Ντου­μί­τρου Τσε­πε­νιάγκ (Dumitru Ţepeneag): Ἕ­να χω­ρι­ου­δά­κι

 

 

Ντου­μί­τρου Τσε­πε­νιάγκ (Dumitru Ţepeneag)

 

Ἕ­να χω­ρι­ου­δά­κι

(Un Tirguşor)

 

Α ΣΠΙΤΙΑ δὲν ἔ­χουν πόρ­τα. Δὲν ἔ­χουν πα­ρὰ μο­νά­χα ἕ­να πα­ρα­θύ­ρι κι ἐ­κεῖ­νο μι­κρὸ καὶ στρα­βο­το­πο­θε­τη­μέ­νο. Σπί­τια σὰν τῶν πι­θή­κων, μὲ σκε­πές, κόκ­κι­νες λαμ­πε­ρὲς ἀ­πὸ κε­ρα­μί­δια καὶ κε­ρα­μό­πλα­κες. Στὰ σο­κά­κια, ἢ κα­λύ­τε­ρα στὰ πε­ρά­σμα­τα ἀ­νά­με­σα στὰ σπί­τια, πά­νω σὲ τεν­τω­μέ­να σκοι­νιὰ ἀ­πὸ τὴν μιὰ ἀσ­δρέ­χα στὴν ἄλ­λη – κά­θε εἴ­δους ροῦ­χα, ὅ­λων τῶν χρω­μά­των. Ἐ­νῶ στὴν πλα­τεί­α, μο­νά­χα με­γά­λα, κα­τά­λευ­κα σεν­τό­νια ἁ­πλω­μέ­να. Κά­τω, τὸ χῶ­μα ἀμ­μῶ­δες, κί­τρι­νο. Τὰ πρω­ι­νὰ εἶ­ναι γα­λά­ζια καὶ δρο­σε­ρά. Ὁ ἄ­νε­μος πνέ­ει ἐ­λα­φρὸς ὅ­λη τὴ μέ­ρα, φου­σκώ­νον­τας τὰ σεν­τό­νια τῆς πλα­τεί­ας σὰν τὰ πα­νιὰ τῶν κα­ρα­βι­ῶν.

       Ὅ­λα τὰ σπί­τια ἔ­χουν τὴν ἴ­δια πρό­σο­ψη, τὴν ἴ­δια κα­τα­σκευ­ή. Τὸ ἴ­διο καὶ οἱ κά­τοι­κοι – λε­πτοὶ καὶ χα­ρού­με­νοι! Ζών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ ροῦ­χα, εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι νὰ γέρ­νουν πάν­τα, τὸ μπό­ι τους μι­κραί­νει στα­δια­κά σὲ κά­θε ἑ­πό­με­νη γε­νιά. Ἀ­πὸ τὴν πα­λιὰ ὄ­ψη δι­α­τή­ρη­σαν πο­λὺ λί­γα. Οἱ στρογ­γυ­λὲς κορ­φές τους, καρ­φω­μέ­νες στὸ στῆ­θος, λαι­μὸ δὲν ἔ­χουν πιά, τὰ πό­δια τους ἔ­χουν καμ­πυ­λω­θεῖ πλή­ρως. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ τοὺς ἔ­χει μεί­νει ἡ κομ­ψό­της τῶν ἐν­δυ­μά­των καὶ —πράγ­μα ἀ­πί­στευ­το— τὰ φτε­ρά. Κά­τι μι­κρὰ φτε­ρὰ στοὺς ἀ­στρα­γά­λους.

 

 

Πη­γή: Dumitru Tepeneag, Frig [Κρῦ­ο], Editura pentru Literatură 1967, σελ. 56.

 

Ντου­μί­τρου Τσε­πε­νιάγκ (Dumitru Ţepeneag) (Βου­κου­ρέ­στι, 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1937). Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Βου­κου­ρε­στί­ου χω­ρὶς νὰ τὴν τε­λει­ώ­σει. Στὴν συ­νέ­χεια σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὴν Λο­γο­τε­χνί­α. Ὑ­πῆρ­ξε ση­μαῖ­νον στέ­λε­χος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ ρου­μα­νι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κι­νή­μα­τος τοῦ «Αἰ­σθη­τι­κοῦ Ὀ­νει­ρι­σμοῦ» (1966) καὶ συ­νι­δρυ­τής του μα­ζὶ μὲ τοὺς Leonid Dimov, Vintilă Ivănceanu, Virgil Mazilescu, Daniel Turcea, Iulian Neaşcu, Emil Brumaru, Sorin Titel, Florin Gabrea si Virgil Tănase. Τὸ 1971 με­τὰ τὴν ἔκ­δο­ση τῶν θέ­σε­ων τῆς Ὁ­μά­δας ὑ­πὸ τὸν τί­τλο «Tezele din iulie» («Οἱ θέ­σεις τοῦ Ἰ­ου­λί­ου») ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ἐκ­πα­τρι­στεῖ στὴν Γαλ­λί­α ἡ ὁ­ποί­α γί­νε­ται δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα του. Τὸ 1975 τοῦ ἀ­φαι­ρέ­θη­κε ἡ ρου­μα­νι­κὴ ἰ­θα­γέ­νεια ἀ­πὸ τὸ κομ­μου­νι­στι­κὸ κα­θε­στὼς Τσα­ου­σέ­σκου. Με­τὰ τὴν πτώ­ση τοῦ κομ­μου­νι­σμοῦ μοι­ρά­ζε­ται τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὸ Πα­ρί­σι καὶ στὸ Βου­κου­ρέ­στι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ στὰ ρου­μα­νι­κὰ Alain Robbe-Grillet, Pinget, δο­κι­μι­ο­γρά­φους ὅ­πως ὁ Albert Béguin καὶ φι­λο­σό­φους ὅ­πως ὁ Jacpues Derrida, ὁ Alexandre Kojève κ.ἄ., ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὴν ρου­μα­νι­κὴ στὴν γαλ­λι­κὴ τοὺς Leonid Dimov, Daniel Turcea, Ion Mureşan, Marta Petreu, Emil Brumaru καὶ Mircea Ivănescu. Στὴν Γαλ­λία ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Pigeon vole, μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Ed Pastenague.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρου­μα­νι­κά:

Δη­μή­τρης Κα­νελ­λό­που­λος (Νε­μού­τα Ἠ­λεί­ας, 1954). Ἐκ­πα­τρί­στη­κε τὸ 1958, ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴν Ἀ­θή­να, ὡς ἐ­σω­τε­ρι­κὸς με­τα­νά­στης. Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α-Φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Babes–Bolyai τοῦ Cluj Napoca τῆς Ρου­μα­νί­ας καὶ Ἱ­στο­ρί­α-Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος δι­ά­φο­ρων ἐκ­δο­τι­κῶν οἴ­κων καὶ ὡς Φι­λό­λο­γος στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των Ὁ­μί­χλη πέ­τρι­νη (Ἠ­ρι­δα­νός, 1986) Σκυ­θι­κὲς Ἐ­ρη­μί­ες (Κο­λω­νός, 1996), Σι­γὴ Ἀ­συρ­μά­του (Κο­λω­νός, 2005) καὶ Κλί­νη Σπό­ρου, Κα­λὴ (Ὀ­ρο­πέ­διο, 2010). Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ Ρου­μα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πο­λι­ορ­κί­α, τεῦ­χος 16, Ἀ­πρί­λιος 1982. Τὸ 1984, ὀρ­γά­νω­σε καὶ πα­ρου­σί­α­σε στὸ ρου­μα­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό τὴν ἀν­θο­λο­γί­α νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ποί­η­σης μὲ τὸ τί­τλο 42 Poeti Grecii Contemporani (42 Σύγ­χρο­νοι Ἕλ­λη­νες Ποι­η­τές). Τὸ 1996 ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ θέ­μα τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον τεῦ­χος 24, τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ρου­μά­νο ποι­η­τὴ Anatol Baconsky. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­πὸ τὸ 2006 ἐκ­δί­δει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ὀ­ρο­πέ­διο.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: