Ἕλενα Σταγκουράκη: Τόμας Μπέρνχαρντ. Μικρὴ εἰσαγωγὴ στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του

 

 

Ἕλενα Σταγκουράκη

 

Τόμας Μπέρνχαρντ

Μι­κρὴ εἰ­σα­γω­γὴ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του

 

ΔΕΚΑΕΝΝΙΑΧΡΟΝΟΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΣ ποὺ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τό­μας Φάμ­πιαν ἐ­ξέ­δι­δε τὸ 1950 μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, βρι­σκό­ταν στὴν ἀρ­χὴ μιᾶς μα­κρᾶς συγ­γρα­φι­κῆς πο­ρεί­ας. Μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄ­νο­μα, Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ δεύ­τε­ρου μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ὁ Μπέρ­νχαρντ ὑ­πῆρ­ξε αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κά­ποι­α τραυ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τό­σο τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του, ὅ­σο καὶ τῆς συγ­γρα­φι­κῆς του ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­ας.

       Ὁ Μπέρ­νχαρντ γεν­νή­θη­κε στὴν Ὀλ­λαν­δί­α τὸ 1931, νό­θο τέ­κνο Αὐ­στρια­κῶν γο­νέ­ων. Πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σε τὸν πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε καὶ πέ­θα­νε νω­ρὶς ἀ­πὸ δι­αρ­ρο­ὴ γκα­ζιοῦ (πολ­λοὶ κά­νουν λό­γο γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α). Με­γά­λω­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς τῆς μη­τέ­ρας του στὴ Βι­έν­νη, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν πα­ρέ­λα­βαν ἤ­δη λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὴ γέν­νη­σή του. Ἡ μη­τέ­ρα του σύν­το­μα παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­κα­νε και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια. Λό­γῳ τῶν συγ­κρού­σε­ών του μὲ αὐ­τήν, ὁ Μπέρ­νχαρντ εἰ­σή­χθη γιὰ ἕ­να χρό­νο σὲ ἵ­δρυ­μα γιὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στα παι­διά, ἐ­νῶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­στά­λη ἐ­σώ­κλει­στος στὸ τό­τε ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κὸ καὶ με­τέ­πει­τα κα­θο­λι­κὸ Γυ­μνά­σιο Γι­ο­χα­νέ­ουμ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐγ­κα­τέ­λει­ψε στὰ τρί­α χρό­νια, δι­α­κό­πτoν­τας τὶς σπου­δές του.

       Σταθ­μὸς στὴ ζω­ὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὑ­πῆρ­ξε ἡ πε­ρί­ο­δος 1949-1950. Τὸ 1949, στὴν κρί­σι­μη ἡ­λι­κί­α τῶν 18 χρό­νων, ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ριὰ μὲ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­φτα­σε στὰ πρό­θυ­ρα τοῦ θα­νά­του. Γιὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­σή του ἀ­παι­τή­θη­καν δύ­ο χρό­νια σὲ δι­ά­φο­ρα σα­να­τό­ρια, ἐ­νῶ ἔ­κτο­τε ἡ ὑ­γεί­α του πα­ρέ­μει­νε εὔ­θραυ­στη. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἀ­πε­βί­ω­σε ὁ παπ­πούς του, τὸ μό­νο οὐ­σι­α­στι­κὸ στή­ριγ­μά του, ἐ­νῶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο ἔ­χα­σε καὶ τὴ μη­τέ­ρα του. Τό­τε ἦ­ταν ὅ­μως ποὺ γνώ­ρι­σε τὴν Χέν­τβιχ Στα­βι­ά­νι­τσεκ.

       Τὰ δύ­ο αὐ­τὰ πρό­σω­πα, ὁ παπ­ποὺς-συγ­γρα­φέ­ας Γι­ο­χά­νες Φρο­ϊμ­μπί­χλερ καὶ ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴν πο­ρεί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ὁ πρῶ­τος ἔ­δω­σε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση στὴν παι­δεί­α τοῦ ἐγ­γο­νοῦ του, φρόν­τι­σε νὰ τοῦ ἐμ­φυ­σή­σει τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴ φι­λο­σο­φί­α καὶ τὸ ὑ­ψη­λό, κα­θὼς καὶ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει μὲ τὰ λί­γα μέ­σα ποὺ δι­έ­θε­τε μου­σι­κὴ παι­δεί­α. Ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ, τὴν ὁ­ποί­α ὁ Μπέρ­νχαρντ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «σύν­τρο­φο ζω­ῆς» καὶ «θεί­α», ὄν­τας τριά­ντα πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο, ἦρ­θε νὰ παί­ξει τὸν ρό­λο τῆς ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­πού­σας μη­τέ­ρας, νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση της με­τὰ τὸ θά­να­τό της, ἀλ­λὰ καὶ νὰ συμ­βάλ­λει κα­τα­λυ­τι­κὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Μπέρ­νχαρντ στὴν κοι­νω­νί­α τῆς Βι­έν­νης καὶ τὸν συγ­γρα­φι­κὸ κό­σμο.

       Τὰ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ ποί­η­ση ἔ­γι­ναν γνω­στὰ στὴν Αὐ­στρί­α γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή τους ποι­ό­τη­τα, ὡ­στό­σο ἡ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­σή τους ὀ­φεί­λε­ται στὰ συ­νε­χῆ σκάν­δα­λα, τὶς συ­ζη­τή­σεις, τὶς ἔ­ρι­δες ποὺ προ­ξε­νοῦ­σε ἅ­μα τὴ ἐμ­φα­νί­σει κά­θε ἔρ­γο του. Ὁ Μπέρν­χαρντ δὲν δί­στα­ζε νὰ στρα­φεῖ εὐ­θέ­ως κα­τὰ τοῦ αὐ­στρια­κοῦ κρά­τους —τὸ ὁ­ποῖ­ο χα­ρα­κτή­ρι­ζε «κα­θο­λι­κὸ κι ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κό»­—, τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ κά­θε προ­σώ­που καὶ θε­σμοῦ, αὐ­στρια­κοῦ καὶ μή. Γιὰ τὴν Αὐ­στρί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ «μιὰ κό­λα­ση, ὅ­που το πνεῦ­μα ἐκ­μη­δε­νί­ζε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως, ἐ­νῶ τέ­χνη κι ἐ­πι­στή­μη ἀ­πα­ξι­ώ­νον­ται»1. Τὸ αὐ­στρια­κὸ κρά­τος γιὰ ἐ­κεῖ­νον δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ «σχη­μα­τι­σμὸς κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὴν ἀ­πο­τυ­χί­α» καὶ οἱ Αὐ­στρια­κοὶ «πλά­σμα­τα τῆς ἀ­γω­νί­ας». Ὅ­σο γιὰ πο­λι­τι­κὰ πρό­σω­πα καὶ συγ­γρα­φεῖς, συ­χνὰ εἶ­δαν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ται σὲ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὶς δη­μό­σι­ες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, τὶς μη­νύ­σεις, ἀλ­λὰ καὶ τὶς φω­νὲς γιὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ση πα­ρα­στά­σε­ων, ἕ­ως καὶ τὴν στέ­ρη­ση τῆς ἰ­θα­γέ­νει­ας. Πο­λὺ συ­χνὰ δὲ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­ζαν «προ­δό­τη τῆς πα­τρί­δας του» καὶ «μί­α­σμα τῆς ἴ­διας του τῆς φω­λιᾶς». Αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­γα­πη­τὸς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ὄν­τας ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα, στὴν πα­τρί­δα του ἀ­πέ­κτη­σε ἀ­νυ­στε­ρό­βου­λους φί­λους, ἀλ­λὰ καὶ ἄ­σπον­δους ἐ­χθρούς. Ἡ τε­λευ­ταί­α πρά­ξη ἀν­τί­στα­σης κι «ἐκ­δί­κη­σης» ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πα­τρί­δα του ἦρ­θε με­τὰ θά­να­τον, μὲ τὴν ἀ­πα­γό­ρευ­ση ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­σης καὶ με­τα­φο­ρᾶς στὸ θέ­α­τρο τῶν ἔρ­γων του, ἀ­πα­γό­ρευ­ση ποὺ δι­α­χει­ρί­στη­κε κι ἐν μέ­ρει ἦ­ρε ὁ κλη­ρο­νό­μος ἑ­τε­ρο­θα­λὴς ἀ­δερ­φός του.

       Ὡ­στό­σο, χρή­ζει δι­ά­κρι­σης τὸ ἑ­ξῆς: ὁ Μπέρ­νχαρντ δὲν ἀ­σκοῦ­σε ἁ­πλῶς κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή, δὲν ἔ­θι­γε μὲ τρό­πο ἐ­πι­φα­νεια­κὸ τὰ κα­κῶς κεί­με­να. Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πὸ ἔν­το­νο πνεῦ­μα ἀρ­νη­τι­σμοῦ κι ἀ­πόρ­ρι­ψης, ἀ­πε­χθα­νό­ταν τὸν κό­σμο κι ὅ,τι βρι­σκό­ταν σὲ αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν τό­σο στὴν προ­σω­πι­κή του ζω­ή, ὅ­σο καὶ στὸν συγ­γρα­φι­κό του βίο. Ὅ­σοι τὸν κα­τα­κρί­νουν, μι­λοῦν γιὰ μι­σάν­θρω­πο συγ­γρα­φέ­α καὶ τοῦ ἐ­πιρ­ρί­πτουν ἕ­να σω­ρὸ ἐ­λατ­τώ­μα­τα καὶ πα­ρα­ξε­νι­ές.

       Πό­σο εὔ­λο­γα, ὅ­μως, φαν­τά­ζουν ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τοὺς κα­τα­λυ­τι­κοὺς πα­ρά­γον­τες τῆς ζω­ῆς του: πλή­ρης ἔλ­λει­ψη πα­τέ­ρα, δια­ρκὴς ἀ­που­σί­α μη­τέ­ρας, ἀ­πόρ­ρι­ψη, ἀ­σθέ­νεια, θά­να­τος, ἐ­πα­φὴ μὲ να­ζι­στι­κὲς ἰ­δέ­ες. Ἔ­τσι, ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, τὴ μο­να­ξιὰ καὶ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, τὸν πό­νο, τὴν ἀ­νελ­πι­σί­α τοῦ κό­σμου καὶ τὸν θά­να­το.

       Ἡ δὲ ἀ­σθέ­νειά του, ἡ δυ­σκο­λί­α του ν’ ἀ­να­πνεύ­σει, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὑ­φο­λο­γι­κὰ στὸ ἔρ­γο του μὲ μα­κρό­συρ­τες προ­τά­σεις ἄ­πνοι­ας, ποὺ ἔ­κα­ναν τὴν Ἐλ­φρίν­τε Γι­έ­λι­νεκ νὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρί­σει «ποι­η­τὴ τῆς ὁ­μι­λί­ας» κι ὄ­χι τῆς γρα­φῆς. Ὡ­στό­σο, τὴν ἀ­να­πνο­ὴ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος γιὰ νὰ δεί­ξει καὶ τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς γρα­φῆς γιὰ ἐ­κεῖ­νον: «ἀ­να­πνο­ὴ καὶ γρα­φὴ εἶ­ναι ἕ­να καὶ τὸ αὐ­τό».

       Ἡ ση­μα­σί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς δὲν εἶ­ναι τὸ μό­νο στοι­χεῖ­ο, κα­θο­ρι­στι­κό του ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ἀν­τι­θέ­τως, τὸ αὐ­τὸ ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὸν ἀ­πό­λυ­το τρό­πο τῆς ἔκ­φρα­σής του, ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ἀ­πο­κλεί­ει ἐκ τῶν προ­τέ­ρων τὴ δι­α­τύ­πω­ση ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­πό­ψε­ων. Οἱ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις καὶ ἡ συ­χνό­τα­τη ἐ­πα­νά­λη­ψη λέ­ξε­ων ὅ­πως «φυ­σι­κά», «τὰ πάν­τα», «τί­πο­τα», «συ­νε­χῶς», «ἀ­πό­λυ­τα» δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν τὴ δι­α­φω­νί­α. Πρό­κει­ται γιὰ τὴ μί­α καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­λή­θεια.

       Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὶ τοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ πο­λὺ συ­χνοὶ μο­νό­λο­γοι ἑ­νὸς ἀ­φη­γη­τῆ σὲ πρῶ­το πρό­σω­πο, συ­χνὰ δὲ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ἕ­ναν βου­βὸ ἀ­κρο­α­τὴ ἢ μα­θη­τευ­ό­με­νο, πά­νω σε κά­ποι­ο ἀ­πο­τρό­παι­ο θέ­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἢ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ ποὺ θέ­τει ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας μέ­σῳ τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ του. Οἱ ἀ­φη­γη­τὲς αὐ­τοί, συ­νή­θως ἐ­πι­στή­μο­νες, «ἄν­θρω­ποι τοῦ πνεύ­μα­τος» ὅ­πως εἰ­ρω­νι­κὰ τοὺς ὀ­νο­μά­ζει ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­κτο­ξεύ­ουν μύ­δρους κα­τὰ τῶν ἀ­νό­η­των μα­ζῶν καὶ τὰ βά­ζουν μὲ κά­θε ἱ­ε­ρὸ καὶ ὅ­σιο. Ὡ­στό­σο, τό­σο ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, ὅ­σο καὶ ἡ δυ­σα­ρέ­σκεια μὲ τὰ πάν­τα δὲν πρέ­πει ν’ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἑ­κά­στο­τε ἀ­φη­γη­τή, ἀν­τι­θέ­τως φρον­τί­ζει νὰ παίρ­νει ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ αὐ­τόν, δη­λώ­νον­τάς το συ­χνὰ ρη­τῶς. Πρό­κει­ται γιὰ πρό­ζα ρό­λων κι ὄ­χι γιὰ ἄ­με­σα αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὰ κεί­με­να.

       Ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὅ­που ἡ βι­ο­γρα­φί­α συγ­κλί­νει μὲ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ὑ­περ­βο­λῆς, τῆς κλι­μά­κω­σης. Τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο ἰ­δε­ῶν καὶ θε­μά­των, ὅ­σο καὶ σ’ αὐ­τὸ τῆς ἔκ­φρα­σης, ὁ Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­τυγ­χά­νει, μέ­σῳ τῆς ἐ­λα­φρῶς τρο­πο­ποι­ού­με­νης κά­θε φο­ρὰ ἐ­πα­νά­λη­ψης, τῆς πα­ραλ­λα­γῆς, τὴν κλι­μά­κω­ση. Αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ὁ τρό­πος θυ­μί­ζει τὶς με­θό­δους σύν­θε­σης στὴ μου­σι­κὴ κι ἂς θυ­μη­θεῖ ἐ­δῶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴ μου­σι­κὴ παι­δεί­α τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὁ ἴ­διος μά­λι­στα πα­ρα­δε­χό­ταν ὅ­τι ἡ μου­σι­κό­τη­τα ἦ­ταν με­γί­στης ση­μα­σί­ας στὰ κεί­με­νά του, κα­θὼς καὶ ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ γε­νι­κὰ «δι­α­κρί­νει ἕ­ναν Αὐ­στρια­κὸ ἀ­πὸ ἕ­ναν Γερ­μα­νό, κα­θὼς γιὰ τὸν Γερ­μα­νὸ ἡ μου­σι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτη».

       Κι ἂν ὁ Μπέρ­νχαρντ κα­θί­στα­ται δύ­στρο­πος κι ἀ­πω­θη­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας μὲ τὴν εἰ­ρω­νεί­α, τὸ σαρ­κα­σμὸ καὶ τὴν ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τά του, ὑ­πάρ­χουν καὶ γνω­ρί­σμα­τα ποὺ δροῦν ἀν­τι­σταθ­μι­στι­κά. Αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ γλωσ­σι­κή του ἐ­κλέ­πτυν­ση, ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ χιοῦ­μορ ποὺ ἔ­χει κι ἀ­πο­τυ­πώ­νει στὰ γρα­πτά του, ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὰ κεί­με­νά του, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ἐ­κεῖ­να ἄλ­λων ἐ­ξε­χόν­των συγ­γρα­φέ­ων τῆς ἐ­πο­χῆς του, γί­νον­ται εὐ­κό­λως κα­τα­νο­η­τὰ κι ἀ­πὸ τὸν μὴ ἐ­πα­ΐ­ον­τα, ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­γρό­τη, «μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ μό­νο», σύμ­φω­να μὲ τὸ συγ­γρα­φέ­α, «ἔ­χει νό­η­μα νὰ συ­ζη­τᾶ κα­νείς».

  

       Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Τό­μας Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­λέ­χθη­κε τὸ ἀ­πάν­θι­σμα τῶν συν­το­μό­τα­των δι­η­γη­μά­των του ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν στοὺς τό­μους Μι­μη­τὴς φω­νῶν (1987)2 καὶ Συμ­βάν­τα (1994). Πρό­κει­ται γιὰ κεί­με­να μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σθη­τὸ τὸν σπιν­θή­ρα τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, τοῦ σαρ­κα­σμοῦ καὶ τοῦ κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νου χι­οῦ­μορ, δη­λα­δὴ τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρν­χαρντ, ἕ­ναν σπιν­θή­ρα ποὺ ἡ λάμ­ψη του δια­ρκεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κλά­σμα χρό­νου.

 

       Ἀ­θή­να, 4 Σε­πτεμ­βρί­ου 2011

 

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

1. Ἀ­παν­τᾶ­ται στὸ δι­ή­γη­μα «Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμὸς» ποὺ ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

2. Νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με ὅ­τι ὁ συγκεκριμένος τό­μος δι­η­γη­μά­των ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Ἴ­σα­ρη (μὲ τίτλο Ὁ μίμος τῶν φωνῶν).

 

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: