Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ἱστορία τοῦ Κράτους

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κρά­τους

(Staatsgeschichte)

 

ΑΠΟΙΟΣ ΑΡΧΗΓΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ στὴν κεν­τρι­κὴ Εὐ­ρώ­πη, ὅ­που σή­με­ρα οἱ Πρό­ε­δροι πρέ­πει νὰ ζοῦν μὲ διαρ­κῆ φό­βο γιὰ τὴ ζω­ή τους, καὶ δι­καί­ως, ἀ­πο­κά­λυ­ψε στὸν ἔμ­πι­στό του ἕ­να σχέ­διο, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­στρω­σε κα­τὰ τὴ διάρ­κεια ἑ­κα­τον­τά­δων ἄ­γρυ­πνων νυ­χτῶν, σχέ­διο ποὺ θὰ ἐ­πέ­τρε­πε στὸν Ἀρ­χη­γὸ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει ἐν μιὰ νυ­κτὶ τὴ χώ­ρα του, τὴν ὁ­ποί­α, ὅ­πως καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι Ἀρ­χη­γοὶ Κρα­τῶν τῆς κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης πράτ­τουν μὲ τὶς δι­κές τους χῶ­ρες, ὁ­δή­γη­σε, ὡς ἅρ­μο­ζε καὶ μὲ συ­νέ­πεια, στὴν ἀ­πό­λυ­τη κα­τα­στρο­φή. Μά­λι­στα, ἡ φυ­γὴ θὰ συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀ­πό­σπα­ση τό­σης πε­ρι­ου­σί­ας ποὺ θὰ ἐ­ξα­σφά­λι­ζε μιὰ μα­κρᾶς δι­αρ­κεί­ας κι ἀ­πε­ρι­ο­ρί­στου ἀ­σφα­λεί­ας καὶ πο­λυ­τέ­λειας ζω­ὴ σὲ κά­ποι­α, ἰ­δα­νι­κὴ γιὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τό, χώ­ρα τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Σκό­πευ­ε μά­λι­στα νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σει τὸ σχέ­διό του τὸ συν­το­μό­τε­ρο δυ­να­τόν, μὲ τὴν ἀ­πα­ραί­τη­τη βέ­βαι­α προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­τι ὁ ἔμ­πι­στός του θὰ τη­ροῦ­σε σι­γὴν ἰ­χθύ­ος ἐ­π’ αὐ­τοῦ. Ὁ ἔμ­πι­στος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χαι­ρε τῆς ἐμ­πι­στο­σύ­νης τοῦ Ἀρ­χη­γοῦ γιὰ δε­κα­ε­τί­ες, ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν Ἀρ­χη­γὸ τὴν ἐ­χε­μύ­θειά του κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν ἔμ­πι­στό του τέ­τοι­α πε­ρι­ου­σί­α ποὺ θὰ τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε, ὅ­πως σ’ ἐ­κεῖ­νον, τὸν Ἀρ­χη­γὸ δη­λα­δή, κα­τό­πιν ἐ­πι­τυ­χοῦς δι­α­φυ­γῆς, ἕ­ναν βί­ο ξέ­γνοια­στο καὶ πραγ­μα­τι­κὰ πο­λυ­τε­λῆ μέ­χρι τὸ τέ­λος τῶν ἡ­με­ρῶν του. Πρὶν πε­ρά­σουν κὰν δύ­ο λε­πτὰ ἀ­πὸ τὴ συμ­φω­νί­α με­τα­ξὺ Ἀρ­χη­γοῦ Κρά­τους κι ἐμ­πί­στου, ὁ ἔμ­πι­στος ἁ­πλού­στευ­σε τὰ πράγ­μα­τα, σκο­τώ­νον­τας τὸν Ἀρ­χη­γὸ μὲ μιὰ σφαί­ρα στὸ λαι­μὸ κι ἀ­να­γο­ρεύ­ον­τας ἑ­αυ­τὸν σὲ Ἀρ­χη­γὸ Κρά­τους. Στὴ στιγ­μὴ ἐ­ξόν­τω­σε ὅ­λους τους ὑ­πο­στη­ρι­κτὲς τοῦ προ­κα­τό­χου καὶ προ­τύ­που του καὶ προ­βί­βα­σε αὐ­τὸν ποὺ ἀ­νέ­λα­βε τὴν ἐ­ξόν­τω­ση τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ὑ­πο­στη­ρι­κτῶν τοῦ προ­κα­τό­χου καὶ προ­τύ­που του σὲ ἔμ­πι­στό του. Κα­θὼς γνώ­ρι­ζε πλέ­ον τὸ μο­τί­βο τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Κρά­τους, πε­ρί­με­νε ὅ­πως ἦ­ταν φυ­σι­κὸ τὴν κα­ταλ­λη­λό­τε­ρη στιγ­μὴ προ­κει­μέ­νου νὰ ἐ­ξον­τώ­σει τὸν ἔμ­πι­στό του, πρὶν προ­λά­βει ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸ πρά­ξει. Δυ­στυ­χῶς, ἄρ­γη­σε ὑ­περ­βο­λι­κὰ νὰ δρά­σει.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 158-159 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

 Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: