Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Αὐτὴ δὲν εἶναι Ἐκείνη

 

 

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев)

 

Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι ­κεί­νη

(Тази не е Оная)

 

ΑΙ Ο ΤΟΛΣΤΟΪ δὲν ἔ­πι­νε καὶ πά­λι δὲν ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος… Τά­χα μου κό­μης, ἀλ­λὰ ντυ­νό­ταν σὰν μου­ζί­κος. Βαμ­βα­κε­ρὴ που­κα­μί­σα, στὴ μέ­ση σχοι­νί. Μπό­τες. Ἀλ­λὰ στὰ νιά­τα του ὑ­πῆρ­ξε κομ­ψός. Ἦ­ταν τριά­ντα τεσ­σά­ρων, ὅ­ταν παν­τρεύ­τη­κε τὴ δε­κα­ο­κτά­χρο­νη Σο­φί­α Ἀν­τρέ­γι­εβ­να Μπέρς, κό­ρη για­τροῦ. Ἑ­τοί­μα­σαν ἕ­να γά­μο κα­θὼς πρέ­πει. Λάμ­ψη καὶ μαρ­μά­ρι­να σκα­λο­πά­τια, καὶ «Μνόγ­κα­για λέ­τα»(1)… Καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου ὁ δι­κός μας ἄν­θρω­πος πα­ρά­τη­σε τὸ κρε­βά­τι, κλεί­στη­κε στὸ γρα­φεῖ­ο καὶ ἔ­γρα­ψε στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του: «Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι Ἐ­κεί­νη»! Χορ­τά­το τὸ σκυ­λί…

       Ἀλ­λὰ καὶ ἡ σύ­ζυ­γος δὲν ἔ­μει­νε πί­σω. Κα­τευ­θεῖ­αν τοῦ «ξή­λω­σε τὴ φό­δρα»: «Ἐ­κεῖ­νος μοῦ εἶ­ναι ἀν­τι­πα­θη­τι­κὸς μαζὶ μὲ τὸ λα­ό του!»

       Ἀ­πὸ τὰ δε­κα­ο­κτώ του χρό­νια ὁ Τολ­στό­ι ἔ­γρα­φε τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του. Βρέ­ξει, χι­ο­νί­σει ἐ­κεῖ­νος κα­τέ­γρα­φε λε­πτο­με­ρῶς τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του γιὰ ἑ­ξήν­τα χρό­νια. Συγ­κεν­τρω­μέ­νες τώ­ρα, με­τρᾶ­νε δε­κα­τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρους τό­μους. Πό­σα σκάν­τα­λα, πό­σες ὑ­στε­ρι­κὲς καὶ τρα­γι­κὲς σκη­νὲς τοῦ εἶ­χε προ­κα­λέ­σει αὐ­τό, δὲ λέ­γε­ται! Δι­ό­τι, πό­τε κρυ­φά, πό­τε φα­νε­ρά, πό­τε μὲ τὴν δι­κή του πα­ρό­τρυν­ση, ἡ Σο­φί­α Ἀν­τρέ­γι­εβ­να τὸ δι­ά­βα­ζε τα­κτι­κά. Καὶ πα­ρό­λο ποὺ ἀν­τέ­γρα­φε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση τὰ βι­βλί­α του, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο αὐ­τὸ τὸ ξε­φύλ­λι­ζε μὲ τὸ με­γα­λύ­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον… Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἡ βα­σι­κὴ πρω­τα­γω­νί­στρια.

       Στὰ ἑ­ξήν­τα ἑ­πτά του ὁ Τολ­στό­ι ἔ­γρα­ψε: «Σή­με­ρα πά­λι αὔ­τω­σα τὴ Μά­σα. Στὸν ἄν­δρα της χά­ρι­σα ἕ­να ἄ­λο­γο.»

       Καὶ τί ἔ­γι­νε; Μή­πως τῆς ἔ­βγα­λε κα­νέ­να μά­τι; Καὶ ἡ Μά­σα χα­ρού­με­νη καὶ ὁ ἄν­δρας της μὲ ἄ­λο­γο. Τό­σο πο­λὺ εἶ­χε χα­λα­ρώ­σει ὁ κό­μης…

       Ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Τολ­στό­ι ἀ­φο­ρί­στη­κε ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α σὰν αἱ­ρε­τι­κὸς καὶ ὑ­πη­ρέ­της τοῦ ἀ­κα­τα­νό­μα­στου. Ἡ αἰ­τί­α, βέ­βαι­α, δὲν ἦ­ταν ἡ Μά­σα.

      Μὲ τὶς ὧ­ρες κα­θό­μουν δί­πλα στὸν τά­φο του, στὴν Γι­άσ­να­για Πο­λιά­να. Μι­κρὸ ἀ­νά­χω­μα, χω­ρὶς σταυ­ρό. Ἦ­ταν ἕ­να ὄ­μορ­φο, σπα­ρα­ξι­κάρ­διο μέ­χρι δα­κρύ­ων Φθι­νό­πω­ρο.

       Στὴν ἀρ­χὴ τοῦ 1908 ὁ Ἔν­τι­σον, ὁ ἐ­φευ­ρέ­της, τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να φω­νό­γρα­φο καὶ ὁ Τολ­στό­ι βάλ­θη­κε νὰ ὑ­πα­γο­ρεύ­ει ἕ­να γράμ­μα πρὸς τὴν κου­νιά­δα του, τὴν Τα­τιά­να Ἀν­τρέ­γι­εβ­να Κου­σμίν­σκα­για. Ζω­η­ρὴ ὀ­μορ­φού­λα θὰ ἦ­ταν ἡ κου­νιά­δα, ἀ­φοῦ, ὅ­ταν ὁ κό­μης πε­ρί­γρα­φε τὴ Να­τά­σα Ρο­στόφ, σκε­φτό­ταν ἐ­κεί­νη…

       Χά­ρη στὸν προ­φέ­σο­ρα Μπέρ­στα­ϊν ἔ­χου­με γιὰ πάν­τα τὴν ἠ­χο­γρα­φη­μέ­νη σὲ πλά­κα γραμ­μό­φω­νου φω­νὴ τοῦ Τολ­στό­ι. Γέ­ρι­κοι ἀ­έ­ρη­δες ἀ­να­σαί­νουν στὴ βρα­χνή του ὁ­μι­λί­α: «Σή­με­ρα ὄρ­γω­να, δού­λε­ψα πο­λὺ καὶ δὲν νι­ώ­θω τό­σο ὑ­γι­ής.» Ὥ­στε ὄρ­γω­νες. Ρέ, τὸ ὄρ­γω­μα ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ γυ­μνα­στι­κή, ἀλ­λὰ τί νὰ πεῖς… Θὰ εἶχε «ὀρ­γώ­σει» κά­ποι­ο ξέ­νο χω­ρά­φι… Οἱ δη­μι­ουρ­γί­ες του με­τρᾶ­νε ἐ­νε­νήν­τα τό­μους. Δε­κα­πέν­τε χρό­νια πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του ὁ Τολ­στό­ι ἔ­γρα­ψε στὸν Τσέρ­τκωφ: «Βα­ρέ­θη­κα καὶ τὸ δι­κό μου γρά­ψι­μο.»

       Βέ­βαι­α, ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα.

       Αὐ­τὸ ἐ­δῶ ἀ­κού­γε­ται σὰν ἀ­νέκ­δο­το, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­ναι. Στὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μὸ τῆς Τού­λα κά­ποι­α κυ­ρί­α πέ­ρα­σε τὸν Τολ­στό­ι γιὰ ἀ­χθο­φό­ρο καὶ τὸν ἔ­βα­λε νὰ τὶς κου­βα­λή­σει τὶς ἀ­πο­σκευ­ές. Ἐ­κεῖ­νος τὶς κου­βά­λη­σε μέ­χρι τὸ κου­πὲ καὶ ἡ κυ­ρί­α τοῦ ἔ­δω­σε μπουρ­μπου­άρ.

       Οἱ ἐ­πι­βά­τες τρι­γύ­ρω εἶ­χαν μεί­νει ἐμ­βρόν­τη­τοι. Αὐ­τὸς ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ κό­μης Λέ­ων Νι­κο­λά­γι­ε­βιτς Τολ­στό­ι, ὁ με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας! Ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος χαι­ρό­ταν ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ του εἶ­χε κερ­δί­σει χρή­μα­τα μὲ τί­μια δου­λειά. Φυ­σι­κά, καὶ ἡ κυ­ρί­α ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε φου­σκώ­σει ἀ­πὸ τὴ χα­ρά, ποὺ πρό­σθε­σε ἕ­να τέ­τοι­ο γε­γο­νὸς στὸ βι­ο­γρα­φι­κό της.

       Ὁ κό­μης μι­λοῦ­σε ἄ­νε­τα ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά. Διά­βα­ζε στὰ ἰ­τα­λι­κά, πο­λω­νι­κά, τσέ­χι­κα, σέρ­βι­κα. Γνώ­ρι­ζε ἑλ­λη­νι­κά, λα­τι­νι­κά, οὐ­κρα­νι­κά, τα­τα­ρι­κά. Μά­θαι­νε ἐ­βρα­ϊ­κά, τούρ­κι­κα, βουλ­γά­ρι­κα.

       Στὸν Κρι­μα­ϊ­κὸ πό­λε­μο κου­μάν­τα­ρε ἕ­να λό­χο. Ἐ­πέ­στρε­ψε ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πο μὲ κα­πέ­λο γε­μά­το με­τάλ­λια γιὰ τὴν ἀν­δρεί­α του. Ὕ­στε­ρα γιὰ με­ρι­κοὺς μῆ­νες περιπλα­νι­ό­ταν στὴν Εὐ­ρώ­πη. Καὶ ἄ­ρα­ξε στὸν Χέρ­τσεν(2), στὸ Λον­δί­νο.

 

(1) Στμ. Παλαιοσλάβικη ἔκφραση ποὺ λέγεται σὲ γάμους καὶ σὲ ἄλλες ἐπίσημες ἐκδηλώσεις, «Χρόνια πολλά».

(2) Στἐ. Πρό­κει­ται γιὰ τὸν δυ­τικό­φι­λο Ρῶσο συγ­γραφέ­α Ἀλεξάν­δρ Χέρ­τσεν (1812-1870). Στὸ διά­στη­μα 1852-1864 ζοῦσε στὸ Λον­δί­νο. Γιὰ τὸν ἴδιο ὁ Τολ­στόι δή­λω­νε πὼς δὲν εἶχε ποτέ του συ­να­ντή­σει ἄλλον ἄνθρω­πο μ’ ἕναν «τό­σο σπά­νιο συν­δυασμὸ σπιν­θη­ροβό­λου εὐφυΐας καὶ βά­θους».              

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Εἰκό­να: Ὁ Christopher Plummer  καὶ ἡ Helen Miller στοὺς ρό­λους τοῦ Λέ­ον Τολ­στό­ι καὶ τῆς γυ­ναί­κας του Σοφί­ας στὴν ταινί­α Τε­λευ­ταῖος σταθ­μός.

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: