Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ἀντίφαση

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Ἀντίφαση

(Widerspruch)

 

ΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ μιᾶς δε­ξί­ω­σης, τὴν ὁ­ποί­α πα­ρέ­θε­σε ὁ Γερ­μα­νὸς πρέ­σβης στὴ Λι­σα­βό­να, ὑ­πῆρ­ξε μα­κρὰ συ­νο­μι­λί­α ἀ­νά­με­σα στὸν τέ­ως βα­σι­λιὰ τῆς Ἰ­τα­λί­ας Οὐμ­πέρ­το καὶ τὸν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς κομ­μου­νι­στι­κῆς πα­ρά­τα­ξης, Κουνιάλ, κα­τὰ τὴν ὁ­ποία ὁ πρῶ­τος ἐ­πι­δι­δό­ταν σὲ συ­νε­χεῖς φι­λο­φρο­νή­σεις γιὰ τὸν δεύ­τε­ρο, ἐ­νῶ καὶ ὁ Κουνιὰλ μὲ τὴ σει­ρά του ἐ­πε­δεί­κνυ­ε συ­νε­χῶς τὴν εὐ­γέ­νειά του μὲ ἁ­βρὲς χει­ρο­νο­μί­ες, ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα γιὰ τὸν τέ­ως βα­σι­λιὰ ἢ βο­η­θών­τας τον νὰ βο­λευ­τεῖ στὸ κά­θι­σμά του. Ἔ­γι­να μάρ­τυ­ρας μιᾶς ἀ­πό­λυ­τα, θὰ ἔ­λε­γες, καὶ μὲ βα­θει­ὲς ρί­ζες, φι­λι­κῆς συ­ζή­τη­σης, ἡ ὁ­ποί­α δι­ήρ­κε­σε ὅ­λη τὴ βρα­διὰ καὶ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ὁ πρώ­ην μο­νάρ­χης ἐ­παι­νοῦ­σε ἀ­δι­α­λεί­πτως τὴν παγ­κό­σμια κομ­μου­νι­στι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση, ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς κομ­μου­νι­στι­κῆς πα­ρά­τα­ξης ἐ­ξῆ­ρε, ἐ­ξί­σου ἀ­δι­α­λεί­πτως, τὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τῆς μο­ναρ­χί­ας. Τε­λι­κά, ὁ Οὐμ­πέρ­το κά­λε­σε τὸν Κουνιὰλ νὰ μεί­νει μα­ζί του, στὴν οἰ­κί­α του στὴ Σίν­τρα, τὸ πιὸ εὐ­χά­ρι­στο κι ἀν­τι­κει­με­νι­κὰ πιὸ ὄ­μορ­φο μέ­ρος τῆς Πορ­το­γα­λί­ας, κι ὁ Κουνιὰλ δέ­χτη­κε τὴν πρό­σκλη­ση αὐ­τήν. Μέ­σα στὴ νύ­χτα, δι­α­σχί­ζον­τας τὴ Λι­σα­βό­να στὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι, ἔ­μοια­ζαν οἱ οἰ­μω­γὲς τῶν ἐ­ξορ­γι­σμέ­νων μα­ζῶν μιὰ δι­ε­στραμ­μέ­νη πο­λι­τι­κὴ ἀν­τί­φα­ση.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 138 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: