Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Φήμη

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Φή­μη

(Beruhmt)

 

ΗΜΙΣΜΕΝΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ καὶ κά­το­χος πα­νε­πι­στη­μια­κῆς ἕ­δρας ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει μιὰ ἐγ­χεί­ρι­ση ρου­τί­νας, κα­θό­λου δύ­σκο­λη, οὔ­τε ἐ­πι­κίν­δυ­νη, καὶ νὰ ἀ­να­θέ­σει τὴν πε­ρά­τω­σή της στοὺς βο­η­θούς του, λό­γῳ ξαφ­νι­κῆς ἀ­δι­α­θε­σί­ας. Στὴ συ­νέ­χεια δὲν δι­έ­θε­τε τὸ σθέ­νος νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ δη­μο­σί­ως καὶ στὴν ἴ­δια τὴν ἀ­σθε­νῆ, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε ἐν τῷ με­τα­ξὺ συ­νέλ­θει, τὸ πῶς ἔ­χουν τὰ πράγ­μα­τα, ἀν­τι­θέ­τως, δε­χό­ταν τὰ συγ­χα­ρη­τή­ρια τῆς ἀ­σθε­νοῦς γιὰ τὴν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη ἐ­πέμ­βα­ση, ἀ­νε­ξάρ­τη­τως δὲ ἀ­π’ τὰ ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον πο­λύ­τι­μα δῶ­ρα ποὺ δέ­χτη­κε ἀ­π’ τὴν ἀ­σθε­νῆ, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων κι ἕ­να χρυ­σὸ ρο­λό­ι τσέ­πης, τὸ ὁ­ποῖ­ο λέ­γε­ται ὅ­τι ἀ­νῆ­κε στὸν Να­πο­λέ­ον­τα Ι. Ἀ­γνο­οῦ­με, πό­σοι φη­μι­σμέ­νοι χει­ρουρ­γοὶ κα­θη­με­ρι­νῶς αἰ­σθά­νον­ται ἀ­δι­α­θε­σί­ες, δι­α­κό­πτουν ἐγ­χει­ρί­σεις καὶ τὶς ἀ­να­θέ­τουν στοὺς βο­η­θούς τους, καρ­πω­νό­με­νοι ἐν συ­νε­χεί­ᾳ τὸν ἔ­παι­νο, τὰ συγ­χα­ρη­τή­ρια καὶ τὰ εὐ­χα­ρι­στή­ρια δῶ­ρα, ὡ­στό­σο ὁ ἀ­ριθ­μός τους θὰ πρέ­πει νὰ πλη­σιά­ζει τὸν ἴ­διο τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν φη­μι­σμέ­νων χει­ρουρ­γῶν. Κι ὁ ἀ­ριθ­μὸς ὅ­μως τῶν ἀ­γνώ­στων κι ἀ­φα­νῶν βο­η­θῶν, στοὺς ὁ­ποί­ους ἁ­πλῶς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­δι­α­θε­σί­α, εἶ­ναι ἐ­ξί­σου ὑ­ψη­λός. Ὁ ὑ­πο­φαι­νό­με­νος προ­τι­μοῦ­σε νὰ χει­ρουρ­γεῖ­ται πάν­το­τε ἀ­πὸ τοὺς βο­η­θοὺς τῶν φη­μι­σμέ­νων χει­ρουρ­γῶν, οἱ ὁ­ποῖ­οι τυγ­χά­νει νὰ εἶ­ναι καὶ φη­μι­σμέ­νοι κα­θη­γη­τὲς ἰ­α­τρι­κῆς, κι ὄ­χι ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς τε­λευ­ταί­ους. Πάν­το­τε δὲ ἄ­φη­νε πί­σω του τὸ χει­ρουρ­γι­κὸ τρα­πέ­ζι σῶ­ος κι ἀ­βλα­βής.

 

ΣτΜ: Ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στοὺς ἀ­φα­νεῖς ἥ­ρω­ες.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 128-129 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: