Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Σύζυγος καὶ ἐρωμένη

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев)

 

Σύ­ζυ­γος καὶ ἐ­ρω­μέ­νη

(Съпруга и любовница)

 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΜΙΜΗ ΣΥΖΥΓΟΣ ΜΟΥ καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἡ ἐ­ρω­μέ­νη μου», λέ­ει ὁ Τσέ­χωφ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Κι ἔ­τσι ὅ­πως συμ­βαί­νει καὶ στὴ ζω­ή, οἱ ἔν­τι­μοι ἄν­δρες φέ­ρον­ται στὴ σύ­ζυ­γο μὲ σε­βα­σμό, ἐ­νῶ μὲ τὴν ἐ­ρω­μέ­νη ζοῦν.

       Ἡ ζω­ὴ του πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξε εὔ­κο­λη. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος συ­νέ­χεια νὰ βγά­ζει χρή­μα­τα. Βρέ­ξει, χι­ο­νί­σει – σ’ ἐ­κεῖ­νον πρέ­πει νὰ στά­ξει. Ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α του ζοῦν οἱ γο­νεῖς του καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια του. Σ’ ἕ­να γράμ­μα πρὸς τὸ φί­λο καὶ ἐκ­δό­τη του, τὸν Ἀ­λε­ξέ­ι Σου­βό­ριν, ὁ Τσέ­χωφ γρά­φει: «Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι πιὸ βα­ρε­τὸ καὶ ἀν­τι­ποι­η­τι­κό, νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι, ἀ­πὸ τὴν πε­ζὴ κα­θη­με­ρι­νὴ μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς στε­ρεῖ τὴ χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς καὶ φέρ­νει τὴν ἀ­πά­θεια.»

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­πι­τρέ­πει στὸν ἑ­αυ­τό του αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­τέ­λεια, τὴν ἀ­πά­θεια.

       Στὰ εἴ­κο­σι ἕ­ξι του λέ­ει: «Νω­ρί­τε­ρα, ὅ­ταν δὲ γνώ­ρι­ζα, ὅ­τι μὲ δι­α­βά­ζουν καὶ μὲ κρί­νουν, ἔ­γρα­φα ἀ­νέ­με­λα, λὲς καὶ ἔ­τρω­γα πι­ρο­σκί. Τώ­ρα γρά­φω καὶ φο­βᾶ­μαι.»

       Ἕ­να χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα: «Τὰ μι­κρὰ πό­στα στὴ λο­γο­τε­χνί­α εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἀ­πα­ραί­τη­τα, ὅ­πως καὶ στὸ στρα­τό.» Ἀ­κό­μα: «… Ὑ­πάρ­χουν καὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­ρί­ζουν τὴ λά­σπη τῆς ζω­ῆς, τό­σο πιὸ κα­θα­ροὶ γί­νον­ται.»

       Αὐ­τό, βέ­βαι­α, τὸ εἶ­πε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του τὴν ἴ­δια χρο­νιά, ποὺ ἔ­γρα­ψε ἑ­ξήν­τα πέν­τε δι­η­γή­μα­τα. Κά­θε πέν­τε ἡ­μέ­ρες καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μα. Ὁ αὐ­το­σαρ­κα­σμός του εἶ­ναι εἰ­ρω­νεί­α πρὸς τοὺς ἄλ­λους: «Οἱ συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι ζη­λι­ά­ρη­δες σὰν τὰ πε­ρι­στέ­ρια.» Καί: «Ὅ­ταν τὰ ἀ­φεν­τι­κὰ ἀ­που­σιά­ζουν, ὁ ὑ­πη­ρέ­της ξε­να­γεῖ τοὺς κα­λε­σμέ­νους στὰ δω­μά­τιά τους.» Γιὰ νὰ βά­λει τά­ξη στὴν κοι­νω­νί­α, ὁ Τσέ­χωφ λέ­ει τὴν ἑ­ξῆς φρά­ση: «Τὸ για­τρὸ κα­λέ­στε καὶ τὸ νο­σο­κό­μο φω­νάξ­τε!»

       Καὶ δέ­κα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἤ­δη ἔ­χει λά­βει τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τοῦ κό­σμου, ὅ­ταν βρί­σκε­ται στὴν ἀκ­μὴ τῆς δό­ξας του: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι πο­λὺ ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος, ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μέ­χρι τὸ λαι­μό: γρά­φω καὶ σβή­νω, γρά­φω καὶ σβή­νω.»

       «Ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω γρά­ψει, θὰ ξε­χα­στοῦν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χρό­νια.» Αὐ­τὰ τὰ λό­για ἐ­κεῖ­νος τὰ ξε­στο­μί­ζει με­ρι­κὰ χρό­νια πρὶν ἀ­πὸ τὸ θά­να­τό του, ὅ­ταν ἀρ­­νή­θη­κε τὸ ἐ­πί­τι­μο ἀ­ξί­ω­μα τοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ. Καὶ πό­σους κλα­σι­κοὺς ἐν ζω­ῇ γνω­ρί­ζου­με ἐ­μεῖς, κα­λέ μου ἀ­να­γνώ­στη! Περ­νᾶ­με τὴ ζω­ή μας ἀ­νά­με­σα σὲ γί­γαν­τες ἀ­πὸ ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α καὶ ἄ­νω. Γί­γαν­τες τῆς σκέ­ψε­ως, ποὺ εἶ­ναι βα­ρε­τοὶ στοὺς συ­ζύ­γους καὶ στὰ παι­διά τους, στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τους, ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χουν. Καὶ μο­νά­χα οἱ πραγ­μα­τι­κὰ τα­λαν­τοῦ­χοι ἄν­θρω­ποι ἀμ­φι­βάλ­λουν κά­που-κά­που γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό τους. Μὲ σα­τα­νι­κὸ γέ­λιο ὁ Στα­νισ­λὰβ Σι­βρί­γι­εφ ἔ­λε­γε: «Αὐ­τὸς ὁ γα­μη­μέ­νος κό­σμος δὲν πα­ρέ­μει­νε γιὰ πάν­τα τοῦ Βα­για­ζίτ, δι­κός μας θὰ πα­ρα­μεί­νει;»

       Μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιὸ θλι­βε­ρὲς καὶ σω­στὲς δι­α­πι­στώ­σεις γιὰ μᾶς τοὺς ἀ­να­το­λι­κοὺς ὀρ­θο­δό­ξους ἀ­νή­κει στὸν Τσέ­χωφ: «Πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα εἶ­ναι ὁ Ρῶ­σος ἄν­θρω­πος! Μέ­σα του, ὅ­πως καὶ στὸ κό­σκι­νο, τί­πο­τα δὲν πα­ρα­μέ­νει!» Καὶ ἀ­κό­μα: «… Ὁ τί­μιος ἄν­θρω­πος εἶ­ναι κά­τι σὰν τὸν κα­πνο­δο­χο­κα­θα­ρι­στή, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο οἱ νταν­τά­δες φο­βί­ζουν τὰ μι­κρὰ παι­διά.» Ἂς μὴ μι­λᾶ­με γιὰ τὴ σλά­βι­κη τεμ­πε­λιά!

       Σὰν παι­δὶ κο­λυμ­πά­ει σὲ μιὰ λί­μνη καὶ πα­θαί­νει κρυ­ο­λό­γη­μα. Ὕ­στε­ρα ὁ ψη­λὸς πυ­ρε­τὸς καί­ει τοὺς πνεύ­μο­νές του. Νὰ εἶ­σαι για­τρὸς καὶ νὰ πά­σχεις ἀ­πὸ ἀ­νί­α­τη ἀρ­ρώ­στια, εἶ­ναι σὰν νὰ ζοῦν σκύ­λος καὶ γά­τα μέ­σα στὸ ἴ­διο κα­λύ­βι. Νὰ νι­ώ­θεις ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τὸ θά­να­το νὰ ἀ­να­σαί­νει στὸ σβέρ­κο σου. Νὰ εἶ­σαι νέ­ος καὶ νὰ τὸν δέ­χε­σαι σὰν κά­τι ἀ­να­πό­φευ­κτο, ὅ­ταν ἔ­χεις συμ­φυ­ὲς μὲ τὴν ὕ­παρ­ξή σου τὸ αἴ­σθη­μα τῆς ἀ­θα­να­σί­ας. Ἐ­κεῖ­νος γνώ­ρι­ζε ὅ­τι οἱ πνεύ­μο­νές του κα­ταρ­ρέ­ουν.

       Ἂν καὶ σπά­νια, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἔμ­παι­νε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Τὸ βρο­χε­ρὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς 28ης Μαρ­τί­ου τοῦ 1897 ὁ Τολ­στό­ι τὸν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται στὴν κλι­νι­κή. Τό­τε ὁ Τσέ­χωφ εἶ­ναι τριά­ντα ἑ­πτὰ ἐ­τῶν, ὁ Τολ­στό­ι ἑ­ξήν­τα ἐν­νέ­α. Ἦρ­θε ὁ κό­μης ἐ­πί­σκε­ψη, ἔ­κα­τσε δί­πλα στὸ κρε­βά­τι τοῦ τα­λαί­πω­ρου ἀ­πὸ τὶς αἱ­μορ­ρα­γί­ες Τσέ­χωφ καὶ ἐ­πὶ δύο ὧ­ρες, χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα, τοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, γιὰ τὸ πό­σο ἄρ­ρω­στος εἶ­ναι καὶ τὸ πό­σο φο­βᾶ­ται τὸν θά­να­το!

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Εἰκό­να: Ὁ Ἄντον Τσέ­χωφ μὲ τὸν Λέ­ον Τολστό­ι στὴν Γιάλ­τα (1900).

 

Διαφημίσεις