Κατερίνα Ἠλιοπούλου: Jackson Road

 

 

Κα­τε­ρί­να Ἠ­λι­ο­πού­λου

 

Jackson Road

 

ΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ἕ­ξι ὧρες με­τά, σκέ­φτο­μαι: Δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι αὐ­τό.  Ἀ­δύ­να­τον. Σκέ­φτο­μαι πὼς πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος φάρ­σας, δο­κι­μα­σί­ας, ἔ­στω τι­μω­ρί­ας. Ὅ­τι θὰ μοῦ δo­θεῖ μιὰ ἀ­κό­μα εὐ­και­ρί­α. Τὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει τὴν ὁ­ρι­στι­κό­τη­τα τῆς κα­τά­στα­σης. Κι ἔ­τσι πε­ρι­μέ­νω. Γρά­φω στὸ σκο­τά­δι. Κά­θε μι­κρο­συμ­βὰν αὐ­τῆς τῆς ἡ­μέ­ρας καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ ὑ­φὴ τῶν πραγ­μά­των, μοῦ ἔ­χει ἐν­τυ­πω­θεῖ μὲ κρυ­στάλ­λι­νη κα­θα­ρό­τη­τα. Ἡ ἐ­πι­βλη­τι­κὴ Βι­κτω­ρια­νὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α στὸ τέρ­μα τῆς ὁ­δοῦ Τζάκ­σον, οἱ πό­ροι στὰ μαυ­ρο­κόκ­κι­να τοῦ­βλα, ἡ πα­ρά­ξε­νη ἐ­πι­γρα­φὴ «Green House». Ἡ ψη­λα­φη­τὴ ἀ­νά­βα­ση στὸ ἡ­μί­φως, μέ­χρι τὸν τρί­το ὄ­ρο­φο εἰ­σπνέ­ον­τας τὴ μυ­ρω­διὰ ἑ­νὸς ἀ­κό­μα κτη­ρί­ου. Μοῦ ἄ­νοι­ξε ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα. Γύ­ρω στὰ σα­ραν­τα­πέν­τε. Τώ­ρα μὲ κα­τοι­κεῖ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά, μὲ στοι­χει­ώ­νει σὰν ἐ­ρα­στής. Δὲν μπο­ρῶ νὰ στα­μα­τή­σω τὴ σκέ­ψη μου νὰ σκα­λώ­νει στὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Τὸ λε­πτε­πί­λε­πτο δέρ­μα της στὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ χέ­ρια, δι­ά­φα­νο σὰν μιᾶς νε­ρά­ι­δας, ἀλ­λὰ χα­λα­ρὸ καὶ ρυ­τι­δω­μέ­νο, τὰ λυ­τὰ ἀ­ση­μό­χρυ­σα μαλ­λιά. Τὰ γα­λά­ζια της μά­τια ποὺ θύ­μι­ζαν τὰ μά­τια τῶν σκύ­λων χά­σκυ. Γιὰ κά­ποι­ο λό­γο μοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ πὼς ἦ­ταν τυ­φλή, ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως δι­α­πί­στω­σα πὼς ἔ­κα­να λά­θος. Μὲ ἔ­βα­λε μέ­σα, μὲ ὁ­δή­γη­σε στὸ δω­μά­τιο πρὸς ἐ­νοι­κί­α­ση καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τσά­ι. Δὲν μοῦ δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ δῶ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σπί­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν στε­νὸ δι­ά­δρο­μο. Κα­θί­σα­με σὲ δυ­ὸ με­γά­λες πο­λυ­θρό­νες δί­πλα στὸ ἐ­πί­σης τε­ρά­στιο δι­πλὸ κρε­βά­τι. Ἡ δι­κή μου πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ ἀ­συ­νή­θι­στο εἶ­δος μπερ­ζέ­ρας. Ἡ ψη­λὴ πλά­τη της σχη­μά­τι­ζε μιὰ βα­θιὰ κοι­λό­τη­τα μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α κρυ­βό­μουν, σχε­δὸν σὰν μέ­σα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἑ­νὸς γι­γάν­τιου κο­χυ­λιοῦ. Κα­θό­μουν προ­σε­κτι­κὰ πρὸς τὰ ἔ­ξω γιὰ νὰ μὴν ἀ­πορ­ρο­φη­θῶ ἐν­τε­λῶς μέ­σα στὴν πο­λυ­θρό­να. Ἡ γυ­ναί­κα μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ ἕ­να κα­θα­ρὸ ὑ­πνω­τι­σμέ­νο βλέμ­μα, χω­ρὶς νὰ ντρέ­πε­ται κα­θό­λου. Δί­πλα στὸ κρε­βά­τι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να φαρ­δὺ πα­ρά­θυ­ρο καὶ στὸ βά­θος πρὸς τὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ μιὰ πα­ρά­ξε­νη βι­βλι­ο­θή­κη ποὺ κύρ­τω­νε πρὸς τὰ πά­νω σὰν ἁ­ψί­δα. Εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ἄ­νε­το δὲν νο­μί­ζεις, εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα μὲ μιὰ ἐ­λα­φριὰ προ­φο­ρά. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὑ­πῆρ­χε μέ­σα στὸ δω­μά­τιο κά­τι ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στα ἀ­φό­ρη­το, μιὰ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἦ­ταν ἤ­δη ἐ­ξαν­τλη­τι­κὰ κα­τοι­κη­μέ­νο. Στὴ συ­νέ­χεια καὶ χω­ρὶς καμ­μί­α δυ­να­τό­τη­τα δι­α­κο­πῆς, ἡ γυ­ναί­κα ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ ἕ­ναν μο­νό­το­νο μο­νό­λο­γο. Ὁ μο­νό­λο­γος συ­νί­στα­το κυ­ρί­ως σὲ ἕ­ναν κα­τά­λο­γο τῶν προ­η­γού­με­νων ἐ­νοι­κια­στῶν καὶ ὁ κα­θέ­νας τους συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ λα­κω­νι­κοὺς χρα­κτη­ρι­σμούς. Ὅ­λοι τὴν εἶ­χαν μὲ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο ἀ­πο­γο­η­τεύ­σει, προ­δώ­σει ἀ­κό­μα καὶ βα­σα­νί­σει. Ἡ βρώ­μι­κη Ἰ­σπα­νί­δα, ἡ Σκω­τσέ­ζα ποὺ ἔ­κλε­βε ἀ­πὸ τὰ ντου­λά­πια, τὰ δυ­ὸ κο­ρί­τσια ἀ­πὸ τὴν Πορ­το­γα­λί­α ποὺ μι­λοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα στὴ γλώσ­σα τους καὶ τὴν κου­τσομ­πό­λευ­αν, τὸ γκέ­ι ζευ­γά­ρι ποὺ περ­νοῦ­σε ὑ­περ­βο­λι­κὸ χρό­νο μέ­σα στὴν μπα­νι­έ­ρα καὶ συ­νου­σι­α­ζό­ταν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ἦ­ταν κου­ρα­σμέ­νη, ἀ­πηυ­δι­σμέ­νη, ἀ­η­δι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἐ­γὼ ὅ­μως φαι­νό­μουν κα­λὴ καὶ εὐ­γε­νι­κή, ἡ τέ­λεια ὑ­πο­ψή­φια. Ται­ρι­ά­ζα­με πο­λὺ τὸ ἔ­νοι­ω­σε ἀ­μέ­σως εἴ­χα­με καὶ κοι­νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα εἶ­πε. Εἶ­χε καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ design. Ἤ­θε­λα πιὰ νὰ φύ­γω ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, ἀλ­λὰ εἶ­χα κα­θη­λω­θεῖ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν λε­κτι­κὸ κα­ται­γι­σμό. Νὰ ὁ­ρί­στε μοῦ λέ­ει, χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἄγ­χος σχε­δὸν γα­λή­νια, νὰ σοῦ δεί­ξω τὰ σχέ­διά μου, εἶ­ναι σχέ­δια ἐ­πί­πλων. Ση­κώ­θη­κε, ἔ­φε­ρε γρή­γο­ρα ἕ­να με­γά­λο μπλὸκ καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὰ πό­δια μου. Στρι­μώ­χτη­κα καὶ πά­λι βα­θιὰ στὴν πο­λυ­θρό­να γιὰ νὰ χω­ρέ­σω. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ φεύ­γω, σκέ­φτη­κα. Ἄ­νοι­ξα τὸ μπλὸκ κα­θὼς ἡ γυ­ναί­κα στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου. Εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα ἡ πτώ­ση. Ἀ­λη­θι­νὰ μιὰ ἐμ­πει­ρί­α ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο καὶ τὸν χρό­νο. Δὲν ὑ­πάρ­χει μνή­μη γιὰ αὐ­τὸ τὸ κλά­σμα, ἀλ­λὰ μιὰ πα­ρά­ξε­νη σύ­σπα­ση στὸ σῶ­μα καὶ μιὰ ἄ­γνω­στη ἐ­λευ­θε­ρί­α, ἀ­βί­ω­τη. Μπο­ρῶ τώ­ρα νὰ φέ­ρω ξε­κά­θα­ρα στὸ μυα­λό μου τὰ ἔ­πι­πλα καὶ τὰ σχέ­διά τους, πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στα, ποὺ ὑ­πῆρ­χαν στὸ μπλόκ. Τὴ βι­βλι­ο­θή­κη-σαρ­κο­φά­γο, τὸ δι­πλὸ κρε­βά­τι-γκι­λο­τί­να καὶ τε­λευ­ταῖ­α τὴν πο­λυ­θρό­να ποὺ κα­θό­μουν, τὴν πο­λυ­θρό­να-κα­τα­πα­κτὴ ποὺ ὁ­δη­γεῖ ἀ­πό­το­μα σὲ ἕ­να βα­θὺ σκο­τει­νὸ λα­γού­μι. Εἶ­μαι κα­ποια­νοῦ τὸ παι­χνί­δι σκέ­φτο­μαι. Πρέ­πει νὰ παί­ξω. Ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χει ἐλ­πί­δα.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Κα­τε­ρί­να Ἠ­λι­ο­πού­λου (Ἀθήνα, 1967). Σπούδασε Χημεία στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης καὶ στὴ Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν στὸ Metropolitan University στὸ Λονδίνο. Πρῶτο της βιβλίο Ὁ κύριος Ταῦ (ποίηση, ἐκδ. Μελάνι, 2007) βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα τοῦ περιοδικοῦ Διαβάζω.

 

 

Διαφημίσεις

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου: Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά

 

 

Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου

 

Καὶ τοῦ πατάγαν τὸ κεφάλι σὰν ὀχιά*

 

Ν ΕΙΔΕ ΕΝΑΝ ΦΟΝΟ στὴ ζω­ή της, δὲν ἦ­ταν οὔ­τε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, οὔ­τε στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, οὔ­τε μὲ τὰ ἄλ­λα μά­τια μὲς στὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες, οὔ­τε στὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες ἀ­φη­γή­σεις τῆς για­γιᾶς της γιὰ φο­νι­κὰ ἀ­πὸ τούρ­κους κι ἕλ­λη­νες στρα­τι­ῶ­τες, ἀ­πὸ τσέ­τες καὶ Γι­αγ­κοῦ­λες καὶ Μπαμ­πά­νη­δες.

       Ἂν εἶ­δε ἕ­να φό­νο μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια, μι­κρὸ κο­ρί­τσι τό­τε, ἦ­ταν ὁ φό­νος ἑ­νὸς σκο­τω­μέ­νου ἤ­δη.

       Μό­λις εἶ­χαν φύ­γει οἱ Γερ­μα­νοὶ ἀ­π’ τὴ δι­κή της πό­λη, τὴν κα­τα­στραμ­μέ­νη, γε­μά­τη νε­κροὺς καὶ ἄ­στε­γους, βομ­βό­πλη­κτους καὶ βα­θιὰ πεν­θοῦν­τες, μιὰ πό­λη μὲ σκό­νη σύν­νε­φο καὶ καλ­ντε­ρί­μια σκο­τει­νά, μὲ βρό­μι­κο χῶ­μα ἀ­νά­κα­το μὲ αἵ­μα­τα καὶ φτυ­σι­ές, μὲ κο­πρι­ὲς βαρ­βά­των γερ­μα­νι­κῶν ἀ­λό­γων καὶ ξε­ρα­μέ­νες ἀ­φο­δεύ­σεις σκύ­λων.

       Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ σκο­τει­νιά­ζει, ὅ­ταν γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας κι ἀ­λα­λι­α­σμέ­νη στὸ σπί­τι της.

       Ἡ μά­να της προ­σπα­θοῦ­σε στὸ μι­σο­σκό­τα­δο ν’ ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει τὸ κα­ρί­κω­μα μιᾶς κάλ­τσας τοῦ πα­τέ­ρα της, ὅ­ταν τὴν πλη­σί­α­σε τὸ κο­ρί­τσι καὶ εἶ­πε: «Εἶ­δα νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.» Ἔ­τσι τῆς εἶ­πε μό­νο, κι ἐ­κεί­νη σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της ἀ­πὸ τὴν κάλ­τσα καὶ τὴν κοί­τα­ξε πά­νω ἀ­π’ τὰ μα­το­γυά­λια της μ’ ἕ­να χα­μό­γε­λο πε­ρι­παι­χτι­κὸ καὶ μα­ζὶ πε­ρί­ερ­γο.

       «Τί τσαμ­που­νᾶς ἐ­κεῖ πέ­ρα» τῆς εἶ­πε «τί φαν­τα­στι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ἑ­τοι­μά­ζε­σαι πά­λι νὰ μοῦ πα­σά­ρεις, πῶς γί­νε­ται, μα­θές, νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, μή­πως σά­λε­ψε τὸ μυα­λό σου;»

       Ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε ἕ­να κλά­μα σι­ω­πη­λό, πα­ρα­πο­νε­μέ­νο, ὄ­χι τώ­ρα τό­σο γιὰ ὅ,τι εἶ­χε δεῖ νὰ δι­α­πράτ­τε­ται μπρο­στὰ στὰ μά­τια της, τό­σο νω­πὸ ἀ­κό­μη, ὅ­σο γιὰ τὸ ὅ­τι ἡ μά­να της δὲν τὴν πί­στε­ψε καὶ τὴν κο­ρό­ι­δε­ψε κι ἀ­πο­πά­νω. Τὸ κορ­μά­κι της ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συ­νε­φέ­ρει, δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὸ τὸ τρε­μού­λια­σμα, πῶς νὰ καλ­μά­ρει τὸ ἀν­τά­ρια­σμα ποὺ μέ­σα της ἀ­να­κά­τευ­ε ὅ­λα τα σπλά­χνα της. Δά­κρυ­α καὶ μύ­ξες τρέ­χαν ἀ­νά­κα­τα ἀ­π’ ὅ­λο τὸ πρό­σω­πό της, κι εἶ­χε ἀ­φε­θεῖ σ’ ἕ­να κλά­μα ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το, ἐ­πει­δὴ ἡ μά­να της ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να καὶ τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­δε­κεῖ ποὺ στε­κό­ταν, μὲς στὸ σκο­τά­δι τῆς κά­μα­ρας, καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να ν’ ἀ­να­κα­τέ­ψει τὸ βρα­δι­νὸ φα­γη­τό τους – τρα­χα­νὰς μὲ τη­γα­νη­τὲς μι­κρὲς βου­κί­τσες ψω­μιοῦ.

       Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της συμ­μα­ζω­χτῆ­καν στὸ σπί­τι, στρώ­θη­καν ὅ­λοι στὸ τρα­πέ­ζι καὶ ρου­φοῦ­σαν ἡ­δο­νι­κὰ τὸν τρα­χα­νά, πλα­τα­γί­ζον­τας τὰ χεί­λια τους, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νης δὲν τῆς κα­τέ­βαι­νε τί­πο­τα ἀ­π’ τὴν κα­τα­πί­να της καὶ σούρ­ντι­ζε μέ­σα στὸ στό­μα της τὴ σού­πα μὲ τὸ ψω­μί.

       Ἡ μά­να της, ποὺ τὸ πρό­σε­ξε αὐ­τό, ὅ­λο τῆς ἔ­λε­γε «Τρῶ­γε, κα­η­μέ­νη μου, μὴν σὲ μπα­τσί­σω, βρῆ­κες φαΐ καὶ παί­ζεις, κα­τέ­βα­ζέ το λοι­πόν.­.­.­», κι ἐ­κεί­νης πε­τά­ρι­ζε ἀ­κό­μη τὸ στη­θά­κι της ἀ­πὸ τ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε ἄ­χνα, δὲν τολ­μοῦ­σε, φο­βό­ταν κι ἔ­τρε­με τὸν πα­τέ­ρα της, κι ἐ­κεῖ­νος κά­ποι­α στιγ­μὴ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ πιά­το του κι εἶ­πε, ἀ­δι­ά­φο­ρα σχε­δόν, «Τί ἔ­χει αὐ­τή;­», τοῦ­το μό­νο εἶ­πε, κι ἡ μά­να της ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Ξέ­ρεις δά, φαν­τα­σί­ες παι­δι­κὲς καὶ δὲν συμ­μα­ζεύ­ε­ται, ὅ­ταν ἔρ­χε­ται καὶ σοῦ λέ­ει ὅ­τι εἶ­δε νὰ σκο­τώ­νουν ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο.­.­.­», ὥ­σπου ση­κώ­θη­κε ἄ­ξαφ­να τὸ κο­ρί­τσι, τρά­βη­ξε πί­σω τὴν κα­ρέ­κλα του ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, στά­θη­κε ὄρ­θιο στὰ λι­γνά του πο­δα­ρά­κια, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι καὶ σὲ μιὰ στά­ση ὅ­πως λέ­νε τὰ παι­διὰ τὸ ποί­η­μα στὸ σχο­λεῖ­ο τὶς με­γά­λες ἐ­θνι­κὲς γι­ορ­τές, τοὺς κοί­τα­ξε ὅ­λους κα­λὰ-κα­λά —δὲν ἔ­κλαι­γε πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε—, κι ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι εἶ­χαν ἀ­φή­σει ὅ­λοι ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μὶ κι εἶ­χε πιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν προ­σο­χή τους, εἶ­πε:

       «Ἀρ­γὰ τ’ ἀ­πό­γευ­μα, ἐ­κεῖ ποὺ παί­ζα­με στὴν ἀ­λά­να καὶ κά­ποι­οι ἀ­πὸ τ’ ἀ­νοι­χτὰ πα­ρά­θυ­ρά τους μᾶς φώ­να­ζαν “Φτά­νει πιά, μᾶς ξε­κου­φά­να­τε μὲ τὶς τσι­ρί­δες σας, συ­ρεῖ­τε τώ­ρα στὰ σπί­τια σας, νύ­χτω­σε”, βλέ­πω πιὸ κεῖ, στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Κα­ϊ­στρί­ου πε­δί­ου, νὰ μα­ζεύ­ε­ται κό­σμος πο­λύς. Ἔ­τρε­ξα κι ἐ­γὼ κα­τα­πά­νω —μ’ ἀ­κο­λού­θη­σαν καὶ κά­ποι­α κο­ρί­τσια—, καὶ τί νὰ δῶ; Μι­κροὶ με­γά­λοι ἦ­ταν σκυμ­μέ­νοι πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο, ριχ­μέ­νο κα­τά­χα­μα, ἀ­νά­σκε­λα. Τὸν κοι­τοῦ­σαν ὅ­λοι, κά­ποι­οι λέ­γα­νε ὅ­τι τὸν ἤ­ξε­ραν κι ὅ­τι τά­χα ἦ­ταν γιὸς τῆς κυ­ρὰ-Ἀ­σπα­σί­ας καὶ τοῦ κὺρ Γιά­ννη τοῦ Ἑ­φτα­λι­ώ­τη, τοῦ τσαγ­κά­ρη, ἄλ­λοι ὅ­τι δὲν τὸν γνώ­ρι­ζαν κα­θό­λου, δὲν ἦ­ταν τῆς δι­κῆς τους γει­το­νιᾶς – κι ἔ­λε­γες, κα­θὼς περ­νοῦ­σε ἡ ὥ­ρα, σὰν κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­νε ὁ πε­θα­μέ­νος ἢ κά­ποι­ον νὰ πε­ρί­με­ναν ὅ­λοι, για­τὶ ἔ­στρε­φαν συ­χνὰ τὸ κε­φά­λι καὶ κοι­τά­ζα­νε πέ­ρα στὸν κα­τή­φο­ρο, ὥ­σπου ἦρ­θε κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας ἄν­τρας ὣς ἐ­κεῖ ἀ­πά­νω, μὲ γέ­νια μα­κριά, μὲ μου­στά­κια καὶ μα­κριὰ λε­ρὰ μαλ­λιά, καὶ κά­τι μαῦ­ρα μά­τια πο­λὺ θυ­μω­μέ­να, ποὺ ἄ­στρα­φταν σὰν γυα­λί, κι ἄρ­χι­σε μὲ τὶς χον­τρὲς ἀρ­βύ­λες του, γε­μά­τες μαῦ­ρες πρό­κες ἀ­πο­κά­τω —ἐ­γὼ τὶς πρό­σε­ξα ἐ­πει­δὴ κα­θό­μουν καὶ κοι­τοῦ­σα ἀ­να­κούρ­κου­δα—, ἄρ­χι­σε λοι­πὸν νὰ πα­τά­ει δυ­να­τά το κε­φά­λι τοῦ σκο­τω­μέ­νου, καὶ σὲ κά­θε πά­τη­μα δυ­να­τὸ ν’ ἀ­κού­γε­ται ἕ­να κα­τά­ξε­ρο κράκ, ὅ­πως κά­νει τὸ καρ­πού­ζι ὅ­ταν τὸ σκί­ζουν μὲ τὰ χέ­ρια με­τὰ τὸ μα­χαί­ρω­μα. Πα­τοῦ­σε λοι­πὸν μὲ λύσ­σα τὸ κε­φά­λι τοῦ νε­κροῦ ἐ­κεῖ κα­τά­χα­μα, τό ‘­κα­νε λι­ῶ­μα, συ­νέ­χεια ἔ­βρι­ζε μὲ βρον­τε­ρή, ἄ­γρια φω­νή, μὲ ἀ­φρι­σμέ­νο στό­μα, μὲ ἄ­σπρο σά­λιο ποὺ πε­τα­γό­ταν ἕ­να μέ­τρο καὶ πα­ρα­πά­νω μα­κριά» —κι ἐ­δῶ χα­μή­λω­σε τὴ φω­νή της μὲ ντρο­πή, μό­λις ποὺ τὴν ἄ­κου­σαν οἱ δι­κοί της— «”Νά, νά, πού­στη, νά, φο­νιὰ τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου” ξε­φώ­νι­ζε, κι οἱ ἀρ­βύ­λες του εἴ­χα­νε γε­μί­σει ὣς ἀ­πά­νω μὲ τὰ μυα­λά, τὰ μαλ­λιὰ καὶ τὰ μά­τια τοῦ σκο­τω­μέ­νου, δὲν εἶ­χε μεί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του στὸ κορ­μί του, νά, μὰ τὸ Θε­ό, κι ὅ­λοι ἐ­μεῖς, μι­κροὶ με­γά­λοι, κοι­τού­σα­με καρ­φω­μέ­νοι ἐ­κει­δά, βου­βα­μέ­νοι, τὸ σῶ­μα του ποὺ δὲν εἶ­χε πιὰ κε­φά­λι, κοι­τού­σα­με ἕ­ναν σκο­τω­μέ­νο πε­θα­μέ­νο γιὰ τὰ κα­λά.

       »Αὐ­τὸ εἶ­δα τὸ σού­ρου­πο στὸ ὕ­ψω­μα τοῦ Καϊστρί­ου πε­δί­ου, κον­τὰ στὴν ἀ­λά­να ποὺ παί­ζα­με, κι ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν τ’ ἄν­τε­ρά μου, γι’ αὐ­τὸ τώ­ρα δὲν μπο­ρῶ νὰ φά­ω, πῶς νὰ φά­ω.­.­.­».

       Ἔ­τσι εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι μὲ μιὰν ἀ­νά­σα κι ἔ­κλει­σε τὸ στο­μα­τά­κι του με­μιᾶς. Πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε πά­νω σ’ ἕ­να μι­κρὸ μπα­οῦ­λο μὲ τὸ κε­φά­λι πε­σμέ­νο κά­τω κι εἶ­χε ἕ­να πρό­σω­πο κα­τα­κόκ­κι­νο σὰν πρη­σμέ­νο, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κλαι­γε τώ­ρα πιά, δὲν ἀ­να­φι­λη­τοῦ­σε.

       Οἱ γο­νεῖς καὶ τ’ ἀ­δέλ­φια της δὲν ἄ­νοι­ξαν τὸ στό­μα τους κα­θό­λου, δὲν ἔ­κρι­ναν, δὲν ξα­να­πῆ­ραν στὰ χέ­ρια τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ ψω­μί, μο­νά­χα ποὺ ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­βγα­λε κα­πνὸ καὶ τσι­γα­ρό­χαρ­το κι ἔ­στρι­ψε τσι­γά­ρο, κι ἡ μά­να της πῆ­γε κι ἔ­κα­τσε κά­τω ἀ­π’ τὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὸ κα­ρί­κω­μα ὣς τὰ μεσάνυχτα.

 

* Ἀπὸ ἕνα τραγούδι τοῦ Σ. Ξαρχάκου, σὲ στίχους Νίκου Γκάτσου.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ μι­κρὲς χα­ρές (ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2004).

 

Μα­ρί­α Κέν­τρου-Ἀ­γα­θο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1930). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, δο­κί­μιο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1961 μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ψυ­χὴ καὶ Τέ­χνη. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των της: Ἐ­πι­λο­γὲς καὶ σύ­νο­λα. Ποι­ή­μα­τα (1965-1995) (Νη­σί­δες, Σκό­πε­λος, 2001). Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ Εὐ­ρυ­δί­κη μὲ τὸ τσι­γά­ρο στὸ μπαλ­κό­νι (Δι­η­γή­μα­τα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

 

Βιντεοσκόπηση: Σάββατο βράδυ 7 Μαΐου 2011 στὸ σπίτι τῆς συγγραφέως στὴ Θεσσαλονίκη. Λήψη-φωτογραφίες: Ἡρὼ Νικοπούλου. 

 

Γιάννης Πατίλης, Μαρία Κέντρου-Ἀγαθοπούλου. Ἰωάννου Δέλλιου 7, Θεσσαλονίκη. Σάββατο, 7 Μαΐου 2011.

 

Ἴαν Φρέιζιερ (Ian Frazier): Τὸ πουλὶ τοῦ αὔριο

 

 

Ἴαν Φρέιζιερ (IanFrazier)

 

Τὸ πουλὶ τοῦ αὔριο

(T­o­m­o­r­r­o­w­’s b­i­rd)

 

ΟΥΛΕΥΩ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΡΑΚΙΑ ἀ­πὸ τὸ Μά­ι­ο, καί, μέ­χρι στιγ­μῆς, εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη δου­λειὰ ποὺ εἶ­χα πο­τέ. Τὸ ὅ­τι τὴ βρῆ­κα ὀ­φεί­λε­ται σ’ ἕ­να συν­δυα­σμὸ ἑ­τοι­μό­τη­τας καὶ τύ­χης. Ἔ­ψα­χνα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ γιὰ ἕ­να δι­ά­στη­μα, γυ­ρεύ­ον­τας κά­ποι­α ἀλ­λα­γὴ πλεύ­σης στὴν κα­ρι­έ­ρα μου, κι ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­κα­να τὸν πε­ρί­πα­τό μου, εἶ­δα κά­τι κό­ρα­κες νὰ μὲ προ­σπερ­νοῦν πε­τών­τας. Ὁ ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς προ­σγει­ώ­θη­κε σ’ ἕ­να τη­λε­φω­νι­κὸ σύρ­μα, ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Τὸν κοί­τα­ξα γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κι ἔ­πει­τα, πα­ρορ­μη­τι­κὰ τε­λεί­ως, ἔ­κα­να ἕ­να συ­ρι­στι­κὸ θό­ρυ­βο μὲ τὰ δόν­τια καὶ τὰ χεί­λια. Αὐ­του­νοῦ φά­νη­κε νὰ τοῦ ἀ­ρέ­σει: εἶ­δα τὴν οὐ­ρά του νὰ ἀ­να­ση­κώ­νε­ται γορ­γὰ καὶ νὰ φου­σκώ­νει στὸ ἄ­κου­σμα τοῦ ἤ­χου. Παίρ­νον­τας θάρ­ρος ἐ­γώ, ἐ­πα­νέ­λα­βα τὸ σφύ­ριγ­μα καὶ πά­λι ὕ­ψω­σε αὐ­τὸς τὴν οὐ­ρά. Μὲ κοί­τα­ξε ἐ­ξε­τα­στι­κὰ μὲ τὸ ἕ­να μά­τι κι ὕ­στε­ρα ἔ­στρε­ψε τὸ ράμ­φος καὶ μὲ κοί­τα­ξε μὲ τὸ ἄλ­λο, με­τα­το­πί­ζον­τας τὰ πό­δια του πά­νω στὸ σύρ­μα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να-δυὸ λε­πτά, ἔ­κρω­ξε καὶ πέ­τα­ξε νὰ προ­λά­βει τοὺς συν­τρό­φους του. Εἶ­χα ἕ­να κα­λὸ προ­αί­σθη­μα ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ἐκ­φρά­σω μὲ λέ­ξεις. Βα­σι­κά, σκε­φτό­μουν ὅ­τι ἡ συ­νάν­τη­ση εἶ­χε πά­ει μιὰ χα­ρά, καὶ ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε, εἶ­χα δί­κιο. Μό­λις γύ­ρι­σα σπί­τι, μὲ πε­ρί­με­νε ἕ­να μή­νυ­μα ἀ­πὸ τὰ κο­ρά­κια ὅ­τι εἶ­χα πά­ρει τὴ θέ­ση.

       Ἐ­κεί­νη ἡ πρώ­τη συ­νέν­τευ­ξη ἦ­ταν ἐν­δει­κτι­κὴ τοῦ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοῦ στὺλ τῶν κο­ρα­κι­ῶν. Εἶ­ναι πο­λὺ χα­λα­ρὰ καὶ φι­λι­κά, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴ δη­μό­σια εἰ­κό­να τους, καί, σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μές, μὲ ἀ­φή­νουν στὴν ἡ­συ­χί­α μου. Μοῦ δί­νουν μιὰ γε­νι­κὴ κα­τεύ­θυν­ση τοῦ πῶς θέ­λουν νὰ γί­νον­ται τὰ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες καὶ τὴ μέ­θο­δο τὰ ἀ­φή­νουν πά­νω μου. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, τὰ κο­ρά­κια ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ πο­λὺ και­ρὸ δυ­σα­ρε­στη­μέ­να μὲ τὶς ἀρ­νη­τι­κὲς φῆ­μες ποὺ κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν γύ­ρω ἀ­π’ τὸ ὄ­νο­μά τους: ὅ­τι, ἂς ποῦ­με, κά­νουν ἐ­πι­δρο­μὲς στὶς φω­λι­ὲς ἄλ­λων που­λι­ῶν, ὅ­τι δι­ώ­χνουν τὰ ὠ­δι­κὰ πτη­νά, ὅ­τι τρῶ­νε σκου­πί­δια καὶ ψο­φί­μια, ὅ­τι εἶ­ναι φάλ­τσα καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς – τί­πο­τε ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων δὲν ἀ­λη­θεύ­ει, ὅ­πως δι­α­πι­στώ­νει κα­νεὶς μό­λις τὰ γνω­ρί­σει κα­λύ­τε­ρα. Τὸ πρῶ­το μου κα­θῆ­κον ἦ­ταν νὰ πά­ρω τὴν πα­ρε­ξη­γη­μέ­νη τους εἰ­κό­να καὶ νὰ τῆς δώ­σω θε­τι­κὴ χροι­ά. Ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι τὰ κο­ρά­κια εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­να σλόγ­καν ποὺ θὰ τό­νι­ζε τὰ δυ­να­τά τους ση­μεῖ­α ὡς εἴ­δους. Τὸ σλόγ­καν ποὺ ἐ­πι­νό­η­σα ἦ­ταν τό: «Κο­ρά­κια: Θέ­λου­με νὰ Γί­νου­με τὸ Ἀ­πο­κλει­στι­κό σας Που­λί». Τὸ εἶ­πα αὐ­τὸ στοὺς κό­ρα­κες, αὐ­τοὶ ξε­τρε­λά­θη­καν κι ἔ­κτο­τε τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με.

      Οἱ κό­ρα­κες μι­λοῦν μιὰ ἀγ­γλι­κὴ δι­ά­λε­κτο ποὺ μοιά­ζει πο­λὺ μὲ ἐ­κεί­νη τῶν ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νων ὀ­ρε­σί­βι­ων τῶν Ἀ­πα­λα­χί­ων. Ἂν δὲν τὴν ἔ­χει συ­νη­θί­σει τὸ αὐ­τί σας, θὰ δυ­σκο­λευ­τεῖ­τε νὰ τὴν κα­τα­λά­βε­τε. Ἡ ἐ­πί­ση­μη ἐκ­φο­ρὰ τοῦ λό­γου τους εἶ­ναι ἐ­ξί­σου προ­σε­κτι­κὴ καὶ εὐ­κρι­νὴς ὅ­σο κι αὐ­τὴ ἑ­νὸς ρα­δι­ο­φω­νι­κοῦ πα­ρου­σια­στῆ ἀ­πὸ τὶς Με­σο­δυ­τι­κὲς Πο­λι­τεῖ­ες – πα­ρό­λο πού, ὅ­πως σᾶς εἶ­πα, μ’ ἐ­μέ­να δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου τυ­πι­κοί. (Στὸ κα­θη­με­ρι­νὸ πά­ρε-δῶ­σε, φυ­σι­κά, ἁ­πλῶς κρώ­ζουν.) Νο­μι­σμα­τι­κή τους μο­νά­δα εἶ­ναι τὸ ἄ­δει­ο μπου­κά­λι σό­δας, μὲ τι­μὴ συ­ναλ­λάγ­μα­τος εἴ­κο­σι ἀ­νὰ δο­λά­ριο. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἀ­νό­δου, οἱ κό­ρα­κες ἔ­χουν σι­ω­πη­ρὰ συγ­κεν­τρώ­σει με­γά­λη δύ­να­μη. Ἐ­φό­σον ὁ­τι­δή­πο­τε πα­ρα­σύ­ρε­ται ἀ­πὸ αὐ­το­κί­νη­τα στὶς ἐ­θνι­κὲς ὁ­δοὺς ἐμ­πί­πτει στὴ δι­και­ο­δο­σί­α τους, ἀ­πέ­κτη­σαν ἱ­κα­νὸ κε­φά­λαι­ο ὥ­στε νὰ ἐ­πεν­δύ­σουν σὲ δι­ά­φο­ρες πο­λυ­ε­θνι­κὲς ἐ­ται­ρί­ες. Ἡ Pe­psi-Co­la εἶ­ναι πλέ­ον δι­κή τους, τὸ ἴ­διο καὶ ὁ Ἐκ­δο­τι­κὸς Ὅ­μι­λος Kni­ght Rid­der, ἀλ­λὰ καὶ ἡ βι­ο­μη­χα­νί­α κα­τε­ψυγ­μέ­νων τρο­φί­μων Tomb­sto­ne Fro­zen Piz­zas. Ἡ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὴ Ὄ­πε­ρα τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης ἀ­νή­κει ἐ­πί­σης ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου στὰ κο­ρά­κια.

       Ὅ­πως οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι γνω­ρί­ζε­τε, οἱ κό­ρα­κες συγ­χω­νεύ­τη­καν πρό­σφα­τα μὲ τὶς κου­ροῦ­νες οὕ­τως ὥ­στε νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὴν ἀν­τα­γω­νι­στι­κό­τη­τά τους. Αὐ­τὸ ἔ­γι­νε ὄ­χι μό­νο γιὰ λό­γους ἀ­νά­πτυ­ξης, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦν­ται κα­λύ­τε­ρα τὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια τῶν πο­λι­τῶν ποὺ ζοῦν καὶ ἐρ­γά­ζον­ται κον­τὰ σὲ κο­ρά­κια. Στὸ μέλ­λον, καὶ τὰ κο­ρά­κια καὶ οἱ κου­ροῦ­νες θὰ ὀ­νο­μά­ζον­ται Κο­ρά­κια, ὁ­πό­τε ἂν δεῖ­τε ἕ­να που­λὶ κι ἀ­να­ρω­τη­θεῖ­τε τί ἀ­πὸ τὰ δυ­ὸ εἶ­ναι, δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ σπα­τα­λᾶ­τε τὸ χρό­νο σας: ἐ­πι­σή­μως καὶ νο­μί­μως, πρό­κει­ται γιὰ κο­ρά­κι. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, φυ­σι­κά, εἶ­ναι ὅ­τι τώ­ρα ὑ­πάρ­χουν πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα κο­ρά­κια – κι αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἤ­θε­λαν ἐ­ξαρ­χῆς οἱ κό­ρα­κες. Ἔ­ρευ­νες ποὺ ἔ­χουν οἱ ἴ­διοι χρη­μα­το­δο­τή­σει, ἔ­δει­ξαν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ὑ­πάρ­χουν ἀ­πὸ δέ­κα ἕ­ως χί­λι­ες φο­ρὲς πε­ρισ­σό­τε­ρα κο­ρά­κια ἀ­π’ ὅ­σα ὑ­πάρ­χουν τώ­ρα, χω­ρὶς νὰ ἐ­πι­βα­ρυν­θεῖ ὁ πλη­θυ­σμός τους. Μιὰ ὑ­γι­ὴς αὔ­ξη­ση τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ τῶν κο­ρα­κι­ῶν θὰ ἔ­κα­νε προ­σι­τὲς σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο βα­σι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες, ὅ­πως τὸ δυ­να­τὸ κρώ­ξι­μο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ράς μας στὶς ἕ­ξι ἡ ὥ­ρα τὸ πρω­ί. Σὲ αὐ­τὸ τὸν το­μέ­α, ὅ­πως καὶ σὲ πολ­λοὺς ἀ­κό­μα, τὰ κο­ρά­κια θέ­τουν ἰ­δι­αί­τε­ρα μα­κρο­πρό­θε­σμους στό­χους.

       Ἂν δο­θεῖ καὶ σὲ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους στὸ μέλ­λον ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γνω­ρί­σουν τὰ κο­ρά­κια ὅ­πως ἐ­γώ, ἂς ἀρ­χί­σουν ἀ­πὸ τώ­ρα νὰ χαί­ρον­ται. Για­τί, πρέ­πει νὰ σᾶς πῶ ὅ­τι οἱ κό­ρα­κες μοῦ ἔ­χουν φερ­θεῖ ἐ­ξαι­ρε­τι­κά. Τοὺς συμ­πα­θῶ ὄ­χι μό­νο ὡς πο­λύ­τι­μους ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοὺς συ­νερ­γά­τες ἀλ­λὰ καὶ ὡς φί­λους. Τὴν ἐ­πι­θε­τι­κή τους πλευ­ρά, ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔν­το­νη ὅ­ταν δι­α­πλη­κτί­ζον­ται μὲ ἐ­ρυ­θρό­πτε­ρους καρ­δι­νά­λιους, μ’ ἐ­μέ­να πο­τὲ δὲν τὴν ἔ­χουν ἐκ­δη­λώ­σει. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ἐλ­πί­ζω σὲ πιὸ γο­η­τευ­τι­κοὺς ἑ­ταί­ρους. Τὶς προ­άλ­λες γευ­μά­τι­ζα στὸ πάρ­κο μ’ ἕ­ναν ἐ­ξέ­χον­τα κό­ρα­κα – ἐ­γὼ σι­γό­πι­να πό­σι­μο νε­ρὸ ἀ­πὸ ἕ­να σιν­τρι­βά­νι κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­τρω­γε τὰ φι­στί­κια ποὺ εἶ­χε κλέ­ψει ἀ­πὸ ἕ­να σκί­ου­ρο. Στὰ ἐν­δι­ά­με­σα τῶν κο­φτῶν χτυ­πη­μά­των τοῦ ράμ­φους του πά­νω στὸ τσό­φλι γιὰ νὰ τὸ σπά­σει, μὲ προ­σέγ­γι­ζε μὲ ἀ­φε­λεῖς, φαι­νο­με­νι­κά, ἐ­ρω­τή­σεις. Πό­τε-πό­τε ὁ ἀ­έ­ρας ἔ­σπρω­χνε τὸ τσό­φλι πρὸς τὴ μί­α με­ριά, ὁ­πό­τε ἐ­κεῖ­νος τὸ ἀ­κι­νη­το­ποι­οῦ­σε μὲ τὸ πό­δι του, δί­χως νὰ δι­α­κό­πτει τὸ ράμ­φι­σμα. Καὶ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν προ­σε­κτι­κή του ἀ­νά­κρι­ση, κά­νον­τάς με νὰ νι­ώ­θω ὅ­τι, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή μας συ­νερ­γα­σί­α, ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν πραγ­μα­τι­κὰ νὰ ἀ­κού­σει ὅ,τι εἶ­χα νὰ πῶ.

       «ΚΟ­ΡΑ­ΚΙΑ: ΘΕ­ΛΟΥ­ΜΕ ΝΑ ΓΙ­ΝΟΥ­ΜΕ ΤΟ Α­ΠΟ­ΚΛΕΙ­ΣΤΙ­ΚΟ ΣΑΣ ΠΟΥ­ΛΙ». Νο­μί­ζω ὅ­τι ἀ­ξί­ζει νὰ ἐ­πα­να­λά­βω τὸ σλόγ­καν, ἐ­πει­δὴ με­τα­φέ­ρει πολ­λὰ νο­ή­μα­τα. Τὰ κο­ρά­κια, βε­βαί­ως, δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦν (ἢ προσ­δο­κοῦν) κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ νὰ εἶ­ναι τὸ μό­νο εἶ­δος που­λιοῦ ποὺ θὰ ἀ­πο­μεί­νει πά­νω στὸν πλα­νή­τη. Θαυ­μά­ζουν καὶ συμ­πα­θοῦν κά­ποι­α ἄλ­λα εἴ­δη που­λι­ῶν καὶ μά­λι­στα ἐλ­πί­ζουν ὅ­τι θὰ δι­α­τη­ρη­θοῦν με­ρι­κὰ σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μό, στὴν ὕ­παι­θρο, κα­θὼς καὶ σὲ ζω­ο­λο­γι­κοὺς κή­πους καὶ μου­σεῖ­α. Στὴν κα­θη­με­ρι­νή, ὅ­μως, δι­α­βί­ω­ση, τὰ κο­ρά­κια θέ­λουν νὰ πη­γαί­νει ὁ νοῦς σας εὐ­θὺς σ’ ἐ­κεῖ­να, ὅ­ταν ἐ­πι­ζη­τεῖ­τε πράγ­μα­τα ποὺ βελ­τι­ώ­νουν τὴν ποι­ό­τη­τα τῆς ζω­ῆς καὶ ποὺ σχε­τί­ζον­ται συ­νή­θως μὲ τὰ πε­τού­με­να. Τὸ κε­λά­η­δη­μα, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ρη: σᾶς πλη­ρο­φο­ρῶ ὅ­τι τὰ κο­ρά­κια κε­λα­η­δοῦν καὶ μά­λι­στα πο­λὺ ὄ­μορ­φα – ἁ­πλῶς, μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν τοὺς ἔ­χει δο­θεῖ ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ τὸ ἀ­πο­δεί­ξουν. Στὸ μέλ­λον, ποὺ θὰ ὑ­πάρ­χουν πο­λὺ λι­γό­τε­ρα που­λιά, πι­στεύ­ουν ὅ­τι θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρουν.

       Εἴ­τε πα­ρε­νο­χλοῦν κα­λο­προ­αί­ρε­τα κα­μιὰ κου­κου­βά­για ποὺ ξέ­μει­νε ἔ­ξω με­τὰ τὸ ξη­μέ­ρω­μα, εἴ­τε κου­βα­λᾶ­νε κλα­ρά­κια καὶ χρη­σι­μο­ποι­η­μέ­νες γά­ζες στὰ ράμ­φη τους γιὰ νὰ κα­τα­σκευά­ζουν τὶς πο­λύ­χρω­μες, αὐ­το­σχέ­δι­ες φω­λι­ές τους, ἢ ἁ­πλῶς μὲ τὸ νὰ προ­σγει­ώ­νον­ται στὸ πε­ζο­δρό­μιο μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δι­πλό τους χο­ρο­πή­δη­μα, τὰ κο­ρά­κια ἔ­χουν γί­νει κομ­μά­τι ἀ­να­πό­σπα­στο τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τάς μας. Ὅ­ταν δί­να­τε τὸ πρῶ­το σας ἐ­ρω­τι­κὸ φι­λί, τὰ κο­ρά­κια ἦ­ταν ἐ­κεῖ, κά­που γύ­ρω πε­τοῦ­σαν. Ἔ­κρω­ζαν πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σας τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σής σας, τρα­βο­λο­γοῦ­σαν τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα ἑ­νὸς χάμ­πουρ­γκερ ποὺ προ­ε­ξεῖ­χε ἀ­πὸ τὸ κα­πά­κι κά­ποιου σκου­πι­δο­τε­νε­κὲ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ κτί­ριο, ὅ­που εἴ­χα­τε πά­ει γιὰ τὴν πρώ­τη σας ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ συ­νέν­τευ­ξη, καὶ προ­σπερ­νοῦ­σαν φτε­ρου­γί­ζον­τας μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου, ὅ­που ἐ­σεῖς κρα­τού­σα­τε ἀγ­κα­λιὰ τὸ πρω­τό­το­κο μω­ρό σας. Τὰ κο­ρά­κια ἀ­νέ­κα­θεν ἦ­ταν κον­τά μας, καὶ ὑ­πό­σχον­ται ὅ­τι, μὲ προ­βλε­πό­με­νο ρυθ­μὸ αὔ­ξη­σης τοῦ εἴ­δους τους κα­τὰ 17% ἐ­τη­σί­ως, ἡ πα­ρου­σί­α τους θὰ γί­νε­ται ἀ­κό­μα πιὸ αἰ­σθη­τὴ στὸ μέλ­λον.

       Τὰ κο­ρά­κια δὲν εἶ­ναι ἀ­πει­λού­με­νο εἶ­δος ὅ­πως οἱ τί­γρεις τῆς Σι­βη­ρί­ας κι οὔ­τε πα­ρι­στά­νουν κά­τι τέ­τοι­ο. Δὲν φι­λο­δο­ξοῦν νὰ με­τα­τρα­ποῦν σὲ νο­σταλ­γι­κὸ κομ­μά­τι ἑ­νὸς πα­ρελ­θόν­τος ποὺ ἀ­πὸ ὥ­ρα σὲ ὥ­ρα θὰ ἐ­κλεί­ψει. Ἐ­ξάλ­λου, πό­σοι ἀ­πό μᾶς ἔ­χουν νὰ κά­νουν σὲ κα­θη­με­ρι­νὴ βά­ση μὲ τί­γρεις τῆς Σι­βη­ρί­ας; Συ­νή­θως, τὰ μὴ τε­χνο­λο­γι­κὰ προ­ϊ­όν­τα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­πι­α­νό­μα­στε, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους, εἶ­ναι οἱ σκί­ου­ροι, τὰ πε­ρι­στέ­ρια, τὰ ρα­κούν, οἱ ἀ­ρου­ραῖ­οι, τὰ πον­τί­κια καὶ με­ρι­κὰ εἴ­δη ἐν­τό­μων. Τὰ κο­ρά­κια ἔ­χουν ἀρ­κε­τὴ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν ἑ­αυ­τό τους ὥ­στε νὰ ἰ­σχυ­ρί­ζον­ται ὅ­τι θὰ εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀν­τα­γω­νι­στοῦν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὰ ἀ­κό­μη κι αὐ­τοὺς τοὺς γνώ­ρι­μους καὶ δο­κι­μα­σμέ­νους προ­μη­θευ­τές μας. Πράγ­μα­τι, ἔ­χουν ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ ἀν­τι­κα­θι­στοῦν τὰ πε­ρι­στέ­ρια στὴν κα­τη­γο­ρί­α τῆς βά­δι­σης γύ­ρω ἀ­πὸ παγ­κά­κια τῶν πάρ­κων μὲ τσί­χλες κολ­λη­μέ­νες κά­τω στὰ πό­δια. Ἀ­νά­με­σα στὰ σχέ­δια ἐ­πέ­κτα­σής τους εἶ­ναι τὸ νευ­ρι­κὸ ψα­χού­λε­μα σὲ σο­φί­τες, ἡ λα­θραί­α εἴ­σο­δος μέ­σα ἀ­πὸ πορ­τά­κια σκύ­λων, καὶ ἡ δι­ά­νοι­ξη μι­κρῶν τρυ­πῶν σὲ δι­ά­φο­ρα ἀν­τι­κεί­με­να.

       Δὲν θὰ εἶ­χα ἀ­να­λά­βει αὐ­τὸ τὸ πό­στο, ἂν δὲν πί­στευ­α καὶ ὁ ἴ­διος στὰ κο­ρά­κια μὲ ὅ­λη μου τὴ δύ­να­μη καὶ τὴν καρ­διά. Καὶ τὸ ἐν­νο­ῶ. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λά­ω συ­νέ­χεια γιὰ τὴ γεν­ναι­ο­δω­ρί­α τῶν κο­ρα­κι­ῶν, γιὰ τὸ ὑ­ψη­λὸ μου­σι­κό τους γοῦ­στο, γιὰ τὸν σε­βα­σμὸ ποὺ δεί­χνουν στὶς ἀ­ξί­ες τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, γιὰ τὸ «σύ­στη­μα ἀλ­λη­λέγ­γυ­ας ἀ­δελ­φό­τη­τας» ποὺ ἐ­φαρ­μό­ζουν ὅ­ταν ἔ­χουν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν ἄλ­λα που­λιά, γιὰ τὸ φι­λαν­θρω­πι­κὸ ἔρ­γο ποὺ προ­σφέ­ρουν στὰ Νο­σο­κο­μεῖ­α Παί­δων Σρί­νερς, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ὅ­μως, μὲ πλη­ρώ­νουν πολ­λὰ μπου­κά­λια γιὰ νὰ τὰ λέ­ω αὐ­τά – ἐ­δῶ ποὺ τὰ λέ­με, δὲν πε­ρι­μέ­νω νὰ μὲ πι­στέ­ψουν ὅ­λοι. Ἄν, πάν­τως, δὲν ἔ­χε­τε πει­σθεῖ, σᾶς προ­κα­λῶ νὰ κά­νε­τε τὸ ἑ­ξῆς ἁ­πλὸ τέ­στ: τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ στέ­κε­στε σ’ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο κοι­τών­τας ἔ­ξω ἢ ποὺ τα­ξι­δεύ­ε­τε μὲ αὐ­το­κί­νη­το, πα­ρα­τη­ρῆ­στε ἂν φαί­νε­ται που­θε­νὰ κα­νέ­να κο­ρά­κι. Κα­τό­πιν πολ­λα­πλα­σιά­στε αὐ­τὸ τὸ ἕ­να κο­ρά­κι ἐ­πὶ πολ­λὰ πολ­λὰ κο­ρά­κια, καὶ θὰ πά­ρε­τε μία ἰ­δέ­α τοῦ τί ἐ­πι­φυ­λάσ­σουν τὰ ἑ­πό­με­να χρό­νια. Στὸν το­μέ­α τῶν που­λι­ῶν, ὁ κό­σμος νὰ χα­λά­σει, τὸ μέλ­λον θὰ εἶ­ναι κυ­ρί­ως κο­ρά­κια καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο, διαρ­κῶς. Δὲν χω­ρά­ει ἀμ­φι­βο­λί­α.

       Για­τί, λοι­πόν, νὰ μὴν ἀ­πο­δε­χτεῖ­τε αὐ­τὸ τὸ γε­γο­νὸς καὶ νὰ μά­θε­τε νὰ τὸ ἐ­κτι­μᾶ­τε, ὅ­πως κά­νουν ἤ­δη τό­σοι ἀ­πὸ μᾶς; Τὰ κο­ρά­κια θὰ ἐ­πη­ρε­ά­σουν τὸν πο­λι­τι­σμὸ καὶ τὴ γῆ μας μὲ τρό­πους εὐ­ερ­γε­τι­κοὺς ποὺ σή­με­ρα οὔ­τε κὰν δι­α­νο­ού­μα­στε. Δὲν ἔ­χω ἀ­κό­μη τὴν ἄ­δεια νὰ ἀ­πο­κα­λύ­ψω πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ σχέ­δια ποὺ ὁ­ρα­μα­τί­ζον­ται νὰ ὑ­λο­ποι­ή­σουν, ἀλ­λὰ σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι εἶ­ναι κα­τα­πλη­κτι­κά. Τὰ κο­ρά­κια θὰ γί­νουν που­λιὰ ποὺ τέ­τοι­α δὲν θὰ ἔ­χου­με ξα­να­δεῖ. Τὰ μαῦ­ρα, σὰν πε­τρά­δια μά­τια τους, φλέ­γον­ται ἀ­πὸ τὴ φι­λο­δο­ξί­α νὰ γί­νουν ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα, ὅ­λο καὶ κα­λύ­τε­ρα, καὶ νὰ πε­τᾶ­νε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ παν­τοῦ καὶ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή. Δι­α­θέ­τουν ἐ­ξυ­πνά­δα, κί­νη­τρο καὶ ἔρ­χον­ται ὁ­λο­τα­χῶς κα­τα­πά­νω μας. Τὰ κο­ρά­κια: ἂς κα­λω­σο­ρί­σου­με τὸ ἀ­πο­κλει­στι­κὸ που­λὶ τοῦ αὔ­ριο.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond,New York,Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007.

 

­αν Φρέ­ι­ζι­ερ (I­an F­r­a­z­i­er). Στὰ βι­βλί­α τοῦ Ἴ­αν Φρέ­ι­ζι­ερ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται τὰ On t­he R­ez, G­r­e­at P­l­a­i­ns, C­o­y­o­te v. A­c­me, F­i­s­h­’s E­ye, D­a­t­i­ng Y­o­ur M­om καὶ No­b­o­dy B­e­t­t­er, B­e­t­t­er t­h­an N­o­b­o­dy. Ἔ­γρα­φε γιὰ τὸ L­a­m­p­o­on στὸ Χάρ­βαρτ, γιὰ τὸ N­ew Y­o­r­k­er καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὴν ἀν­θο­λο­γί­α B­e­st A­m­e­r­i­c­an T­r­a­v­el W­r­i­t­i­ng τὸ 2003. Ἡ δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­θεῖ ἐ­πί­σης στὸ A­t­l­a­n­t­ic, στὸ W­a­s­h­i­n­g­ton P­o­st M­a­g­a­z­i­ne καὶ σὲ ἄλ­λα πε­ρι­ο­δι­κά. Με­γά­λω­σε στὸ Ὀ­χά­ι­ο καὶ τώ­ρα ζεῖ στὸ Μον­τκλέρ, Νιοὺ Τζέρ­σε­ϊ.

 

Τό­νιαΚο­βα­λέν­κο. M­ε­τα­φρά­στρια ἀγ­γλό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Γι­ού­ρι (ἐκδ. Χατ­ζη­νι­κο­λῆ) καὶ Πό­τε νυ­χτώ­νει; (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός).

 

Εἰ­κό­να: Κο­ρά­κι. Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Μα­σα­χί­σα Φου­κά­σε (Ἀ­κρω­τή­ριο E­r­i­mo στὸ Χο­κά­ιν­το, 1976).

 

Κατερίνα Χαραλαμποπούλου: Παύση-Σκηνή-Περίληψη

 

 

 

 

Κα­τε­ρί­να Χα­ρα­λαμ­πο­πού­λου

 

Παύ­ση – Σκη­νή – Πε­ρί­λη­ψη

 

1. Παύ­ση: Χρό­νος Ἀ­φή­γη­σης > Χρό­νος Ἱ­στο­ρί­ας

 

ΩΣ ΕΙΝΑΙ νὰ πρέ­πει νὰ πά­ρεις τὴν σω­στὴ ἀ­πό­φα­ση σὲ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο; Τὴν ἀ­πό­φα­ση μιὰ γιὰ πάν­τα. Τὸ τώ­ρα ἢ πο­τέ. Ἡ Λά­ου­ρα τὸ ἔ­νι­ω­σε. Ἢ τώ­ρα ἢ πο­τέ. Θὰ ἔμ­παι­ναν ὅ­λα σὲ τά­ξη. Τὸ τέ­λος τῶν ἐ­πα­να­λή­ψε­ων, τὸ τέ­λος τῆς ἱ­στο­ρί­ας.

       Κοι­τοῦ­σε τὸ Μι­χά­λη καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­νι­ω­σε νὰ μὴν φο­βᾶ­ται. Εἶ­χε φο­βη­θεῖ ἀρ­κε­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α βρά­δια, αὐ­τὸ ἐ­κεῖ, τὸ δι­κό τους, δὲν ἦ­ταν πιὰ τί­πο­τα.

       Ὁ κό­σμος και­γό­ταν καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α τους ἔ­γι­νε τὸ τί­πο­τα. Και­γό­ταν στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α. Καὶ ὁ λαι­μός της ἔ­και­γε. Ὄ­χι ὁ κόμ­πος στὸ λαι­μό. Ὁ λαι­μός, ἡ μύ­τη, τὰ μά­τια. Τὰ χη­μι­κὰ εἶ­ναι πιὸ δυ­να­τὰ ἀ­πὸ τὰ αἰ­σθή­μα­τα, σκέ­φτη­κε. Τὰ δα­κρυ­γό­να τῆς εἶ­χαν ἀ­φή­σει μιὰ πί­κρα παν­τοῦ. Θὰ πά­θου­με καρ­κί­νο μὲ ὅ­λη αὐ­τὴν τὴν ἀ­η­δί­α. Θὰ πά­θου­με καρ­κί­νο καὶ ὁ μα­λά­κας φο­βᾶ­ται ὅ­τι ἔ­χει a­i­ds. Ἡ Λά­ου­ρα ἄρ­χι­σε νὰ σκέ­φτε­ται ὅ­λο τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ ἰ­α­τρι­κὸ ἱ­στο­ρι­κό της γιὰ νὰ κα­θη­συ­χα­στεῖ πὼς στὴν οἰ­κο­γέ­νεια δὲν ὑ­πάρ­χει προ­δι­ά­θε­ση γιὰ καρ­κί­νο. Μὲ τὴ ζω­ὴ ὅ­μως ποὺ κά­νω; ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο κα­πνι­σμέ­νο μό­νο κα­τὰ τὸ ἕ­να τρί­το καὶ πα­ρα­τή­ρη­σε πὼς στὸ τα­σά­κι ὁ Μι­χά­λης εἶ­χε ἤ­δη κα­τα­θέ­σει τέσ­σε­ρα κα­πνι­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν κορ­φὴ μέ­χρι τὰ νύ­χια. Τὴν πε­ρί­με­νε νὰ ἀ­παν­τή­σει καὶ ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν ὅ,τι νά ­’­ναι.

       Τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε κου­λου­ρι­α­σμέ­νο στὸν κα­να­πὲ μὲ τὸ κε­φά­λι μέ­σα στὰ χέ­ρια. Τὰ νύ­χια του ἤ­θε­λαν κό­ψι­μο. Χρει­ά­ζο­μαι ἀ­έ­ρα, σκέ­φτη­κε, ἀλ­λὰ ὁ ἀ­έ­ρας ἔ­ξω ἦ­ταν δο­λο­φο­νι­κός. Μύ­ρι­ζε κά­πνα, σκό­νη καὶ στά­χτη. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πό­σες φο­ρὲς ὁ Μι­χά­λης ἔ­χει μυ­ρί­σει αὐ­τὴ τὴ μυ­ρω­διὰ καὶ πῶς τὴν ἀν­τέ­χει. Ἡ Λά­ου­ρα δὲν εἶ­χε με­γά­λη ἐμ­πει­ρί­α ἀ­πὸ δα­κρυ­γό­να καὶ δὲν ἤ­θε­λε κα­θό­λου νὰ ἀ­πο­κτή­σει. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν πό­σα κο­ρί­τσια νὰ ἦ­ταν τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ στοὺς δρό­μους, τί φο­ροῦ­σαν, πῶς ἄν­τε­χαν καὶ ἂν ὁ Μι­χά­λης τὶς θαύ­μα­ζε. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν στὴ Γερ­μα­νί­α του ἔ­τρε­χε στὶς πο­ρεῖ­ες μα­ζὶ μὲ τὴ γερ­μα­νί­δα του. Κα­τά­λα­βε πὼς οἱ σκέ­ψεις της ἦ­ταν τε­λεί­ως ἐ­κτὸς θέ­μα­τος καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ αὐ­το­πει­θαρ­χη­θεῖ. Ξε­σκό­νι­σε τὸ μπρά­τσο τοῦ κα­να­πὲ ποὺ ἦ­ταν τίγ­κα στὸ καυ­σα­έ­ριο. Τὸ πῶς γέ­μι­ζαν καυ­σα­έ­ριο τὰ ἀ­θη­να­ϊ­κὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα τοῦ κέν­τρου ἦ­ταν τὸ κά­τι ἄλ­λο. Τὸ καυ­σα­έ­ριο κολ­λοῦ­σε πά­νω στοὺς τοί­χους καὶ στὴν μπου­γά­δα, ἂν τὴν ξε­χνοῦ­σες ἔ­ξω κα­μιὰ μέ­ρα πα­ρα­πά­νω.

       Δὲν τὰ πή­γαι­νε κα­λὰ μὲ τὴν αὐ­το­πει­θαρ­χί­α. Προ­σπά­θη­σε νὰ φέ­ρει στὸ μυα­λό της εἰ­κό­νες ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν τους γιὰ νὰ συγ­κι­νη­θεῖ. Παι­δι­κοὶ ἔ­ρω­τες καὶ βλα­κεῖ­ες. Τὸν θυ­μή­θη­κε στὸ δη­μο­τι­κὸ νὰ τῆς ζη­τά­ει νὰ χο­ρέ­ψουν τὸ «Cher­ri­es f­or lo­ve» καὶ νὰ τρέ­μει. Συγ­κι­νή­θη­κε. Εἴ­κο­σι χρό­νια μπρὸς-πί­σω. Κυ­ρί­ως πί­σω, σκέ­φτη­κε.

       Ὁ Μι­χά­λης ἔ­κλαι­γε μέ­σα στὶς πα­λά­μες του. Ἔ­τρε­με. Τοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ μαλ­λιά. Εἶ­χαν ἀρ­χί­σει νὰ ἀ­ραι­ώ­νουν, ὅ­μως πα­ρέ­με­ναν κα­τά­ξαν­θα. Σὰν γερ­μα­νός σὲ δι­α­φή­μι­ση. J­o­h­n­s­o­n­’s B­a­by s­h­a­m­p­oo. Ὁ Μι­χά­λης σκέ­φτη­κε πὼς θέ­λει κού­ρε­μα. Αὐ­τὸ εἶ­ναι. Ὅ­ταν θέ­λεις νὰ βά­λεις τὴ ζω­ή σου σὲ τά­ξη εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ξε­κι­νᾶς ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιά. Καὶ πιὸ εὔ­κο­λο.

       Ἡ δι­κή τους ἱ­στο­ρί­α δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ μπεῖ σὲ τά­ξη. Ἔ­πρε­πε ἁ­πλὰ νὰ κο­πεῖ. Ἄ­φη­σε ὅ­λες τὶς ἀ­πο­φά­σεις σὲ κεί­νη. Τῆς πα­ρου­σί­α­σε τὴν ἀ­λή­θεια σὲ ὅ­λο της τὸ με­γα­λεῖ­ο καὶ ἂς ἔ­βγα­ζε μό­νη της τὸ φί­δι ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα. Ἀ­λή­θει­ες καὶ βλα­κεῖ­ες. Τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρω σί­γου­ρα ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι φο­βᾶ­μαι, σκέ­φτη­κε. Φο­βό­ταν πὼς δὲν θὰ ξα­να­δεῖ τὰ μαλ­λιά της καὶ τὰ χέ­ρια της στὰ μαλ­λιά του. Φο­βό­ταν πὼς ἡ γερ­μα­νί­δα, ἂν τὰ μά­θαι­νε ὅ­λα αὐ­τά, θὰ τὸν ἔ­δι­ω­χνε μὲ τὶς κλω­τσι­ές. Φο­βό­ταν πὼς χω­ρὶς τὴ γερ­μα­νί­δα δὲ θὰ εἶ­χε τί­πο­τα τὸ στα­θε­ρό, θὰ βρι­σκό­ταν στὸ δρό­μο, θὰ πα­ρα­τοῦ­σε τὰ πάν­τα καὶ θὰ τὸν πα­ρα­τοῦ­σαν τὰ πάν­τα, ἡ δου­λειά, ἡ Λο­γι­κὴ καὶ ἡ ζω­ή. Ἦ­ταν χα­μέ­νος. Ὁ φό­βος ἦ­ταν κα­κὸς σύμ­βου­λος, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ εἶ­χε. Τοῦ εἶ­χε καρ­φω­θεῖ ἡ ἰ­δέ­α πὼς θὰ πε­θά­νει. Πὼς μιὰ ἀρ­ρώ­στια θὰ τὸν τι­μω­ρή­σει γιὰ ὅ­λα τα λά­θη του. Ὁ ψυ­χο­λό­γος τοῦ τὸ εἶ­χε πεῖ. Ἡ φο­βί­α του μὲ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες εἶ­ναι ἁ­πλὰ ὁ φό­βος τῆς τι­μω­ρί­ας.

       «Θὰ κά­νεις αὐ­τὸ τὸ τέ­στ;» τὴν ξα­να­ρώ­τη­σε. Ἡ Λά­ου­ρα κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. Τὰ τέ­στ αὐ­τὰ εἶ­ναι σὰν νὰ μη­δε­νί­ζεις, σκέ­φτη­κε. Σὰν νὰ ἀρ­χί­ζεις ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Θὰ βε­βαι­ω­θεῖ πὼς ὁ θε­ὸς δὲν τὸν τι­μώ­ρη­σε καὶ θὰ κά­νου­με μιὰ νέ­α ἀρ­χὴ χω­ρὶς λά­θη. Θε­έ μου, εἶ­ναι ἀ­ναρ­χι­κὸς καὶ φο­βᾶ­ται τὴ θεί­α τι­μω­ρί­α. Στὰ μά­τια του ἔ­βλε­πε μό­νο φό­βο.

       «Δὲν κα­τα­λή­γουν ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες σὲ αἴ­σιο τέ­λος», τοῦ εἶ­πε, «δὲν πει­ρά­ζει». Πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο τὸ Χω­ρὶς αἴ­σιο τέ­λος τοῦ Taibo. Τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο τοῦ Taibo ποὺ δι­ά­βα­σε. Ὅ­λα γί­νον­ται γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, σκέ­φτη­κε. Χά­ι­δε­ψε τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο μη­χα­νι­κὰ ἀλ­λὰ ὁ Μι­χά­λης δὲν κα­τά­λα­βε τί­πο­τα. Ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου τῆς ἔ­δω­σε κά­ποι­α δια­ύγεια. Πάν­τα πί­στευ­α στὰ ση­μά­δια, τὸ ξέ­ρω. Ὁ κό­σμος ἔ­ξω και­γό­ταν καὶ ἡ ἱ­στο­ρί­α τους τε­λεί­ω­σε. Χω­ρὶς αἴ­σιο τέ­λος καὶ χω­ρὶς ση­μα­σί­α.

 

2. Σκη­νή: Χρό­νος Ἀ­φή­γη­σης = Χρό­νος Ἱ­στο­ρί­ας

 

ΕΙΧΕ ΚΑΚΟ ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα καὶ τὸν εἶ­δε νὰ ἀ­νε­βαί­νει τὰ σκα­λιά. Φο­ροῦ­σε γυα­λιὰ ἡ­λί­ου πα­ρό­τι ὁ δι­ά­δρο­μος τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας ἦ­ταν κα­τα­σκό­τει­νος.

       — Βρω­μά­ει ἀ­κό­μα, τῆς εἶ­πε. Πρέ­πει νὰ ἀ­νοί­ξεις νὰ ἀ­ε­ρι­στεῖ τὸ σπί­τι. Μὴν κά­θε­σαι ἔ­τσι, δὲν κά­νει.

       Βρω­μοῦ­σε ὄν­τως. Τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ εἶ­χαν πέ­σει τό­νοι δα­κρυ­γό­νων καὶ εἶ­χαν κα­εῖ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ αὐ­το­κί­νη­τα ἐ­κεῖ γύ­ρω.

       — Μά, ἔ­χω ἀ­νοί­ξει ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα. Ἔ­λα.

       Ὁ Μι­χά­λης μπῆ­κε καὶ ἔ­βγα­λε τὰ γυα­λιά του. Τὰ μά­τια του ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ κόκ­κι­να. Ὅ­πως ὅ­λων ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες.

       — Θέ­λεις κα­φέ;

       — Ὄ­χι, δὲ θὰ μεί­νω πο­λύ.

       — Ἐ­δῶ τὰ ἔ­χω τὰ πράγ­μα­τά σου. Τί ὥ­ρα πρέ­πει νὰ φύ­γεις;

       — Πρέ­πει νὰ εἶ­μαι σὲ κα­μιὰ ὥ­ρα στὴν Ἡ­λι­ού­πο­λη.

       Πο­τὲ δὲν ἔ­με­νε στὸ σπί­τι της γιὰ πά­νω ἀ­πὸ δυ­ὸ-τρεῖς μέ­ρες. Πάν­τα ἔ­πρε­πε νὰ δεῖ κά­ποι­ον, ἢ νὰ γυ­ρί­σει στὴν ἄλ­λη.

       — Γιὰ πές, ἤ­σουν κά­τω χθές;

       — Ναί, τὸ πρω­ὶ δη­λα­δή. Στὴν κη­δεί­α δὲν πή­γα­με. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν τὸν πό­νο τους. Τί δου­λειὰ ἔ­χου­με ἐ­μεῖς;

       Ἡ Λά­ου­ρα φαν­τά­στη­κε τὴ μη­τέ­ρα τοῦ παι­διοῦ νὰ κλαί­ει καὶ τὸ πλῆ­θος νὰ φω­νά­ζει μπά­τσοι-γου­ρού­νια-δο­λο­φό­νοι. Ἴ­σα ποὺ δὲν ἔ­βα­λε κι αὐ­τὴ τὰ κλάμ­μα­τα.

       — Κα­λὰ κά­να­τε. Τί εἶ­ναι ὅ­λο αὐ­τὸ ποῦ ζοῦ­με θε­έ μου;

       Μπρο­στά του δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀρ­θρώ­σει κου­βέν­τα γιὰ πο­λι­τι­κὰ ζη­τή­μα­τα. Ἦ­ταν δι­κή του εἰ­δι­κό­τη­τα. Τὴν εἶ­χε κερ­δί­σει ἀ­πὸ χρό­νια. Ἡ Λά­ου­ρα μπλό­κα­ρε τό­σο πο­λὺ μ’ αὐ­τά, ποὺ ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α της πε­τοῦ­σε κά­τι θει­τσί­στι­κα θε­έ μου-χρι­στέ μου-πα­να­γί­α μου ποὺ δὲν ταί­ρια­ζαν κα­θό­λου στὴν πε­ρί­στα­ση. Ἤ­θε­λε πάν­τα τὴ γνώ­μη του γιὰ ὅ­σα συ­νέ­βαι­ναν ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ρω­τοῦ­σε. Ἄλ­λα­ξε συ­ζή­τη­ση ἀ­πὸ τὴ ντρο­πή.

       — Στὸ τη­λέ­φω­νο κά­πως μοῦ φά­νη­κες. Ἔ­χεις κά­τι;

       Ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σου­με ρὲ Λα­ου­ρά­κι. Τὰ ἔ­χω κά­νει τε­λεί­ως σκα­τὰ τε­λευ­ταῖ­α.

       Ἡ Λά­ου­ρα σκέ­φτη­κε πὼς τε­λευ­ταῖα τὸ μό­νο ποὺ εἶ­χαν πεῖ ἦ­ταν πὼς τὸ κα­λο­καί­ρι ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­φευ­γαν μα­ζὶ γιὰ τὴν Ἀ­φρι­κή. Θὰ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του καὶ θὰ πα­ρα­τοῦ­σε τὴ Γερ­μα­νί­α καὶ τὴ γερ­μα­νί­δα του γιὰ νὰ εἶ­ναι μα­ζί.

       — Μὲ τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό;

       — Μὲ τὸ δι­δα­κτο­ρι­κὸ καὶ μὲ ὅ­λα. Ἔ­χω χά­σει τὸν ὕ­πνο μου τε­λευ­ταῖ­α. Δὲν κοι­μᾶ­μαι.

       — Για­τί ρὲ Μι­χά­λη; Για­τί τό­σο πο­λύ;

       — Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο. Πρέ­πει νὰ βά­λω μιὰ τά­ξη στὴ ζω­ή μου. Τὰ ἔ­χω κά­νει ὅ­λα σκα­τά.

       — Θὰ βά­λεις. Δὲν εἴ­πα­με; Τώ­ρα ποὺ τε­λει­ώ­νεις;

       Ὁ Μι­χά­λης δὲν μί­λη­σε. Ἡ Λά­ου­ρα κα­τά­λα­βε πὼς δὲν εἶ­χε κά­νει τὴ σω­στὴ ἐ­ρώ­τη­ση.

       — Μὲ τί πι­έ­ζε­σαι; Μὲ μᾶς;

       Ἦ­ταν «μᾶς» μὲ ἕ­ναν πε­ρί­ερ­γο τρό­πο σχε­δὸν ὅ­λη τους τὴ ζω­ή. Παι­δι­κοὶ ἔ­ρω­τες, φοι­τη­τι­κοί, ἐ­νή­λι­κοι. Ὁ Μι­χά­λης ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν καὶ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν πε­ρι­ο­δι­κά. Δὲν ἔ­με­νε μα­ζί της καὶ δὲν ἄν­τε­χε μα­κριά της. Ἦ­ταν ὁ με­γά­λος του ἔ­ρω­τας ἀ­πὸ τὸ δη­μο­τι­κό.

       — Δὲν εἶ­μαι μό­νος, τὸ ξέ­ρεις.

       — Τὸ ξέ­ρω, ἀλ­λά…

       — Δὲν ἀν­τέ­χω νὰ εἶ­μαι ἔ­τσι ἄ­δι­κος. Ἄ­δι­κος μὲ σέ­να, μέ… ἔ­χω νὰ κλεί­σω μά­τι τρεῖς μέ­ρες. Σκέ­φτο­μαι πῶς θὰ γυ­ρί­σω… τί θὰ πῶ…

       — Τί θὰ πεῖς; Τί θέ­λεις νὰ πεῖς;

       — Μέ­νου­με μα­ζί, τὸ ξέ­ρεις. Κοι­μό­μα­στε μα­ζί.

       — Τὸ ξέ­ρω Μι­χά­λη. Για­τί μοῦ τὰ λὲς τώ­ρα ὅ­λα αὐ­τά;

       — Για­τί κά­να­με βλα­κεῖ­ες τὶς προ­άλ­λες καὶ ἔ­χω χά­σει τὸν ὕ­πνο μου.

       — Τί βλα­κεῖ­ες κά­να­με;

       — Κοι­μη­θή­κα­με μα­ζὶ χω­ρὶς προ­φυ­λά­ξεις…

       — Καί;

       — Καὶ πρέ­πει νὰ εἶ­μαι ὑ­πεύ­θυ­νος μὲ αὐ­τά. Δὲν εἶ­μαι μό­νος. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μα. Τί θὰ τῆς πῶ τώ­ρα;

       — Τί­πο­τα. Ὅ,τι θές. Δὲν ξέ­ρω. Ποῦ νὰ ξέ­ρω ἐ­γώ;

       Ἡ Λά­ου­ρα τὰ εἶ­χε χα­μέ­να, ὅ­πως σ’­ἐ­κεῖ­νες τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ ἔ­χεις ἀρ­χί­σει νὰ κα­τα­λα­βαί­νεις κά­τι ποὺ δὲν ἤ­θε­λες νὰ ἀρ­χί­σεις νὰ κα­τα­λα­βαί­νεις.

       — Θέ­λω νὰ κά­νου­με ἐ­κεῖ­νο τὸ τέ­στ, νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι ὅ­λα εἶ­ναι ἐν­τά­ξει. Ἀλ­λι­ῶς θὰ τρε­λα­θῶ.

       — Νὰ βε­βαι­ω­θεῖς πὼς δὲν ἔ­χω a­i­ds, ὥ­στε νὰ γυ­ρί­σεις στὴν ἄλ­λη καὶ νὰ κοι­μᾶ­στε μα­ζὶ χω­ρὶς νὰ φο­βᾶ­σαι, αὐ­τὸ μοῦ λές.

       — Ὄ­χι.

       — Αὐ­τὸ μοῦ λές.

       Αὐ­τὸ ἔ­λε­γε. Ὁ Μι­χά­λης ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια στὸ πρό­σω­πό του καὶ κου­λου­ρι­ά­στη­κε στὸν κα­να­πέ. Ἔ­τρε­με. Τὰ εἶ­χε κά­νει ὄν­τως σκα­τά. Ὅ­λα ἦ­ταν σκα­τά. Σπα­σμέ­να πε­ζο­δρό­μια, πέ­τρες καὶ κα­πνοὶ παν­τοῦ.

       — Ξέ­ρεις τί; Δὲν θὰ εἴ­μα­στε πο­τὲ μα­ζί.

       Ὁ Μι­χά­λης δὲν μί­λη­σε.

       — Δὲν θὰ εἴ­μα­στε πο­τὲ μα­ζί. Δὲν θὰ πᾶ­με πο­τὲ στὴν Ἀ­φρι­κή, οὔ­τε στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οὔ­τε στὴν Ἱ­σπα­νί­α, οὔ­τε κὰν μέ­χρι τὴν Αἴ­γι­να δὲν θὰ πᾶ­με. Τε­λει­ώ­σα­με.

       — Ἤ­θε­λα νὰ κά­νου­με σχέ­δια μα­ζί.

       — Καὶ ’­γώ, Μι­χά­λη. Ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χα κα­τα­λά­βει ὅ­τι εἶ­ναι μό­νο σχέ­δια. Τὰ σχέ­δια, ἂν εἶ­ναι μό­νο σχέ­δια, τί νό­η­μα ἔ­χουν;

       — Τὰ ἔ­χω κά­νει ὅ­λα τό­σο σκα­τά.

       Ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει. Τὰ εἶ­χε ὄν­τως χα­μέ­να. Ἡ Λά­ου­ρα τὸν λυ­πή­θη­κε. Ὁ κό­σμος ποὺ και­γό­ταν ἔ­ξω τῆς εἶ­χε δώ­σει κά­ποι­α δια­ύγεια. Ὅ­λα ἔ­πρε­πε νὰ συμ­βοῦν τώ­ρα. Ὅ­λο τους τὸ πα­ρελ­θὸν τα­κτο­ποι­οῦν­ταν σὲ μί­α σκη­νή, σ’­ἕ­να δι­ά­λο­γο μὲ λά­θος ἐ­ρω­τή­σεις.

 

3. Πε­ρί­λη­ψη: Χρό­νος Ἀ­φή­γη­σης < Χρό­νος Ἱ­στο­ρί­ας

 

ΓΝΩΡΙΣΤΗΚΑΝ στὸ δη­μο­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ. Ὁ Μι­χά­λης εἶ­χε μό­λις με­τα­κο­μί­σει ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να. Ἡ Λά­ου­ρα ἦ­ταν ἤ­δη δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἑλ­λά­δα. Οἱ δι­κοί της εἶ­χαν ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴ Λυ­όν. Ὁ Μι­χά­λης ἔ­μοια­ζε μὲ γερ­μα­νά­κι καὶ τὸν φώ­να­ζαν «γερ­μα­νό», ἐ­πει­δὴ ἤ­ξε­ρε γερ­μα­νι­κά. Ἡ Λά­ου­ρα ἦ­ταν ἑλ­λη­νο­γαλ­λί­δα καὶ δὲν χώ­νευ­ε τὰ γερ­μα­νι­κά, μέ­χρι ποὺ τὸν γνώ­ρι­σε. Ὅ­μως, εἶ­χε ἤ­δη δε­σμευ­τεῖ ἐ­νώ­πιον ὅ­λης τῆς τά­ξης πὼς ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος της ἦ­ταν ἕ­νας συμ­μα­θη­τής τους ἀ­τί­θα­σος καὶ σχε­δὸν ἀ­ναλ­φά­βη­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, μιὰ φί­λη της, μὲ τὸ ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­κε ὁ γερ­μα­νός, τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε πὼς τῆς ἀ­ρέ­σει πο­λύ. Οἱ παι­δι­κοὶ ἔ­ρω­τες καὶ τὰ θρα­νί­α εἶ­χαν μοι­ρα­στεῖ μέ­σα στὴν τά­ξη. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ πε­ρι­θώ­ρια γιὰ ἀ­να­κα­τα­τά­ξεις.

       Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σαν τὸ δη­μο­τι­κὸ οἱ δρό­μοι τους χώ­ρι­σαν. Ἐ­κεί­νη τὸν σκε­φτό­ταν μό­νο γιὰ κα­νέ­να χρό­νο ἀ­κό­μα. Με­τὰ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε δρα­μα­τι­κὰ κάμ­πο­σα ἄλ­λα ἀ­γό­ρια. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­πει­σε τὸν ἑ­αυ­τό του πὼς δὲν θὰ τὴν ξε­χά­σει πο­τέ.

       Με­τα­κό­μι­σαν καὶ οἱ δυ­ὸ στὴν Ἀ­θή­να γιὰ σπου­δές, ὅ­μως οἱ φοι­τη­τι­κές τους ζω­ὲς δὲν συ­ναν­τή­θη­καν. Ὁ Μι­χά­λης ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ δι­ά­βα­σμα τοῦ Μπα­κού­νιν, τοῦ Μπούκ­τσιν καὶ τοῦ Γκὺ Ντεμ­πόρ. Ἔ­τρε­χε στὶς κα­τα­λή­ψεις καὶ στὶς πο­ρεῖ­ες καὶ μι­σοῦ­σε κα­θε­τὶ ἐ­ξου­σι­α­στι­κό. Πα­ρά­τη­σε τὴν κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα γιὰ τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ μπά­σο καὶ τὸ τσι­γά­ρο γιὰ τὸ χόρ­το.

       Ἡ Λά­ου­ρα δι­α­τη­ροῦ­σε ἕ­να πε­ρί­βλη­μα κο­ρι­τσιοῦ κα­λῆς οἰ­κο­γε­νεί­ας μό­νο ποὺ τὰ βρά­δια ἔ­τρε­χε στὰ πα­ρακ­μια­κὰ μπὰρ καὶ ἔ­πι­νε πέν­τε-ἕ­ξι πο­τά. Ἄ­κου­γε ὅ­λη μέ­ρα μου­σι­κὴ καὶ ἀ­σχο­λι­ό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὶς συ­ναυ­λί­ες, μὲ τὸ τί θὰ φο­ρέ­σει, μὲ τὸ ἂν πῆ­ρε κα­νέ­να γραμ­μά­ριο ἢ κα­νέ­να τη­λέ­φω­νο αὐ­τὸς ποὺ εἶ­χε βά­λει στὸ μά­τι.

       Συ­ναν­τή­θη­καν τυ­χαῖ­α με­τὰ ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια. Πά­λι στὸ χω­ριό, στὶς κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πές, σ’ ἕ­να μπὰρ λί­γο πρὶν τὸ ξη­μέ­ρω­μα. Ὁ Μι­χά­λης εἶ­χε ἀ­κό­μα τὸ τη­λέ­φω­νό της σὲ μιὰ παι­δι­κὴ ἀ­τζέν­τα μὲ τὸ Σνού­πι. Τῆς ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε τὸν χρό­νιο ἔ­ρω­τά του. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­λύ­τε­ρο πα­ρα­μύ­θι γιὰ ἕ­να κο­ρί­τσι. Ἔ­κα­νε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες της σκό­νη. Τὴν κα­τέ­κτη­σε. Ἔ­μει­ναν μα­ζὶ στὴν Ἀ­θή­να γιὰ ἕ­ξι μῆ­νες. Δὲν ἔ­μοια­ζε ὅ­μως μὲ πα­ρα­μύ­θι. Ὁ Μι­χά­λης ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν, προ­τι­μοῦ­σε τοὺς ἀ­ναρ­χι­κοὺς φί­λους του, τὸ χόρ­το, καὶ τὶς πο­ρεῖ­ες. Ἡ Λά­ου­ρα πα­ρα­ῆ­ταν γυ­α­λι­στε­ρὴ γιὰ νὰ χω­ρά­ει σὲ ὅ­λα αὐ­τά. Τὴν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ φύ­γει.

       Ξα­νά­κου­σε γιὰ αὐ­τὸν στὶς εἰ­δή­σεις, ὅ­ταν τὸν ἔ­πι­α­σαν σὲ κά­τι δι­α­δη­λώ­σεις. «Ἡ φυ­λα­κὴ εἶ­ναι σχο­λεῖ­ο καὶ τὸ σχο­λεῖ­ο φυ­λα­κή» τῆς εἶ­χε πεῖ. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει τί σή­μαι­ναν ὅ­λα αὐ­τὰ γι­’ αὐ­τόν. Τὸ πό­σο γε­λοῖ­ες θὰ τοῦ φαί­νον­ταν οἱ σκη­νὲς ζη­λο­τυ­πί­ας της, ὅ­ταν ἀρ­γοῦ­σε νὰ τη­λε­φω­νή­σει. Τὰ κα­τά­λα­βε ὅ­λα. Κα­τέ­βα­σε τρεῖς βι­βλι­ο­θῆ­κες σ’­ἕ­να χρό­νο καὶ κα­τά­λα­βε.

       Ξα­να­συ­ναν­τή­θη­καν τυ­χαῖα στὸ ἴ­διο μπάρ. Ἦ­ταν 17 Νο­έμ­βρη ἀλ­λὰ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ χα­μὸ τοῦ Πο­λυ­τε­χνεί­ου. Ὁ Μι­χά­λης ξα­νάρ­χι­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ παι­δι­κὸ τραῦ­μα τοῦ παι­δι­κοῦ ἔ­ρω­τα. Τὴν ξα­να­κα­τέ­κτη­σε καὶ ξα­να­ε­ξα­φα­νί­στη­κε. Δὲν πί­στευ­ε στὶς σχέ­σεις, εἶ­πε. «Τί νὰ μᾶς ποῦν καὶ οἱ σχέ­σεις;» Οὔ­τε ἐ­κεί­νη πί­στευ­ε πιά. Εἶ­χε ξε­πε­ρά­σει ὅ­λες τὶς συμ­βά­σεις καὶ ὅ­λα τὰ κλι­σὲ τῶν ἐ­ρώ­των. Δὲν ζη­τοῦ­σε τί­πο­τα. Ζοῦ­σαν ἕ­να πα­ρα­μύ­θι δυ­ὸ-τρι­ῶν ἡ­με­ρῶν καὶ ξα­να­χά­νον­ταν.

       Ὁ γερ­μα­νὸς ἔ­φυ­γε γιὰ τὴ Γερ­μα­νί­α μὲ μιὰ γερ­μα­νί­δα. Ἔ­κα­ναν σχέ­ση κι ἂς μὴν πί­στευ­ε σὲ αὐ­τὲς. Ζοῦ­σε μα­ζί της. Ἐμ­φα­νι­ζό­ταν ὅ­μως, κά­θε πά­σχα, χρι­στού­γεν­να, κα­λο­καί­ρι, ἔ­λε­γε στὴ Λά­ου­ρα πὼς εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κή του ἀ­γά­πη, πὼς μό­νο μα­ζί της μπο­ρεῖ νὰ φαν­τα­στεῖ τὸ μέλ­λον καὶ πὼς εἶ­ναι ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη γυ­ναί­κα τοῦ πλα­νή­τη. Με­τὰ ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν πά­λι, ἀ­πὸ τύ­ψεις.

       Ἡ Λά­ου­ρα θύ­μω­νε μό­νο γιὰ λί­γο, ὄ­χι πά­νω ἀ­πὸ μιὰ μέ­ρα. Τὸν θαύ­μα­ζε καὶ τὸν πί­στευ­ε σὲ ἴ­σες δό­σεις. Ζοῦ­σε μιὰ ζω­ὴ προ­σαρ­μο­σμέ­νη στὸ νὰ ἐ­πι­δέ­χε­ται αὐ­τὰ τὰ δι­α­λείμ­μα­τα. Φρόν­τι­ζε νὰ ἀ­πο­φεύ­γει τὰ ψέ­μα­τα. Σὲ ὅ­σες ἱ­στο­ρί­ες ἄρ­χι­ζε, ξε­κα­θά­ρι­ζε πὼς ὑ­πάρ­χει ἕ­νας θρυ­λι­κὸς Μι­χά­λης ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή.

       Πέ­ρα­σαν ἄλ­λα δέ­κα χρό­νια. Ὁ χρό­νος τους ἦ­ταν οἱ δε­κα­ε­τί­ες. Ἡ ἱ­στο­ρί­α τους ἦ­ταν πε­ρι­ο­δι­κὴ μὲ ἐ­πα­να­λη­πτι­κοὺς πα­ρα­τα­τι­κοὺς καὶ θα­μι­στι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις.

       Ὁ δέ­κα­τος Δε­κέμ­βρης ἦ­ταν μοι­ραῖ­ος. Ἡ Ἀ­θή­να φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ βί­α-ἐ­ξε­γέρ­σεις-δο­λο­φο­νί­ες. Λί­γο πρίν, ἔ­κα­ναν τὰ συ­νη­θι­σμέ­να τους ὄ­νει­ρα γιὰ τα­ξί­δια, γιὰ τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ μεί­νουν μα­ζὶ στὴν Ἀ­φρι­κή, στὴν Κα­ρα­ϊ­βι­κή, στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Λί­γο με­τά, ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν πά­λι στοὺς δρό­μους. Ἦ­ταν ἡ μέ­ρα τῶν τύ­ψε­ων. Πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της, για­τί ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σουν. Μύ­ρι­ζε ἔν­το­να δα­κρυ­γό­νο ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν ἀρ­χί­σει τὰ δά­κρυ­α.

       Τῆς εἶ­πε ὅ­τι αὐ­τό πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει. Πὼς πρέ­πει νὰ πά­ρει ἀ­πο­φά­σεις, πὼς δὲν θέ­λει ἄλ­λο νὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ει οὔ­τε τὴ μί­α οὔ­τε τὴν ἄλ­λη. Εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ τύ­ψεις καὶ ἀ­γω­νί­α, για­τί τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ μα­ζὶ χω­ρὶς προ­φυ­λά­ξεις. Τῆς ζή­τη­σε νὰ κά­νει ἕ­να τέ­στ, ἀ­πὸ αὐ­τὰ γιὰ τὸν ἰ­ὸ τοῦ a­i­ds.

       Ἡ Λά­ου­ρα κοί­τα­ζε τὸ δρό­μο. Ἦ­ταν γε­μά­τος σπα­σμέ­να μάρ­μα­ρα ἀ­πὸ τὶς ὁ­δο­μα­χί­ες τῆς προ­η­γού­με­νης μέ­ρας καὶ ξαφ­νι­κὰ ἔ­νι­ω­σε κά­τι σὰν διαύ­γεια. Ἡ ἱ­στο­ρί­α τους εἶ­χε πε­ρά­σει ἐ­πι­τέ­λους ἀ­πὸ τὴν ἐ­πα­να­λη­πτι­κή, re­pe­ti­tif ἀ­φή­γη­ση στὴν ἑ­νι­κή. Sin­gu­latif.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Κα­τε­ρί­να Χα­ρα­λαμ­πο­πού­λου (Πά­τρα, 1976). Σπού­δα­σε στὴν σχο­λὴ Ἀρ­χι­τε­κτό­νων τοῦ ΕΜΠ ἀ­πὸ ὅ­που ἀ­πο­φοί­τη­σε τὸ 2003 καὶ ἀ­πέ­κτη­σε με­τα­πτυ­χια­κὸ Δί­πλω­μα M­Sc A­r­c­h­i­t­e­c­t­u­r­al H­i­s­t­o­ry ἀ­πὸ τὴν σχο­λὴ B­a­r­t­l­e­tt τοῦ U­CL. Σή­με­ρα, εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ ΕΜΠ καὶ ὑ­πό­τρο­φος τοῦ EΛ­ΚΕ. Τὸ θέ­μα τῆς Δι­α­τρι­βῆς εἶ­ναι «Πε­ρι­γρα­φή, Ρε­α­λι­σμὸς καὶ Λε­πτο­μέ­ρεια στὴν Ἱ­στο­ρί­α Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς». Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἀρ­χι­τέ­κτων ἀλ­λὰ καὶ ὡς ὡ­ρο­μί­σθια ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὸ Τμῆ­μα Ἀ­να­καί­νι­σης τοῦ ΤΕΙ Πά­τρας. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα: 13 νέ­οι συγ­γρα­φεῖς (Νε­φέ­λη, 2002) καὶ Ἐ­πι­στρο­φὴ στὸ χω­ριό (Α/συ­νέ­χεια, 2011).

 

Βασίλης Τσιαμπούσης: Μακιγιάζ

 

 

Βασίλης Τσιαμπούσης

 

Μακιγιάζ

 

ΡΕΙΠΙΑ ΤΩΝ ΕΡΕΙΠΙΩΝ! Πε­νήν­τα χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μας συ­νάν­τη­ση, ἡ μιὰ στὴν κά­σα κι ἡ ἄλ­λη δί­πλα της, στὸν κα­να­πέ, σὰν χα­μέ­νη! Στὸ σα­λό­νι σι­ω­πή, ὁ κα­θέ­νας ἀ­να­σταί­νει δι­κές του μνῆ­μες…

       Δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60, χει­μώ­νας, τὶς φι­λο­ξε­νοῦ­με στὸ σπί­τι μας. Ἡ σόμ­πα στὸ δω­μά­τιό τους μπουμ­που­νί­ζει, κου­βα­λά­ω ξύ­λα ἀ­βέρ­τα. Εἶ­ναι πα­νέ­μορ­φες καὶ μο­σχο­μυ­ρί­ζουν, ἔ­χουν καὶ κά­τι δερ­μά­τι­να τσαν­τά­κια γε­μά­τα μὲ καλ­λυν­τι­κὰ καὶ χά­πια. Κρα­γιόν, μπο­γι­ές, λάκ, ἀν­τι­ό­ξι­να καὶ ἠ­ρε­μι­στι­κὰ τῶν 0,25…

       Ἡ μά­να μπρο­στά τους μοιά­ζει ἀ­νά­ξια λό­γου. Πί­σω ἀ­π’ τὸ χον­τρο­κομ­μέ­νο σκε­λε­τὸ τῶν γυ­α­λι­ῶν της τὰ μά­τια της μοιά­ζουν μι­κρὰ κουμ­πιά. Τὰ μαλ­λιά της εἶ­ναι ἀ­χτέ­νι­στα, τὰ ροῦ­χα της ξε­θω­ρι­α­σμέ­να, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ἔ­χω μιὰ ἄλ­λη μά­να, μιὰ ἄλ­λη ζω­ή.

       Κά­ποι­ο ­ἀ­π’ τὰ πρω­ι­νὰ ἀ­νοί­γει φύλ­λο καὶ κά­νει τυ­ρό­πιτ­τα. Οἱ δύο γυ­ναῖ­κες ἐκ­φρά­ζουν τὸ θαυ­μα­σμό τους γιὰ τὴν ὑ­πέ­ρο­χη γεύ­ση. Μοῦ φαί­νε­ται πα­λα­βό, ἡ μί­α εἶ­ναι δι­κη­γό­ρος κι ἡ ἄλ­λη ὀ­δον­το­για­τρός, ἡ πίτ­τα τοὺς ἐν­τυ­πω­σί­α­σε; Ρω­τοῦν ἂν ὑ­πάρ­χει νε­σκα­φέ! Ἡ μά­να θέ­λει νὰ μὲ στεί­λει στὸν μπα­κά­λη ν’ ἀ­γο­ρά­σω, ἐ­κεῖ­νες δὲ δέ­χον­ται καὶ πί­νουν ἡ μιὰ τούρ­κι­κο κα­φὲ κι ἡ ἄλ­λη τσά­ι τοῦ βου­νοῦ. Πη­γαί­νω καὶ κά­θο­μαι στὰ πό­δια τῆς με­γα­λύ­τε­ρης. Μοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ μαλ­λιά. Σκύ­βει καὶ μοῦ φι­λᾶ τὸ μά­γου­λο. Τὴ σφίγ­γω στὴν ἀγ­κα­λιά μου.

       Τρί­α χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ δα­σκά­λα μᾶς ζη­τᾶ νὰ γρά­ψου­με ἕ­να γράμ­μα στὸν πιὸ δι­κό μας ἄν­θρω­πο. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ γρά­φουν στὶς μα­νά­δες τους ἢ σὲ δι­ά­φο­ρους συγ­γε­νεῖς τους… Ἐ­γὼ γρά­φω στὴ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ τὶς δύο ἀ­δερ­φές. Τα­χυ­δρο­μῶ τὸ γράμ­μα ἀλ­λά μοῦ ἐ­πι­στρέ­φε­ται, για­τί ἔ­γρα­ψα λά­θος δι­εύ­θυν­ση. Αἰ­σθά­νο­μαι βα­θύ­τα­τη ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὸ κρα­τῶ νὰ τῆς τὸ δώ­σω, ὅ­ταν θὰ τὴν ξα­να­δῶ.

       Ὅ­ταν τὴν ξα­να­βλέ­πω εἶ­μαι πιὰ με­γά­λος, ἐ­κεί­νη παν­τρε­μέ­νη ἀλ­λὰ χω­ρὶς παι­διά, τῆς λέ­ω τὴν ἱ­στο­ρί­α, γε­λᾶ­με, τῆς ἀ­ρέ­σει. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια τὴ δι­η­γεῖ­ται μπρο­στά μου, τε­λεί­ως πα­ραλ­λαγ­μέ­νη: «Μοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να γράμ­μα καὶ μοῦ ἔ­λε­γε…». Ἀ­κού­γον­τας τὰ λό­για της αἰ­σθάν­θη­κα σὰν κά­πο­τε νὰ ὑ­φά­να­με οἱ δυ­ό μας μιὰ γλυ­κιὰ συ­νω­μο­σί­α.

       Πλη­σιά­ζω στὴ «μι­κρὴ ἀ­δερ­φή», γύ­ρω στὰ ὀ­γδόν­τα πιά, καὶ τῆς δί­νω τὸ χέ­ρι. Προ­σπα­θεῖ νὰ μὲ θυ­μη­θεῖ, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ. «Στὴ Δρά­μα ἤρ­θα­με μιὰ φο­ρά, ἀλ­λὰ μεί­να­με στὸ ξε­νο­δο­χεῖο…», μοῦ λέ­ει. Σκέ­φτο­μαι νὰ τῆς θυ­μί­σω τὸ πε­ρι­στα­τι­κό, ἀλ­λὰ τί νὰ ξέ­ρει γιὰ κά­τι ποὺ δὲν ἔ­φτα­σε πο­τὲ στὸν προ­ο­ρι­σμό του;

       Στὸ τέ­λος τῆς λέ­ω: «Κι ἡ μά­να μου, ὅ­πως ἡ ἀ­δερ­φή σας, πρὶν πε­θά­νει, βα­σα­νί­στη­κε πο­λύ. Τέσ­σε­ρα χρό­νια ἦ­ταν κα­τά­κοι­τη. Ξέ­ρε­τε, σὲ ὅ­λη της τὴ ζω­ὴ δὲν ξε­κου­ρά­στη­κε πο­τέ… Καὶ κα­ταν­τή­σα­με, ὅ­ταν πέ­θα­νε, νὰ ποῦ­με πὼς γλί­τω­σε.»

       Προ­σπα­θεῖ κά­τι νὰ πεῖ, δὲν μπο­ρεῖ, κά­ποι­ος καί­ει θυ­μί­α­μα καὶ μᾶς πιά­νει ὅ­λους βή­χας. Ση­κώ­νε­ται, πά­ει καὶ στέ­κε­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο, χα­ϊ­δεύ­ει μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα τὸ πρό­σω­πο τῆς ἀ­δερ­φῆς της πού, γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, εἶ­ναι ἄ­ψο­γα χτε­νι­σμέ­νη καὶ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ λεί­πει μό­νο λί­γο κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὰ χεί­λη της, γιὰ νὰ θυ­μί­ζει τὴ χα­μέ­νη ὀ­μορ­φιὰ ποὺ πιὰ δὲν ἔ­χει κα­μί­α ση­μα­σί­α.

 

  

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Ὁ ἑστιάτορας…

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας…

(Der Gastwirt…­)

 

Ε­ΣΤΙ­Α­ΤΟ­ΡΑΣ βρι­σκό­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μα­ζὶ μὲ τὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὶς δύ­ο ἀ­δερ­φές του στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, γε­μί­ζον­τας ἕ­να μα­κρὺ ἔν­τε­ρο γιὰ νὰ φτιά­ξει λου­κά­νι­κα καὶ κρε­μών­τας τα γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Χρη­σι­μο­ποι­ών­τας κρι­θα­ρέ­νιο ἀ­λεύ­ρι, κα­τόρ­θω­σε νὰ φτιά­ξει πε­ρισ­σό­τε­ρα λου­κά­νι­κα ἀ­π’ τὸ ἐ­πι­τρε­πτό, πράγ­μα ὅ­μως ποὺ κα­νεὶς δὲ θὰ πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ. Μὲ τὸ πέ­ρας τῆς δου­λειᾶς καὶ κα­θὼς καὶ τὰ τε­λευ­ταῖα ὑ­πο­λεί­μα­τα τῆς σφα­γῆς ποὺ δι­ήρ­κε­σε ὅ­λη μέ­ρα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν, ἐ­πι­πλέ­ον­τας στὸ νε­ρό, ἔ­στει­λε τοὺς ὑ­πό­λοι­πους γιὰ ὕ­πνο. Σὰν κά­θη­σε στὴν πόρ­τα γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ἀ­νά­σα του κι ἀ­να­λο­γι­ζό­ταν πῶς θὰ στή­σει τὰ τρα­πέ­ζια γιὰ τὴν πα­νή­γυ­ρη ποὺ θὰ γιόρ­τα­ζε τὴν ἐρ­χό­με­νη Κυ­ρια­κὴ στὸν κῆ­πο ἐμ­πρὸς ἀ­π’ τὸ σπί­τι του, ἦρ­θε ἕ­νας με­θυ­σμέ­νος καὶ τοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε τὴν πρό­θε­σή του ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει. Θὰ κρε­μα­στεῖ, λέ­ει, στὸ ἑ­πό­με­νο δέν­τρο ποὺ θὰ βρεῖ. Ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας ξέ­σπα­σε σὲ γέ­λια, κλεί­δω­σε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα καὶ ξά­πλω­σε. Ἐ­νῶ, τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, ἔ­σερ­νε στὸ κτῆ­μα δυ­ὸ σα­νί­δες γιὰ τὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς σκο­πο­βο­λῆς, ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸν με­θυ­σμέ­νο τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας νὰ κρέ­με­ται σὲ μιὰ ἀ­π’ τὶς μη­λι­ές του. Εἶ­χε ὄν­τως κρε­μα­στεῖ. Κα­θὼς ὅ­μως τὴν Κυ­ρια­κὴ θὰ ἐ­λάμ­βα­νε χώ­ρα στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ ἡ πα­νή­γυ­ρις, ὁ ἑ­στι­ά­το­ρας δὲν πῆ­γε στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α προ­κει­μέ­νου νὰ δη­λώ­σει τὸ συμ­βάν, πα­ρὰ ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ ποὺ συγ­κρα­τοῦ­σε τὸ ἄ­ψυ­χο σῶ­μα στὸ δέν­τρο, ἀ­φή­νον­τάς το νὰ πέ­σει στὸ γρα­σί­δι. Ζεύ­ει τὸ λοι­πὸν ἕ­να ἄ­λο­γο καὶ τρα­βᾶ τὸ πτῶ­μα πά­νω στὴν κα­ρό­τσα. Χω­ρὶς πολ­λὴ σκέ­ψη κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ δά­σος ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἀ­πό­στα­ση μι­σῆς ὥ­ρας ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του. Στε­ρε­ώ­νει ἕ­ναν σι­δε­ρέ­νιο τρο­χὸ πά­νω στὸ νε­κρὸ κορ­μὶ καὶ τὸ βυ­θί­ζει στὴ λι­μνού­λα πί­σω ἀ­π’ τὸ δά­σος. Τώ­ρα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει τὸ πα­νη­γύ­ρι χω­ρὶς κω­λύ­μα­τα. Οἱ κα­λε­σμέ­νοι εὐ­χα­ρι­στιοῦν­ται τὸ πα­νη­γύ­ρι, κι­νού­με­νοι ἀ­νά­με­σα στὸ πε­ρί­πτε­ρο τῆς σκο­πο­βο­λῆς καὶ τὴν ἀ­νοι­χτὴ κου­ζί­να. Κα­νεὶς δὲ μα­θαί­νει πο­τὲ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ γιὰ τὸν με­θυ­σμέ­νο ἄν­δρα τῆς γει­το­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας, τὸν ὁ­ποῖ­ο μὲν ψά­χνουν μέ­ρες ὁ­λό­κλη­ρες, σύν­το­μα ὅ­μως ἔ­χουν ξε­χά­σει.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Συμ­βάν­τα, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 35-36. (Tho­mas Bern­hard, Erei­gnis­se, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1994).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard): Παρὰ τρίχα

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ (Thomas Bernhard)

 

Πα­ρὰ τρί­χα

(Fast)

 

ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΕΚΔΡΟΜΗ στὸ Μόλ­ταλ, στὸ ὁ­ποῖ­ο πάν­το­τε ἤ­μα­σταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς, πι­ά­σα­με τὴν κου­βέν­τα σὲ ἕ­να παν­δο­χεῖ­ο στὸ Ὀμ­περ­βέλ­λαχ, τὸ ὁ­ποῖ­ο μᾶς συ­νέ­στη­σε ἕ­νας για­τρὸς στὸ Λίν­τς καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲ μᾶς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σε, μὲ μιὰ πα­ρέ­α βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τὰ τὸ σχό­λα­σμα συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ παν­δο­χεῖ­ο, ἔ­παι­ζαν τσί­τερ καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν καὶ γιὰ μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρὰ μᾶς θύ­μι­σαν μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τοὺς ἀ­νε­ξάν­τλη­τους θη­σαυ­ροὺς τῆς μου­σι­κῆς πα­ρά­δο­σης τοῦ Κέρ­ντεν. Ὅ­ταν ἦ­ταν κά­πως πε­ρα­σμέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ πα­ρέ­α τῶν βο­η­θῶν λι­θο­ξό­ων ἦρ­θε καὶ κά­θη­σε στὸ τρα­πέ­ζι μας καὶ κα­θέ­νας τους ἀ­πέ­δω­σε κα­τὰ τὸ δυ­να­τὸν κα­λύ­τε­ρο τρό­πο κά­ποι­ο ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτο ἢ ἀ­ξι­ο­στό­χα­στο πε­ρι­στα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του. Κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τήν, τὴν πρό­σο­χη μᾶς τρά­βη­ξε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­κεῖ­νος ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι στὰ δε­κα­ε­φτά του, προ­κει­μέ­νου νὰ κερ­δί­σει ἕ­να στοί­χη­μα ποὺ εἶ­χε βά­λει μ’ ἕ­ναν συ­νά­δελ­φό του, ἀ­νέ­βη­κε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ —ὡς γνω­στόν— πα­νύ­ψη­λου καμ­πα­να­ριοῦ στὸ Τάμ­σβεγκ. Πα­ρὰ τρί­χα γλί­τω­σα τὴ θα­νά­σι­μη πτώ­ση, εἶ­πε ὁ βο­η­θὸς λι­θο­ξό­ος, το­νί­ζον­τας στὴ συ­νέ­χεια ρη­τὰ καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὅ­τι πα­ρὰ τρί­χα θὰ τὸν εἶ­χαν γρά­ψει οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες.

 

 

Πη­γή: Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, Μι­μη­τὴς φω­νῶν, ἐκ­δό­σεις Σούρ­καμπ, σελ. 27-28 (Tho­mas Bern­hard, Stim­me­ni­mi­ta­tor, Suhrkamp Verlag, Frankfurt am Main, 1987).

 

Νίκλας Τόμας Μπέρνχαρντ (Niclaas Thomas Bernhard) (Χέ­ερ­λεν Ὀλ­λαν­δί­ας 09.02.1931–Γκμοῦν­τεν Αὐ­στρί­ας 12.02.1989). Πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ ποι­η­τής, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να καὶ ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα στὴν πα­τρί­δα του, Αὐ­στρί­α. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δύ­σκο­λα παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ τὴ μά­χη μὲ τὴ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­χον­τας ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ γυ­μνά­σιο, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται στὴ συγ­γρα­φή. Θέ­μα­τά του ἡ μο­να­ξιά, ὁ πό­νος, ὁ θά­να­τος, τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Στὰ ἔρ­γα του κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο παί­ζουν ἡ εἰ­ρω­νεί­α κι ὁ σαρ­κα­σμὸς σὲ μα­κρό­συρ­τες καὶ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς φρά­σεις. Τι­μή­θη­κε μὲ πλῆ­θος βρα­βεί­ων, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Αὐ­στρί­ας (1967) καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Γκέ­οργκ Μπύ­χνερ (1970). Πέ­θα­νε ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­τας τὴν ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α τῶν ἔρ­γων του. (Βλέπε περισσότερα στὴν εἰσαγωγὴ τῆς μεταφράστριας ἐδῶ.)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.