἕ­να ση­μεῖ­ο. Πᾶ­με στὴν ἐ­ξο­χή, ἐκ­δρο­μὴ μὲ μιὰ πα­ρέα. Δὲν τοὺς ξέ­ρω καὶ πο­λὺ κα­λά, αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα θὰ εἶ­ναι πί­σω, ξα­πλω­μέ­νοι ποι­ὸς ξέ­ρει.

       Ἀλ­λά­ζου­με μὲ τὸν ὁ­δη­γό. Παίρ­νει τὸ τι­μό­νι του κι ἐ­γὼ περ­νά­ω πί­σω. Εἶ­ναι με­γά­λο καὶ σκε­πα­στὸ σὰ βα­γό­νι τραί­νου. Βρί­σκω ἕ­ναν ἄλ­λον ἐ­κεῖ, γνω­στὸν μὲ δυ­ὸ κο­πέ­λες. Ἡ μιὰ κά­θε­ται πα­ρά­με­ρα μό­νη της. Εἶ­ναι ξύ­πνια. Πλη­σιά­ζω, χα­ϊ­δεύ­ω τὴ ρά­χη τῆς πα­λά­μης της, κά­θο­μαι δί­πλα. Μι­λᾶ­με χα­μη­λό­φω­να.

       Τὰ γό­να­τά της ἔ­τσι γλυ­κὰ εἶ­ναι μέ­χρι δά­κρυ­α.

       Τὸ χέ­ρι μου γλι­στρά­ει στοὺς μη­ρούς της ἀ­νά­με­σα, ἡ ζε­στα­σιὰ τοῦ κόλ­που της μοῦ καί­ει τὰ δά­χτυ­λα. Ζευ­γα­ρώ­νου­με πά­νω στὸ σκλη­ρὸ σι­δε­ρέ­νιο πά­τω­μα τοῦ φορ­τη­γοῦ. Κι’ ὅ­μως, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νι­ώ­θω τέ­τοι­ο τρε­μού­λια­σμα, τέ­τοι­ο ταί­ρια­σμα. Μέ­σα της, μέ­σα μου, ξα­να­βρί­σκω τὸν κό­σμο.

       Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι θὰ κρα­τή­σει ὅ­λη μου τὴ ζω­ή.

       Στὸ χω­ριό, στὴν πλα­τεί­α ἔ­χει πα­νη­γύ­ρι. Τρι­γυρ­νᾶ­με δῶ καὶ κεῖ, χα­ζεύ­ου­με. Εἴ­μα­στε χα­ρού­με­νοι, ὅ­λος ὁ κό­σμος εἶ­ναι χα­ρού­με­νος. Φω­νές, χρώ­μα­τα, ὀ­σμές, ἦ­χοι κι ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι γι­νό­μα­στ’ ἕ­να. Τρα­γου­δᾶ­με καὶ χο­ρεύ­ου­με.

       Μοῦ δεί­χνουν ἕ­να δρό­μο. Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω ρω­τή­σει, δὲν ξέ­ρω γιὰ τί πρό­κει­ται. Ἀλ­λὰ τὸν ἀ­κο­λου­θᾶ­με μ’ ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Ἡ κο­πέ­λα εἶ­ναι δί­πλα μου πάν­τα.

       Ὁ δρό­μος σκλη­ραί­νει, πέ­φτου­με σὲ μιὰ χα­ρά­δρα. Ὧ­ρες. Βγαί­νου­με πά­νω σ’ ἕ­να πλα­τὺ στή­θω­μα. Μπρο­στά μας ξά­γναν­το, ἀ­νοι­χτά. Τὰ μαλ­λιά της πῆ­ραν φω­τιὰ στὸ λι­ό­γερ­μα. Δυ­ὸ πο­τά­μια δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται καὶ με­τὰ συ­νε­χί­ζουν τὸ δρό­μο τους. Τὸ κα­θέ­να τὴν κοί­τη του.

       Μα­λα­κὴ πλα­γιὰ μὲ πυ­κνὰ ψη­λό­λι­γνα πευ­κά­κια. Ἀ­ε­ρά­κι.

       Πι­ά­νου­με τὸ δρο­σε­ρὸ μο­νο­πά­τι μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα κά­τω ποὺ λαμ­πο­κο­πά­ει.

       Ὁ ἥ­λιος γυ­ρί­ζει πί­σω· πά­λι, ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή.

       Τὸ ψα­ρά­δι­κο χω­ριό, δέ­κα σπί­τια κά­τα­σπρα. Ἐ­ρη­μιά. Ξε­ρὰ χτα­πό­δια κρε­μα­σμέ­να στὸ σύ­νο­ρο τῆς σκιᾶς. Κρα­σὶ κόκ­κι­νο μπροῦ­σκο. Μιὰ γορ­γό­να πο­λύ­χρω­μη πά­νω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα.

       Πεν­τα­κά­θα­ρο μι­κρὸ δω­μά­τιο. Σι­δε­ρέ­νιο κρε­βά­τι, μπάν­τα ὑ­φαν­τή· στὸν τοῖ­χο, ἕ­να τρα­πε­ζά­κι, δυ­ὸ κα­ρέ­κλες.

       Ἀ­γά­πη.

       Πό­σο κρά­τη­σε;

       Μιὰν ἀ­νά­σα.

       Σκο­τει­νιά­ζει ἀ­πό­το­μα. Στὸ βά­θος ση­κώ­νε­ται σί­φου­νας, στὴν ἄ­κρη τῆς θά­λασ­σας. Φαί­νε­ται νὰ ρου­φά­ει τὰ μαῦ­ρα σύν­νε­φα καὶ νὰ τὴν φου­σκώ­νει. Σὰν ἀ­π’ τὸ βά­ρος τους χα­μη­λώ­νει, πλα­ταί­νει, πλα­κώ­νει τὴν τα­ραγ­μέ­νη ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ. Ἀ­πέ­ραν­το μα­νι­τά­ρι μαῦ­ρο σκέ­πα­σε τὸν τό­πο.

       Φεύ­γου­με, πρέ­πει νὰ γυ­ρί­σου­με στὴν πό­λη. Εἴ­μα­στε πολ­λοί.

       Μι­λᾶ­νε γιὰ σπί­τια στέ­ρε­α, γιὰ κοι­νὴ τύ­χη.

       Στὸ δρό­μο γυ­ρί­ζω δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς νὰ βε­βαι­ω­θῶ γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α της. Σπρώ­χνου­με ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον, εἴ­μα­στε πολ­λοί. Πο­δο­πα­τι­ό­μα­στε, χά­νω τὸ χέ­ρι της. Στὴν ἀρ­χὴ βλέ­πω πί­σω μου μιὰ σκιά, σὲ λί­γο τὴ χά­νω κι αὐ­τή.

      Σκο­τά­δι. Ἀ­κού­γον­ται πο­δο­βο­λη­τά, κρό­τοι ἀ­πὸ βα­ρει­ὲς μη­χα­νές, ἑρ­πύ­στρι­ες, ἁ­λυ­σί­δες.

      Χτύ­πη­σαν στὴ σταυ­ρο­πο­τα­μιά.

      Ἀ­δερ­φέ μου δὲν ἀν­τέ­χω σὲ ἄλ­λο ξαφ­νι­κό.

       Ὅ­ταν φτά­νω ἐ­κεῖ ὅ­λα ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει. Ἔ­γι­ναν στὸ σκο­τά­δι, στὸν ὕ­πνο μας.

       Ἡ με­γά­λη πλα­τεί­α, ἡ καρ­διά της, εἶ­ναι σπαρ­μέ­νη μὲ γυα­λιὰ κομ­μά­τια θρύ­ψα­λα, χαρ­τιά, πέ­τρες, φω­νές.

       Τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν σπι­τι­ῶν χά­σκουν μαῦρ’ ἀ­π’ τὴν κα­πνιά. Οἱ τοῖ­χοι ξε­κοι­λι­α­σμέ­νοι.

       Κό­σμος μπαι­νο­βγαί­νει στὰ χα­λά­σμα­τα βι­α­στι­κός. Κα­θέ­νας κρα­τά­ει καὶ κά­τι. Ἐ­γὼ βα­δί­ζω ἀρ­γά, ἀ­ταί­ρια­στα.

       Κά­ποι­ο χέ­ρι μὲ πιά­νει ἀ­π’ τὸ ροῦ­χο. Γυ­ρί­ζω.

       Μέ­σ’ ἀ­πό­να σκο­τει­νὸ ἰ­σό­γει­ο πορ­τά­κι, βλέ­πω τὴ γυ­ναί­κα. Ἐ­κεί­νη τὴν ἴ­δια, τὴ δι­κή μου. Κρα­τά­ει, ἕ­να παι­δὶ στὰ γό­να­τα. Δί­πλα της, λί­γο πιὸ πί­σω στὴν στε­νό­χω­ρη τρύ­πα, στέ­κε­ται ὁ ἄν­τρας της. Φο­ρά­ει ἕ­να που­κά­μι­σο σκοῦ­ρο λα­δί, μὲ ραμ­μέ­να πά­νω του κά­τι δι­α­κρι­τι­κὰ στὰ μα­νί­κια.

       «Εἶ­ναι ἡ μό­δα ἔ­τσι τώ­ρα», σκέ­φτο­μαι. Τὸ μοῦ­τρο του ζα­ρω­μέ­νο καὶ κα­κὸ γε­μά­το νί­κη. Ἔ­χει ἕ­να φτο­νε­ρὸ χα­μό­γε­λο. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ κυ­τά­ει ἄ­φω­νη. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς δὲ μπο­ρεῖ νὰ μι­λή­σει, τὸν φο­βᾶ­ται.

       Τὸ παι­δί.

       Τὸ βλέ­πω.

       Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν τὸ δι­κό μου.

       Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι τὸ δι­κό μου. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἔ­κα­να τί­πο­τα γιὰ νὰ τὸ κρα­τή­σω ἐ­γώ.

       Τώ­ρα πιὰ εἶ­ν’ ἀρ­γά.

       Ἐ­κεῖ­νος θὰ τὸ φτιά­ξει ὅ­πως θέ­λει.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­να­δί­πλω­ση (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1972).

 

Μι­χά­λης Γρη­γο­ρί­ου (1947). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α: Ἀ­να­δί­πλω­ση (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κάλ­βος, 1972), Οἱ ρί­ζες τῆς σι­ω­πῆς (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κέ­δρος, 1973), Ὁ ἱπ­πό­της τοῦ φύ­λου συ­κῆς (ἐκδ. Πλειάς, 1975), προ­σαρ­μο­γή: Ἐν­δό­μυ­χος (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 1978). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης τὰ σε­νά­ρια γιὰ τὶς ται­νί­ες: Ξε­ρι­ζω­μέ­νη Γε­νιά (1968, σκη­νο­θε­σί­α Ἀ­πό­στο­λος Τε­γό­που­λος, μὲ τὸν Νί­κο Ξαν­θό­που­λο), Ὄ­χι… κύ­ρι­ε Τζόν­σον (1965, σκη­νο­θε­σί­α Γρη­γό­ρης Γρη­γο­ρί­ου).

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов): Τὸ παραξήλωσε

 

 

 

Ἄντον Τσέχωφ (Антон Чехов)

 

Τὸ παραξήλωσε

(Пересолил)

 

ΤΟ­ΠΟ­ΓΡΑ­ΦΟΣ Γκλὲμπ Γκα­βρί­λο­βιτς Σμιρ­νὸφ ἔ­φθα­σε στὸ σταθ­μὸ «Γκνι­λού­σκι». Μέ­χρι τὸ ἀ­γρό­κτη­μα, ὅ­που τὸν εἶ­χαν κα­λέ­σει γιὰ ὁ­ρι­ο­θέ­τη­ση, ἔ­με­ναν ἀ­κό­μα νὰ δι­α­νύ­σει τριά­ντα μὲ σα­ράν­τα βέρ­τσια. (Ἂν ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν εἶ­ναι πι­ω­μέ­νος καὶ δὲν ἔ­χει ψω­ρά­λο­γα, τό­τε τριά­ντα βέρ­τσια μπο­ρεῖ νὰ τὰ κά­νει, κι ἐ­φό­σον ὁ ἁ­μα­ξὰς ἔ­χει γρή­γο­ρα ἄ­λο­γα τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πιά­σει κα­τευ­θεί­αν καὶ τὰ πε­νήν­τα).

       — Πεῖ­τε μου, πα­ρα­κα­λῶ, ποῦ μπο­ρῶ νὰ βρῶ ἐ­δῶ κον­τὰ τα­χυ­δρο­μι­κὰ ἄ­λο­γα; εἶ­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν χω­ρο­φύ­λα­κα τοῦ σταθ­μοῦ.

       — Τί; Τα­χυ­δρο­μι­κά; Ἐ­δῶ γιὰ ἑ­κα­τὸ βέρ­τσια δρό­μο δὲν ἀ­κοῦς οὔ­τε σκυ­λί, ὄ­χι τα­χυ­δρο­μι­κά… Καὶ σεῖς ποῦ θέ­λε­τε νὰ πᾶ­τε;

       — Στὸ Δέφ­κι­νο, στὰ κτή­μα­τα τοῦ στρα­τη­γοῦ Χα­χό­τοφ.

       — Λοι­πόν; χα­σμου­ρή­θη­κε ὁ χω­ρο­φύ­λα­κας. Πη­γαί­νε­τε μέ­χρι τὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ στὴν πόρ­τα συ­χνὰ βρί­σκον­ται χω­ρι­κοί, με­τα­φέ­ρουν τα­ξι­δι­ῶ­τες.

       Ὁ το­πο­γρά­φος ξε­φύ­ση­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ βα­δί­ζει πρὸς τὸν σταθ­μό. Ἐ­κεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ πολ­λὲς ἀ­να­ζη­τή­σεις, συ­ζη­τή­σεις καὶ δι­σταγ­μούς, βρῆ­κε ἕ­ναν ρω­μα­λέ­ο χω­ρι­κό, κα­τσού­φη, βλο­γι­ο­κομ­μέ­νο, ντυ­μέ­νο μὲ ἕ­να κου­ρε­λια­σμέ­νο τσό­χι­νο κα­φτά­νι καὶ πλε­χτὰ χορ­το­πά­που­τσα.

       Ὁ δι­ά­ο­λος ξέ­ρει τί σό­ι κά­ρο ἔ­χει! Συ­νο­φρυ­ώ­θη­κε ὁ το­πο­γρά­φος, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις ποῦ εἶ­ναι τὸ πί­σω καὶ τὸ μπρός…

       — Μὰ τί νὰ κα­τα­λά­βεις; Ὅ­που εἶ­ναι ἡ οὐ­ρὰ εἶ­ναι καὶ τὸ μπρός, καὶ ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται ἡ εὐ­γέ­νειά σας εἶ­ναι τὸ πί­σω…

       Τὸ που­λα­ρά­κι ἦ­ταν λι­πό­σαρ­κο, μὲ ἁ­πλω­τὰ πό­δια καὶ φα­γω­μέ­να αὐ­τιά. Ὅ­ταν ὁ ἁ­μα­ξὰς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ τὸ χτύ­πη­σε μὲ τὸ σχοι­νέ­νιο μα­στί­γιο, αὐ­τὸ κού­νη­σε μό­νο τὸ κε­φά­λι, ὅ­ταν ἀ­γρί­ε­ψε καὶ τὸ χτύ­πη­σε ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, τό­τε τὸ κά­ρο ἔ­τρι­ξε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει σὰν δαι­μο­νι­σμέ­νο. Με­τὰ τὸ τρί­το χτύ­πη­μα τὸ κά­ρο κύ­λη­σε λί­γο καὶ πιὰ μὲ τὸ τέ­ταρ­το κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του.

       Ἔ­τσι θὰ πᾶ­με ὅ­λο τὸ δρό­μο; ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, νι­ώ­θον­τας τὸ δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα καὶ πα­ρα­μέ­νον­τας ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν Ρώ­σων ἁ­μα­ξά­δων νὰ κά­νουν, μὲ μιὰ ἤ­ρε­μη χε­λω­νί­σια δι­α­δρο­μή, τὴν ψυ­χὴ νὰ ξε­βι­δώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ τράν­ταγ­μα.

       Θά-α-α φτά­σου­με! – τὸν κα­θη­σύ­χα­σε ὁ ἁ­μα­ξάς. Ἡ φο­ρά­δα εἶ­ναι νέ­α, ἔ­ξυ­πνη…Ἄσ’ τὴν μό­νο νὰ πά­ρει φό­ρα καὶ με­τὰ δὲν στα­μα­τά­ει… Ἄιν­τε, κα­τα­ρα­μέ…νη!

       Ὅ­ταν τὸ κά­ρο βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν σταθ­μό, ἦ­ταν σού­ρου­πο. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ το­πο­γρά­φου ἁ­πλω­νό­ταν ἡ πε­διά­δα, σκο­τει­νή, πα­γω­μέ­νη, χω­ρὶς τέ­λος καὶ ἄ­κρη… (Δι­α­σχί­ζον­τάς την εἶ­ναι σὰν νὰ ξε­κι­νᾶς γιὰ τοῦ δι­α­ό­λου τὴ μά­να.) Στὸν ὁ­ρί­ζον­τα, ἐ­κεῖ ποὺ χα­νό­ταν καὶ ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­σβη­νε νω­χε­λι­κὰ τὸ κρύ­ο φθι­νο­πω­ρι­νὸ σού­ρου­πο… Ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο, στὸν σκο­τει­νι­α­σμέ­νο ἀ­έ­ρα ξε­χώ­ρι­ζαν κά­ποι­α βου­να­λά­κια, ὄ­χι σὰν περ­σι­νὲς θη­μω­νι­ές, οὔ­τε σὰν χω­ριό. Τί ἦ­ταν μπρο­στὰ στὸ χω­ρά­φι δὲν ἔ­βλε­πε ὁ το­πο­γρά­φος, ἐ­πει­δὴ ἀπ΄ αὐ­τὴ τὴν πλευ­ρὰ ὅ­λο τὸ ὀ­πτι­κὸ πε­δί­ο τὸ κά­λυ­πτε ἡ φαρ­διά, ἄ­γαρ­μπη πλά­τη τοῦ ἁ­μα­ξᾶ. Ἦ­ταν ἥ­συ­χα, ἀλ­λὰ κρύ­α καὶ πα­γω­μέ­να.

       «Τί ἐ­ρη­μιὰ εἶ­ναι αὐ­τή! (σκε­φτό­ταν ὁ το­πο­γρά­φος, προ­σπα­θών­τας νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ αὐ­τιά του μὲ τὸ για­κὰ τοῦ μαν­δύα) παν­τοῦ ἐ­ρη­μιά!» Ἂν τοῦ ἐ­πι­τε­θοῦν ξαφ­νι­κὰ καὶ τὸν λη­στέ­ψουν; Δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ἂν θὰ εἶ­ναι ἀ­πὸ πυ­ρο­βό­λο!­.. Καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­πι­στος… Γιὰ δές τον, τί πλα­τά­ρα! Αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ τῆς φύ­σης καὶ δά­χτυ­λο νὰ κου­νή­σει, ἡ ψυ­χή σου πά­ει στὴν Κού­λου­ρη! Καὶ ἡ μού­ρη του εἶ­ναι ἄ­γρια, ὕ­πο­πτη.»

      — Ἔ! κα­λέ μου, ρώ­τη­σε ὁ το­πο­γρά­φος, πῶς σὲ λέ­νε;

      — Ἐ­μέ­να; Κλή­μη.

      — Λοι­πόν, Κλή­μη, πῶς εἶ­ναι ἐ­δῶ; Δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Δὲν γί­νον­ται ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Ὄ­χι, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ… Σὲ ποι­ὸν νὰ κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις;

      — Εἶ­ναι κα­λὸ ποὺ δὲν κά­νουν ἐ­πι­θέ­σεις… Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κὸ ἔ­χω πά­ρει μα­ζί μου τρί­α ρε­βόλ­βερ, εἶ­πε ψέ­μα­τα ὁ το­πο­γρά­φος. Καὶ μὲ τὸ ρε­βόλ­βερ, ξέ­ρεις, δὲν ἀ­στει­εύ­ε­ται κα­νείς. Μὲ δέ­κα λη­στὲς μπο­ρεῖς νὰ τὰ βγά­λεις πέ­ρα…

      Σκο­τει­νιά. Τὸ κά­ρο ξαφ­νι­κὰ ἔ­τρι­ξε, τσί­ρι­ξε, τρε­μού­λια­σε, καί, σὰν ἄ­θε­λά του, ἔ­κα­νε ἀ­ρι­στε­ρά.

      «Ποῦ μὲ πά­ει; σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Πή­γαι­νε ὅ­λο εὐ­θεία καὶ ξαφ­νι­κὰ ἔ­στρι­ψε ἀ­ρι­στε­ρά. Πι­θα­νὸν νὰ μὲ πη­γαί­νει σὲ κά­ποι­α λόχ­μη ὁ πα­λιάν­θρω­πος, καί… καί… συμ­βαί­νουν τέ­τοια πε­ρι­στα­τι­κά!»

      — Ἄ­κου, ἀ­πευ­θύν­θη­κε στὸν ἁ­μα­ξά. — Ἔ­τσι λές! Ὅ­τι ἐ­δῶ δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να; Κρί­μα… Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πα­λεύ­ω μὲ λη­στές… Στὴν ὄ­ψη εἶ­μαι ἀ­δύ­να­τος, ἀρ­ρω­στιά­ρης, ἀλ­λὰ οἱ δυ­νά­μεις μου, λὲς καὶ εἶ­ναι ταύ­ρου… Μιὰ φο­ρὰ μοῦ ἐ­πι­τέ­θη­καν τρεῖς λη­στές… Καὶ τί νο­μί­ζεις; Τὸν ἕ­να τὸν χτύ­πη­σα τό­σο ἄ­σχη­μα, πού… πού, κα­τα­λα­βαί­νεις, πα­ρέ­δω­σε τὴν ψυ­χὴ στὸν Θε­ό, καὶ οἱ ἄλ­λοι δύ­ο ἐ­ξαι­τί­ας μου πῆ­γαν στὰ κά­τερ­γα τῆς Σι­βη­ρί­ας. Καὶ ἀ­πὸ ποῦ παίρ­νω αὐ­τὴ τὴ δύ­να­μη, δὲν ξέ­ρω… Παίρ­νεις τὸ χέ­ρι κά­ποι­ου δυ­να­τοῦ, κά­ποι­ου σὰν καὶ σέ­να, καί… καὶ τὸν χτυ­πᾶς.

      Ὁ Κλή­μης ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ στὸν το­πο­γρά­φο, ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο.

      — Ναί, ἀ­δελ­φέ… συ­νέ­χι­σε ὁ το­πο­γρά­φος. Νὰ μὴ δώ­σει ὁ Θε­ὸς νὰ μπλε­χτεῖς μὲ μέ­να. Δὲν φτά­νει ποὺ ὁ λη­στὴς μέ­νει δί­χως χέ­ρια καὶ δί­χως πό­δια, ἀλ­λὰ πρέ­πει καὶ νὰ δι­κα­στεῖ… Σὲ μέ­να ὅ­λοι οἱ δι­κα­στὲς καὶ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ εἶ­ναι γνω­στοί. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἄν­θρω­πος τοῦ κρά­τους, μὲ χρει­ά­ζον­ται… Τὸ ὅ­τι ἐ­γὼ τα­ξι­δεύ­ω εἶ­ναι γνω­στὸ στὴ δι­οί­κη­ση… καὶ γι΄ αὐ­τὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦν γιὰ νὰ μή μοῦ κά­νει κά­ποι­ος κα­κό. Παν­τοῦ στὸν δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τοὺς θά­μνους εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νὰ ὁρ­μή­σουν ἑ­κα­τον­τά­δες ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν Κο­ζά­κων… Ἄ-α-αλτ! Ἔμ­πη­ξε τὶς φω­νὲς ὁ το­πο­γρά­φος. — Ποῦ βγῆ­κες; Ποῦ μὲ πᾶς;

      — Μὰ τί­πο­τε δὲν βλέ­πε­τε; Εἶ­ναι δά­σος!

      «Ὁ­πωσ­δή­πο­τε εἶ­ναι δά­σος… σκέ­φτη­κε ὁ το­πο­γρά­φος. Μὰ ἐ­γὼ φο­βή­θη­κα! Ὅ­μως δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ φα­νε­ρώ­σω τὴν ἀ­νη­συ­χί­α μου… Ἤ­δη πρό­σε­ξε πὼς τρέ­μω. Για­τί μὲ κλε­φτο­κοί­τα­ζε τό­σο συ­χνά; Ἴ­σως σχε­διά­ζει κά­τι… Προ­η­γου­μέ­νως πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γά, βῆ­μα-βῆ­μα, καὶ τώ­ρα γιὰ δές τον, πά­ει σὰν ἀ­στρα­πή!»

      — Ἄ­κου, Κλή­μη, για­τί βιά­ζεις τό­σο τὸ ἄ­λο­γο;

      — Δὲν τὸ βιά­ζω, μό­νο του πῆ­ρε φό­ρα… Καὶ ὅ­ταν παίρ­νει φό­ρα τί­πο­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ στα­μα­τή­σει… Καὶ τὸ ἴ­διο δὲν εἶ­ναι χα­ρού­με­νο μὲ τέ­τοι­α πό­δια ποὺ ἔ­χει.

      — Λὲς ψέ­μα­τα, ἀ­δελ­φέ! Βλέ­πω ὅ­τι λὲς ψέ­μα­τα! Μό­νο σὲ συμ­βου­λεύ­ω νὰ μὴν τρέ­χεις τό­σο γρή­γο­ρα. Κά­νε λί­γο κρά­τει… Ἀ­κοῦς; Κά­νε λί­γο κρά­τει!

      — Για­τί;

      — Ἐ­πει­δή… ἐ­πει­δή, μα­ζί μου ἀ­πὸ τὸν σταθ­μὸ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔρ­θουν τέσ­σε­ρις φί­λοι. Πρέ­πει νὰ μᾶς ἔ­φτα­ναν… Ὑ­πο­σχέ­θη­καν νὰ μὲ προ­λά­βουν σ΄ αὐ­τὸ τὸ δά­σος… Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­α νὰ πη­γαί­νεις μα­ζί τους… Εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι ὑ­γι­εῖς, γε­ρο­δε­μέ­νοι… ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει πε­ρί­στρο­φο… Για­τί συ­νέ­χεια στρί­βεις πί­σω καὶ κοι­τά­ζεις, σὰν νὰ κά­θε­σαι σὲ βε­λό­νες; Ἔ! Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φέ, ἔ… ἀ­δελ­φέ… Σὲ μέ­να τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει νὰ κοι­τά­ζεις… τί­πο­τε ἐν­δι­α­φέ­ρον σὲ μέ­να… Ἴ­σως μό­νο τὰ ρε­βόλ­βερ… Πα­ρα­κα­λῶ, ἂν θέ­λεις, θὰ σοῦ τὰ δεί­ξω, πα­ρα­κα­λῶ…

      Ὁ το­πο­γρά­φος ἔ­κα­νε ὅ­τι ψα­χου­λεύ­ει τὶς τσέ­πες, καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νέ­βη κά­τι ποὺ κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἀ­πὸ κά­ποι­ον, ὅ­σο δει­λὸς καὶ ἂν ἦ­ταν. Ὁ Κλή­μης ξαφ­νι­κὰ ρί­χτη­κε ἀ­πὸ τὸ κά­ρο καὶ στὰ τέσ­σε­ρα ἔ­τρε­ξε πρὸς τὸ ρου­μά­νι.

     — Βο­ή­θεια! Φώ­να­ξε κλα­ψι­ά­ρι­κα. Βο­ή­θεια! Πάρε, κα­τα­ρα­μέ­νε, καὶ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, μό­νο μὴ μὲ χα­λά­σεις! Βο­ή­θεια!

      Ἀ­κού­στη­καν γρή­γο­ρα βή­μα­τα ποὺ χά­νον­ταν, τριγ­μὸς ξε­ρό­κλα­δων – καὶ τέ­λος σι­ω­πή… Ὁ το­πο­γρά­φος, μὴ πε­ρι­μέ­νον­τας τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρά, στα­μά­τη­σε πρῶ­τα τὸ ἄ­λο­γο, με­τὰ κά­θι­σε πιὸ βο­λι­κὰ στὸ κά­ρο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ σκέ­φτε­ται.

      «Ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας… ὁ βλά­κας… φο­βή­θη­κε. Καὶ τώ­ρα τί θὰ γί­νει; Μό­νος νὰ προ­χω­ρή­σω δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν, για­τί δὲν ξέ­ρω τοὺς δρό­μους καὶ μπο­ρεῖ νὰ νο­μί­ζουν ὅ­τι ἔ­κλε­ψα τὸ ἄ­λο­γό του… Τί θὰ γί­νει;» — Κλή­μη! Κλή­μη!

     — Κλή­μη!­..  ἀ­πάν­τη­σε ἡ ἠ­χώ.

      Στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ τὴν πε­ρά­σει κα­θι­σμέ­νος στὸ σκο­τει­νὸ δά­σος, μέ­σα στὸ κρύ­ο, ἀ­κού­γον­τας μό­νο τοὺς λύ­κους καὶ τὴν ἠ­χὼ ἀ­πὸ τὰ ρου­θου­νί­σμα­τα τῆς λι­πό­σαρ­κης φο­ρά­δας τὸν ἔ­πια­σε σύγ­κρυ­ο.

      — Κλη­μού­λη! –φώ­να­ξε. — Κα­λέ μου! Ποῦ εἶ­σαι, Κλη­μού­λη;

      Δυ­ὸ ὧ­ρες φώ­να­ζε ὁ το­πο­γρά­φος, καὶ μό­νο ἀ­φοῦ βρά­χνια­σε καὶ συμ­φι­λι­ώ­θη­κε μὲ τὴ δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σή του στὸ δά­σος, τό­τε τὸ ἐ­λα­φρὸ ἀ­ε­ρά­κι τοῦ ἔ­φε­ρε κά­ποι­ο βογ­κη­τό.

      — Κλή­μη! Ἐ­σὺ εἶ­σαι κα­λέ μου; Πᾶ­με.

      — Θὰ μέ… σκο­τώ­σεις;

      — Ἀ­στει­εύ­τη­κα, κα­λέ μου! Τι­μώ­ρη­σέ με, κύ­ρι­ε, ἀ­στει­εύ­τη­κα! Τί ρε­βόλ­βερ! Ἐ­γὼ εἶ­πα ψέ­μα­τα ἀ­πὸ φό­βο! Κά­νε μου τὴ χά­ρη, πᾶ­με! Πα­γώ­νω!

      Ὁ Κλή­μης συλ­λο­γί­στη­κε ὅ­τι, μᾶλ­λον, ἕ­νας πραγ­μα­τι­κὸς λη­στὴς θὰ εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ πρὸ πολ­λοῦ μὲ τὸ ἄ­λο­γο καὶ τὸ κά­ρο, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δά­σος καὶ ἀ­να­πο­φά­σι­στα πλη­σί­α­σε τὸν ἐ­πι­βά­τη του.

      — Μὰ ἀ­πὸ τί φο­βή­θη­κες, βλά­κα; Ἐ­γώ… ἐ­γὼ ἀ­στει­ευ­ό­μου­να καὶ σὺ φο­βή­θη­κες… κά­τσε!

   — Ὁ θε­ὸς μα­ζί σου, ἀ­φέν­τη, μουρ­μού­ρι­σε ὁ Κλή­μης σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ κά­ρο. Ἂν τὸ ἤ­ξε­ρα οὔ­τε μὲ ἑ­κα­τὸ ὁ­λό­κλη­ρα δὲν θὰ σὲ πή­γαι­να. Πα­ρα­λί­γο νὰ πε­θά­νω ἀ­π’ τὸν φό­βο…

      Ὁ Κλή­μης μα­στί­γω­σε τὸ ἄ­λο­γο. Τὸ κά­ρο τραν­τά­χτη­κε. Ὁ Κλή­μης τὸ ξα­να­μα­στί­γω­σε καὶ τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε. Με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το χτύ­πη­μα, ὅ­ταν τὸ κά­ρο κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, ὁ το­πο­γρά­φος σκέ­πα­σε τ’ αὐ­τιά του μὲ τὸν για­κὰ καὶ βυ­θί­στη­κε σὲ σκέ­ψεις. Ὁ δρό­μος καὶ ὁ ἁ­μα­ξὰς δὲν τοῦ φαι­νόν­του­σαν πιὰ ἐ­πι­κίν­δυ­νοι.

 

Δρα­μα­το­πο­ίη­ση: Ρω­σι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μι­κροῦ μή­κους μὲ κι­νού­με­να σχέ­δια (1959). Σκη­νο­θε­σία Βλα­ντί­μιρ Ντι­ά­κτε­ρεφ, σε­νάριο: E. Μι­γκου­νόφ.

 

 

 

Πη­γή: Δι­ή­γη­μα τοῦ 1885. П­о­л­н­ое с­о­б­р­а­н­ие с­о­ч­и­н­е­н­ий и п­и­с­ем в 30-ти т­о­м­ах. С­о­ч­и­н­е­н­ие Т­ом 4 М. «Н­а­у­ка», 1984. (Πλή­ρης συλ­λο­γὴ ἔρ­γων 30 τό­μων, 4ος τό­μος. Ἐκ­δό­σεις Να­ού­κα, 1984).

 

Ἄν­τον Τσέ­χωφ (А­н­т­он Ч­е­х­ов) (Ταγ­καν­ρὸγκ Ρω­σί­ας 1860 – Μπαν­τεν­βά­ι­λερ Γερ­μα­νί­ας 1904). Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Μό­σχα. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἰ­α­τρι­κὲς σπου­δὲς ἄρ­χι­σε καὶ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο. Πο­τὲ δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν ἰ­α­τρι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους θε­α­τρι­κοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ 19ου αἰ. καὶ ὄ­χι μό­νο. Τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Τὸ ­στυ, στὶς 30/8/1901 σὲ με­τά­φρα­ση, ἀ­πὸ τὴ γαλ­λι­κὴ γλώσ­σα, τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Πα­πα­δι­α­μάν­τη.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά:

Ἑ­λέ­νη Κα­τσι­ώ­λη. Μου­σι­κός. Σπού­δα­σε ρω­σι­κὰ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πού­σκιν καὶ στὸ Κέν­τρο Ρω­σι­κῶν Σπου­δῶν Μίρ. Γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα αὐ­τὸ πῆ­ρε τὸ β΄ βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης στὸν 1ο δι­α­γω­νι­σμὸ λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης Ἄντον Τσέχωφ 2010.

  

Μάρω Παπαδημητρίου: Μετακόμιση

 

 

Μά­ρω Πα­πα­δη­μη­τρί­ου

 

Με­τα­κό­μι­ση

 

ΕΔΙΑΛΕΓΕΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ γιὰ τὸ και­νού­ριο σπί­τι αὐ­τὸ τώ­ρα τί εἶ­ναι. Ἕ­να με­γά­λο μπορ­ντὸ τε­νε­κε­δέ­νιο κου­τὶ Special Selection σκι­σμέ­νη μιὰ λέ­ξη στὴν ἐ­τι­κέ­τα καὶ με­τὰ Ἐ­ρυ­θρὸς Ξη­ρός. Στὴν ἀ­πο­θή­κη γε­μά­το πα­λιὰ φὶλμ ξε­χα­σμέ­να. Ἀρ­νη­τι­κὲς πό­ζες σὲ ται­νί­ες ζε­λα­τί­νας χρό­νο μὲ τὸν χρό­νο σὲ θῆ­κες ἀ­πὸ τσι­γα­ρό­χαρ­το μα­κρό­στε­να κί­τρι­να φά­κε­λα. Μὴ καὶ χα­θεῖ κά­ποι­α φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὰ ἄλ­μπουμ ποὺ θὰ ἔ­φτια­χνε. Τὴ μιὰ δί­πλα πά­νω κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη σχο­λα­στι­κὰ τα­ξι­νο­μη­μέ­νες ἡ­με­ρο­μη­νί­ες γραμ­μέ­νες μὲ τὸ χέ­ρι πολ­λὴ δου­λειά. Οἶ­νος θὰ εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ λεί­πει. Ὥ­ρι­μα κόκ­κι­να καὶ μαῦ­ρα στα­φύ­λια. Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ἑ­νὸς κρα­σιοῦ Special Selection εἶ­ναι ἡ κα­λὴ ποι­ό­τη­τα τῆς στα­φυ­λό­μα­ζας. Εὐ­λο­γη­μέ­νο ἀμ­πέ­λι πλα­τύ­φυλ­λο καὶ κα­λο­κλα­δε­μέ­νο πό­ση φρον­τί­δα κό­πος. Συ­νε­χῶς. Μπο­ρεῖς νὰ δεῖς τὰ φὶλμ στὸ φῶς τοῦ γλόμ­που. Ἀ­νά­πο­δη σχο­λι­κὴ ἐκ­δρο­μὴ γέ­λια σο­σό­νια ὁ Θο­δω­ρὴς μὲ κον­τὸ παν­τε­λό­νι. Ὁ Θο­δω­ρής. Προ­σω­πι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἀ­ποῦ­σες πα­ροῦ­σες. Ἂν ἀ­ξι­ό­πι­στη εἶ­ναι ἡ μνή­μη ὅ­ταν ὅ­λα δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση. Ποι­ὸς θὰ τὸ πεῖ στὴ μι­κρὴ πα­ρέ­α. Σκορ­πί­ζει ἀ­νε­παί­σθη­τα τυ­χαῖα. Εἶ­ναι καὶ τὸ κρα­σὶ ζων­τα­νὸς ὀρ­γα­νι­σμός. Ἀλ­λά­ζει σι­γὰ σι­γὰ περ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ νι­ό­τη στὴν ἀ­κμὴ στὴν ὡ­ρι­μό­τη­τα στὸ τέ­λος. Πό­σο θὰ ζή­σει ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὶς συν­θῆ­κες πα­λαί­ω­σης καὶ συν­τή­ρη­σης. Ὄ­χι πὼς ἀ­πο­φεύ­γει τὴν ὀ­ξεί­δω­ση ἂν ὅ­μως εἶ­ναι ἀρ­γὴ ἐ­λεγ­χό­με­νη τὴν με­ταλ­λά­ζει σὲ πλού­σιο ἄ­ρω­μα βε­λού­δι­νη γεύ­ση. Ποι­ο­τι­κὴ κο­ρύ­φω­ση. Εἰ­κό­νες ἀ­κί­νη­τες δώ­δε­κα εἴ­κο­σι εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις τρι­αν­τα­έ­ξι κα­τα­γρά­φον­ται στὴ φω­το­ευ­αί­σθη­τη ἐ­πι­φά­νεια κα­θὼς ξε­τυ­λί­γε­ται τὸ κα­ρού­λι. Πό­ζες σὲ τρι­αν­τα­πέν­τε μι­λι­μὲ­τρ ποὺ μπο­ροῦν νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στοῦν. Νὰ ἐ­πα­να­λάμ­ψουν οἰ­κο­γε­νεια­κὰ τὰ χα­μό­γε­λα πρὶν σπά­σουν μα­ζὶ σ’ ἕ­να κρὰκ ὅ­ταν βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ πλά­νο ὁ πα­τέ­ρας. Ἐμ­φα­νί­σεις σὲ σκο­τει­νὸ θά­λα­μο στιγ­μια­ῖο πα­ρὸν πα­ρελ­θόν. Εἴ­δω­λα. Προ­σο­χὴ τὰ φὶλμ δι­α­τη­ροῦν­ται σὲ χα­μη­λὴ ὑ­γρα­σία καὶ θερ­μο­κρα­σί­α. Τὸ κα­λὸ κρα­σὶ σὲ ὑ­πό­γεια ὑ­γρὰ κε­λά­ρια. Στὰ σκο­τει­νὰ λοι­πόν. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν κι ἀλ­λι­ῶς. Ἂν εἶ­χε κά­νει μιὰ ἀρ­χὴ μὲ τὰ ἄλ­μπουμ ἂν τὰ συ­νέ­χι­ζε. Μὰ τί στε­νὸ φου­στά­νι δὲς τὸ ἀ­γό­ρι τὴν κρα­τᾶ ἀ­πὸ τὴ μέ­ση σφι­χτὰ νι­ώ­θει τὴν ἀ­νά­σα του. Πό­σα κι­λὰ ἀ­πὸ τό­τε Θε­έ μου. Ὅ­λο δυ­σκο­λί­ες. Ὅ­σο τὸ κρα­σὶ ὡ­ρι­μά­ζει φτιά­χνει χα­ρα­κτή­ρα προ­σω­πι­κό­τη­τα μα­λα­κώ­νει ἂν ὅ­μως ὑ­πο­στεῖ γή­ραν­ση δὲν πί­νε­ται. Φω­το­γρα­φί­ες ἡ μιὰ πά­νω στὴν ἄλ­λη χύ­μα κα­τα­χω­νι­α­σμέ­νες ἐ­δῶ ἐ­κεῖ νὰ τὶς ψά­ξει νὰ τὶς βά­λει κα­τὰ χρο­νο­λο­γί­α τώ­ρα ποὺ βρῆ­κε τὰ φὶλμ νὰ ἀ­γο­ρά­σει ἄλ­μπουμ. Δὲν βγαί­νει ἄ­κρη. Ἄς κά­νει μιὰ ἐ­πι­λο­γὴ ἄς κρα­τή­σει αὐ­τὲς ποὺ τὴν κο­λα­κεύ­ουν ἡ νο­σταλ­γί­α ἐ­πι­λέ­γει τὶς κα­λὲς στιγ­μὲς ἔ­χει φω­το­γέ­νεια. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας γέρ­νει στὰ χεί­λη της τὸ πο­τή­ρι μὲ τὸ γλυ­κὸ κόκ­κι­νο κρα­σί. Πι­ὲς γιὰ νὰ ξε­χά­σεις χα­χα­νί­ζει ἡ Ἑ­λέ­νη ἀ­πὸ πί­σω πνι­χτά. Οἱ δύο εἰς σάρ­καν μί­α. Ξε­χνά­ει καὶ χά­νει. Γυα­λιὰ κλει­διὰ ὀ­νό­μα­τα για­τί ἄ­νοι­ξε τώ­ρα τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως κάρ­τες μνή­μης με­γά­λης χω­ρη­τι­κό­τη­τας ἀ­πο­θη­κεύ­ουν εἰ­κό­νες φω­το­γρα­φί­ες πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ ὅ­σες χω­ρᾶ­νε στὸ φίλμ. Ἕ­να μω­ρά­κι νε­ο­γέν­νη­το μο­νά­κρι­βο μὲ μά­τια μι­σά­νοι­χτα κλεί­νει κι­ό­λας τὰ σα­ραν­τα­πέν­τε. Πό­σο γρή­γο­ρα πό­σο ἀρ­γὰ πιά. Ἡ ψη­φια­κὴ εἰ­κό­να ἔ­χει ἀ­σύλ­λη­πτες δυ­να­τό­τη­τες. Μπο­ρεῖς καὶ ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων νὰ ἐ­πέμ­βεις μὲ τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ νὰ δι­ορ­θώ­σεις σφάλ­μα­τα χρώ­μα­τα ἀν­τι­θέ­σεις ἐ­νο­χλη­τι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες τὴν προ­ο­πτι­κή. Δὲν ἔ­χει ἰ­δέ­α ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ ἀρ­νεῖ­ται τὴν τε­χνο­λο­γί­α τὴν ἐ­χθρεύ­ε­ται. Ἰ­μέ­ιλ τά­χα σκά­ιπ ψευ­τι­ὲς εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Γε­γο­νὸς εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­φυ­γε γιὰ με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Βο­στό­νη κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα του κι ἔ­μει­νε. Γιὰ πάν­τα. Τε­χνο­κρά­της. Μὲ δι­α­κρί­σεις. Οὔ­τε τὰ κα­λο­καί­ρια ἔρ­χε­ται ἂς εἶ­ναι κα­λά. Πα­λιὰ με­τὰ τὸν τρύ­γο τοῦ Σε­πτέμ­βρη ξυ­πό­λυ­τοι τρυ­γη­τὲς πα­τοῦ­σαν τὸ στα­φύ­λι στὰ πα­τη­τή­ρια. Γε­ρὲς γάμ­πες ξα­ναμ­μέ­νες πα­τοῦ­σες ὅ­λο καὶ πιὸ βα­θιὰ πιὸ βα­θιὰ πει­ράγ­μα­τα τρα­γού­δια πα­νη­γύ­ρι ἀν­θρώ­πι­νο. Τώ­ρα ὁ καρ­πὸς συν­θλί­βε­ται στὰ μη­χα­νή­μα­τα ἀ­νά­με­σα σὲ πε­ρι­στρε­φό­με­νους κυ­λίν­δρους σπα­στῆ­ρες πι­ε­στή­ρια. Ἡ ἔκ­θλι­ψη τοῦ μού­στου χά­σμα ἐ­πο­χῶν. Τὸ πῆ­ρε ἀ­πό­φα­ση. Ἀλ­λά­ζει σπί­τι γει­το­νιὰ κά­που στὸ κέν­τρο μὲς στὸν πο­λὺ τὸν κό­σμο σὲ κά­τι πιὸ μι­κρὸ πο­λὺ πιὸ μι­κρὸ ἐ­λά­χι­στο. Τί παίρ­νει κα­νεὶς μα­ζί του τί ἀ­φή­νει. Τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα ποι­ά. Ξα­να­βά­ζει ὅ­πως ὅ­πως τὰ φὶλμ στὸ κου­τὶ μπερ­δε­μέ­να ἀ­νά­κα­τα. Σὲ κα­νέ­να ὁ πό­νος. Δὲν φω­το­γρα­φί­ζε­ται δὲν ση­κώ­νει ἐ­κτύ­πω­ση. Μι­σό­γε­λα μό­νο παν­τοῦ τὰ πιὸ πολ­λὰ στη­μέ­να. Special Selection. Ζούμ. Ἀ­να­με­τρι­έ­ται μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὰ κομ­μά­τια στὰ σκου­πί­δια. Δι­στά­ζει. Οἶ­νος εὐ­φραί­νει καρ­δί­αν λέ­νε. Οἶ­νος ἡ λέ­ξη ποὺ λεί­πει.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Μά­ρω Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Πειραιάς 1939). Σπούδασε ἀγγλική φιλολογία (B.A. Deree College καὶ MA. Comparative Literature Antioch University, Ohio). Παράλληλα εἰδικεύτηκε σὲ προγράμματα συμβουλευτικῆς στὴν ψυχολογία. Ἐργάστηκε στὴν δημοσιογραφία (περιοδικό τύπο) καὶ στὴ δια­φήμιση. Πρῶτο βιβλίο της: Εἰς μάτην ἀντέστη ἡ Κασσάνδρα εἰς τὴν εἰσα­γωγὴν τοῦ Δουρείου Ἵππου ἐντός τῶν τειχών (ποιητικὴ συλλογή, 1971). Τελευταῖο: Τὸ ντὸ τῆς ἀπώλειας (Παρουσία, 1998).

 

Τάσος Καλούτσας: Ψεύτης προφήτης

 

 

 

Τάσος Καλούτσας

 

Ψεύτης προφήτης

 

ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ παι­ζό­ταν ὁ τε­λι­κὸς τοῦ μουν­τιάλ. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ βλέ­πα­νε τ’ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ σχη­μα­τί­ζουν οὐ­ρὰ μέ­σα στὴ ζέ­στη, γυρ­νών­τας βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Κι ἦ­ταν σχε­δὸν οἱ μό­νοι ποὺ τα­ξί­δευ­αν ἀν­τί­θε­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ θυ­μοὺς καὶ πεί­σμα­τα δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δων, ἕ­ναν τρο­με­ρὸ κα­βγά, —κι ἀ­φοῦ τοῦ εἶ­χε πεῖ «κα­λη­νύ­χτα, γιὰ πάν­τα!­»—, ξα­να­βρί­σκον­ταν, γιὰ νὰ δοῦν τί συ­νέ­χεια θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς σχέ­σης τους.  

       Ἔ­φτα­σαν νω­ρὶς στὸ γνω­στὸ τα­βερ­νά­κι, δί­πλα στὴ θά­λασ­σα. Ὁ ἥ­λιος δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα δύ­σει καὶ βλέ­πα­νε τὸ νε­ρὸ νὰ σκά­ει σὲ μι­κρὰ κυ­μα­τά­κια, κά­τω ἀ­π’ τὸν ξύ­λι­νο φρά­χτη, στὴν ἄ­κρη τῆς ἀ­λέ­ας, ὅ­που κα­θί­σα­νε. Τὸ πρῶ­το ποὺ ζή­τη­σε νὰ τοὺς φέ­ρουν ἦ­ταν τὸ λευκὸ κρα­σὶ ποὺ τό­σο τῆς ἄ­ρε­σε.

       Τοῦ ξέ­φυ­γε μιὰ νύ­ξη γιὰ τὸν κα­βγά, καὶ δι­α­πί­στω­σε, γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρά, ὅ­τι δὲν ἔ­κα­νε οὔ­τε βῆ­μα πί­σω. Τῆς εἶ­πε πὼς δὲν ἄν­τε­χε τό­ση ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα ἀ­πὸ μέ­ρους της, κα­θὼς καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἔ­κλει­νε τ’ αὐ­τιά της, ὅ­ταν τῆς μι­λοῦ­σε. Ὅ­σο γιὰ κεῖ­νο τὸ «κα­λη­νύ­χτα, γιὰ πάν­τα!» ποὺ ξε­στό­μι­σε, πρό­σθε­σε, τοῦ φαι­νό­ταν πέ­ρα γιὰ πέ­ρα γε­λοῖ­ο.

       «Ἀ­φοῦ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ζή­σεις χω­ρὶς ἐ­μέ­να…» τῆς εἶ­πε, μ’ ἕ­να λί­γω­μα στὴ φω­νή του.

       «Οὔ­τε ἐ­γὼ χω­ρὶς ἐ­σέ­να…» πρό­σθε­σε σι­γα­νὰ καὶ κα­τέ­βα­σε μιὰ γου­λιὰ κρα­σί.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ χτύ­πη­σε τὸ κι­νη­τό του καὶ τὸν κοί­τα­ξε χο­λω­μέ­νη.

       «Μὴν ἀ­παν­τή­σεις… Θὰ μα­λώ­σου­με πά­λι!»

       Ἕ­να ἀ­μή­χα­νο χα­μό­γε­λο εἶ­χε πα­γώ­σει στὸ πρό­σω­πό του.

       Πα­ράγ­γει­λε ψά­ρια. Κοί­τα­ζε τὴν καμ­πύ­λη τοῦ λαι­μοῦ της, τὸ συμ­με­τρι­κὸ φού­σκω­μα τοῦ στή­θους της καὶ τὰ μαλ­λιά της ποὺ ἦ­ταν ση­κω­μέ­να πί­σω, γιὰ νὰ μὴν τὴν ζε­σταί­νουν. Τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ αὐ­τὴ ἡ εἰ­κό­να της καὶ τῆς τὸ εἶ­πε.

       Ὅ­ταν ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φε­ρε τὰ λι­θρί­νια, τῆς ἔ­δω­σε καὶ τὸ κε­φά­λι τοῦ δι­κοῦ του ψα­ριοῦ, ἐ­πει­δὴ τῆς ἄ­ρε­σε. Ἡ  Κ. ρού­φη­ξε ἡ­δο­νι­κὰ λί­γο ἀ­π’ τὸ κρα­σί της.

       «Τί ὡ­ραῖ­α!» τῆς εἶ­πε. Θὰ ἤ­θε­λε, ἂν γι­νό­ταν, νὰ στα­μα­τοῦ­σε τὸ χρό­νο ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Ὁ ἥ­λιος ἔ­μοια­ζε μὲ πυ­ρα­κτω­μέ­νο ρουμ­πί­νι καὶ τὴν πα­ρα­κι­νοῦ­σε νὰ στρα­φεῖ πί­σω της νὰ τὸ δεῖ.

       «Ἄν σοῦ εἶ­χε δώ­σει τὸ κλει­δὶ ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ σπί­τι…» τοῦ ἔ­κα­νε μὲ νό­η­μα.

       Στὴν ἀρ­χὴ δὲν κα­τά­λα­βε.

       «Ναὶ» εἶ­πε με­τά.

       «Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ πᾶ­με…»

       Σκέ­φτη­κε τὸ ἐ­ξο­χι­κὸ τοῦ ξα­δέλ­φου του ποὺ ἔ­λει­πε τα­ξί­δι, στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ ἀ­κρω­τη­ρί­ου, ἀ­νοι­χτὸ στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα καὶ τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ δρο­σιὰ τῆς θά­λασ­σας. Σὲ λί­γο τοῦ τὸ ξα­νά­πε, ἐ­νῶ τρι­γύ­ρω τους τὸ φῶς ξε­ψυ­χοῦ­σε κι ἡ νύ­χτα ἄ­να­βε τὰ δι­κά της λαμ­πι­ό­νια. Κά­ποι­α στιγ­μή, μὲ μά­γου­λα ἐ­λα­φρὰ κοκ­κι­νι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ κρα­σί, τὴν ρώ­τη­σε τί χρῶ­μα ἐ­σώ­ρου­χο φο­ροῦ­σε, κι ἐ­κεί­νη, «ἁ­πα­λὸ μπέζ», τοῦ εἶ­πε, μὲ τρε­μου­λια­στὴ φω­νή.

       «Πό­τε μὲ σκέ­φτη­κες ἐ­ρω­τι­κὰ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά;»

       «Σή­με­ρα», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. 

       Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τὸ ἐν­δε­χό­με­νο τοῦ ἐ­πι­κεί­με­νου χω­ρι­σμοῦ δὲν εἶ­χε παί­ξει τὸ ρό­λο του στὴν ἔ­ξα­ψη ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἀ­νά­με­σά τους.

       Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ φύ­γου­νε, πῆ­γε στὴν του­α­λέ­τα νὰ ξε­πλύ­νει τὰ χέ­ρια του καὶ εἶ­δε τοὺς σερ­βι­τό­ρους, μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη τῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Λα­ϊ­κὰ παι­διά, μι­λοῦ­σαν ζω­η­ρὰ κι ἔ­κα­ναν προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ πι­θα­νὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τοῦ τε­λι­κοῦ.

       «Ἔ­λα, ἕ­να-μη­δὲν ἡ Ἱ­σπα­νί­α… Αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι καὶ τὸ τε­λι­κὸ σκόρ!» ἀ­πο­φάν­θη­κε, μὲ ἀ­πό­λυ­τη σι­γου­ριά.

       Στρά­φη­καν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν μὲ ἀ­πο­ρί­α. «Μὰ ἐ­μεῖς θέ­λου­με νὰ κερ­δί­σουν οἱ μι­κρὲς Ὀλ­λαν­δέ­ζες…» δι­ε­φώ­νη­σε γε­λών­τας ἕ­νας νε­α­ρός. «Τὸ γά­λα τῆς μι­κρῆς Ὀλ­λαν­δέ­ζας…» εἰ­ρω­νεύ­τη­κε ἕ­νας ἄλ­λος.

       «Ἄ!» ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος κι  ἔ­φυ­γε.

       Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι του στὸ κυ­λο­τά­κι της καὶ γλί­στρη­σε τὰ δά­χτυ­λά του πο­λὺ χα­μη­λὰ στὴ μα­λα­κὴ σάρ­κα τοῦ ἐ­φη­βαί­ου της, μέ­χρι ποὺ ἐ­κεί­νη ἀ­να­­ρί­γη­σε. Τὰ ἔ­φε­ρε με­τὰ στὸ πρό­σω­πό του, καὶ τὰ μύ­ρι­σε. Εὐ­ω­δί­α­ζαν ἀ­πὸ τὸ ἄ­ρω­μά της. Πάρ­κα­ρε δε­ξιὰ καὶ τὴν ἅρ­πα­ξε ρου­φών­τας μὲ πά­θος τὰ χεί­λη της .

       Μὲ τὴ φαν­τα­σί­α του τὴν ἔ­βλε­πε νὰ φθά­νει στὴν πρω­τεύ­ου­σα, ὅ­που τὴν ὑ­πο­δέ­χον­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της μὲ τὴν ἀ­νι­ψιά της καὶ τὴν ὁ­δη­γοῦ­σαν στὴν κά­μα­ρη τοῦ ἄρ­ρω­στου πα­τέ­ρα τους. Ἡ κα­τά­στα­σή του εἶ­χε χει­ρο­τε­ρέ­ψει κι αὐ­τὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι θὰ ἦ­ταν κρί­σι­μο.

       Τέ­λος τὴν ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε μ’ ἕ­να χει­ρο­φί­λη­μα καὶ τῆς εὐ­χή­θη­κε «κα­λὸ τα­ξί­δι!­».

       Μπαί­νον­τας στὸ σπί­τι δι­α­πί­στω­σε πὼς ἦ­ταν μό­νος του, τὸ σα­λό­νι σι­ω­πη­λό. Στρώ­θη­κε ν’ ἀ­πο­λαύ­σει τὸ ὑ­πό­λοι­πο μάτς. Κά­ποι­α στιγ­μή, στὴν πα­ρά­τα­ση, οἱ Ἰ­σπα­νοὶ βά­λα­νε γκὸλ καὶ οἱ Ὀλ­λαν­δοὶ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το πιὰ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν. Τὸ μὰτς τέ­λειω­νε μὲ ξέ­φρε­νους πα­νη­γυ­ρι­σμούς. Θυ­μή­θη­κε, μὲ ὕ­φος θρι­αμ­βευ­τι­κό, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε πεῖ στοὺς νε­α­ροὺς σερ­βι­τό­ρους. Σὰ νὰ τοὺς ἄ­κου­γε κι­ό­λας νὰ τὸν σχο­λιά­ζουν, χει­ρο­νο­μών­τας καὶ κου­νών­τας ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κά το κε­φά­λι τους : «Ἔ­πε­σε διά­να, ὁ τύ­πος… Σκέ­τος προ­φή­της!­».

       Με­τὰ ἔ­ψα­ξε στὸ κι­νη­τό του, νὰ δεῖ τὴν ἀ­να­πάν­τη­τη…

       Σχη­μά­τι­σε ἀ­μέ­σως τὸ νού­με­ρό της. Ἀ­πὸ τ’ ἀ­κου­στι­κὸ ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τὶ του στριγ­κὲς γυ­ναι­κεῖ­ες φω­νὲς ἀ­νά­κα­τες μὲ μου­σι­κὴ καὶ παι­δι­κὰ γέ­λια.

       «Ἔ­λα, μὲ πῆ­ρες; Ἤ­μουν στὸ λου­τρὸ τό­τε καὶ δὲν πῆ­ρα εἴ­δη­ση…»

       Πάν­τως ἡ φω­νὴ τῆς γυ­ναί­κας του ἀ­κου­γό­ταν ἤρεμη καὶ σταθερή, ὅπως συνήθως.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­­μο­­σί­­ευ­­ση: περ. Πλανόδιον, τχ 51, Δεκέμβριος 2011 («48 Μι­κρά Δι­η­γή­μα­τα Ἑλ­λή­νων Συγ­γρα­φέ­ων [Πρῶ­το Μέ­ρος (1/2)]).

 

Τά­σος Κα­λού­τσας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1948). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΑΠΘ καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1983 μὲ δι­ή­γη­μά του στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ Τὸ κε­λε­πού­ρι καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἐκδ. Δι­α­γω­νί­ου, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987. Πιὸ πρό­σφα­το: Ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη μέ­ρα της (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Ζντράφκα Ἐφτίμοβα (Zdravka Evtimova): Αἷμα

 

 

 

Ζντράφκα Ἐφτίμοβα (Zdravka Evtimova)

 

Αἷμα

(Blood)

 

ΙΓΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ἐ­πι­σκέ­πτον­ται τὸ μα­γα­ζί μου, τρεῖς-τέσ­σε­ρις ἄν­θρω­ποι τὴ μέ­ρα. Κοι­τά­ζουν τὰ ζῶ­α στὰ κλου­βιά, ἀλ­λὰ σπά­νια τὰ ἀ­γο­ρά­ζουν. Ὁ χῶ­ρος εἶ­ναι στε­νὸς καὶ δὲν χω­ρά­ω πί­σω ἀ­πὸ τὸν πάγ­κο, ὁ­πό­τε κά­θο­μαι συ­νή­θως στὴν πα­λιὰ σκο­ρο­φα­γω­μέ­νη κα­ρέ­κλα μου πί­σω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Ὧ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες ἔ­χω τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο σὲ βα­τρά­χους, σαῦ­ρες, φί­δια καὶ ἔν­το­μα, ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν κά­τω ἀ­πὸ χον­τρὲς κι­τρι­νω­πὲς γυ­ά­λι­νες πλά­κες. Δά­σκα­λοι ἔρ­χον­ται καὶ παίρ­νουν βα­τρά­χια γιὰ τὰ μα­θή­μα­τα βι­ο­λο­γί­ας, ψα­ρά­δες περ­νᾶ­νε κα­μιὰ φο­ρά, γιὰ ν’ ἀ­γο­ρά­σουν κά­τι γιὰ δό­λω­μα· οὐ­σι­α­στι­κά, αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Σύν­το­μα, θὰ πρέ­πει νὰ κλεί­σω τὸ μα­γα­ζί μου καὶ θὰ λυ­πη­θῶ γι’ αὐ­τό, για­τί ἡ νυ­στα­λέ­α, βα­ριὰ μυ­ρω­διὰ τῆς φορ­μό­λης πάν­τα μὲ γα­λή­νευ­ε καὶ πε­ρι­έρ­γως μ’ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω σὰν στὸ σπί­τι μου. Δου­λεύ­ω ἐ­δῶ πέν­τε χρό­νια τώ­ρα.

       Μιὰ μέ­ρα, μιὰ πα­ρά­ξε­νη μι­κρό­σω­μη γυ­ναί­κα μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζί μου. Τὸ πρό­σω­πό της φαι­νό­ταν φο­βι­σμέ­νο καὶ γκρί­ζο. Μὲ πλη­σί­α­σε, μὲ τὰ χέ­ρια της νὰ τρέ­μουν, ἀ­φύ­σι­κα χλο­μά, μοι­ά­ζον­τας μὲ δυ­ὸ νε­κρὰ λευ­κὰ ψά­ρια στὸ σκο­τά­δι. Ἡ γυ­ναί­κα δὲν μὲ κοί­τα­ξε, οὔ­τε εἶ­πε τί­πο­τε. Οἱ ἀγ­κῶ­νες της πα­ρέ­παι­αν, ἀ­να­ζη­τών­τας στή­ρι­ξη πά­νω στὸν ξύ­λι­νο πάγ­κο. Μοῦ φά­νη­κε πὼς δὲν εἶ­χε ἔρ­θει ν’ ἀ­γο­ρά­σει σαῦ­ρες· μπο­ρεῖ ἁ­πλῶς νὰ μὴν ἔ­νι­ω­θε κα­λὰ καὶ νὰ ἀ­να­ζή­τη­σε βο­ή­θεια στὴν πρώ­τη ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ποὺ βρῆ­κε μπρο­στά της. Φο­βή­θη­κα πὼς θὰ ἔ­πε­φτε, καὶ τὴν ἔ­πια­σα ἀ­π’ τὸ χέ­ρι. Ἔ­μει­νε σι­ω­πη­λὴ καὶ σκού­πι­σε τὰ χεί­λη της μ’ ἕ­να μαν­τή­λι. Δὲν ἤ­ξε­ρα τὶ νὰ κά­νω· ἦ­ταν πο­λὺ ἥ­συ­χα καὶ σκο­τει­νὰ μέ­σα στὸ μα­γα­ζί.

       «Ἔ­χε­τε τυ­φλο­πόν­τι­κες ἐ­δῶ;» ρώ­τη­σε ξαφ­νι­κά. Τό­τε εἶ­δα τὰ μά­τια της. Ἔ­μοια­ζαν μὲ πο­λυ­και­ρι­σμέ­νους, κου­ρε­λι­α­σμέ­νους ἱ­στοὺς μὲ μιὰ μι­κρὴ ἀ­ρά­χνη στὸ κέν­τρο, τὴν κό­ρη.

       «Τυ­φλο­πόν­τι­κες;» μουρ­μού­ρι­σα. Ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πῶ ὅ­τι δὲν εἶ­χα πο­τὲ τυ­φλο­πόν­τι­κες γιὰ   πού­λη­μα στὸ μα­γα­ζὶ καὶ ὅ­τι δὲν εἶ­χα δεῖ τυ­φλο­πόν­τι­κα πο­τέ μου. Ἡ γυ­ναί­κα ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­σει κά­τι ἄλ­λο – μιὰ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια της, στὸ δει­λὸ σά­λε­μα τῶν δα­χτύ­λων της ποὺ ἁ­πλώ­θη­καν νὰ μὲ ἀγ­γί­ξουν. Ἔ­νι­ω­σα στε­νά­χω­ρα κοι­τά­ζον­τάς την.

       «Δὲν ἔ­χω τυ­φλο­πόν­τι­κες», εἶ­πα. Γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει, σι­ω­πη­λὴ καὶ τσα­κι­σμέ­νη, μὲ τὸ κε­φά­λι γερ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στοὺς ὤ­μους της. Τὰ βή­μα­τά της ἦ­ταν μι­κρὰ κι ἀ­βέ­βαι­α.

       «Ἔ, πε­ρι­μέ­νε­τε!» φώ­να­ξα. «Ἴ­σως νὰ ἔ­χω τυ­φλο­πόν­τι­κες.» Δὲν ξέ­ρω, για­τί φέρ­θη­κα ἔ­τσι.

       Τὸ σῶ­μα της τι­νά­χτη­κε, εἶ­χε πό­νο στὰ μά­τια της. Ἔ­νι­ω­σα ἄ­σχη­μα, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴ βο­η­θή­σω.

       «Τὸ αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα μπο­ρεῖ νὰ θε­ρα­πεύ­σει ἀρ­ρώ­στους», ψι­θύ­ρι­σε. «Μό­νο τρεῖς στα­γό­νες πρέ­πει νὰ πι­εῖς.»

       Φο­βή­θη­κα. Ἔ­νι­ω­σα κά­τι μο­χθη­ρὸ νὰ κα­ρα­δο­κεῖ στὸ σκο­τά­δι.

       «Ἁ­πα­λύ­νει τὸν πό­νο, του­λά­χι­στον», συ­νέ­χι­σε ἀ­φη­ρη­μέ­να, καὶ ἡ φω­νή της κα­τέ­λη­ξε σ’ ἕ­ναν λυγ­μό.

       «Εἶ­στε ἄρ­ρω­στη;» ρώ­τη­σα. Οἱ λέ­ξεις σφύ­ρι­ξαν σὰν σφαῖ­ρες στὸν πη­χτό, ὑ­γρὸ ἀ­έ­ρα κι ἔ­κα­ναν τὸ κορ­μί της νὰ τραν­τα­χτεῖ. «Λυ­πᾶ­μαι.»

       «Ὁ γιός μου εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος.»

       Τὰ δι­ά­φα­να βλέ­φα­ρά της ἔ­κρυ­βαν τὴν ἀ­μυ­δρή, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη λάμ­ψη στὸ βλέμ­μα της. Τὰ χέ­ρια της κεί­τον­ταν μου­δι­α­σμέ­να στὸν πάγ­κο, ἄ­ψυ­χα σὰν κού­τσου­ρα. Οἱ στε­νοί της ὦ­μοι φαί­νον­ταν στε­νό­τε­ροι μέ­σα στὸ τριμ­μέ­νο γκρὶ παλ­τό της.

       «Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρὸ θὰ σᾶς κά­νει νὰ νι­ώ­σε­τε κα­λύ­τε­ρα», εἶ­πα.

       Ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη, κι ὅ­ταν τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­δρα­ξαν τὸ πο­τή­ρι, τὰ βλέ­φα­ρά της ἦ­ταν ἀ­κό­μα σφα­λι­σμέ­να. Γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει, μι­κρὴ καὶ εὔ­θραυ­στη, μὲ τὴν πλά­τη καμ­που­ρι­α­σμέ­νη, τὰ βή­μα­τά της ἀ­θό­ρυ­βα κι ἀ­νήμ­πο­ρα μέ­σα στὸ σκο­τά­δι. Ἔ­τρε­ξα στὸ κα­τό­πι της. Εἶ­χα πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή μου.

       «Θὰ σᾶς δώ­σω αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!» φώ­να­ξα.

       Ἡ γυ­ναί­κα στα­μά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ σκέ­πα­σε τὸ πρό­σω­πό της μὲ τὰ χέ­ρια. Ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρο νὰ τὴν κοι­τᾶς. Ἔ­νι­ω­σα ἄ­δειος. Τὰ μά­τια τῶν σαυ­ρῶν ἔ­λαμ­παν σὰν κομ­μά­τια σπα­σμέ­νου γυα­λιοῦ. Δὲν εἶ­χα αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα. Φαν­τά­στη­κα τὴ γυ­ναί­κα στὸ δω­μά­τιό της, νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς. Ἴ­σως νὰ εἶ­χε ἀ­κό­μα σκε­πα­σμέ­νο τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ χέ­ρια. Λοι­πόν, ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ μὴ μὲ δεῖ καὶ χά­ρα­ξα τὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου καρ­πὸ μ’ ἕ­να μα­χαί­ρι. Ἡ πλη­γὴ αἱ­μορ­ρά­γη­σε καὶ στά­λα­ξε ἀρ­γὰ μέ­σα σ’ ἕ­να γυ­ά­λι­νο μπου­κα­λά­κι. Ὅ­ταν δέ­κα στα­γό­νες κά­λυ­ψαν τὸν πά­το του, ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ βρῆ­κα τὴ γυ­ναί­κα νὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει.

       «Ὁ­ρί­στε», εἶ­πα. «Ὁ­ρί­στε τὸ αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα.»

       Δὲν ἀ­πάν­τη­σε, μό­νο κοί­τα­ξε τὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου καρ­πό. Ἡ πλη­γὴ ἀ­κό­μα αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε λί­γο, κι ἔ­χω­σα τὸ χέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὴν πο­διά μου. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ κοί­τα­ξε κι ἔ­μει­νε σι­ω­πη­λή. Δὲν ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι στὸ γυ­ά­λι­νο μπου­κά­λι, ἀλ­λὰ στρά­φη­κε καὶ πῆ­γε γορ­γὰ στὴν πόρ­τα. Τὴν πρό­φτα­σα κι ἔ­βα­λα μὲ τὸ ζό­ρι τὸ μπου­κά­λι στὰ χέ­ρια της.

       «Εἶ­ναι αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!»

       Ψη­λά­φη­σε τὰ δι­ά­φα­νο μπου­κά­λι. Τὸ αἷ­μα μέ­σα του λαμ­πο­κο­ποῦ­σε σὰν ἑ­τοι­μο­θά­να­τη φω­τιά. Ἔ­πει­τα ἔ­βγα­λε χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη της.

       «Ὄ­χι. Ὄ­χι», εἶ­πα.

       Ἔ­σκυ­ψε τὸ κε­φά­λι. Ἔ­ρι­ξε τὰ χρή­μα­τα στὸν πάγ­κο καὶ δὲν εἶ­πε λέ­ξη. Ἤ­θε­λα νὰ τὴ συ­νο­δέ­ψω μέ­χρι τὴ γω­νί­α. Μέ­χρι καὶ δεύ­τε­ρο πο­τή­ρι νε­ρὸ ἔ­βα­λα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν πε­ρί­με­νε. Τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν πά­λι ἄ­δει­ο καὶ τὰ μά­τια τῶν σαυ­ρῶν ἔ­λαμ­παν ἀ­κό­μη σὰν βρεγ­μέ­να κομ­μά­τια σπα­σμέ­νου γυα­λιοῦ.

       Ψυ­χρές, ἥ­συ­χες μέ­ρες πέ­ρα­σαν. Τὰ φθι­νο­πω­ρι­νὰ φύλ­λα στρο­βι­λί­ζον­ταν ἀ­νήμ­πο­ρα στὸν ἄ­νε­μο, δί­νον­τας στὸν ἀ­έ­ρα ὄ­ψη κα­φε­τιά. Οἱ πρῶ­τες χει­μω­νι­ά­τι­κες χιο­νο­θύ­ελ­λες ἐκ­σφεν­δό­νι­ζαν νι­φά­δες στὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν στὶς φλέ­βες μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω ἐ­κεί­νη τὴ γυ­ναί­κα. Τῆς εἶ­χα πεῖ ψέ­μα­τα. Κα­νεὶς δὲν ἔμ­παι­νε στὸ μα­γα­ζί μου, καὶ μέ­σα στὸ ἥ­συ­χο σού­ρου­πο προ­σπα­θοῦ­σα νὰ φαν­τα­στῶ πῶς ἦ­ταν ὁ γιός της. Τὸ ἔ­δα­φος ἦ­ταν πα­γω­μέ­νο, οἱ δρό­μοι ἔ­ρη­μοι, καὶ ὁ χει­μώ­νας ἔ­δε­νε τὸν πα­γω­μέ­νο κόμ­πο του γύ­ρω ἀ­πὸ σπί­τια, ψυ­χὲς καὶ πέ­τρες.

       Ἕ­να πρω­ί, ἡ πόρ­τα τοῦ μα­γα­ζιοῦ μου ἄ­νοι­ξε ἀ­πό­το­μα. Ἡ ἴ­δια μι­κρό­σω­μη γκρί­ζα γυ­ναί­κα μπῆ­κε μέ­σα, καὶ πρὶν προ­λά­βω νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σω, ὅρ­μη­ξε καὶ μὲ ἀγ­κά­λια­σε. Οἱ ὦ­μοι της ἦ­ταν πα­νά­λα­φροι κι ἀ­δύ­να­μοι καὶ δά­κρυ­α κυ­λοῦ­σαν στὰ λε­πτε­πί­λε­πτα ρυ­τι­δω­μέ­να μά­γου­λά της. Ὅ­λο της τὸ σῶ­μα συγ­κλο­νί­στη­κε καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι θὰ σω­ρι­α­ζό­ταν, γι’ αὐ­τὸ ἔ­πια­σα τὰ τρε­μά­με­να χέ­ρια της. Τό­τε ἡ γυ­ναί­κα ἅρ­πα­ξε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι καὶ τὸ σή­κω­σε μπρο­στὰ στὰ μά­τια της. Τὸ ση­μά­δι τῆς πλη­γῆς εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀλ­λὰ βρῆ­κε τὸ ση­μεῖ­ο. Τὰ χεί­λη της φί­λη­σαν τὸν καρ­πό μου, τὰ δά­κρυ­ά της ζέ­στα­ναν τὸ δέρ­μα μου. Ξαφ­νι­κὰ τὸ μα­γα­ζὶ γέ­μι­σε θαλ­πω­ρὴ καὶ γα­λή­νη.

       «Περ­πα­τά­ει!» Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­κλαι­γε μὲ ἀ­να­φι­λη­τά, κρύ­βον­τας ἕ­να δα­κρυ­σμέ­νο χα­μό­γε­λο πί­σω ἀ­πὸ τὶς πα­λά­μες της. «Περ­πα­τά­ει!»

       Ἤ­θε­λε νὰ μοῦ δώ­σει χρή­μα­τα· ἡ με­γά­λη μαύ­ρη τσάν­τα της ἦ­ταν γε­μά­τη δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χε φέ­ρει γιὰ μέ­να. Ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­να­θαρ­ρή­σει, τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν γί­νει σκλη­ρὰ κι ἐ­πί­μο­να. Τὴ συ­νό­δε­ψα μέ­χρι τὴ γω­νί­α ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ φα­νά­ρι τοῦ δρό­μου, νὰ μὲ κοι­τά­ζει, μι­κρὴ καὶ χα­μο­γε­λα­στὴ στὴν πα­γω­νιά.

       Εἶ­χε τό­ση θαλ­πω­ρὴ στὸ σκο­τει­νό μου μα­γα­ζὶ καὶ ἡ πα­λιά, ἀ­νε­παί­σθη­τη μυ­ρω­διὰ τῆς φορ­μό­λης μοῦ ἔ­φερ­νε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ζά­λη. Οἱ σαῦ­ρες μου ἦ­ταν τό­σο ὄ­μορ­φες ποὺ τὶς ἀ­γα­ποῦ­σα λὲς καὶ ἦ­ταν παι­διά μου.

       Τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἴ­διας μέ­ρας, ἕ­νας πα­ρά­ξε­νος ἄν­τρας μπῆ­κε στὸ μα­γα­ζί. Ἦ­ταν ψη­λός, κο­κα­λιά­ρης καὶ φο­βι­σμέ­νος.

       «Ἔ­χε­τε… αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα;» ρώ­τη­σε, μὲ τὸ βλέμ­μα του νὰ μὲ δι­α­περ­νᾶ. Τρό­μα­ξα.

       «Ὄ­χι, δὲν ἔ­χω. Δὲν εἶ­χα πο­τὲ τυ­φλο­πόν­τι­κες γιὰ πού­λη­μα.»

       «Μὰ ἔ­χε­τε! Ἔ­χε­τε! Τρεῖς στα­γό­νες… Τρεῖς στα­γό­νες, ὄ­χι πα­ρα­πά­νω… Ἡ γυ­ναί­κα μου θὰ πε­θά­νει. Ἔ­χε­τε! Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ!»

       Μοῦ ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ… τρεῖς στα­γό­νες! Ἀλ­λι­ῶς θὰ πε­θά­νει-­-»

       Τὸ αἷ­μα μου στά­λα­ξε ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὴν πλη­γή. Ὁ ἄν­τρας κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπου­κα­λά­κι καὶ οἱ κόκ­κι­νες στα­γό­νες ἔ­λαμ­παν ἐ­κεῖ μέ­σα σὰν ἀ­ναμ­μέ­να κάρ­βου­να. Ἔ­πει­τα ἔ­φυ­γε κι ἕ­να μι­κρὸ ρο­λὸ χαρ­το­νο­μί­σμα­τα κύ­λη­σε πά­νω στὸν πάγ­κο.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ι­νὸ ἕ­να πλῆ­θος ἀ­γνώ­στων ποὺ ψι­θύ­ρι­ζαν μὲ πε­ρί­με­νε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Στὰ χέ­ρια τους ἔ­σφιγ­γαν γυ­ά­λι­να μπου­κα­λά­κια.

      «Αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα! Αἷ­μα τυ­φλο­πόν­τι­κα!»

       Φώ­να­ζαν, στρίγ­γλι­ζαν καὶ σπρώ­χνον­ταν. Ὅ­λοι τους εἶ­χαν ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο στὸ σπί­τι κι ἕ­να μα­χαί­ρι στὸ χέ­ρι.

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond,New York,Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

 

Ζντράφκα Ἐφτίμοβα (Zdravka Evtimova) Ἡ Ζντράφ­κα Ἐ­φτί­μο­βα ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τέσ­σε­ρις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα στὴ γε­νέ­τει­ρά της Βουλ­γα­ρί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, τὸν Κα­να­δά, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴν Ἰν­δί­α. Ἡ νου­βέ­λα της B­i­t­t­er S­ky δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὴ Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της G­od of T­r­a­i­t­o­rs δη­μο­σι­εύ­τη­κε ὡς ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ βι­βλί­ο ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις B­u­ck. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Βουλ­γα­ρί­ας καὶ ἔ­χει με­τα­φρά­σει πολ­λὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ τὰ γερ­μα­νι­κὰ στὰ βουλ­γά­ρι­κα. Ζεῖ μὲ τὸν σύ­ζυ­γό της, τοὺς δύο γιούς τους καὶ τὴν κό­ρη τους στὸ Περ­νίκ. Τὸ δι­ή­γη­μά της «Αἷ­μα» πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε μὲ τὸν τίτ­λο «Τὸ Αἷ­μα ἐ­νὸς Τυ­φλο­πόν­τι­κα».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου Τρεντέλ: Ἑλληνικός

 

 

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τὲλ

 

Ἑλ­λη­νι­κός

 

ΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΪ, Πα­ρα­σκευ­ή, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νη ἀ­κό­μα, ἔ­πια­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ἂν ἤ­ξε­ρα νὰ κά­νω τούρ­κι­κο. Ξαφ­νι­κὰ θυ­μή­θη­κα ὅ­τι πά­ει και­ρὸς ποὺ τὸν λέ­με ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ ἕ­να τέ­τοι­ο ἱ­στο­ρι­κὸ λά­θος μ’ ἔ­κα­νε νὰ ξυ­πνή­σω τε­λεί­ως .

       Στὸ βά­θος τοῦ ντου­λα­πιοῦ πί­σω ἀ­πὸ τὰ κου­τιὰ κα­φὲ καὶ τσά­ι βρῆ­κα κά­τι ἀ­το­μι­κὲς δό­σεις ἑλ­λη­νι­κοῦ κα­φὲ ποὺ εἶ­χε φέ­ρει ἡ μα­μά, ὅ­ταν ἦρ­θε γιὰ ἐ­πί­σκε­ψη πέρ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι, «Δὲν ἔ­χε­τε τέ­τοι­ο κα­φὲ ἐ­δῶ στὴ Γαλ­λία». Εἶ­χε φέ­ρει καὶ ἕ­να μπρί­κι ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σα νὰ τὸ βρῶ καὶ πῆ­ρα ἕ­να κα­τσα­ρο­λά­κι νὰ ψή­σω τὸν κα­φὲ νι­ώ­θον­τας τε­λεί­ως αἱ­ρε­τι­κή. Ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ εἶ­χα πι­εῖ ἑλ­λη­νι­κὸ ἦ­ταν ὅ­ταν μοῦ τὸν ἔ­φτια­χνε ἡ για­γιά μου, γιὰ πρω­ι­νὸ μὲ φέ­τα καὶ τρα­χα­νὰ προ­τοῦ πά­ω σχο­λεῖο.

       Ἔ­βα­λα τὸν κα­φὲ νὰ γί­νε­ται καὶ ἀ­πάν­τη­σα τὸ τη­λέ­φω­νο, ὅ­ταν ὅ­μως τό ‘κλει­σα, ὁ κα­φὲς εἶ­χε χυ­θεῖ.

       Ἐ­κεῖ πά­νω τὸ θυ­μή­θη­κα, τὸ ὄ­νει­ρο μὲ τὸν κα­φέ. Εἶ­χα δεῖ στὸν ὕ­πνο μου τὴ φί­λη μου τὴν Ντο­μι­νὶκ ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι ποὺ εἶ­ναι φι­λέλ­λην καὶ ἔ­χει ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να πε­λώ­ριο κτῆ­μα στὰ Κύ­θη­ρα («ζούγ­κλα εἶ­ναι» μοῦ λέ­ει ὅ­τι τῆς λέ­νε) καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει (ἔ­τσι τὸ λέ­ει) βο­τα­νι­κὸ κῆ­πο. Μοῦ θυ­μί­ζει τὸν Fitzcarroldo τοῦ Werner Herzog, ἀλ­λὰ δὲν τῆς τὸ λέ­ω. Δη­μι­ούρ­γη­σε τῆς λέ­ω συ­νω­μο­τι­κά, ἴ­σως συμ­πο­νε­τι­κά. Ξέ­ρω ἀ­πὸ τέ­τοι­ες δη­μι­ουρ­γί­ες. (Ἦρ­θα στὴ Γαλ­λί­α νὰ σπου­δά­σω κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ FEMIS ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­τη­σα.)

       Στ’ ὄ­νει­ρό μου ἀ­κό­μα πρό­σφε­ρα νὰ κά­νω στὴν Ντο­μι­νὶκ ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φὲ καὶ μιὰ καὶ μι­λά­ει κά­τι σπα­στὰ ἑλ­λη­νι­κά, στά­θη­κα δί­πλα στὸ μπρί­κι ποὺ εἶ­χε φέ­ρει ἡ μα­μά μου καὶ ἄρ­χι­σα νὰ τῆς ἐ­ξη­γῶ πῶς νὰ πε­τύ­χει τὸν κα­φὲ μὲ κα­ϊ­μά­κι. «Μό­λις ἀρ­χί­σει νά…» ἐ­κεῖ πά­νω στα­μά­τη­σα για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ τὴν κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη. Μέ­χρι νὰ πά­ω νὰ πά­ρω τὸ λε­ξι­κὸ γιὰ νὰ βρῶ τὸ ρῆ­μα ποὺ πε­ρι­γρά­φει τὴν κί­νη­ση τοῦ κα­φὲ ὅ­ταν εἶ­ναι ἕ­τοι­μος γιὰ σερ­βί­ρι­σμα, ὁ κα­φὲς εἶ­χε χυ­θεῖ.

       Σή­με­ρα Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ ὁ ἄν­δρας καὶ ἡ κό­ρη μου πῆ­γαν νὰ δοῦν τὸν ἐ­πι­τά­φιο στὴν γει­το­νι­κὴ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α. Ὁ ἄν­δρας μου εἶ­ναι πι­στὸς κα­θο­λι­κός, ἀλ­λὰ βρί­σκει στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α τὸ μυ­στή­ριο ποὺ οἱ κα­θο­λι­κοὶ ἔ­χουν ξε­χά­σει (οἱ ἀ­κραῖ­οι ἐ­ξαι­ροῦν­ται).

       Ἐ­γὼ πῆ­γα στὴν πι­σί­να. «Ἀν­τί­χρι­στη» μὲ λέ­ει καὶ βλέ­πω νο­ε­ρὰ τὴν μα­μά μου νὰ σταυ­ρο­κο­πι­έ­ται καὶ νὰ ἐ­πι­κρο­τεῖ. Κά­πο­τε μὲ φώ­να­ζε καὶ ἀ­πά­τρι­δη (τὴ λέ­ξη τὴν εἶ­χα ἀ­κού­σει σὲ σχέ­ση μὲ ἕ­ναν κα­τά­σκο­πο, δι­πλὸ ἢ τρι­πλό, ποὺ τὴν ξε­σή­κω­σε), ἀλ­λὰ στα­μά­τη­σε ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πῆ­ρα τὴ γαλ­λι­κὴ ὑ­πη­κο­ό­τη­τα.

       Στὴν πι­σί­να, στὸν τεσ­σα­ρα­κο­στὸ γύ­ρο ἕ­νας συγ­κο­λυμ­βη­τής μου ποὺ προ­σπά­θη­σε μᾶλ­λον νὰ μοῦ κά­νει κα­μά­κι ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά του καὶ μοῦ ‘πε. «Εἶ­ναι σο­βα­ρό», ἐν­νο­οῦ­σε τὸ κο­λύμ­πι.

       Στὸν πεν­τη­κο­στὸ γύ­ρο σὰν ἕ­να πρό­σω­πο τοῦ James Joyce ποὺ δέ­χε­ται τὴν θε­ο­φά­νεια ἢ σὰν ἀρ­χαί­α τρα­γι­κὴ ἡ­ρω­ί­δα χω­ρὶς προ­σω­πί­δα ἔ­πια­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ κά­νει ἕ­ναν πα­ραλ­λη­λι­σμό: Ἡ Ντο­μι­νὶκ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται βο­τα­νι­κοὺς κή­πους καὶ ἐ­γὼ χυ­μέ­νους κα­φέ­δες.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958) Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της ἡ συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010).