Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ὁ ἑστιάτορας…

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας…

(Der Gastwirt…­)

 

Ε­ΣΤΙ­Α­ΤΟ­ΡΑΣ βρι­σκό­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μα­ζὶ μὲ τὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὶς δύ­ο ἀ­δερ­φές του στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, γε­μί­ζον­τας ἕ­να μα­κρὺ ἔν­τε­ρο γιὰ νὰ φτιά­ξει λου­κά­νι­κα καὶ κρε­μών­τας τα γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Χρη­σι­μο­ποι­ών­τας κρι­θα­ρέ­νιο ἀ­λεύ­ρι, κα­τόρ­θω­σε νὰ φτιά­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρα λου­κά­νι­κα ἀ­π’ τὸ ἐ­πι­τρε­πτό, πράγ­μα ὅ­μως ποὺ κα­νεὶς δὲ θὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ. Μὲ τὸ πέ­ρας τῆς δου­λειᾶς καὶ κα­θὼς καὶ τὰ τε­λευ­ταῖα ὑ­πο­λεί­μα­τα τῆς σφα­γῆς ποὺ δι­ήρ­κε­σε ὅ­λη μέ­ρα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν, ἐ­πι­πλέ­ον­τας στὸ νε­ρό, ἔ­στει­λε τοὺς ὑ­πό­λοι­πους γιὰ ὕ­πνο. Σὰν κά­θη­σε στὴν πόρ­τα γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ἀ­νά­σα του κι ἀ­να­λο­γι­ζό­ταν πῶς θὰ στή­σει τὰ τρα­πέ­ζια γιὰ τὴν πα­νή­γυ­ρη ποὺ θὰ γιόρ­τα­ζε τὴν ἐρ­χό­με­νη Κυ­ρια­κὴ στὸν κῆ­πο ἐμ­πρὸς ἀ­π’ τὸ σπί­τι του, ἦρ­θε ἕ­νας με­θυ­σμέ­νος καὶ τοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε τὴν πρό­θε­σή του ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει. Θὰ κρε­μα­στεῖ, λέ­ει, στὸ ἑ­πό­με­νο δέν­τρο ποὺ θὰ βρεῖ. Ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια, κλεί­δω­σε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα καὶ ξά­πλω­σε. Ἐ­νῶ, τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, ἔ­σερ­νε στὸ κτῆ­μα δυ­ὸ σα­νί­δες γιὰ τὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς σκο­πο­βο­λῆς, ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸν με­θυ­σμέ­νο τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας νὰ κρέ­με­ται σὲ μιὰ ἀ­π’ τὶς μη­λι­ές του. Εἶ­χε ὄν­τως κρε­μα­στεῖ. Κα­θὼς ὅ­μως τὴν Κυ­ρια­κὴ θὰ ἐ­λάμ­βα­νε χώ­ρα στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἡ πα­νή­γυ­ρις, ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας δὲν πῆ­γε στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α προ­κει­μέ­νου νὰ δη­λώ­σει τὸ συμ­βάν, πα­ρὰ ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα στὸ δέν­τρο, ἀ­φή­νον­τάς το νὰ πέ­σει στὸ γρα­σί­δι. Ζεύ­ει τὸ λοι­πὸν ἕ­να ἄ­λο­γο καὶ τρα­βᾶ τὸ πτῶ­μα πά­νω στὴν κα­ρό­τσα. Χω­ρὶς πολ­λὴ σκέ­ψη κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ δά­σος ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἀ­πό­στα­ση μι­σῆς ὥ­ρας ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του. Στε­ρε­ώ­νει ἕ­ναν σι­δε­ρέ­νιο τρο­χὸ πά­νω στὸ νε­κρὸ κορ­μὶ καὶ τὸ βυ­θί­ζει στὴ λι­μνού­λα πί­σω ἀ­π’ τὸ δά­σος. Τώ­ρα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει τὸ πα­νη­γύ­ρι χω­ρὶς κω­λύ­μα­τα. Οἱ κα­λε­σμέ­νοι εὐ­χα­ρι­στιοῦν­ται τὸ πα­νη­γύ­ρι, κι­νού­με­νοι ἀ­νά­με­σα στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς σκο­πο­βο­λῆς καὶ τὴν ἀ­νοι­χτὴ κου­ζί­να. Κα­νεὶς δὲ μα­θαί­νει πο­τὲ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ γιὰ τὸν με­θυ­σμέ­νο ἄν­δρα τῆς γει­το­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας, τὸν ὁ­ποῖ­ο μὲν ψά­χνουν μέ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες, σύν­το­μα ὅ­μως ἔ­χουν ξε­χά­σει.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Συμ­βάν­τα, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 35-36. (Tho­mas Bern­hard, Erei­gnis­se, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1994).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: