Ἀνδρέας Μαλόρης: Ἡ ἀναβολή

 

 

 

Ἀνδρέας Μαλόρης

 

Ἡ ἀναβολή

 

Ι­ΝΑΙ ΓΕΡ­ΜΕ­ΝΟΣ ΣΤΟ ΔΕ­ΞΙ ΤΟΥ ΠΛΕΥ­ΡΟ καὶ κοι­τά­ζει μέ­σ’ ἀ­π’ τ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κλι­νι­κῆς τὸ πε­ρί­πτε­ρο στὸν ἀ­πέ­ναν­τι δρό­μο. Μὰ εἶ­ναι τό­ση ἡ ὑ­πο­ξαι­μί­α στὸ μυα­λό του, ποὺ ζα­λι­σμέ­νος δὲν ἀ­κού­ει τί­πο­τα! Τί­πο­τα! Βλέ­πει μό­νο τὸ δρό­μο νὰ σφύ­ζει ἀ­πὸ βου­βὲς σπα­σμω­δι­κὲς κι­νή­σεις ἀν­θρώ­πι­νων φι­γού­ρων, λὲς σὲ δι­α­δή­λω­ση κω­φα­λά­λων καὶ μὲς στὴν πή­χτρα τῆς κυ­κλο­φο­ρί­ας βλέ­πει τ’ αὐ­το­κί­νη­τα, χω­ρὶς κόρ­νες καὶ στριγ­γλί­σμα­τα φρέ­νων, νὰ σέρ­νον­ται ξέ­ψυ­χες νε­φέ­λες στὴν ἄ­σφαλ­το.

       Παίρ­νει τὴ χθε­σι­νὴ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ τὴν τσα­λα­κώ­νει μέ­σα στὶς ἀ­δύ­να­μες φοῦ­χτες του. Ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι —τρε­μά­με­νο— καὶ πε­τᾶ τὴ χάρ­τι­νη μπα­λί­τσα στὸ πά­τω­μα, ὅ­πως φι­λεύ­σπλαγ­χνο φῶς ποὺ ρί­χνει σπό­ρους ζω­ῆς μέ­σ’ ἀ­πὸ σύν­νε­φο. Τὴν πα­ρα­κο­λου­θεῖ ποὺ ὕ­που­λα, μιὰ δε­ξιά, μιὰ ἀ­ρι­στε­ρά, ψά­χνει νὰ κολ­λή­σει ὑ­γρα­σί­α καὶ νὰ τὴν ἀ­ρά­ξει ἐ­πὶ μο­νί­μου βά­σε­ως στὸ πά­τω­μα.

       Εὔ­και­ρο ὑ­γρὸ δὲν ὑ­πάρ­χει που­θε­νά, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ τί­πο­τις χυ­μέ­να ἰ­α­μα­τι­κὰ σι­ρό­πια καὶ τὰ γράμ­μα­τα τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ξε­κολ­λών­τας ἀ­πὸ τὴ χάρ­τι­νη μά­ζα σκορ­πᾶ­νε ὁ­λο­ζών­τα­να στὸ πά­τω­μα, ἀλ­λὰ καὶ κα­τά­ξε­ρα, πέ­ρα-δῶ­θε σὰν κέρ­μα­τα. Τὸ προ­σω­πι­κὸ τρο­μά­ζει, οἱ ἀ­δελ­φὲς ἀ­νε­βαί­νουν στὶς κα­ρέ­κλες τσι­ρί­ζον­τας, οἱ για­τροὶ ἀ­κουμ­πᾶ­νε κα­τα­κί­τρι­νοι στὸν τοῖ­χο κι οἱ συγ­γε­νεῖς πα­ρα­κο­λου­θοῦν κά­τα­σπροι, μὲ τρι­α­κό­σιους τό­νους πά­γο νὰ στοι­βά­ζε­ται στὶς φλέ­βες τους.

       Σὲ λί­γο τὰ γράμ­μα­τα κα­τρα­κυ­λᾶν ἀ­π’ τὶς σκά­λες χέ­ρι-χέ­ρι —τὰ κε­φα­λαῖ­α βο­η­θᾶ­νε τὰ μι­κρὰ— κι οἱ τό­νοι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι προ­χω­ροῦν μὲ ἤ­χους με­ταλ­λι­κούς, κα­θὼς κου­του­λᾶ­νε ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο.

       Στὴν αἴ­θου­σα ὑ­πο­δο­χῆς περ­νᾶ­νε σβέλ­τα μέ­σ’ ἀ­π’ τὰ πό­δια τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν, ποὺ χο­ρο­πη­δᾶ­νε σὰν ἀ­να­στε­νά­ρη­δες, κα­θὼς προ­σπα­θοῦν νὰ μὴν τὰ πολ­το­ποι­ή­σουν. Κα­λον­τυ­μέ­νοι καὶ φρε­σκο­λου­σμέ­νοι, πρω­ῒ-πρω­ΐ, φο­βοῦν­ται τὰ με­λά­νια.

       Τὰ γράμ­μα­τα-φυ­γά­δες δὲ δί­νουν ση­μα­σί­α οὔ­τε καὶ στὰ κο­ρί­τσια τῆς ὑ­πο­δο­χῆς, για­τί αὐ­τά, δεί­χνον­τας πρω­το­φα­νῆ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ψη­λα­φᾶ­νε τε­λευ­ταῖ­α μό­νο τὰ κρύ­α μπὶτς καὶ μπά­ιτς τῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν, ἀ­γνο­ών­τας προ­κλη­τι­κά τὴ δί­ψα τῶν χάρ­τι­νων γραμ­μά­των γιὰ χά­δι.

       Βγαί­νον­τας σὲ λί­γο ἔ­ξω συ­ναν­τοῦν στὸ δρό­μο κι ἄλ­λα γράμ­μα­τα, χθε­σι­νῶν πάν­τα ἐ­φη­με­ρί­δων, ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­ρω­γὰ στὸ πρω­το­φα­νὲς αὐ­τὸ κί­νη­μα τοῦ τύ­που. Ὅ­λα μα­ζί, ση­μαι­ο­φό­ρος πάν­το­τε τὸ Ἄλ­φα, δι­α­σχί­ζουν τὸ δρό­μο ἀ­κο­λου­θών­τας πι­στὰ τοὺς κα­νό­νες ποὺ δι­έ­πουν τὴν ὁ­δι­κὴ κυ­κλο­φο­ρί­α τῶν πε­ζῶν γραμ­μά­των: δε­ξιά, ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ πά­λι δε­ξιὰ καὶ με­τὰ σβίτς.­.­., σβίτς.­.­., σβίτς.­.­., ἕ­να-ἕ­να περ­νᾶν ἀ­πέ­ναν­τι, ἐ­κεῖ ποὺ βρί­σκε­ται τὸ πε­ρί­πτε­ρο ποὺ ἀ­νή­κει στὸν κύ­ριο Γι­ῶρ­γο.

 

       Στὸν κύ­ριο Γι­ῶρ­γο, ποὺ ἄρ­ρω­στος βα­ριὰ μὲ καρ­δια­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια, νο­ση­λεύ­ε­ται στὴν κλι­νι­κὴ ἀ­πέ­ναν­τι. Μέ­ρες τώ­ρα κλει­στό, δι­ψᾶ ἡ πρό­σο­ψή του ἐ­φη­με­ρί­δα, κι ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κλι­νι­κῆς τὸ βλέ­πει κι ἀ­να­στε­νά­ζει.

       Οἱ για­τροὶ περ­νών­τας βι­α­στι­κοὶ-βι­α­στι­κοὶ ἀ­π’ τὴν ἐν­τα­τι­κὴ ἀ­κουμ­πᾶ­νε τ’ ἀ­κου­στι­κὰ στὸ κα­τά­λευ­κο κι ἀ­πο­σκε­λε­τω­μέ­νο του στῆ­θος καὶ δι­α­βά­ζουν στοὺς κτύ­πους ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο μή­νυ­μα ζω­ῆς, μιᾶς ἕ­ως δυ­ὸ ἡ­με­ρῶν τὸ πο­λύ.

       Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ὅ­μως τὸ πρω­ῒ ὁ κύ­ριος Γι­ῶρ­γος γερ­μέ­νος στὸ δε­ξί του πλευ­ρό, μ’ ὅ­σο γί­νε­ται λι­γό­τε­ρο βά­ρος στὴν καρ­διά, κοι­τά­ζει ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ βλέ­πει τὸ πε­ρί­πτε­ρο κα­λυμ­μέ­νο μ’ ἑ­κα­τον­τά­δες ἐ­φη­με­ρί­δες, ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη!

       Τὰ γράμ­μα­τα ἀ­πὸ μα­κριὰ φαί­νον­ται ξα­νὰ στὴ σω­στή τους θέ­ση: οἱ τί­τλοι τί­τλοι, οἱ ὑ­πό­τι­τλοι ὑ­πό­τι­τλοι κι οἱ στῆ­λες στῆ­λες. Μὲ μιὰ φω­νή, μιὰ πνο­ή, ἀ­νε­μί­ζουν τὰ φύλ­λα καὶ τὸν φω­νά­ζουν.

       Ὁ κύ­ριος Γι­ῶρ­γος ξέ­ρει κα­λὰ ὅ­τι θὰ πρέ­πει τώ­ρα νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Πὲς πὼς παίρ­νει μιὰ ἀ­να­βο­λή, για­τί τὸν πε­ρι­μέ­νει πο­λὺ δου­λειὰ στὸ πε­ρί­πτε­ρο. Καὶ με­τὰ εἶ­ναι κι οἱ τα­κτι­κοὶ πε­λά­τες. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει, ποὺ ὁ ἴ­διος δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ὅ­λες οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες εἶ­ναι χθε­σι­νές;

 

       Ὁ για­τρὸς βγαί­νον­τας ἀ­π’ τὴν ἐν­τα­τι­κὴ βα­στᾶ στὸ χέ­ρι τὸ μπλὸκ τοῦ πι­στο­ποι­η­τι­κοῦ κι ἀρ­γο­κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι, κα­θὼς ὑ­πο­γρά­φει: «Κά­να­με ὅ,τι μπο­ρού­σα­με», λέ­ει.

       Τ’ ἀ­πό­γευ­μα τ’ αὐ­το­κί­νη­τα, ἀ­πλη­ρο­φό­ρη­τα, περ­νών­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πε­ρί­πτε­ρο χρε­με­τί­ζουν ἀπὸ χαρὰ μαρσάροντας μέσα στὸ πάντοτε γλυκὸ φῶς τοῦ Σεπτέμβρη.

         

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Τὰ μπα­λό­νια ἄ­φαν­τα (ἐκδ. Βι­βλι­ο­εκ­δο­τι­κὴ «Κι­νύ­ρας», Λευ­κω­σί­α, 1997).

 

Ἀν­δρέ­ας Μα­λό­ρης (Ἀ­χέ­λεια Πά­φου, Κύ­προς, 1955). Δι­ή­γη­μα, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὸ Γι­ο­χάν­νεσ­μπουργκ τῆς Νό­τιας Ἀ­φρι­κῆς. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς για­τρὸς στὴ Λε­με­σό. Δη­μο­σί­ευ­σε: Τὰ τριά­ντα ποι­ή­μα­τα (1983) καὶ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Τὰ μπα­λό­νια ἄ­φαν­τα (Βι­βλι­ο­εκ­δο­τι­κὴ «Κι­νύ­ρας», Λευ­κω­σί­α, 1997) καὶ Τί­πο­τα, τί­πο­τα (ἐκδ. Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2003).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: