Βασίλης Τσιαμπούσης: Μακιγιάζ

 

 

Βασίλης Τσιαμπούσης

 

Μακιγιάζ

 

ΡΕΙΠΙΑ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ! Πε­νήν­τα χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μας συ­νάν­τη­ση, ἡ μιὰ στὴν κά­σα κι ἡ ἄλ­λη δί­πλα της, στὸν κα­να­πέ, σὰν χα­μέ­νη! Στὸ σα­λό­νι σι­ω­πή, ὁ κα­θέ­νας ἀ­να­σταί­νει δι­κές του μνῆ­μες…

       Δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60, χει­μώ­νας, τὶς φι­λο­ξε­νοῦ­με στὸ σπί­τι μας. Ἡ σόμ­πα στὸ δω­μά­τιό τους μπουμ­που­νί­ζει, κου­βα­λά­ω ξύ­λα ἀ­βέρ­τα. Εἶ­ναι πα­νέ­μορ­φες καὶ μο­σχο­μυ­ρί­ζουν, ἔ­χουν καὶ κά­τι δερ­μά­τι­να τσαν­τά­κια γε­μά­τα μὲ καλ­λυν­τι­κὰ καὶ χά­πια. Κρα­γιόν, μπο­γι­ές, λάκ, ἀν­τι­ό­ξι­να καὶ ἠ­ρε­μι­στι­κὰ τῶν 0,25…

       Ἡ μά­να μπρο­στά τους μοιά­ζει ἀ­νά­ξια λό­γου. Πί­σω ἀ­π’ τὸ χον­τρο­κομ­μέ­νο σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν της τὰ μά­τια της μοιά­ζουν μι­κρὰ κουμ­πιά. Τὰ μαλ­λιά της εἶ­ναι ἀ­χτέ­νι­στα, τὰ ροῦ­χα της ξε­θω­ρι­α­σμέ­να, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ ἄλ­λη μά­να, μιὰ ἄλ­λη ζω­ή.

       Κά­ποι­ο ­ἀ­π’ τὰ πρω­ι­νὰ ἀ­νοί­γει φύλ­λο καὶ κά­νει τυ­ρό­πιτ­τα. Οἱ δύο γυ­ναῖ­κες ἐκ­φρά­ζουν τὸ θαυ­μα­σμό τους γιὰ τὴν ὑ­πέ­ρο­χη γεύ­ση. Μοῦ φαί­νε­ται πα­λα­βό, ἡ μί­α εἶ­ναι δι­κη­γό­ρος κι ἡ ἄλ­λη ὀ­δον­το­για­τρός, ἡ πίτ­τα τοὺς ἐν­τυ­πω­σί­α­σε; Ρω­τοῦν ἂν ὑ­πάρ­χει νε­σκα­φέ! Ἡ μά­να θέ­λει νὰ μὲ στεί­λει στὸν μπα­κά­λη ν’ ἀ­γο­ρά­σω, ἐ­κεῖ­νες δὲ δέ­χον­ται καὶ πί­νουν ἡ μιὰ τούρ­κι­κο κα­φὲ κι ἡ ἄλ­λη τσά­ι τοῦ βου­νοῦ. Πη­γαί­νω καὶ κά­θο­μαι στὰ πό­δια τῆς με­γα­λύ­τε­ρης. Μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά. Σκύ­βει καὶ μοῦ φι­λᾶ τὸ μά­γου­λο. Τὴ σφίγ­γω στὴν ἀγ­κα­λιά μου.

       Τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ δα­σκά­λα μᾶς ζη­τᾶ νὰ γρά­ψου­με ἕ­να γράμ­μα στὸν πιὸ δι­κό μας ἄν­θρω­πο. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ γρά­φουν στὶς μα­νά­δες τους ἢ σὲ δι­ά­φο­ρους συγ­γε­νεῖς τους… Ἐ­γὼ γρά­φω στὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ τὶς δύο ἀ­δερ­φές. Τα­χυ­δρο­μῶ τὸ γράμ­μα ἀλ­λά μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­ται, για­τί ἔ­γρα­ψα λά­θος δι­εύ­θυν­ση. Αἰ­σθά­νο­μαι βα­θύ­τα­τη ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὸ κρα­τῶ νὰ τῆς τὸ δώ­σω, ὅ­ταν θὰ τὴν ξα­να­δῶ.

       Ὅ­ταν τὴν ξα­να­βλέ­πω εἶ­μαι πιὰ με­γά­λος, ἐ­κεί­νη παν­τρε­μέ­νη ἀλ­λὰ χω­ρὶς παι­διά, τῆς λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α, γε­λᾶ­με, τῆς ἀ­ρέ­σει. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια τὴ δι­η­γεῖ­ται μπρο­στά μου, τε­λεί­ως πα­ραλ­λαγ­μέ­νη: «Μοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να γράμ­μα καὶ μοῦ ἔ­λε­γε…». Ἀ­κού­γον­τας τὰ λό­για της αἰ­σθάν­θη­κα σὰν κά­πο­τε νὰ ὑ­φά­να­με οἱ δυ­ό μας μιὰ γλυ­κιὰ συ­νω­μο­σί­α.

       Πλη­σιά­ζω στὴ «μι­κρὴ ἀ­δερ­φή», γύ­ρω στὰ ὀ­γδόν­τα πιά, καὶ τῆς δί­νω τὸ χέ­ρι. Προ­σπα­θεῖ νὰ μὲ θυ­μη­θεῖ, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ. «Στὴ Δρά­μα ἤρ­θα­με μιὰ φο­ρά, ἀλ­λὰ μεί­να­με στὸ ξε­νο­δο­χεῖο…», μοῦ λέ­ει. Σκέ­φτο­μαι νὰ τῆς θυ­μί­σω τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, ἀλ­λὰ τί νὰ ξέ­ρει γιὰ κά­τι ποὺ δὲν ἔ­φτα­σε πο­τὲ στὸν προ­ο­ρι­σμό του;

       Στὸ τέ­λος τῆς λέ­ω: «Κι ἡ μά­να μου, ὅ­πως ἡ ἀ­δερ­φή σας, πρὶν πε­θά­νει, βα­σα­νί­στη­κε πο­λύ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἦ­ταν κα­τά­κοι­τη. Ξέ­ρε­τε, σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ὴ δὲν ξε­κου­ρά­στη­κε πο­τέ… Καὶ κα­ταν­τή­σα­με, ὅ­ταν πέ­θα­νε, νὰ ποῦ­με πὼς γλί­τω­σε.»

       Προ­σπα­θεῖ κά­τι νὰ πεῖ, δὲν μπο­ρεῖ, κά­ποι­ος καί­ει θυ­μί­α­μα καὶ μᾶς πιά­νει ὅ­λους βή­χας. Ση­κώ­νε­ται, πά­ει καὶ στέ­κε­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο, χα­ϊ­δεύ­ει μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα τὸ πρό­σω­πο τῆς ἀ­δερ­φῆς της πού, γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, εἶ­ναι ἄ­ψο­γα χτε­νι­σμέ­νη καὶ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ λεί­πει μό­νο λί­γο κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὰ χεί­λη της, γιὰ νὰ θυ­μί­ζει τὴ χα­μέ­νη ὀ­μορ­φιὰ ποὺ πιὰ δὲν ἔ­χει κα­μί­α ση­μα­σί­α.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: