Πάνος Πρωτοπαπάς: Οἱ ἄλλοι

 

 

Πά­νος Πρω­το­πα­πάς

 

Οἱ ἄλ­λοι

 

Η ΖΩΗ ΜΟΥ τὴν πέ­ρα­σα κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα μιᾶς ἄ­δειας πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Ἐ­δῶ πέ­ρα­σαν τὴ ζω­ή τους καὶ οἱ γο­νεῖς μου, κλει­σμέ­νοι κι αὐ­τοί, ὅ­πως καὶ οἱ δι­κοί τους γο­νεῖς καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει πό­σοι ξε­χα­σμέ­νοι συγ­γε­νεῖς μου ἀ­κό­μα. Ὅ­λοι ἤ­ξε­ραν πὼς ζοῦ­σαν κλει­σμέ­νοι σὲ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα μιᾶς ἄ­δειας πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Μέ­χρι ποὺ ἦρ­θαν οἱ «­ἄλ­λοι­» καὶ μᾶς εἶ­παν πὼς λά­θος κα­τα­λά­βα­με, οὔ­τε γιὰ δι­α­μέ­ρι­σμα πρό­κει­ται, οὔ­τε γιὰ ἄ­δεια πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Ὡ­στό­σο τὰ δει­λι­νὰ ποὺ πα­ρα­τη­ρῶ προ­σε­κτι­κὰ τὸν πε­ζό­δρο­μο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α, βε­βαι­ώ­νο­μαι πὼς ἔ­χω δί­κιο. Για­τί ἀ­κό­μα καὶ τὸ πα­σι­φα­νὲς —δη­λα­δὴ τὸν πε­ζό­δρο­μο— οἱ «­ἄλ­λοι» τὸ ὀ­νο­μά­ζουν δι­ά­δρο­μο κά­ποι­ου κρυ­φοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Οἱ «ἄλ­λοι», οἱ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γοὶ λέ­ξε­ων, οἱ ἐ­φευ­ρέ­τες ἐν­νοι­ῶν, οἱ μά­γοι τῆς πα­ρα­πλά­νη­σης…

       Κά­θε δει­λι­νὸ βλέ­πω τὴν ἴ­δια πε­ρα­στι­κὴ κυ­ρί­α νὰ ρεμ­βά­ζει στὸν πε­ζό­δρο­μο. Τί γι­γαν­τια­ία κυ­ρί­α! Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ἐ­κτό­πι­σμα δι­α­πι­στώ­θη­κε πρὶν χρό­νια, ὅ­ταν κά­ποι­ος πρό­γο­νός μου τόλ­μη­σε νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα. Τὸν ἔ­λι­ω­σε κα­τὰ λά­θος μὲ τὸ τα­κού­νι της. Μί­α τό­σο τε­ρά­στια γυ­ναί­κα δὲν θὰ χω­ροῦ­σε φυ­σι­κὰ σὲ ἕ­να δι­ά­δρο­μο.

       Πέ­ρα­σαν αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον τὸν —πρῶ­το— θά­να­το. Μέ­χρι τό­τε, οἱ νε­κροί μας δὲν πέ­θαι­ναν, κοι­μόν­του­σαν. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια, πέ­θα­νε καὶ ἡ γι­γαν­τια­ία κυ­ρί­α, ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φό­ρη­σαν οἱ «ἄλ­λοι­», οἱ ἐ­φευ­ρέ­τες τοῦ θα­νά­του. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, τὴ γι­γάν­τισ­σα τὴ βλέ­πω κά­θε μέ­ρα, αἰ­ῶ­νες με­τὰ τὸ συμ­βάν. Καὶ κα­θό­λου, νὰ πεῖς, δὲν θυ­μᾶ­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου στὸ κά­δρο ἐ­κεί­νου τοῦ φρι­κτοῦ δει­λι­νοῦ. Ἄ­ρα, ἂν δὲν ζῶ σή­με­ρα καὶ ζοῦ­σα τό­τε, ὅ­πως θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κά­ποι­ος κα­κό­πι­στος, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ θυ­μᾶ­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου πα­ρόν­τα στὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Ὅ­ταν ὅ­μως τσιμ­πῶ τὸ μά­γου­λό μου νι­ώ­θω πό­νο. Ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω σή­με­ρα καὶ ὄ­χι τό­τε. Κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει, μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, καὶ τό­τε καὶ τώ­ρα.

       «Ἂ­ν οι πε­ρα­στι­κοὶ εἶ­ναι πράγ­μα­τι γί­γαν­τες, μή­πως ἐ­σεῖς δὲν εἶ­στε νά­νοι;­», μὲ ρώ­τη­σαν οἱ «ἄλ­λοι». «Πῶς νὰ ξέ­ρω;­», τοὺς ἀ­πάν­τη­σα ἑ­τοι­μό­λο­γα. «Ἀ­φοῦ ἐ­σεῖς, ποὺ δὲν εἶ­στε οὔ­τε νά­νοι οὔ­τε γί­γαν­τες, καὶ ἑ­πο­μέ­νως θὰ ἀ­πο­τε­λού­σα­τε ἕ­να κα­λὸ μέ­τρο σύγ­κρι­σης, κρύ­βε­στε πί­σω ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις. Δὲν σᾶς ἔ­χω δεῖ πο­τὲ στὴ ζω­ή μου. Τὸ μέ­τρο δὲν εἶ­ναι πιὰ μέ­τρο μ’ ἐ­σᾶς, οὔ­τε τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ ὁ θά­να­τος θά­να­τος. Ἔ­χε­τε δι­α­στρέ­ψει τὸ νό­η­μα τῶν λέ­ξε­ων, τὸ με­γα­λεῖ­ο του σύμ­παν­τος.»

 

       Ὅ­μως, ὁ πρό­γο­νός μας ἔ­γι­νε κι­μάς, αὐ­τὸ με­τρά­ει ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δε­χθή­κα­με τὶς ἔν­νοι­ες ποὺ ἔ­δω­σαν οἱ «ἄλ­λοι­» στὶς λέ­ξεις μας. Δὲν ἔ­χει πιὰ ση­μα­σί­α ἂν ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε νά­νοι ἢ γί­γαν­τες ἢ πε­ρα­στι­κοί. Οὔ­τε κι ἂν ὁ πε­ζό­δρο­μος εἶ­ναι δι­ά­δρο­μος. Ἔ­χου­με ἕ­ναν ἀ­λη­θι­νὸ νε­κρὸ νὰ μι­κραί­νει τὴ σκέ­ψη μας. Πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ στὰ κα­τά­βα­θά μας δὲν ἔ­χου­με πει­στεῖ πὼς ἀ­λη­θι­νὸς νε­κρὸς ση­μαί­νει κι­μὰς μὲ ἀ­λε­σμέ­να κο­κά­λα, ἡ ἀμ­φι­βο­λία φαρ­μα­κώ­νει πιὰ τὴ ζωή μας.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πλανόδιον, τχ 51, Δεκέμβριος 2011 («48 Μικρά Διηγήματα Ἑλλήνων Συγγραφέων [Πρῶτο Μέρος (1/2)]).

 

Πά­νος Πρω­το­πα­πάς (Ἀ­λε­ξάν­δρεια, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὶς ναυ­τι­λια­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις καὶ τὰ ΜΜΕ. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Εὐ­θύ­νη, Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ναυ­λα­γο­ρά (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Ἵ­κα­ρος, Ἀ­θή­να, 1983). Τε­λευ­ταῖ­ο του: Ἰ­α­σε­μιὰ γιὰ ἕ­να δο­λο­φό­νο (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀ­θή­να, 2010).

 

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: