Δήμητρα Ἰ. Χριστοδούλου: 50 pesos

 

 

Δή­μη­τρα Ἰ. Χρι­στο­δού­λου

 

50 pesos

 

Α ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙΑ ἦ­ταν το­πο­θε­τη­μέ­να στὸ μπλὲ ξύ­λι­νο τε­λά­ρο στὸ πλα­κό­στρω­το τῆς πλα­τεί­ας. Ὁ καλ­λι­τέ­χνης ζύ­γι­ζε τὶς ἀ­γο­ρα­στι­κὲς προ­θέ­σεις τῶν πε­ρα­στι­κῶν κα­θι­σμέ­νος ἀ­να­κούρ­κου­δα σὲ ἕ­να πο­λύ­χρω­μο κα­ρὸ μα­ξι­λά­ρι λί­γο πιὸ πέ­ρα. Σπά­νια ση­κω­νό­ταν. Σὲ ἕ­να κομ­μά­τι ζω­γρα­φι­στοῦ ξύ­λου ἀ­να­γρα­φό­ταν μί­α τι­μὴ γιὰ ὅ­λα: 50 pesos. Πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὰ ἀ­κα­τέρ­γα­στα φτε­ρὰ ἀ­πὸ σπά­νια που­λιὰ τοῦ Ἀ­μα­ζο­νί­ου μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­φτια­χνε τὰ σκου­λα­ρί­κια μπο­ροῦ­σε νὰ δώ­σει καὶ κα­θι­στός. Στά­ση ἀ­βρό­τη­τας σὲ ἐ­πο­χὴ εἰ­ρή­νης γιὰ τοὺς Πα­πάγ­κο ἦ­ταν ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στά­ση τοὺς κρα­τοῦ­σε χα­μη­λό­τε­ρα ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον.                                               

       Τὸ χέ­ρι ποὺ πλη­σί­α­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ ἄγ­γι­ξε μὲ εὐ­λα­βι­κὴ προ­σο­χὴ ὅ­λα τὰ φτε­ρὰ μὲ τὸν δε­ξὶ δεί­κτη προ­τε­τα­μέ­νο δι­α­γρά­φον­τας ἡ­μι­σφαι­ρι­κὴ πο­ρεί­α ἀ­πὸ τὰ ἀ­ρι­στε­ρὰ στὰ δε­ξιὰ ἦ­ταν εὐ­κί­νη­το καὶ λι­πό­σαρ­κο. Ἡ γυ­ναί­κα μι­λοῦ­σε μιὰ ἄ­γνω­στη γλώσ­σα μὲ φω­νὴ μᾶλ­λον χα­μη­λὴ γιὰ τὴν ὥ­ρα του­ρι­στι­κῆς αἰχ­μῆς στὴν πλα­τεί­α Agua pura τῆς πό­λης τοῦ Με­ξι­κό. Ἀ­πευ­θυ­νό­ταν στὴ φί­λη της ποὺ στε­κό­ταν ὄρ­θια ἀ­πὸ πά­νω της μὲ στρογ­γυ­λοὺς ἤ­χους ποὺ κε­λά­ρυ­ζαν πό­τε ἀ­πὸ τὴ λε­πτὴ μύ­τη πό­τε ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο τῶν χει­λι­ῶν της καὶ σὲ κά­θε πλα­τά­γι­σμα τῆς γλώσ­σας της κο­βό­ταν ἀ­πό­το­μα ὁ χεί­μαρ­ρος τῶν ἄ­γνω­στων λέ­ξε­ων. Ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες, ἀ­νε­φο­δί­α­ζε ἀ­έ­ρα καὶ τὸν φυ­σοῦ­σε πά­νω στὰ φτε­ρὰ ποὺ ἔ­ζη­σαν μιὰ μι­κρὴ ἐ­ξω­τι­κὴ ἀ­νε­μο­θύ­ελ­λα ὅ­ση ὥ­ρα εἶ­χε σκύ­ψει πά­νω τους καὶ τὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν μὲ θαυ­μα­σμὸ κα­θι­σμέ­νη στὰ γό­να­τά της.

       Ἀ­γό­ρα­σε καὶ φό­ρε­σε ἐ­πὶ τό­που τὸ ζευ­γά­ρι μὲ τὰ πιὸ μα­κριὰ μπλὲ φτε­ρά, τὸ δε­ξὶ μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο σκόρ­πιο πορ­το­κα­λί. Καὶ ἂν δὲν εἶ­χε ἀ­κουμ­πή­σει τὶς σταυ­ρω­μέ­νες πα­λά­μες του μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά της ποὺ ἔ­κα­ψαν τὴ σάρ­κα του, γιὰ νὰ τὸν συγ­χα­ρεῖ καὶ νὰ τὸν εὐ­χα­ρι­στή­σει γιὰ τὰ και­νού­ρια της σκου­λα­ρί­κια σὲ σπα­σμέ­να ἱ­σπα­νι­κά, δὲ θὰ εἶ­χε ση­κώ­σει τὸ βλέμ­μα του νὰ κοι­τά­ξει τὸ πρό­σω­πό της. Ἀλ­λὰ δὲ θὰ εἶ­χε γί­νει καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο.

       Τὰ σκου­λα­ρί­κια δὲν τὰ ἔ­βγα­λε οὔ­τε στὸ μπά­νιο ποὺ ἔ­κα­ναν μα­ζὶ τὶς ἑ­πό­με­νες μέ­ρες, οὔ­τε στὸ νή­δυ­μο ὕ­πνο της σὰν ἀ­κί­νη­τη φρε­γά­τα πά­νω του. Οὔ­τε κὰν στὰ σπα­ρα­χτι­κὰ ἐ­ρω­τι­κὰ ξε­σπά­σμα­τά της ποὺ τοῦ ἐ­πέ­τρε­παν νὰ βλέ­πει τὴν ὑ­γρὴ γλωσ­σί­δα της νὰ  πη­γαι­νο­έρ­χε­ται κου­βα­λών­τας γο­η­τευ­τι­κοὺς φθόγ­γους ἀ­πὸ τὸ ἡ­λια­κό της πλέγ­μα στὰ φου­σκω­μέ­να χεί­λη του ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κο­πα φι­λιά τους. Αὐ­τὸς δὲν ἄ­φη­σε στιγ­μὴ τὸ βλέμ­μα της ἀ­πὸ τὰ μά­τια του. Ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν ἔ­ψα­χνε γε­λών­τας κυ­μα­τι­στὰ νὰ βρεῖ στὸ γαλ­λοϊ­σπα­νι­κὸ λε­ξι­κὸ της τὶς σω­στὲς λέ­ξεις νὰ τοῦ πεῖ τὰ  λι­γο­στὰ ποὺ μπο­ροῦ­σε, αὐ­τὸς δὲν κοι­τοῦ­σε στὶς σε­λί­δες, φυλ­λο­με­τροῦ­σε τὸ πε­τά­ρι­σμα τῶν βλε­φά­ρων της ἤ με­τροῦ­σε τὸ βά­θος τῆς δι­α­σταλ­μέ­νης κό­ρης τῶν μα­τι­ῶν της. Στὸ τέ­λος κά­θε τέ­τοι­ας προ­σπά­θειάς τους τὴ με­τά­φρα­ση δι­εκ­πε­ραί­ω­νε τὸ φι­λὶ ἢ ἡ ἀγ­κα­λιά.

       Εἰ­δι­κὰ αὐ­τή. Ἐ­ξαι­τί­ας μά­λι­στα αὐ­τῆς, τῆς ὅ­λο καὶ πιὸ δυ­να­τῆς ἀγ­κα­λιᾶς, ἔ­πια­σε πολ­λὲς στιγ­μὲς τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ξε­χνά­ει τὶς ἀ­να­στο­λὲς τοῦ πε­ρὶ ἐ­πι­μει­κτι­κῆς ἀ­πα­γό­ρευ­σης αἰ­ώ­νων τῶν κα­θα­ρό­αι­μων Πα­πάγ­κο μὲ ἄλ­λες φυ­λές, ἀ­κό­μα καὶ μὲ συγ­γε­νι­κές, πό­σο μᾶλ­λον μὲ μί­α γαλ­λο­μα­θῆ Ἑλ­λη­νί­δα.  Μυ­ρί­ζον­τας τὰ μαλ­λιά της καὶ ξα­γρυ­πνών­τας δί­πλα της ἀ­κί­νη­τος μέ­σα στὸ σκο­τά­δι, ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ σὲ μο­σχο­πλυ­μέ­να σεν­τό­νια ξε­νο­δο­χεί­ου, ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ἀ­πὸ τὴν πε­ρι­φρού­ρη­σή του ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις τοί­χους, τὴν φαν­τα­ζό­ταν νὰ ἀ­νε­βαί­νει στὴν Ἀ­κρό­πο­λη φο­ρών­τας τὰ σκου­λα­ρί­κια της καὶ νὰ χα­μο­γε­λά­ει πλα­τιὰ στὴν ἀ­νά­μνη­σή του. Στὴ σκέ­ψη, βέ­βαι­α, πὼς αὐ­τὰ τὰ  φτε­ρά, ποὺ εἶ­χε πε­ρι­συλ­λέ­ξει κουρ­νι­α­σμέ­νος νύ­χτες ὁ­λό­κλη­ρες στὰ πυ­κνὰ φυλ­λώ­μα­τα τῆς ζούγ­κλας, ἢ σκαρ­φα­λω­μέ­νος σὲ τρα­χιὰ καὶ ἀ­φι­λό­ξε­να δέν­τρα μὲ γδαρ­σί­μα­τα ἀ­νοι­χτὰ καὶ πό­νους σὲ ὅ­λο του τὸ κορ­μί,  θὰ  ἰ­ρί­δι­ζαν κά­τω ἀ­πὸ τὸν ἐ­κτυ­φλω­τι­κὸ ἥ­λιο ἀν­τα­να­κλών­τας τὰ σπά­νια χρώ­μα­τά τους στὴ λευ­κὴ ἐ­πι­δερ­μί­δα της, κά­πως ἔ­κλει­ναν τὰ βλέ­φα­ρά του καὶ ἡ­σύ­χα­ζε ὁ νοῦς του. Κι ἔ­τσι τὸν ἔ­φτα­ναν οἱ ἀν­το­χὲς του μέ­χρι τὸ ξη­μέ­ρω­μα ποὺ τὴν ξυ­πνοῦ­σε μὲ ἀ­προσ­δό­κη­τα χά­δια σὲ ὅ­λο τὸ γυ­μνό, ἱ­δρω­μέ­νο κορ­μί της.

        Ὡ­στό­σο, ὅ­σο καὶ ἂν σκέ­φτη­κε ξα­νὰ καὶ ξα­νά,  λε­πτὸ πρὸς λε­πτὸ ὅ­λες τὶς μέ­ρες καὶ νύ­χτες ποὺ πέ­ρα­σε μὲ τὴ γυ­ναί­κα ποὺ ἀ­ψή­φη­σε τὶς λέ­ξεις, ὅ­ση ὥ­ρα ἔ­μει­νε ὄρ­θιος στὸν ἄ­δει­ο δι­ά­δρο­μο, σφίγ­γον­τας στὴ χού­φτα του τὰ σκου­λα­ρί­κια,  δὲν μπό­ρε­σε νὰ  κα­τα­λά­βει πῶς βρέ­θη­κε νὰ στέ­κε­ται ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν κλει­στὴ πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου της καὶ για­τί τοῦ τὰ εἶ­χε πε­τά­ξει πά­νω του ἐ­κτο­ξεύ­ον­τας μο­νο­σύλ­λα­βους ὀ­ξύ­λη­κτους ἤ­χους. Ποιά λέ­ξη ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του Κα­λὸ τα­ξί­δι, χά­ρη­κα πο­λὺ ποὺ σὲ γνώ­ρι­σα… Μή­πως θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις με­ρι­κὰ χρή­μα­τα; σαρ­κώ­θη­κε, ση­κώ­θη­κε στὶς μύ­τες καὶ τῆς ἔ­βγα­λε τὰ σκου­λα­ρί­κια; Ποι­ά κί­νη­ση, ποι­ὰ κλί­ση τοῦ κορ­μιοῦ του τὴ σκί­α­σε τὴν ὥ­ρα ποὺ αὐ­τὴ χτε­νι­ζό­ταν κα­θι­σμέ­νη στὴν πα­τι­να­ρι­σμέ­νη κα­ρέ­κλα τοῦ μπουν­του­ὰρ καὶ αὐ­τὸς ὄρ­θιος μπρο­στὰ της τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε; Ἢ χει­ρό­τε­ρα, ποι­ὰ σι­ω­πὴ τὸν ἔ­δι­ω­ξε;  

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Δή­μη­τρα Ι. Χρι­στο­δού­λου (Γιοχάνεσμπουργκ, 1971). Ἀπόφοιτη τοῦ Ἑλλη­νι­κοῦ Ἀνοικτοῦ Πανεπιστημίου, Τμήμα Ἀνθρωπιστικῶν Σπουδῶν, Εὐρω­παϊ­κὸς πολιτισμὸς.

 

Διαφημίσεις