Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ὁ δικτάτορας…

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Ὁ δι­κτά­το­ρας…

(Der Diktator.­.­.)

 

ΔΙ­ΚΤΑ­ΤΟ­ΡΑΣ κα­τέ­λη­ξε, ἀ­νά­με­σα σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ ὑ­πο­ψη­φί­ους, στὴν ἐ­πι­λο­γὴ ἑ­νὸς λού­στρου. Τοῦ ἀ­νέ­θε­σε μί­α καὶ μό­νη ἁρ­μο­δι­ό­τη­τα: νὰ κα­θα­ρί­ζει τὰ πα­πού­τσια του. Εὐ­πρόσ­δε­κτη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα γιὰ τὸν ἁ­πλὸ ἄν­θρω­πο τῆς ἐ­παρ­χί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐν συ­νε­χεί­ᾳ παίρ­νει γρή­γο­ρα βά­ρος καὶ μὲ τὰ χρό­νια γί­νε­ται πα­ρὰ τρί­χα φτυ­στὸς ὁ προ­ϊ­στά­με­νός του – ποὺ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λος ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν δι­κτά­το­ρα. Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ ὀ­φεί­λε­ται ἐν μέ­ρει στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ὁ λοῦ­στρος γεύ­ε­ται τὰ ἴ­δια ἐ­δέ­σμα­τα μὲ τὸν δι­κτά­το­ρα. Σύν­το­μα ἀ­πο­κτᾶ τὴν ἴ­δια χον­τρὴ μύ­τη καί, ἀ­φοῦ ἔ­πε­σαν καὶ τὰ μαλ­λιά του, ἔ­γι­νε ὁ­ρα­τὸ καὶ τὸ ἴ­διο κρα­νί­ο. Ἕ­να δι­ογ­κω­μέ­νο στό­μα ξε­προ­βάλ­λει καὶ κα­θὼς χα­χα­νί­ζει, δεί­χνει τὰ δόν­τια. Ὅ­λοι, ἀ­κό­μη καὶ οἱ ὑ­πουρ­γοὶ καὶ οἱ πιὸ ἔμ­πι­στοι τοῦ δι­κτά­το­ρα φο­βοῦν­ται τὸν λοῦ­στρο. Τὰ βρά­δια σταυ­ρώ­νει τὶς μπό­τες καὶ παί­ζει κά­ποι­ο μου­σι­κὸ ὄρ­γα­νο. Γρά­φει μα­κρο­σκε­λῆ γράμ­μα­τα στὴν οἰ­κο­γέ­νειά του, μέ­σῳ τῶν ὁ­ποί­ων ἐ­ξα­πλώ­νε­ται ἡ φή­μη του σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ χώ­ρα: «Ὅ­ταν κά­ποι­ος εἶ­ναι ὁ λοῦ­στρος τοῦ δι­κτά­το­ρα» γρά­φει σὲ κά­ποι­ο ἀ­π’ αὐ­τά, «τό­τε εἶ­ναι τὸ πιὸ κον­τι­νὸ πρό­σω­πο στὸ δι­κτά­το­ρα». Κι ὄν­τως εἶ­ναι ὁ λοῦ­στρος τὸ πιὸ κον­τι­νὸ πρό­σω­πο στὸ δι­κτά­το­ρα· ἐ­πι­βάλ­λε­ται νὰ κά­θε­ται πάν­τα ἐμ­πρὸς ἀ­π’ τὴν πόρ­τα του, ἀ­κό­μη καὶ νὰ κοι­μᾶ­ται ἐ­κεῖ. Σὲ κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ πό­στο του. Ὅ­μως μιὰ νύ­χτα, κα­θὼς αἰ­σθα­νό­ταν ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὸς γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο, μπαί­νει μιὰ καὶ δυ­ὸ στὸ δω­μά­τιο, ξυ­πνᾶ τὸ δι­κτά­το­ρα καί, γρον­θο­κο­πών­τας τὸν, τὸν ξα­πλώ­νει κά­τω νε­κρό. Ὁ λοῦ­στρος γδύ­νε­ται τὰ ροῦ­χα του γορ­γά, τὰ φο­ρᾶ στὸ νε­κρὸ δι­κτά­το­ρα καὶ μπαί­νει ὁ ἴ­διος στὰ ἐν­δύ­μα­τά του. Ἐμ­πρὸς στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ δι­κτά­το­ρα δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι πραγ­μα­τι­κὰ εἶ­ναι φτυ­στὸς ὁ δι­κτά­το­ρας. Σὲ μιὰ στιγ­μὴ τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζει καὶ ξε­χύ­νε­ται στὴν πόρ­τα, ὅ­που φω­νά­ζει ὅ­τι ὁ λοῦ­στρος του τοῦ ἐ­πι­τέ­θη­κε. Ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος σὲ ἄ­μυ­να, ἐ­κεῖ­νος τὸν ἀ­πέ­κρου­σε καὶ τὸν σκό­τω­σε. Νὰ τὸν πά­ρουν καὶ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­σουν τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του.

 

  

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Συμ­βάν­τα, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 58-59. (Tho­mas Bern­hard, Erei­gnis­se, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1994).

 

Νίκλας ΤόμαςΜπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: