Βασίλης Μανουσάκης: Ἀϋπνία

 

 

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης

 

Ἀ­ϋ­πνί­α

 

Α ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ δὲν ἔ­κλει­ναν πά­λι ἀ­πό­ψε. Γιὰ πολ­λο­στὴ νύ­χτα κα­θό­ταν σὰν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη στὸ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κό­νι γιὰ νὰ μυ­ρί­σει θαρ­ρεῖς τὸ καυ­σα­έ­ριο ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ τὸ γλυ­κε­ρὸ γι­α­σε­μὶ τῆς δι­πλα­νῆς βε­ράν­τας.

            Τὰ μά­τια μου δὲν ἔ­κλει­ναν πά­λι ἀ­πό­ψε. Στε­κό­μουν μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας καὶ τὴν κοι­τοῦ­σα σὰν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος νὰ κά­θε­ται στὸ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κό­νι μοι­ά­ζον­τας στη­μέ­νη γιὰ καλ­λι­τε­χνι­κὴ φω­το­γρά­φη­ση. Τὸ κορ­μὶ γερ­μέ­νο μπρο­στά. Τὰ μά­τια νὰ κοι­τᾶ­νε στὸ ἄ­πει­ρο. Τὰ χέ­ρια πλεγ­μέ­να καὶ ἀ­κουμ­πι­σμέ­να στὸ πλά­ι μὲ χά­ρη.

            Πῆ­ρα τὴ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νὴ καὶ τὴν κοί­τα­ξα μέ­σα ἀ­πὸ τὸ φα­κό. Τὸ πρό­σω­πό της γνώ­ρι­μο πιά, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε λί­γο νω­θρὸ καὶ γε­ρα­σμέ­νο αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Ἐ­κεί­νη δὲν μὲ κοι­τοῦ­σε. Πο­τὲ δὲν μὲ κοι­τοῦ­σε. Κα­θό­ταν μό­νο ἐ­κεῖ ἀ­τε­νί­ζον­τας τὸ σύμ­παν, θαρ­ρεῖς. Ἔ­μοια­ζε νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι, ἀλ­λὰ ὅ­σο καὶ νὰ προ­σπα­θοῦ­σα μέ­σα ἀ­πὸ τὸν φα­κὸ δὲν μοῦ φα­νε­ρω­νό­ταν τί μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴν προ­σπά­θεια καὶ γύ­ρι­σα ἀλ­λοῦ τὸν φα­κὸ γιὰ νὰ τρα­βή­ξω τὶς φω­το­γρα­φί­ες τῆς νύ­χτας ποὺ συ­νέ­λε­γα κά­θε βρά­δυ ἄ­ϋ­πνος.

            Καὶ τό­τε τὸν εἶ­δα.

           Τὰ μά­τια του δὲν ἔ­κλει­ναν πά­λι ἀ­πό­ψε. Στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς δι­κῆς του κου­ζί­νας καὶ τρα­βοῦ­σε εἰ­κό­νες μὲ τὴν ψη­φια­κὴ κά­με­ρα, σὰν νὰ γύ­ρι­ζε ται­νί­α γιὰ τὴ ζω­ή. Ἔ­μοια­ζε μαρ­μα­ρω­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὁ φα­κὸς τῆς μη­χα­νῆς μου μοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε πὼς κου­νι­ό­ταν ἀ­νε­παί­σθη­τα γιὰ νὰ στρα­φεῖ πο­τὲ πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου, πό­τε πρὸς τὸ μπαλ­κό­νι της. Ἐ­κεί­νη τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα καὶ τώ­ρα, σὰν μιὰ ἕλ­ξη πιὸ δυ­να­τὴ καὶ ἀ­πὸ τὴ βα­ρύ­τη­τα νὰ μὲ τρα­βοῦ­σε πρὸς τὰ κεῖ, τὸν κοι­τοῦ­σα κι ἐ­γώ.

            Στα­θή­κα­με καὶ οἱ τρεῖς ἐ­κεῖ πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ κοι­τα­ζό­μα­σταν σι­ω­πη­λοί. Δυ­ὸ μά­τια, μιὰ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νή, μιὰ ψη­φια­κὴ κά­με­ρα. Ὕ­στε­ρα μπή­κα­με μέ­σα στὰ σπί­τια μας καὶ κοι­μη­θή­κα­με.

            Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ συ­ναν­τη­θή­κα­με τὴν ὥ­ρα ποὺ βγαί­να­με νὰ πᾶ­με στὴ δου­λειά, ἀλ­λὰ τὰ βλέμ­μα­τά μας ἔ­πε­σαν στὸν δρό­μο. Τρεῖς ξέ­νοι πρω­τα­γω­νι­στὲς στὸ ἀ­έ­να­ο τε­λε­τουρ­γι­κό της ἀ­ϋ­πνί­ας. Τρεῖς ἄ­γνω­στοι καὶ μό­νοι ποὺ θὰ ἔ­δι­ναν ραν­τε­βοὺ τὸ βρά­δυ γιὰ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς σκέ­ψεις καὶ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς μα­τι­ὲς πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη.      

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης: (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: