Ἕλενα Σταγκουράκη: Τόμας Μπέρνχαρντ. Μικρὴ εἰσαγωγὴ στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του

 

 

Ἕλενα Σταγκουράκη

 

Τόμας Μπέρνχαρντ

Μι­κρὴ εἰ­σα­γω­γὴ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του

 

ΔΕΚΑΕΝΝΙΑΧΡΟΝΟΣ ΑΥΣΤΡΙΑΚΟΣ ποὺ μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Τό­μας Φάμ­πιαν ἐ­ξέ­δι­δε τὸ 1950 μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα, βρι­σκό­ταν στὴν ἀρ­χὴ μιᾶς μα­κρᾶς συγ­γρα­φι­κῆς πο­ρεί­ας. Μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄ­νο­μα, Τό­μας Μπέρ­νχαρντ, ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς τοῦ δεύ­τε­ρου μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ὁ Μπέρ­νχαρντ ὑ­πῆρ­ξε αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ κά­ποι­α τραυ­μα­τι­κὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τό­σο τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του, ὅ­σο καὶ τῆς συγ­γρα­φι­κῆς του ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­ας.

       Ὁ Μπέρ­νχαρντ γεν­νή­θη­κε στὴν Ὀλ­λαν­δί­α τὸ 1931, νό­θο τέ­κνο Αὐ­στρια­κῶν γο­νέ­ων. Πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σε τὸν πα­τέ­ρα του, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σε καὶ πέ­θα­νε νω­ρὶς ἀ­πὸ δι­αρ­ρο­ὴ γκα­ζιοῦ (πολ­λοὶ κά­νουν λό­γο γιὰ αὐ­το­κτο­νί­α). Με­γά­λω­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς τῆς μη­τέ­ρας του στὴ Βι­έν­νη, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν πα­ρέ­λα­βαν ἤ­δη λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὴ γέν­νη­σή του. Ἡ μη­τέ­ρα του σύν­το­μα παν­τρεύ­τη­κε κι ἔ­κα­νε και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια. Λό­γῳ τῶν συγ­κρού­σε­ών του μὲ αὐ­τήν, ὁ Μπέρ­νχαρντ εἰ­σή­χθη γιὰ ἕ­να χρό­νο σὲ ἵ­δρυ­μα γιὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στα παι­διά, ἐ­νῶ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἐ­στά­λη ἐ­σώ­κλει­στος στὸ τό­τε ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κὸ καὶ με­τέ­πει­τα κα­θο­λι­κὸ Γυ­μνά­σιο Γι­ο­χα­νέ­ουμ, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐγ­κα­τέ­λει­ψε στὰ τρί­α χρό­νια, δι­α­κό­πτoν­τας τὶς σπου­δές του.

       Σταθ­μὸς στὴ ζω­ὴ τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὑ­πῆρ­ξε ἡ πε­ρί­ο­δος 1949-1950. Τὸ 1949, στὴν κρί­σι­μη ἡ­λι­κί­α τῶν 18 χρό­νων, ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ριὰ μὲ φυ­μα­τί­ω­ση κι ἔ­φτα­σε στὰ πρό­θυ­ρα τοῦ θα­νά­του. Γιὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­σή του ἀ­παι­τή­θη­καν δύ­ο χρό­νια σὲ δι­ά­φο­ρα σα­να­τό­ρια, ἐ­νῶ ἔ­κτο­τε ἡ ὑ­γεί­α του πα­ρέ­μει­νε εὔ­θραυ­στη. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἀ­πε­βί­ω­σε ὁ παπ­πούς του, τὸ μό­νο οὐ­σι­α­στι­κὸ στή­ριγ­μά του, ἐ­νῶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο ἔ­χα­σε καὶ τὴ μη­τέ­ρα του. Τό­τε ἦ­ταν ὅ­μως ποὺ γνώ­ρι­σε τὴν Χέν­τβιχ Στα­βι­ά­νι­τσεκ.

       Τὰ δύ­ο αὐ­τὰ πρό­σω­πα, ὁ παπ­ποὺς-συγ­γρα­φέ­ας Γι­ο­χά­νες Φρο­ϊμ­μπί­χλερ καὶ ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ ἔ­παι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴν πο­ρεί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ὁ πρῶ­τος ἔ­δω­σε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση στὴν παι­δεί­α τοῦ ἐγ­γο­νοῦ του, φρόν­τι­σε νὰ τοῦ ἐμ­φυ­σή­σει τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὴ φι­λο­σο­φί­α καὶ τὸ ὑ­ψη­λό, κα­θὼς καὶ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει μὲ τὰ λί­γα μέ­σα ποὺ δι­έ­θε­τε μου­σι­κὴ παι­δεί­α. Ἡ Στα­βι­ά­νι­τσεκ, τὴν ὁ­ποί­α ὁ Μπέρ­νχαρντ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «σύν­τρο­φο ζω­ῆς» καὶ «θεί­α», ὄν­τας τριά­ντα πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο, ἦρ­θε νὰ παί­ξει τὸν ρό­λο τῆς ἀ­νέ­κα­θεν ἀ­πού­σας μη­τέ­ρας, νὰ πά­ρει τὴ θέ­ση της με­τὰ τὸ θά­να­τό της, ἀλ­λὰ καὶ νὰ συμ­βάλ­λει κα­τα­λυ­τι­κὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Μπέρ­νχαρντ στὴν κοι­νω­νί­α τῆς Βι­έν­νης καὶ τὸν συγ­γρα­φι­κὸ κό­σμο.

       Τὰ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ ποί­η­ση ἔ­γι­ναν γνω­στὰ στὴν Αὐ­στρί­α γιὰ τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κή τους ποι­ό­τη­τα, ὡ­στό­σο ἡ ρα­γδαί­α ἐ­ξά­πλω­σή τους ὀ­φεί­λε­ται στὰ συ­νε­χῆ σκάν­δα­λα, τὶς συ­ζη­τή­σεις, τὶς ἔ­ρι­δες ποὺ προ­ξε­νοῦ­σε ἅ­μα τὴ ἐμ­φα­νί­σει κά­θε ἔρ­γο του. Ὁ Μπέρν­χαρντ δὲν δί­στα­ζε νὰ στρα­φεῖ εὐ­θέ­ως κα­τὰ τοῦ αὐ­στρια­κοῦ κρά­τους —τὸ ὁ­ποῖ­ο χα­ρα­κτή­ρι­ζε «κα­θο­λι­κὸ κι ἐ­θνι­κο­σο­σι­α­λι­στι­κό»­—, τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης κοι­νω­νί­ας, ἀλ­λὰ καὶ κά­θε προ­σώ­που καὶ θε­σμοῦ, αὐ­στρια­κοῦ καὶ μή. Γιὰ τὴν Αὐ­στρί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ «μιὰ κό­λα­ση, ὅ­που το πνεῦ­μα ἐκ­μη­δε­νί­ζε­ται ἀ­δι­α­λεί­πτως, ἐ­νῶ τέ­χνη κι ἐ­πι­στή­μη ἀ­πα­ξι­ώ­νον­ται»1. Τὸ αὐ­στρια­κὸ κρά­τος γιὰ ἐ­κεῖ­νον δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ «σχη­μα­τι­σμὸς κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὴν ἀ­πο­τυ­χί­α» καὶ οἱ Αὐ­στρια­κοὶ «πλά­σμα­τα τῆς ἀ­γω­νί­ας». Ὅ­σο γιὰ πο­λι­τι­κὰ πρό­σω­πα καὶ συγ­γρα­φεῖς, συ­χνὰ εἶ­δαν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους ν’ ἀ­πο­τυ­πώ­νον­ται σὲ ἔρ­γα τοῦ Μπέρ­νχαρντ, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὶς δη­μό­σι­ες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες, τὶς μη­νύ­σεις, ἀλ­λὰ καὶ τὶς φω­νὲς γιὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ση πα­ρα­στά­σε­ων, ἕ­ως καὶ τὴν στέ­ρη­ση τῆς ἰ­θα­γέ­νει­ας. Πο­λὺ συ­χνὰ δὲ τὸν χα­ρα­κτή­ρι­ζαν «προ­δό­τη τῆς πα­τρί­δας του» καὶ «μί­α­σμα τῆς ἴ­διας του τῆς φω­λιᾶς». Αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­γι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­γα­πη­τὸς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ὄν­τας ἀμ­φι­λε­γό­με­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα, στὴν πα­τρί­δα του ἀ­πέ­κτη­σε ἀ­νυ­στε­ρό­βου­λους φί­λους, ἀλ­λὰ καὶ ἄ­σπον­δους ἐ­χθρούς. Ἡ τε­λευ­ταί­α πρά­ξη ἀν­τί­στα­σης κι «ἐκ­δί­κη­σης» ἀ­πέ­ναν­τι στὴν πα­τρί­δα του ἦρ­θε με­τὰ θά­να­τον, μὲ τὴν ἀ­πα­γό­ρευ­ση ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­σης καὶ με­τα­φο­ρᾶς στὸ θέ­α­τρο τῶν ἔρ­γων του, ἀ­πα­γό­ρευ­ση ποὺ δι­α­χει­ρί­στη­κε κι ἐν μέ­ρει ἦ­ρε ὁ κλη­ρο­νό­μος ἑ­τε­ρο­θα­λὴς ἀ­δερ­φός του.

       Ὡ­στό­σο, χρή­ζει δι­ά­κρι­σης τὸ ἑ­ξῆς: ὁ Μπέρ­νχαρντ δὲν ἀ­σκοῦ­σε ἁ­πλῶς κοι­νω­νι­κὴ κρι­τι­κή, δὲν ἔ­θι­γε μὲ τρό­πο ἐ­πι­φα­νεια­κὸ τὰ κα­κῶς κεί­με­να. Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πὸ ἔν­το­νο πνεῦ­μα ἀρ­νη­τι­σμοῦ κι ἀ­πόρ­ρι­ψης, ἀ­πε­χθα­νό­ταν τὸν κό­σμο κι ὅ,τι βρι­σκό­ταν σὲ αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν τό­σο στὴν προ­σω­πι­κή του ζω­ή, ὅ­σο καὶ στὸν συγ­γρα­φι­κό του βίο. Ὅ­σοι τὸν κα­τα­κρί­νουν, μι­λοῦν γιὰ μι­σάν­θρω­πο συγ­γρα­φέ­α καὶ τοῦ ἐ­πιρ­ρί­πτουν ἕ­να σω­ρὸ ἐ­λατ­τώ­μα­τα καὶ πα­ρα­ξε­νι­ές.

       Πό­σο εὔ­λο­γα, ὅ­μως, φαν­τά­ζουν ὅ­λα τα πα­ρα­πά­νω ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τοὺς κα­τα­λυ­τι­κοὺς πα­ρά­γον­τες τῆς ζω­ῆς του: πλή­ρης ἔλ­λει­ψη πα­τέ­ρα, δια­ρκὴς ἀ­που­σί­α μη­τέ­ρας, ἀ­πόρ­ρι­ψη, ἀ­σθέ­νεια, θά­να­τος, ἐ­πα­φὴ μὲ να­ζι­στι­κὲς ἰ­δέ­ες. Ἔ­τσι, ἡ θε­μα­το­λο­γί­α τοῦ Μπέρ­νχαρντ πε­ρι­στρέ­φε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, τὴ μο­να­ξιὰ καὶ τὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, τὴν αὐ­το­κα­τα­στρο­φή, τὸν πό­νο, τὴν ἀ­νελ­πι­σί­α τοῦ κό­σμου καὶ τὸν θά­να­το.

       Ἡ δὲ ἀ­σθέ­νειά του, ἡ δυ­σκο­λί­α του ν’ ἀ­να­πνεύ­σει, ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὑ­φο­λο­γι­κὰ στὸ ἔρ­γο του μὲ μα­κρό­συρ­τες προ­τά­σεις ἄ­πνοι­ας, ποὺ ἔ­κα­ναν τὴν Ἐλ­φρίν­τε Γι­έ­λι­νεκ νὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρί­σει «ποι­η­τὴ τῆς ὁ­μι­λί­ας» κι ὄ­χι τῆς γρα­φῆς. Ὡ­στό­σο, τὴν ἀ­να­πνο­ὴ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ ἴ­διος γιὰ νὰ δεί­ξει καὶ τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς γρα­φῆς γιὰ ἐ­κεῖ­νον: «ἀ­να­πνο­ὴ καὶ γρα­φὴ εἶ­ναι ἕ­να καὶ τὸ αὐ­τό».

       Ἡ ση­μα­σί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς δὲν εἶ­ναι τὸ μό­νο στοι­χεῖ­ο, κα­θο­ρι­στι­κό του ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ. Ἀν­τι­θέ­τως, τὸ αὐ­τὸ ἰ­σχύ­ει καὶ γιὰ τὸν ἀ­πό­λυ­το τρό­πο τῆς ἔκ­φρα­σής του, ἕ­ναν τρό­πο ποὺ ἀ­πο­κλεί­ει ἐκ τῶν προ­τέ­ρων τὴ δι­α­τύ­πω­ση ἀν­τιρ­ρή­σε­ων καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­πό­ψε­ων. Οἱ κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὲς ἐκ­φρά­σεις καὶ ἡ συ­χνό­τα­τη ἐ­πα­νά­λη­ψη λέ­ξε­ων ὅ­πως «φυ­σι­κά», «τὰ πάν­τα», «τί­πο­τα», «συ­νε­χῶς», «ἀ­πό­λυ­τα» δὲν ἐ­πι­τρέ­πουν τὴ δι­α­φω­νί­α. Πρό­κει­ται γιὰ τὴ μί­α καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­λή­θεια.

       Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοὶ τοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρ­νχαρντ εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ πο­λὺ συ­χνοὶ μο­νό­λο­γοι ἑ­νὸς ἀ­φη­γη­τῆ σὲ πρῶ­το πρό­σω­πο, συ­χνὰ δὲ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ἕ­ναν βου­βὸ ἀ­κρο­α­τὴ ἢ μα­θη­τευ­ό­με­νο, πά­νω σε κά­ποι­ο ἀ­πο­τρό­παι­ο θέ­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἢ φι­λο­σο­φι­κὸ στο­χα­σμὸ ποὺ θέ­τει ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας μέ­σῳ τοῦ ἀ­φη­γη­τῆ του. Οἱ ἀ­φη­γη­τὲς αὐ­τοί, συ­νή­θως ἐ­πι­στή­μο­νες, «ἄν­θρω­ποι τοῦ πνεύ­μα­τος» ὅ­πως εἰ­ρω­νι­κὰ τοὺς ὀ­νο­μά­ζει ὁ συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­κτο­ξεύ­ουν μύ­δρους κα­τὰ τῶν ἀ­νό­η­των μα­ζῶν καὶ τὰ βά­ζουν μὲ κά­θε ἱ­ε­ρὸ καὶ ὅ­σιο. Ὡ­στό­σο, τό­σο ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, ὅ­σο καὶ ἡ δυ­σα­ρέ­σκεια μὲ τὰ πάν­τα δὲν πρέ­πει ν’ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­ζουν. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας δὲν ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἑ­κά­στο­τε ἀ­φη­γη­τή, ἀν­τι­θέ­τως φρον­τί­ζει νὰ παίρ­νει ἀ­πό­στα­ση ἀ­π’ αὐ­τόν, δη­λώ­νον­τάς το συ­χνὰ ρη­τῶς. Πρό­κει­ται γιὰ πρό­ζα ρό­λων κι ὄ­χι γιὰ ἄ­με­σα αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὰ κεί­με­να.

       Ἄλ­λο ση­μεῖ­ο ὅ­που ἡ βι­ο­γρα­φί­α συγ­κλί­νει μὲ τὴ συγ­γρα­φι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ εἶ­ναι τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ὑ­περ­βο­λῆς, τῆς κλι­μά­κω­σης. Τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο ἰ­δε­ῶν καὶ θε­μά­των, ὅ­σο καὶ σ’ αὐ­τὸ τῆς ἔκ­φρα­σης, ὁ Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­τυγ­χά­νει, μέ­σῳ τῆς ἐ­λα­φρῶς τρο­πο­ποι­ού­με­νης κά­θε φο­ρὰ ἐ­πα­νά­λη­ψης, τῆς πα­ραλ­λα­γῆς, τὴν κλι­μά­κω­ση. Αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ὁ τρό­πος θυ­μί­ζει τὶς με­θό­δους σύν­θε­σης στὴ μου­σι­κὴ κι ἂς θυ­μη­θεῖ ἐ­δῶ ὁ ἀ­να­γνώ­στης τὴ μου­σι­κὴ παι­δεί­α τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὁ ἴ­διος μά­λι­στα πα­ρα­δε­χό­ταν ὅ­τι ἡ μου­σι­κό­τη­τα ἦ­ταν με­γί­στης ση­μα­σί­ας στὰ κεί­με­νά του, κα­θὼς καὶ ἕ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ γε­νι­κὰ «δι­α­κρί­νει ἕ­ναν Αὐ­στρια­κὸ ἀ­πὸ ἕ­ναν Γερ­μα­νό, κα­θὼς γιὰ τὸν Γερ­μα­νὸ ἡ μου­σι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτη».

       Κι ἂν ὁ Μπέρ­νχαρντ κα­θί­στα­ται δύ­στρο­πος κι ἀ­πω­θη­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας μὲ τὴν εἰ­ρω­νεί­α, τὸ σαρ­κα­σμὸ καὶ τὴν ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τά του, ὑ­πάρ­χουν καὶ γνω­ρί­σμα­τα ποὺ δροῦν ἀν­τι­σταθ­μι­στι­κά. Αὐ­τὰ εἶ­ναι ἡ γλωσ­σι­κή του ἐ­κλέ­πτυν­ση, ἡ αἴ­σθη­ση τοῦ χιοῦ­μορ ποὺ ἔ­χει κι ἀ­πο­τυ­πώ­νει στὰ γρα­πτά του, ἀλ­λὰ καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὰ κεί­με­νά του, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ἐ­κεῖ­να ἄλ­λων ἐ­ξε­χόν­των συγ­γρα­φέ­ων τῆς ἐ­πο­χῆς του, γί­νον­ται εὐ­κό­λως κα­τα­νο­η­τὰ κι ἀ­πὸ τὸν μὴ ἐ­πα­ΐ­ον­τα, ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­γρό­τη, «μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο καὶ μό­νο», σύμ­φω­να μὲ τὸ συγ­γρα­φέ­α, «ἔ­χει νό­η­μα νὰ συ­ζη­τᾶ κα­νείς».

  

       Γιὰ τὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Τό­μας Μπέρ­νχαρντ ἐ­πι­λέ­χθη­κε τὸ ἀ­πάν­θι­σμα τῶν συν­το­μό­τα­των δι­η­γη­μά­των του ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­καν στοὺς τό­μους Μι­μη­τὴς φω­νῶν (1987)2 καὶ Συμ­βάν­τα (1994). Πρό­κει­ται γιὰ κεί­με­να μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα αἰ­σθη­τὸ τὸν σπιν­θή­ρα τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, τοῦ σαρ­κα­σμοῦ καὶ τοῦ κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νου χι­οῦ­μορ, δη­λα­δὴ τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ὕ­φους τοῦ Μπέρν­χαρντ, ἕ­ναν σπιν­θή­ρα ποὺ ἡ λάμ­ψη του δια­ρκεῖ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κλά­σμα χρό­νου.

 

       Ἀ­θή­να, 4 Σε­πτεμ­βρί­ου 2011

 

ΣΗ­ΜΕΙ­Ω­ΣΕΙΣ

1. Ἀ­παν­τᾶ­ται στὸ δι­ή­γη­μα «Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμὸς» ποὺ ἔ­χει συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα.

2. Νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σου­με ὅ­τι ὁ συγκεκριμένος τό­μος δι­η­γη­μά­των ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Ἴ­σα­ρη (μὲ τίτλο Ὁ μίμος τῶν φωνῶν).

 

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984). Με­τα­φρά­στρια κει­μέ­νων ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά, τὰ ἱ­σπα­νι­κά καὶ τὰ ἀγ­γλι­κά. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κρι­τι­κὴ θε­ά­τρου σὲ μό­νι­μη στή­λη πε­ρι­ο­δι­κοῦ καὶ γρά­φει κρι­τι­κὲς λο­γο­τε­χνί­ας γιὰ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Πάνος Πρωτοπαπάς: Οἱ ἄλλοι

 

 

Πά­νος Πρω­το­πα­πάς

 

Οἱ ἄλ­λοι

 

Η ΖΩΗ ΜΟΥ τὴν πέ­ρα­σα κλει­σμέ­νος σ’ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα μιᾶς ἄ­δειας πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Ἐ­δῶ πέ­ρα­σαν τὴ ζω­ή τους καὶ οἱ γο­νεῖς μου, κλει­σμέ­νοι κι αὐ­τοί, ὅ­πως καὶ οἱ δι­κοί τους γο­νεῖς καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει πό­σοι ξε­χα­σμέ­νοι συγ­γε­νεῖς μου ἀ­κό­μα. Ὅ­λοι ἤ­ξε­ραν πὼς ζοῦ­σαν κλει­σμέ­νοι σὲ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα μιᾶς ἄ­δειας πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Μέ­χρι ποὺ ἦρ­θαν οἱ «­ἄλ­λοι­» καὶ μᾶς εἶ­παν πὼς λά­θος κα­τα­λά­βα­με, οὔ­τε γιὰ δι­α­μέ­ρι­σμα πρό­κει­ται, οὔ­τε γιὰ ἄ­δεια πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Ὡ­στό­σο τὰ δει­λι­νὰ ποὺ πα­ρα­τη­ρῶ προ­σε­κτι­κὰ τὸν πε­ζό­δρο­μο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α, βε­βαι­ώ­νο­μαι πὼς ἔ­χω δί­κιο. Για­τί ἀ­κό­μα καὶ τὸ πα­σι­φα­νὲς —δη­λα­δὴ τὸν πε­ζό­δρο­μο— οἱ «­ἄλ­λοι» τὸ ὀ­νο­μά­ζουν δι­ά­δρο­μο κά­ποι­ου κρυ­φοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τος τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Οἱ «ἄλ­λοι», οἱ τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γοὶ λέ­ξε­ων, οἱ ἐ­φευ­ρέ­τες ἐν­νοι­ῶν, οἱ μά­γοι τῆς πα­ρα­πλά­νη­σης…

       Κά­θε δει­λι­νὸ βλέ­πω τὴν ἴ­δια πε­ρα­στι­κὴ κυ­ρί­α νὰ ρεμ­βά­ζει στὸν πε­ζό­δρο­μο. Τί γι­γαν­τια­ία κυ­ρί­α! Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ἐ­κτό­πι­σμα δι­α­πι­στώ­θη­κε πρὶν χρό­νια, ὅ­ταν κά­ποι­ος πρό­γο­νός μου τόλ­μη­σε νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα. Τὸν ἔ­λι­ω­σε κα­τὰ λά­θος μὲ τὸ τα­κού­νι της. Μί­α τό­σο τε­ρά­στια γυ­ναί­κα δὲν θὰ χω­ροῦ­σε φυ­σι­κὰ σὲ ἕ­να δι­ά­δρο­μο.

       Πέ­ρα­σαν αἰ­ῶ­νες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον τὸν —πρῶ­το— θά­να­το. Μέ­χρι τό­τε, οἱ νε­κροί μας δὲν πέ­θαι­ναν, κοι­μόν­του­σαν. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια, πέ­θα­νε καὶ ἡ γι­γαν­τια­ία κυ­ρί­α, ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φό­ρη­σαν οἱ «ἄλ­λοι­», οἱ ἐ­φευ­ρέ­τες τοῦ θα­νά­του. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, τὴ γι­γάν­τισ­σα τὴ βλέ­πω κά­θε μέ­ρα, αἰ­ῶ­νες με­τὰ τὸ συμ­βάν. Καὶ κα­θό­λου, νὰ πεῖς, δὲν θυ­μᾶ­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου στὸ κά­δρο ἐ­κεί­νου τοῦ φρι­κτοῦ δει­λι­νοῦ. Ἄ­ρα, ἂν δὲν ζῶ σή­με­ρα καὶ ζοῦ­σα τό­τε, ὅ­πως θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κά­ποι­ος κα­κό­πι­στος, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ θυ­μᾶ­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου πα­ρόν­τα στὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Ὅ­ταν ὅ­μως τσιμ­πῶ τὸ μά­γου­λό μου νι­ώ­θω πό­νο. Ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω σή­με­ρα καὶ ὄ­χι τό­τε. Κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει, μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, καὶ τό­τε καὶ τώ­ρα.

       «Ἂ­ν οι πε­ρα­στι­κοὶ εἶ­ναι πράγ­μα­τι γί­γαν­τες, μή­πως ἐ­σεῖς δὲν εἶ­στε νά­νοι;­», μὲ ρώ­τη­σαν οἱ «ἄλ­λοι». «Πῶς νὰ ξέ­ρω;­», τοὺς ἀ­πάν­τη­σα ἑ­τοι­μό­λο­γα. «Ἀ­φοῦ ἐ­σεῖς, ποὺ δὲν εἶ­στε οὔ­τε νά­νοι οὔ­τε γί­γαν­τες, καὶ ἑ­πο­μέ­νως θὰ ἀ­πο­τε­λού­σα­τε ἕ­να κα­λὸ μέ­τρο σύγ­κρι­σης, κρύ­βε­στε πί­σω ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις. Δὲν σᾶς ἔ­χω δεῖ πο­τὲ στὴ ζω­ή μου. Τὸ μέ­τρο δὲν εἶ­ναι πιὰ μέ­τρο μ’ ἐ­σᾶς, οὔ­τε τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ ὁ θά­να­τος θά­να­τος. Ἔ­χε­τε δι­α­στρέ­ψει τὸ νό­η­μα τῶν λέ­ξε­ων, τὸ με­γα­λεῖ­ο του σύμ­παν­τος.»

 

       Ὅ­μως, ὁ πρό­γο­νός μας ἔ­γι­νε κι­μάς, αὐ­τὸ με­τρά­ει ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δε­χθή­κα­με τὶς ἔν­νοι­ες ποὺ ἔ­δω­σαν οἱ «ἄλ­λοι­» στὶς λέ­ξεις μας. Δὲν ἔ­χει πιὰ ση­μα­σί­α ἂν ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε νά­νοι ἢ γί­γαν­τες ἢ πε­ρα­στι­κοί. Οὔ­τε κι ἂν ὁ πε­ζό­δρο­μος εἶ­ναι δι­ά­δρο­μος. Ἔ­χου­με ἕ­ναν ἀ­λη­θι­νὸ νε­κρὸ νὰ μι­κραί­νει τὴ σκέ­ψη μας. Πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ στὰ κα­τά­βα­θά μας δὲν ἔ­χου­με πει­στεῖ πὼς ἀ­λη­θι­νὸς νε­κρὸς ση­μαί­νει κι­μὰς μὲ ἀ­λε­σμέ­να κο­κά­λα, ἡ ἀμ­φι­βο­λία φαρ­μα­κώ­νει πιὰ τὴ ζωή μας.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πλανόδιον, τχ 51, Δεκέμβριος 2011 («48 Μικρά Διηγήματα Ἑλλήνων Συγγραφέων [Πρῶτο Μέρος (1/2)]).

 

Πά­νος Πρω­το­πα­πάς (Ἀ­λε­ξάν­δρεια, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὶς ναυ­τι­λια­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις καὶ τὰ ΜΜΕ. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Εὐ­θύ­νη, Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ναυ­λα­γο­ρά (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Ἵ­κα­ρος, Ἀ­θή­να, 1983). Τε­λευ­ταῖ­ο του: Ἰ­α­σε­μιὰ γιὰ ἕ­να δο­λο­φό­νο (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Ἐν πλῷ, Ἀ­θή­να, 2010).

 

 

Ἀμάντα Μιχαλοπούλου: Τὸ χέρι τοῦ πατέρα μου

 

 

Ἀμάντα Μιχαλοπούλου

 

Τὸ χέρι τοῦ πατέρα μου

 

                                                            Τὸ ξέ­ρω πὼς ἐ­νή­με­ροι τε­λεῖ­τε

                                                            κι ἐ­νή­με­ρους μᾶς παίρ­νε­τε, πα­τέ­ρες,

                                                            ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­ο­ρί­στως κα­τοι­κεῖ­τε,

                                                            ψη­λὰ στοὺς πει­σι­θά­να­τους αἰ­θέ­ρες

                                                                     Δι­ο­νύ­σης Κα­ψά­λης, Ὑπὸ κλίμακα

 

ΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ κοι­μό­μουν μὲ πολ­λούς. Ἤ­μουν εἴ­κο­σι χρο­νῶν, ταγ­μέ­νη στὶς ἐμ­πει­ρί­ες. Εἶ­χα γνω­ρί­σει ἀ­γό­ρια καὶ με­γα­λύ­τε­ρους ἄν­τρες, συμ­φοι­τη­τές μου στὴν Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, κα­θη­γη­τὲς καὶ λέ­κτο­ρες, με­ρι­κὲς κο­πέ­λες πού, σὰν ἐ­μέ­να, ἤ­θε­λαν νὰ δο­κι­μά­σουν τὰ πάν­τα, φί­λους φί­λων σὲ πάρ­τυ, μη­χα­νό­βιους, μου­σι­κούς, ἄ­γνω­στους σὲ μπάρ. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ ποὺ βρί­σκο­μαι τώ­ρα τὸ σπόρ μοῦ φαί­νε­ται αὐ­το­κα­τα­στρο­φι­κό, ἀλ­λὰ τό­τε δὲ σκε­φτό­μουν ἔ­τσι. Πί­στευ­α ὅ­τι οἱ τυ­χαῖ­ες συ­να­να­στρο­φὲς θὰ μὲ βο­η­θοῦ­σαν νὰ δῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους ὡς σύ­νο­λο φω­τει­νῶν συμ­πτώ­σε­ων, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἀν­τι­κρί­ζει κα­νεὶς οὐ­ρά­νια σώ­μα­τα στὴν ξα­στε­ριά.

            Κά­θε βρά­δυ ἑ­τοι­μα­ζό­μουν μὲ χτυ­πο­κάρ­δι, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω τί μὲ πε­ρι­μέ­νει. Ἔ­κλει­να τὴν πόρ­τα τοῦ φοι­τη­τι­κοῦ μου δι­α­με­ρί­σμα­τος ἕ­τοι­μη γιὰ ὅ­λα. Μοῦ ἄ­ρε­σε ἡ ἔλ­λει­ψη σχε­δί­ου πλεύ­σης, ἡ ἔλ­λει­ψη ἀ­παι­τή­σε­ων ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν προσ­δο­κί­ες. Μοῦ ἄ­ρε­σαν ἐ­πί­σης τὰ ἄ­γνω­στα δι­α­με­ρί­σμα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­λη­γα. Πό­σα κα­τα­λά­βαι­να γιὰ τὴ ζω­ὴ τῶν ἄλ­λων! Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χὴ προ­δι­δό­ταν μ΄ἕ­να σε­μέν, μιὰ φω­το­γρα­φί­α ἢ ἕ­να κά­λυμ­μα τοῦ κα­να­πέ. Κι αὐ­τὸ τὸ ἤ­ξε­ραν ἢ τὸ ὑ­πο­ψι­ά­ζον­ταν ὅ­λοι ὅ­σοι ρω­τοῦ­σαν, στὴ μέ­ση ἑνὸς φι­λιοῦ, «θὰ­ ’ρ­θεῖς στὸ σπί­τι μου;».

            Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ γνώ­ρι­σα σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ μπὰρ τῆς πλα­τεί­ας Μα­βί­λη ἕ­ναν ἄν­τρα ψη­λὸ καὶ εὐ­τρα­φῆ. Φαι­νό­ταν κα­λό­βο­λος, ἔ­τσι ποὺ χα­μο­γε­λοῦ­σε δια­ρκῶς, πί­νον­τας μό­νος τὸ πο­τό του στὸ σκα­μνὶ τοῦ μπάρ. Ἦ­ταν Δε­κα­πεν­ταύ­γου­στος, ἔ­βρα­ζε ὁ τό­πος. Γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα κα­τα­λή­ξα­με στὸ σπί­τι του, σὲ μιὰ ἀρ­χον­τι­κὴ πο­λυ­κα­τοι­κί­α πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλα­τεία.

            Με­τὰ τὸ σὲξ κοι­μή­θη­κα ἀ­μέ­σως καὶ βα­θιά. Δὲν ξέ­ρω ἂν ἔ­φται­γε τὸ στρῶ­μα νε­ροῦ στὸ κρε­βά­τι του, πάν­τως στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας ξύ­πνη­σα μὲ τρο­με­ρὴ δί­ψα. Εἶ­χα προ­σέ­ξει ὅ­τι τὸ μπά­νιο βρι­σκό­ταν μέ­σα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο, κά­τι σπά­νιο στὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ἤ­ξε­ραν ἀ­κό­μη τὰ master bedrooms. Πῶς ὅ­μως θὰ ἔ­φτα­να ὣς ἐ­κεῖ; Δὲν εἴ­χα­με ἀ­φή­σει ἕ­να φῶς ἀ­ναμ­μέ­νο. Ἀ­νά­με­σα στὸ κρε­βά­τι καὶ στὴν πόρ­τα τοῦ μπά­νιου ἁ­πλω­νό­ταν ἕ­νας χῶ­ρος ἀ­χα­νής.

            Κοι­μό­μουν στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρά. Μὲ χέ­ρια τεν­τω­μέ­να, σὰν ὑ­πνο­βά­της, ἀ­να­ση­κώ­θη­κα κι ἄρ­χι­σα νὰ ψη­λα­φῶ τὸ σκο­τά­δι πού μοῦ φά­νη­κε ὑ­περ­βο­λι­κὰ πυ­κνό – ἀ­γε­ω­γρά­φη­το. Χά­θη­κα μέ­σα στὸ δω­μά­τιο. Θά­ ‘ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ γυ­ρί­σω στὸ κρε­βά­τι, σκέ­φτη­κα, ὥ­σπου ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι τὸ εἶ­χα χά­σει κι αὐ­τό. Κι ἂν ἀ­κουμ­ποῦ­σα σ’­ ἕ­ναν τοῖ­χο, σ’­ ἕ­ναν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε τοῖ­χο; Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ βρῶ τὸ στίγ­μα μου καὶ νὰ προ­χω­ρή­σω;

            Ὅ­ταν ἀ­φη­γεῖ­σαι, ὁ χρό­νος περ­νά­ει. Ὅ­μως ἐ­κεῖ, τό­τε, ὁ χρό­νος ἦ­ταν ἀ­κί­νη­τος καὶ ἀ­βα­θής. Μπλεγ­μέ­νη σὲ ἱ­στοὺς σκο­τα­δι­ῶν, κο­λυμ­ποῦ­σα ἀ­νοί­γον­τας καὶ ξα­να­νοί­γον­τας τὰ χέ­ρια μου, ὥ­σπου τε­λι­κὰ βρῆ­κα μιὰ λύ­ση: γο­νά­τι­σα καὶ σύρ­θη­κα. Εἶ­χα κα­λύ­ψει μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση τε­λι­κά. Μὲ τὴ δεύ­τε­ρη ἁ­πλω­τή, ἄγ­γι­ξα τὴν ἄ­κρη τοῦ στρώ­μα­τος. Μὲ τὴν τρί­τη, ἀ­κούμ­πη­σα τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα μου ποὺ εἶ­χε πνι­γεῖ κο­λυμ­πών­τας τέσ­σε­ρα χρό­νια πρίν, ὅ­ταν πή­γαι­να στὸ Λύ­κει­ο. Ἦ­ταν τὸ ζε­στό, τρι­χω­τὸ χέ­ρι του, μὲ τὴν πα­λά­μη ἀ­νοι­χτή, τὰ δά­χτυ­λα στραμ­μέ­να πρὸς τὰ πά­νω. Ἦ­ταν τὸ χέ­ρι του καὶ μὲ τρα­βοῦ­σε πά­νω στὸ στρῶ­μα τοῦ νε­ροῦ γιὰ νὰ μὲ σώ­σει ἀ­πὸ τὸ σκο­τά­δι.

            «Τι ἔ­πα­θες;» εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος ἄν­τρας στὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­λη­γε τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα μου. Ἐ­γὼ δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Συ­νέ­χι­σα νὰ χαϊδεύ­ω τὰ δά­χτυ­λα ποὺ ἤ­ξε­ρα τό­σο κα­λά. Δά­χτυ­λα ποὺ εἶ­χαν πλύ­νει καὶ σκου­πί­σει τὰ δι­κά μου ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρές, δά­χτυ­λα πού μοῦ εἶ­χαν μά­θει τὴ βα­σι­κὴ ἀ­ριθ­μη­τι­κὴ καὶ ποὺ μό­νο σπά­νια μὲ εἶ­χαν γρα­πώ­σει βί­αι­α γιὰ νὰ μὲ τρα­βή­ξουν στὸ πε­ζο­δρό­μιο, ἂν περ­νοῦ­σε, μὲ με­γά­λη τα­χύ­τη­τα, ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το. Ἐ­κεῖ­νος, ὑ­πο­θέ­των­τας ὅ­τι κά­τι ἄλ­λο ζη­τοῦ­σα, ἔ­χω­σε τὴν πα­λά­μη του ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου κι ἄρ­χι­σε τὶς πα­λίν­δρο­μες κι­νή­σεις. Πε­τά­χτη­κα ὄρ­θια πά­νω στὸ στρῶ­μα νε­ροῦ ποὺ τραμ­πα­λι­ζό­ταν. «Το φῶς, τὸ φῶς!» οὔρ­λια­ξα. Ὁ ἄν­τρας ἄ­να­ψε τὸ φῶς μουρ­μου­ρί­ζον­τας. Τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα μου ἀ­φα­νί­στη­κε.

            Κλεί­στη­κα στὴν του­α­λέ­τα κι ἤ­πια νε­ρὸ μὲ τὶς χοῦ­φτες. Κοί­τα­ξα γιὰ λί­γο τὰ μπου­κα­λά­κια μὲ τὶς κρέ­μες νυ­χτὸς καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα κά­ποι­ας ἄλ­λης γυ­ναί­κας ποὺ προ­φα­νῶς ἔ­με­νε ἐ­κεῖ κι ἔ­λει­πε σὲ δι­α­κο­πές. Τρά­βη­ξα τὸ κα­ζα­νά­κι χω­ρὶς νὰ ἔ­χω κά­τσει στὴ λε­κά­νη, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δῶ τὸ νε­ρὸ νὰ κυ­λᾶ. Κοι­τά­χτη­κα στὸν κα­θρέ­φτη. Ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σω, κά­τι νὰ πῶ στὸν πα­τέ­ρα μου, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα ἐ­κεῖ, στὸ ξέ­νο μπά­νιο. Ξα­να­γύ­ρι­σα στὸ δω­μά­τιο γιὰ νὰ ντυ­θῶ.

            «Φεύ­γεις;» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας ποὺ ἀ­να­κα­θό­ταν στὴ μέ­ση τοῦ στρώ­μα­τος σὰν ὀ­δα­λί­σκη, μὲ τὸ σεν­τό­νι τυ­λιγ­μέ­νο στὴ μέ­ση του.

            Καὶ τό­τε ἔ­κα­να κά­τι πα­ρά­ξε­νο: ἔ­σκυ­ψα καὶ ἀ­κούμ­πη­σα τὸ μά­γου­λο στὴν πα­λά­μη του, προ­σπα­θών­τας νὰ ξα­να­βρῶ τὴν ἀ­πό­κο­σμη αἴ­σθη­ση ποὺ εἶ­χε πιὰ χα­θεῖ.

 

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Ἀμάντα Μιχαλοπούλου (Ἀθήνα, 1966). Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στὴν Ἀθήνα καὶ δημοσιογραφία στὸ Παρίσι. Ἀρθρογραφεῖ στὴν ἐφ. Καθη­με­ρινή. Πρῶτο της βιβλίο: Ἔξω ἡ ζωὴ εἶναι πολύχρωμη (ἐκδ. Καστανιώτης, διη­γή­μα­τα, 1994), τελευταῖο βιβλίο: Τ+Υ = Ἀγάπη γιὰ πάντα, (ἐκδ. Πατάκη, 2011).

 

Βέσελ Τσανκόφ (Весел Цанков): Βλέπω φάντασμα, γλιτώνω μὲ τρομάρα

 

 

Βέσελ Τσανκόφ (Весел Цанков)

 

Βλέπω φάντασμα, γλιτώνω μὲ τρομάρα

(Виждам призрак, отървавам се с уплаха)

 

ΑΦΝΙΚΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­να φάν­τα­σμα. Ἔ­τσι, στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να. Καὶ νὰ πεῖς ὅ­τι κα­τοι­κῶ σὲ κά­ποι­ο παμ­πά­λαι­ο σπί­τι, κά­τι σὰν κά­στρο ἢ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο μο­να­στή­ρι. Ὄ­χι, μέ­νω σ’ ἕ­να ἁ­πλὸ λα­ϊ­κό, προ­κα­τα­σκευ­α­σμέ­νο δι­α­μέ­ρι­σμα.

       Ἐμ­φα­νί­στη­κε ἔ­τσι ξαφ­νι­κά. Ὅ­μως, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου ξαφ­νι­κά, ἁ­πλῶς ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα προ­σέ­ξει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τί γι­νό­ταν προ­σπερ­νών­τας ἀ­δι­ά­φο­ρα τὰ φαν­τά­σμα­τα, μὴ δί­νον­τας ση­μα­σί­α στοὺς πε­ρί­ερ­γους θο­ρύ­βους, στὰ μυ­στη­ρι­ώ­δη ἴ­χνη καὶ τοὺς ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς τὴ νύ­χτα. Καὶ ἄ­ξαφ­να, ὄ­πα! Ὅ­πως πή­γαι­να ἀ­πὸ τὸ μπά­νιο στὸ δω­μά­τιο, ἀ­πέ­ναν­τί μου πή­δη­ξε ἕ­να φάν­τα­σμα, μὲ χαι­ρέ­τη­σε νευ­ρι­κὰ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ μὲ κοι­τᾶ στὰ μά­τια σὰν κα­λὸ παι­δὶ τὴ μα­μά του.

      Ἀ­πὸ ποῦ, ἄ­ρα­γε, μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ φάν­τα­σμα στὸν τό­πο μας; Κοί­τα, στὴν Εὐ­ρώ­πη τὰ φαν­τά­σμα­τα δὲν εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο. Ἀρ­κεῖ μο­νά­χα νὰ θυ­μη­θοῦ­με: «Ἕ­να φάν­τα­σμα πλα­νι­έ­ται στὴν Εὐ­ρώ­πη – τὸ φάν­τα­σμα τοῦ Κο­μμου­νι­σμοῦ.»

       Ἔ, πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν, πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν… βρῆ­κε ἐ­πι­τέ­λους τὴ γα­λή­νη του. Πέ­τα­ξε ἐ­κεῖ, ὅ­που τὰ φαν­τά­σμα­τα βρί­σκουν τὴν ἡ­συ­χί­α τους καὶ πι­στεύ­ω πὼς ἔ­φυ­γε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση, ἐ­νῶ ἐ­μεῖς πα­ρα­μεί­να­με ἐ­δῶ. Πῶς σ’ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες νὰ μὴν κά­νει τὴν ἐμ­φά­νι­σή του τὸ ἑ­πό­με­νο φάν­τα­σμα, ὅ­ταν ἐ­δῶ τὸ ἔ­δα­φος εἶ­ναι προ­ε­τοι­μα­σμέ­νο; Ἐ­ὰν εἶ­σαι φάν­τα­σμα, ξε­κί­να καὶ ἔ­λα νὰ πε­ρι­πλα­νι­έ­σαι ἐ­δῶ, στὰ ἕ­τοι­μα!

       Τώ­ρα οἱ ὑ­λι­στὲς θὰ μοῦ ποῦ­νε: «Ἄιν­τε, φτά­νει μὲ τὶς κου­τα­μά­ρες, πῶς καὶ ἀ­πὸ τὸ τί­πο­τα θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ κά­τι;» Καὶ θὰ σοῦ μι­λᾶ­νε πε­ρὶ ἐ­κτο­πλά­σμα­τος, πε­ρὶ δι­ά­θλα­σης τοῦ φω­τὸς καὶ τα­λαν­τώ­σε­ων τοῦ χω­ρο­χρό­νου.

       Μό­νο ποὺ οἱ ὑ­λι­στὲς πρέ­πει νὰ μεί­νουν ἥ­συ­χοι. Τὰ φαν­τά­σμα­τα στὸν τό­πο μας δὲν ἐμ­φα­νί­ζον­ται ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Γιὰ νὰ σκε­φτοῦ­με λι­γά­κι! Ὅ­λες οἱ ἀ­νεκ­πλή­ρω­τες ὑ­πο­σχέ­σεις πλα­νι­οῦν­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ πε­ρι­μέ­νουν τὴν πραγ­μα­το­ποί­η­σή τους. Καὶ γιὰ πο­λὺ και­ρὸ ἀ­κό­μα θὰ πε­ρι­μέ­νουν, καὶ γιὰ πο­λὺ και­ρὸ ἀ­κό­μα θὰ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται πρὶν βροῦν τὴ γα­λή­νη τους, ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νες δὲν εἶ­ναι τὸ φάν­τα­σμα τοῦ λόρ­δου Ἄρ­θουρ ποὺ πρέ­πει νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ γιὰ τὴν τι­μὴ τῆς λαί­δη Τζέ­ϊν. Αὐ­τὸ εἶ­ναι παι­χνι­δά­κι μπρο­στὰ στὸ φάν­τα­σμα τῶν ὑ­πο­σχέ­σε­ων, δο­σμέ­νων σὲ κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς πο­λυ­ά­ριθ­μες προ­ε­κλο­γι­κές μας ἐκ­στρα­τεῖ­ες· δη­λα­δή, οἱ συν­τά­ξεις νὰ γί­νουν χί­λια δο­λά­ρια, οἱ μι­σθοὶ ὅ­σα γου­στά­ρου­με καὶ μιὰ φο­ρὰ τὸ χρό­νο νὰ λαμ­βά­νου­με δω­ρε­ὰν καὶ ἀ­πὸ μιὰ βαμ­βα­κε­ρὴ βρά­κα.

       Τὸ ὑ­περ­φυ­σι­κὸ στὸν τό­πο μας βρί­σκε­ται ἀ­κό­μη καὶ στοὺς ψη­λό­τε­ρους κρα­τι­κοὺς ὀ­ρό­φους. Κά­θε μιὰ και­νούρ­για κυ­βέρ­νη­ση ἀ­να­κα­λύ­πτει καὶ ἀ­πὸ ἕ­να σκε­λε­τὸ στὴν ντου­λά­πα, πα­ρα­τη­μέ­νο ἐ­κεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη. Καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ τε­λεῖ τὴν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ τε­λε­τὴ «σκέ­πα­σε μὲ στά­χτη, ρί­ξε νε­ρό», τε­λε­τή, ἡ ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει τὸ γρά­ψι­μο ἑ­νὸς λευ­κοῦ βι­βλί­ου γιὰ τὰ κα­τορ­θώ­μα­τα τῶν προ­η­γου­μέ­νων καὶ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς σαμ­πά­νιας γιὰ τὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες τῶν νῦν.

       Καὶ ρω­τῶ: πῶς σ’ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες νὰ μὴν ἐμ­φα­νι­στεῖ φάν­τα­σμα καὶ στὸ δι­κό μου τὸ σπί­τι;

       Ἀ­μέ­σως ἀν­τέ­δρα­σα:

       «Ὤ, πνεῦ­μα» —τοῦ λέ­ω— «γύρ­να στὸ σκο­τει­νό σου βα­σί­λει­ο!»

       Καὶ τὸ πνεῦ­μα γουρ­λώ­νει τὰ μά­τια καὶ τσι­ρί­ζει:

       «Ρέ, γεί­το­να, δὲν μὲ γνώ­ρι­σες;» – καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε κά­τι κλει­διά. — «Πάρ’ τα, τὰ εἶ­χες ξε­χά­σει ἀ­πέ­ξω, στὴν πόρ­τα.»

       Ρέ, τί μπέρ­δε­μα! Πράγ­μα­τι ἦ­ταν ὁ γεί­το­νας, ὅ­μως πῶς νὰ τὸν γνω­ρί­σει κα­νείς, ἀ­φοῦ ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν ἔ­ρη­μη οἰ­κο­νο­μί­α ἔ­χω σβή­σει τὰ φῶ­τα παν­τοῦ. Ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἴ­διος ὁ γεί­το­νας, ἀ­φοῦ ζεῖ μὲ τὴν μι­κρή του σύν­τα­ξη, ἔ­χει γί­νει πε­τσὶ καὶ κό­κα­λο, ἔ­χει γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νος…

       Ἔ, λά­θος – συ­γνώ­μη. Ἀλ­λὰ ὅ­λα τα ὑ­πό­λοι­πα, ποὺ σᾶς εἶ­πα, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια.

 

 

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος: С­т­р­а­н­и­ц­а­та на х­у­м­о­р­и­с­та В­е­с­ел Ц­а­н­к­ов. (Ἡ ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ χι­ου­μο­ρί­στα Βέ­σελ Τσαν­κόφ).

 

Βέ­σελ Τσαν­κόφ (В­е­с­ел Ц­а­н­к­ов) (Σό­φια, 27 Ἰ­ου­λί­ου 1963). Εἶ­ναι ρα­δι­ο­φω­νι­κὸς πα­ρα­γω­γός, σε­να­ρι­ο­γρά­φος, συγ­γρα­φέ­ας θε­α­τρι­κῶν ἔρ­γων, φαν­τα­στι­κῶν καὶ χι­ου­μο­ρι­στι­κῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ 2005 ἐκ­δό­θη­κε τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, τὸ «Εἰ­κο­νο­κύτ­τα­ρο».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Εἰκόνα: Ὁ συγγραφέας Βέσελ Τσανκόφ.

 

Βασίλης Μανουσάκης: Ἀϋπνία

 

 

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης

 

Ἀ­ϋ­πνί­α

 

Α ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ δὲν ἔ­κλει­ναν πά­λι ἀ­πό­ψε. Γιὰ πολ­λο­στὴ νύ­χτα κα­θό­ταν σὰν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη στὸ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κό­νι γιὰ νὰ μυ­ρί­σει θαρ­ρεῖς τὸ καυ­σα­έ­ριο ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ τὸ γλυ­κε­ρὸ γι­α­σε­μὶ τῆς δι­πλα­νῆς βε­ράν­τας.

            Τὰ μά­τια μου δὲν ἔ­κλει­ναν πά­λι ἀ­πό­ψε. Στε­κό­μουν μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας καὶ τὴν κοι­τοῦ­σα σὰν ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος νὰ κά­θε­ται στὸ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κό­νι μοι­ά­ζον­τας στη­μέ­νη γιὰ καλ­λι­τε­χνι­κὴ φω­το­γρά­φη­ση. Τὸ κορ­μὶ γερ­μέ­νο μπρο­στά. Τὰ μά­τια νὰ κοι­τᾶ­νε στὸ ἄ­πει­ρο. Τὰ χέ­ρια πλεγ­μέ­να καὶ ἀ­κουμ­πι­σμέ­να στὸ πλά­ι μὲ χά­ρη.

            Πῆ­ρα τὴ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νὴ καὶ τὴν κοί­τα­ξα μέ­σα ἀ­πὸ τὸ φα­κό. Τὸ πρό­σω­πό της γνώ­ρι­μο πιά, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε λί­γο νω­θρὸ καὶ γε­ρα­σμέ­νο αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Ἐ­κεί­νη δὲν μὲ κοι­τοῦ­σε. Πο­τὲ δὲν μὲ κοι­τοῦ­σε. Κα­θό­ταν μό­νο ἐ­κεῖ ἀ­τε­νί­ζον­τας τὸ σύμ­παν, θαρ­ρεῖς. Ἔ­μοια­ζε νὰ σκέ­φτε­ται κά­τι, ἀλ­λὰ ὅ­σο καὶ νὰ προ­σπα­θοῦ­σα μέ­σα ἀ­πὸ τὸν φα­κὸ δὲν μοῦ φα­νε­ρω­νό­ταν τί μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψα τὴν προ­σπά­θεια καὶ γύ­ρι­σα ἀλ­λοῦ τὸν φα­κὸ γιὰ νὰ τρα­βή­ξω τὶς φω­το­γρα­φί­ες τῆς νύ­χτας ποὺ συ­νέ­λε­γα κά­θε βρά­δυ ἄ­ϋ­πνος.

            Καὶ τό­τε τὸν εἶ­δα.

           Τὰ μά­τια του δὲν ἔ­κλει­ναν πά­λι ἀ­πό­ψε. Στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς δι­κῆς του κου­ζί­νας καὶ τρα­βοῦ­σε εἰ­κό­νες μὲ τὴν ψη­φια­κὴ κά­με­ρα, σὰν νὰ γύ­ρι­ζε ται­νί­α γιὰ τὴ ζω­ή. Ἔ­μοια­ζε μαρ­μα­ρω­μέ­νος, ἀλ­λὰ ὁ φα­κὸς τῆς μη­χα­νῆς μου μοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε πὼς κου­νι­ό­ταν ἀ­νε­παί­σθη­τα γιὰ νὰ στρα­φεῖ πο­τὲ πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου, πό­τε πρὸς τὸ μπαλ­κό­νι της. Ἐ­κεί­νη τὸν κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα καὶ τώ­ρα, σὰν μιὰ ἕλ­ξη πιὸ δυ­να­τὴ καὶ ἀ­πὸ τὴ βα­ρύ­τη­τα νὰ μὲ τρα­βοῦ­σε πρὸς τὰ κεῖ, τὸν κοι­τοῦ­σα κι ἐ­γώ.

            Στα­θή­κα­με καὶ οἱ τρεῖς ἐ­κεῖ πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ κοι­τα­ζό­μα­σταν σι­ω­πη­λοί. Δυ­ὸ μά­τια, μιὰ φω­το­γρα­φι­κὴ μη­χα­νή, μιὰ ψη­φια­κὴ κά­με­ρα. Ὕ­στε­ρα μπή­κα­με μέ­σα στὰ σπί­τια μας καὶ κοι­μη­θή­κα­με.

            Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ συ­ναν­τη­θή­κα­με τὴν ὥ­ρα ποὺ βγαί­να­με νὰ πᾶ­με στὴ δου­λειά, ἀλ­λὰ τὰ βλέμ­μα­τά μας ἔ­πε­σαν στὸν δρό­μο. Τρεῖς ξέ­νοι πρω­τα­γω­νι­στὲς στὸ ἀ­έ­να­ο τε­λε­τουρ­γι­κό της ἀ­ϋ­πνί­ας. Τρεῖς ἄ­γνω­στοι καὶ μό­νοι ποὺ θὰ ἔ­δι­ναν ραν­τε­βοὺ τὸ βρά­δυ γιὰ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς σκέ­ψεις καὶ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς μα­τι­ὲς πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη.      

 

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης: (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

 

 

Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx): Μιὰ ὁλόκληρη χρονιὰ στὸν ἥλιο

 

 

Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx)

 

Μιὰ ὁλόκληρη χρονιὰ στὸν ἥλιο

(Toute une année au soleil)

 

ΣΚΥΛΟΣ ΣΥΝΗΘΙΣΕ μέ­σα σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ βδο­μά­δα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει πνί­γον­τας τὶς κραυ­γές του μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ συ­νοι­κια­κὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ τὶς με­σο­τοι­χί­ες ἀ­πὸ πε­πι­ε­σμέ­νο χαρ­τί, ἄ­φη­νε πλέ­ον ἐ­λεύ­θε­ρο τὸ ἔν­στι­κτό του καὶ γά­βγι­ζε ἀ­παν­τών­τας στὰ ἄλ­λα σκυ­λιὰ τῶν γει­το­νι­κῶν ἀ­γρο­τό­σπι­των καὶ χαι­ρε­τί­ζον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φεγ­γα­ριοῦ.

            Ὁ Πι­ὲρ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε κε­ραυ­νο­βό­λα αὐ­τὴν τὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς Ἀρ­ντές. Τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ βα­θιὰ πο­τά­μια, τὰ κλει­στὰ χω­ριά, οἱ ἀ­λη­θι­νὲς πε­διά­δες ποὺ ἡ ἔλ­λει­ψη ἄ­νε­σης τὶς προ­στά­τευ­ε ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες κα­λο­και­ρι­νὲς ἐ­πε­λά­σεις. Ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος στὴ νό­τια Γαλ­λί­α βρι­σκό­ταν σὲ ἀ­πό­στα­ση λι­γό­τε­ρη ἀ­πὸ 30 χι­λι­ό­με­τρα καὶ συ­νέ­δε­ε τὴ Βα­λὰνς μὲ τὴν Τουρ­νόν, ἀλ­λὰ ἐ­λά­χι­στοι πα­ρα­θε­ρι­στὲς τολ­μοῦ­σαν νὰ πά­ρουν τοὺς φι­δω­τοὺς δρό­μους τῆς πε­ρι­ο­χῆς τοῦ Βι­βα­ρέ.

            Εἶ­χαν ἔρ­θει ἐ­πὶ δέ­κα συ­νε­χῆ χρό­νια, τὸν Ἰ­ού­λιο, μὲ τὴν ἄ­δειά τους, γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­ρά­σια καὶ τὰ πρώ­ι­μα βε­ρί­κο­κα. Στὸ τέ­λος ἀ­γό­ρα­σαν μιὰ πα­λιὰ ἀ­γροι­κί­α, χτι­σμέ­νη πά­νω ἀ­πὸ τὸ Ἀρ­λμπό­σκ, σ’ ἕ­να μο­νο­πά­τι ποὺ τέ­λει­ω­νε στὸ ἑ­πό­με­νο κτί­σμα.

            Ὁ Πι­ὲρ εἶ­χε πά­ρει τὴ σύν­τα­ξή του τὸν Ἰ­α­νουά­ριο καὶ εἶ­χε φύ­γει γιὰ νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὸ σπί­τι γιὰ τὴν ὁ­ρι­στι­κή τους με­τοί­κη­ση. Ἡ Ζο­ζὲτ εἶ­χε στὴ δι­ά­θε­σή της ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τρί­μη­νο γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς δου­λει­ές της καὶ νὰ μπο­ρέ­σει, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ σα­ράν­τα χρό­νια θυ­σί­ας στὸ πλευ­ρὸ ἑνὸς κα­τα­σκευα­στὴ ρου­λε­μάν, νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν ξε­κού­ρα­ση ποὺ τῆς πα­ρα­χω­ροῦν­ταν.

            Πῆ­γε κον­τά του τὸν Ἀ­πρί­λιο, μὲ τὸ φορ­τη­γὸ τῆς με­τα­φο­ρι­κῆς καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ δω­μά­τιο ποὺ εἶ­χε θέ­α πρὸς τὶς Ἄλ­πεις, τὶς ὁ­ποῖ­ες δι­έ­κρι­νες κα­θα­ρὰ τὶς πα­ρα­μο­νὲς τῆς κα­ται­γί­δας. Εἶ­χε πε­ρά­σει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ δὲν κοι­μόν­του­σαν μα­ζί. Ὁ Πι­ὲρ μα­στό­ρευ­ε ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ μέ­χρι τὸ βρά­δυ στὸ σπί­τι καὶ στὸ πε­ρι­βό­λι. Τὸ βρά­δυ κα­θη­λω­νό­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μ’ ἕ­να πο­τή­ρι Σαίν-Ζο­ζὲφ στὸ χέ­ρι. Ἡ Ζο­ζὲτ ἀ­νέ­βαι­νε νὰ κοι­μη­θεῖ καὶ τὸ βλέμ­μα της ἔ­πε­φτε πά­νω στὶς γραμ­μὲς ἑνὸς βι­βλί­ου χω­ρὶς νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­βά­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Τοὺς πρώ­τους μῆ­νες εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ πιά­σει κου­βέν­τα μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες στὴν ἀ­γο­ρὰ καὶ στὰ μα­γα­ζιά, ἀλ­λὰ ὁ ἀ­έ­ρας τῆς Πα­ρι­ζιά­νας, τῆς ἔμ­πει­ρης στὶς συ­ναλ­λα­γὲς ἐρ­γα­ζό­με­νης, τὶς εἶ­χε φο­βί­σει. Οἱ προ­σπά­θει­ες εἶ­χαν κολ­λή­σει στὰ «κα­λη­μέ­ρα» καὶ «κα­λη­σπέ­ρα» ποὺ ἀν­τάλ­λασ­σαν με­τα­ξύ τους.

            Ἦρ­θαν τὰ παι­διά, ἡ κό­ρη τὸν Ἰ­ού­λιο, ὁ γιὸς τὸν Αὔ­γου­στο, μὲ τὰ μι­κρά, καὶ αὐ­τὴ εἶ­χε πι­στέ­ψει πὼς θὰ ἔ­κα­νε προ­μή­θει­ες εὐ­τυ­χί­ας καὶ γέ­λιου γιὰ τοὺς κρύ­ους, μα­κρό­συρ­τους μῆ­νες τοῦ χει­μώ­να.

            Ἦ­ταν ἤ­δη Νο­έμ­βρης καὶ ὁ ἀ­έ­ρας φυ­σοῦ­σε μέ­σα στὰ γυ­μνὰ δά­ση. Ὁ Πι­ὲρ δὲν κοι­μό­ταν κα­λὰ καὶ στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ κρε­βά­τι του. Τὸ τρί­ξι­μο ἑνὸς σκα­λο­πα­τιοῦ τὸν ξύ­πνη­σε. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ τέν­τω­σε τὰ αὐ­τιά του. Κά­ποι­ος περ­πα­τοῦ­σε στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α. Ξε­κρέ­μα­σε τὸ ντου­φέ­κι του καὶ ἀρ­γά, πα­τών­τας ἁ­πα­λὰ ξυ­πό­λυ­τος πά­νω στὰ πλα­κά­κια τοῦ δι­α­δρό­μου, προ­χώ­ρη­σε μέ­χρι τὸ δω­μά­τιο τῆς Ζο­ζέτ. Τὸ σῶ­μα τῆς γυ­ναί­κας του φού­σκω­νε τὸ πά­πλω­μα. Ὁ Πι­ὲρ δὲν τὴν ξύ­πνη­σε κι ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴν ξύ­λι­νη κου­πα­στὴ ποὺ προ­ε­ξεῖ­χε πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἰ­σό­γει­ο. Μιὰ σκού­ρα σι­λου­έ­τα ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν κα­τευ­θυ­νό­με­νη πρὸς τὴν εἴ­σο­δο. Ὁ ἄ­γνω­στος γύ­ρι­σε ἀ­πό­το­μα γιὰ νὰ πά­ρει τὴ βα­λίτ­ζα ποὺ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη δί­πλα του. Ὁ Πι­έρ ἑρ­μή­νευ­σε τὴν κί­νη­ση ὡς ἀ­πει­λὴ καὶ ἔ­ρι­ξε δυ­ὸ φο­ρὲς μὲ τὸ ὅ­πλο. Ὁ ἄ­γνω­στος σω­ρι­ά­στη­κε καὶ τὸ ψυ­χο­μα­χη­τό του τὸ κά­λυ­ψαν οἱ κρό­τοι τῆς ἐκ­πυρ­σο­κρό­τη­σης ποὺ ἀν­τή­χη­σαν. Ὁ Πι­ὲρ ὄρ­μη­ξε στὸ δω­μά­τιο τῆς Ζο­ζὲτ γιὰ νὰ τὴν κα­θη­συ­χά­σει. Δὲν εἶ­χε ἀλ­λά­ξει θέ­ση καὶ ξαφ­νι­κὰ τὸν κυ­ρί­ε­ψε ὁ φό­βος μή­πως ἔ­γι­νε κά­ποι­ο κα­κό… Τρά­βη­ξε τὸ πά­πλω­μα κι ἐμ­πρὸς του ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ μα­κρό­στε­νο κυ­λιν­δρι­κὸ μα­ξι­λά­ρι ποὺ ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση μιᾶς πα­ρου­σί­ας. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ του­φέ­κι καὶ κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λιὰ τρέ­χον­τας, μὲ κίν­δυ­νο νὰ σπά­σει τὰ κό­κα­λά του. Τὸ δά­χτυ­λό του πά­τη­σε μὲ δύ­να­μη τὸν δι­α­κό­πτη. Τὸ σκλη­ρὸ φῶς ἔ­δει­ξε τὴν κα­τα­στρο­φή. Ἡ Ζο­ζὲτ κεί­τον­ταν ξα­πλω­μέ­νη μέ­σα στὸ αἷ­μα, στὸ κα­τώ­φλι τοῦ σπι­τιοῦ. Εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ ἀ­νοί­ξει τὴ βα­λίτ­ζα, σ’ ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο σκίρ­τη­μα, κι ἄ­φη­νε αὐ­τὸν τὸν κό­σμο μὲ τὸ πρό­σω­πο βυ­θι­σμέ­νο μέ­σα στὶς φω­το­γρα­φί­ες, τὰ γράμ­μα­τα, τὶς ἀ­να­μνή­σεις μιᾶς ζω­ῆς, τῆς ὁ­ποί­ας τοῦ­το τὸ τέ­λος ἀρ­νοῦν­ταν.

 

 

Πη­γή: Didier Daeninckx, Main courante, ed. Verdier, Vendome, pp. 15-16. 

 

 Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx)(Saint-Denis, 27 Ἀπριλίου 1949). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των, δο­κι­μί­ων καὶ ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του εἶ­ναι τὸ Nazis dans le metro (1996).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι τὸ Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α τὸ Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

 

Νικόλα Ράντεφ (Никола Радев): Σύζυγος καὶ ἐρωμένη

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев)

 

Σύ­ζυ­γος καὶ ἐ­ρω­μέ­νη

(Съпруга и любовница)

 

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΟΜΙΜΗ ΣΥΖΥΓΟΣ ΜΟΥ καὶ ἡ λο­γο­τε­χνί­α ἡ ἐ­ρω­μέ­νη μου», λέ­ει ὁ Τσέ­χωφ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Κι ἔ­τσι ὅ­πως συμ­βαί­νει καὶ στὴ ζω­ή, οἱ ἔν­τι­μοι ἄν­δρες φέ­ρον­ται στὴ σύ­ζυ­γο μὲ σε­βα­σμό, ἐ­νῶ μὲ τὴν ἐ­ρω­μέ­νη ζοῦν.

       Ἡ ζω­ὴ του πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξε εὔ­κο­λη. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος συ­νέ­χεια νὰ βγά­ζει χρή­μα­τα. Βρέ­ξει, χι­ο­νί­σει – σ’ ἐ­κεῖ­νον πρέ­πει νὰ στά­ξει. Ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α του ζοῦν οἱ γο­νεῖς του καὶ τὰ τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια του. Σ’ ἕ­να γράμ­μα πρὸς τὸ φί­λο καὶ ἐκ­δό­τη του, τὸν Ἀ­λε­ξέ­ι Σου­βό­ριν, ὁ Τσέ­χωφ γρά­φει: «Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι πιὸ βα­ρε­τὸ καὶ ἀν­τι­ποι­η­τι­κό, νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι, ἀ­πὸ τὴν πε­ζὴ κα­θη­με­ρι­νὴ μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς στε­ρεῖ τὴ χα­ρὰ τῆς ζω­ῆς καὶ φέρ­νει τὴν ἀ­πά­θεια.»

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­πι­τρέ­πει στὸν ἑ­αυ­τό του αὐ­τὴ τὴν πο­λυ­τέ­λεια, τὴν ἀ­πά­θεια.

       Στὰ εἴ­κο­σι ἕ­ξι του λέ­ει: «Νω­ρί­τε­ρα, ὅ­ταν δὲ γνώ­ρι­ζα, ὅ­τι μὲ δι­α­βά­ζουν καὶ μὲ κρί­νουν, ἔ­γρα­φα ἀ­νέ­με­λα, λὲς καὶ ἔ­τρω­γα πι­ρο­σκί. Τώ­ρα γρά­φω καὶ φο­βᾶ­μαι.»

       Ἕ­να χρό­νο ἀρ­γό­τε­ρα: «Τὰ μι­κρὰ πό­στα στὴ λο­γο­τε­χνί­α εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἀ­πα­ραί­τη­τα, ὅ­πως καὶ στὸ στρα­τό.» Ἀ­κό­μα: «… Ὑ­πάρ­χουν καὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­ρί­ζουν τὴ λά­σπη τῆς ζω­ῆς, τό­σο πιὸ κα­θα­ροὶ γί­νον­ται.»

       Αὐ­τό, βέ­βαι­α, τὸ εἶ­πε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του τὴν ἴ­δια χρο­νιά, ποὺ ἔ­γρα­ψε ἑ­ξήν­τα πέν­τε δι­η­γή­μα­τα. Κά­θε πέν­τε ἡ­μέ­ρες καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μα. Ὁ αὐ­το­σαρ­κα­σμός του εἶ­ναι εἰ­ρω­νεί­α πρὸς τοὺς ἄλ­λους: «Οἱ συγ­γρα­φεῖς εἶ­ναι ζη­λι­ά­ρη­δες σὰν τὰ πε­ρι­στέ­ρια.» Καί: «Ὅ­ταν τὰ ἀ­φεν­τι­κὰ ἀ­που­σιά­ζουν, ὁ ὑ­πη­ρέ­της ξε­να­γεῖ τοὺς κα­λε­σμέ­νους στὰ δω­μά­τιά τους.» Γιὰ νὰ βά­λει τά­ξη στὴν κοι­νω­νί­α, ὁ Τσέ­χωφ λέ­ει τὴν ἑ­ξῆς φρά­ση: «Τὸ για­τρὸ κα­λέ­στε καὶ τὸ νο­σο­κό­μο φω­νάξ­τε!»

       Καὶ δέ­κα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἤ­δη ἔ­χει λά­βει τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τοῦ κό­σμου, ὅ­ταν βρί­σκε­ται στὴν ἀκ­μὴ τῆς δό­ξας του: «Ἐ­γὼ εἶ­μαι πο­λὺ ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος, ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μέ­χρι τὸ λαι­μό: γρά­φω καὶ σβή­νω, γρά­φω καὶ σβή­νω.»

       «Ὅ­λα ὅ­σα ἔ­χω γρά­ψει, θὰ ξε­χα­στοῦν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χρό­νια.» Αὐ­τὰ τὰ λό­για ἐ­κεῖ­νος τὰ ξε­στο­μί­ζει με­ρι­κὰ χρό­νια πρὶν ἀ­πὸ τὸ θά­να­τό του, ὅ­ταν ἀρ­­νή­θη­κε τὸ ἐ­πί­τι­μο ἀ­ξί­ω­μα τοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ. Καὶ πό­σους κλα­σι­κοὺς ἐν ζω­ῇ γνω­ρί­ζου­με ἐ­μεῖς, κα­λέ μου ἀ­να­γνώ­στη! Περ­νᾶ­με τὴ ζω­ή μας ἀ­νά­με­σα σὲ γί­γαν­τες ἀ­πὸ ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α καὶ ἄ­νω. Γί­γαν­τες τῆς σκέ­ψε­ως, ποὺ εἶ­ναι βα­ρε­τοὶ στοὺς συ­ζύ­γους καὶ στὰ παι­διά τους, στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τους, ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χουν. Καὶ μο­νά­χα οἱ πραγ­μα­τι­κὰ τα­λαν­τοῦ­χοι ἄν­θρω­ποι ἀμ­φι­βάλ­λουν κά­που-κά­που γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό τους. Μὲ σα­τα­νι­κὸ γέ­λιο ὁ Στα­νισ­λὰβ Σι­βρί­γι­εφ ἔ­λε­γε: «Αὐ­τὸς ὁ γα­μη­μέ­νος κό­σμος δὲν πα­ρέ­μει­νε γιὰ πάν­τα τοῦ Βα­για­ζίτ, δι­κός μας θὰ πα­ρα­μεί­νει;»

       Μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιὸ θλι­βε­ρὲς καὶ σω­στὲς δι­α­πι­στώ­σεις γιὰ μᾶς τοὺς ἀ­να­το­λι­κοὺς ὀρ­θο­δό­ξους ἀ­νή­κει στὸν Τσέ­χωφ: «Πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα εἶ­ναι ὁ Ρῶ­σος ἄν­θρω­πος! Μέ­σα του, ὅ­πως καὶ στὸ κό­σκι­νο, τί­πο­τα δὲν πα­ρα­μέ­νει!» Καὶ ἀ­κό­μα: «… Ὁ τί­μιος ἄν­θρω­πος εἶ­ναι κά­τι σὰν τὸν κα­πνο­δο­χο­κα­θα­ρι­στή, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο οἱ νταν­τά­δες φο­βί­ζουν τὰ μι­κρὰ παι­διά.» Ἂς μὴ μι­λᾶ­με γιὰ τὴ σλά­βι­κη τεμ­πε­λιά!

       Σὰν παι­δὶ κο­λυμ­πά­ει σὲ μιὰ λί­μνη καὶ πα­θαί­νει κρυ­ο­λό­γη­μα. Ὕ­στε­ρα ὁ ψη­λὸς πυ­ρε­τὸς καί­ει τοὺς πνεύ­μο­νές του. Νὰ εἶ­σαι για­τρὸς καὶ νὰ πά­σχεις ἀ­πὸ ἀ­νί­α­τη ἀρ­ρώ­στια, εἶ­ναι σὰν νὰ ζοῦν σκύ­λος καὶ γά­τα μέ­σα στὸ ἴ­διο κα­λύ­βι. Νὰ νι­ώ­θεις ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τὸ θά­να­το νὰ ἀ­να­σαί­νει στὸ σβέρ­κο σου. Νὰ εἶ­σαι νέ­ος καὶ νὰ τὸν δέ­χε­σαι σὰν κά­τι ἀ­να­πό­φευ­κτο, ὅ­ταν ἔ­χεις συμ­φυ­ὲς μὲ τὴν ὕ­παρ­ξή σου τὸ αἴ­σθη­μα τῆς ἀ­θα­να­σί­ας. Ἐ­κεῖ­νος γνώ­ρι­ζε ὅ­τι οἱ πνεύ­μο­νές του κα­ταρ­ρέ­ουν.

       Ἂν καὶ σπά­νια, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἔμ­παι­νε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Τὸ βρο­χε­ρὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς 28ης Μαρ­τί­ου τοῦ 1897 ὁ Τολ­στό­ι τὸν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται στὴν κλι­νι­κή. Τό­τε ὁ Τσέ­χωφ εἶ­ναι τριά­ντα ἑ­πτὰ ἐ­τῶν, ὁ Τολ­στό­ι ἑ­ξήν­τα ἐν­νέ­α. Ἦρ­θε ὁ κό­μης ἐ­πί­σκε­ψη, ἔ­κα­τσε δί­πλα στὸ κρε­βά­τι τοῦ τα­λαί­πω­ρου ἀ­πὸ τὶς αἱ­μορ­ρα­γί­ες Τσέ­χωφ καὶ ἐ­πὶ δύο ὧ­ρες, χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα, τοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, γιὰ τὸ πό­σο ἄρ­ρω­στος εἶ­ναι καὶ τὸ πό­σο φο­βᾶ­ται τὸν θά­να­το!

 

 

Πηγή: Ἱ­στό­το­πος: Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γάρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλιο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 

Νι­κό­λα Ράν­τεφ (Никола Радев) (Λέφ­σκι, Βουλ­γα­ρί­α, 1940). Σπού­δα­σε στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Λο­γο­τε­χνί­ας «Μα­ξὶμ Γκόρ­κι» στὴ Μό­σχα. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὸ Πο­λε­μι­κὸ Ναυ­τι­κὸ καὶ ὕ­στε­ρα σὰν πρῶ­τος βο­η­θὸς κυ­βερ­νή­τη στὸ Βουλ­γά­ρι­κο στό­λο τῆς Μαύ­ρης Θά­λασ­σας. Ὑ­πῆρ­ξε ἐκ­δό­της καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­χει συγ­γρά­ψει δε­κα­τέσ­σ­ε­ρα βι­βλί­α, με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι με­τα­φρα­σμέ­να στὰ ρώ­σι­κα, γερ­μα­νι­κὰ καὶ οὐγ­γρι­κά. Εἶ­ναι κά­το­χός του δι­ε­θνοῦς βρα­βεί­ου λο­γο­τε­χνί­ας «Μι­χα­ὴλ Σο­λό­χωφ».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Μά­ϊ­α Γκρά­χοβ­σκα-Γκι­ό­λα (Ντούπ­νι­τσα, Βουλ­γα­ρία, 1965). Ἔ­χει σπου­δά­σει Παι­δα­γω­γι­κὰ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ξέ­νων Γλωσ­σῶν στὴν Σό­φια καὶ ζεῖ στὴν Ἑλλά­δα. Ἔχει με­τα­φρά­σει ἐπί­σης τὸ βι­βλί­ο Κεί­με­να ἑνὸς κορι­τσιοῦ τῆς Πέ­τια Ντου­μπά­ρο­βα (Χα­ρα­μά­δα, 2008).

 

Εἰκό­να: Ὁ Ἄντον Τσέ­χωφ μὲ τὸν Λέ­ον Τολστό­ι στὴν Γιάλ­τα (1900).