Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Παρὰ τρίχα

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Πα­ρὰ τρί­χα

(Fast)

 

ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΕΚΔΡΟΜΗ στὸ Μόλ­ταλ, στὸ ὁ­ποῖ­ο πάν­το­τε ἤ­μα­σταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς, πι­ά­σα­με τὴν κου­βέν­τα σὲ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο στὸ Ὀμ­περ­βέλ­λαχ, τὸ ὁ­ποῖ­ο μᾶς συ­νέ­στη­σε ἕ­νας για­τρὸς στὸ Λίν­τς καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ μᾶς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σε, μὲ μιὰ πα­ρέ­α βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τὰ τὸ σχό­λα­σμα συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ παν­δο­χεῖ­ο, ἔ­παι­ζαν τσί­τερ καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρὰ μᾶς θύ­μι­σαν μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τοὺς ἀ­νε­ξάν­τλη­τους θη­σαυ­ροὺς τῆς μου­σι­κῆς πα­ρά­δο­σης τοῦ Κέρ­ντεν. Ὅ­ταν ἦ­ταν κά­πως πε­ρα­σμέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ πα­ρέ­α τῶν βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων ἦρ­θε καὶ κά­θη­σε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ κα­θέ­νας τους ἀ­πέ­δω­σε κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο κά­ποι­ο ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτο ἢ ἀ­ξι­ο­στό­χα­στο πε­ρι­στα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του. Κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τήν, τὴν πρό­σο­χη μᾶς τρά­βη­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­κεῖ­νος ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι στὰ δε­κα­ε­φτά του, προ­κει­μέ­νου νὰ κερ­δί­σει ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ εἶ­χε βά­λει μ’ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φό του, ἀ­νέ­βη­κε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ —ὡς γνω­στόν— πα­νύ­ψη­λου καμ­πα­να­ριοῦ στὸ Τάμ­σβεγκ. Πα­ρὰ τρί­χα γλί­τω­σα τὴ θα­νά­σι­μη πτώ­ση, εἶ­πε ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, το­νί­ζον­τας στὴ συ­νέ­χεια ρη­τὰ καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὅ­τι πα­ρὰ τρί­χα θὰ τὸν εἶ­χαν γρά­ψει οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 27-28 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Διαφημίσεις