Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι. Σκέψεις γιὰ τὸ σύγχρονο διήγημα καὶ τὶς ρίζες του.

 

 

Γιά­ννης Πα­τί­λης

 

Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι

Σκέ­ψεις γιὰ τὸ σύγ­χρο­νο δι­ή­γη­μα καὶ τὶς ρί­ζες του

 

Ι Ι­ΣΤΟ­ΡΙ­ΕΣ ΜΠΟΝ­ΖΑΙ συ­νι­στοῦν μυ­θο­πλα­σί­ες τῶν ὁ­ποί­ων ἡ μι­κρὴ ἢ καὶ πο­λὺ μι­κρὴ ἔ­κτα­ση ἀ­πο­τε­λεῖ οὐ­σι­ώ­δη σκο­πὸ τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς βού­λη­σης ποὺ τὶς πα­ρή­γα­γε. Δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν, δη­λα­δή, ἁ­πλῶς καὶ μό­νον «μι­κρὰ» δι­η­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ συ­νει­δη­τὴ ἐ­πι­δί­ω­ξη τῆς βρα­χύ­τη­τάς τους ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν πρῶ­το s­i­ne q­ua n­on πα­ρά­γον­τα τοῦ εἴ­δους τους. Ταυ­τό­χρο­να, καὶ σὲ ἀν­τι­στοι­χί­α πρὸς τὸ ὑ­παι­νισ­σό­με­νο εἶ­δος τῶν φυ­τῶν μπον­ζά­ι, στὸ μι­κρὸ μέ­γε­θος τῶν ὁ­ποί­ων ἐ­ξει­κο­νί­ζε­ται ἡ φυ­τι­κὴ ὁ­λό­τη­τα τοῦ δέν­τρου, τό­σο ἡ συγ­γρα­φι­κὴ σύλλη­ψη ὅ­σο καὶ ἡ ἀ­να­γνω­στι­κὴ πρόσ­λη­ψη αὐ­τῶν τῶν μι­κρῶν ἱ­στο­ρί­ων ὑ­πη­ρε­τεῖ­ται —καὶ θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ­ται— ἀ­πὸ τὴν ἰ­δέ­α ἑ­νὸς πα­ρόν­τος ἢ ἐ­ξυ­πα­κου­ό­με­νου σ’ αὐ­τὲς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοῦ ὅ­λου.

 

* * *

 

Μπο­ρεῖ ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ δι­ά­δο­ση τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ τύ­που, καὶ ἰ­δί­ως τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, κα­τὰ τὸ 19ο αἰ­ώ­να νὰ ἐ­πέ­δρα­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στὴ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ σύγ­χρο­νου δι­η­γή­μα­τος, ἐ­πι­βάλ­λον­τας σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὸ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο τῆς ἔ­κτα­σής του (δὲν ξέ­ρου­με λ.χ. ἂν θὰ ὑ­πῆρ­χε πε­ζο­γρά­φος Πα­πα­δι­α­μάν­της χω­ρὶς τὶς ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ τὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ἐ­πο­χῆς του), τὴν θε­ω­ρη­τι­κὴ ὡ­στό­σο σφρα­γί­δα στὸ εἶ­δος, στὸν βαθ­μὸ ποὺ αὐ­τὴ ἀ­φο­ρᾶ τὸ κρι­τή­ριο τῆς συν­το­μί­ας καὶ τὴν λει­τουρ­γί­α της στὸν ἀ­να­γνώ­στη, τὴν ἔ­θε­σε —ἀ­νά­γον­τας μὲ μιὰ τολ­μη­ρὴ κί­νη­ση ἕ­να πο­σο­τι­κὸ κρι­τή­ριο σὲ ποι­ο­τι­κό— ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους πα­τέ­ρες του: ὁ Ἔν­τγκαρ Ἄλ­λαν Πό­ου.

       Δὲν εἶ­ναι, βέ­βαι­α, ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς φι­λο­λο­γί­ας ἕ­να πο­σο­τι­κὸ κρι­τή­ριο συμ­με­τέ­χει στὸν κα­θο­ρι­σμὸ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους. Ἀρ­κεῖ νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὸν ἀ­ρι­στο­τε­λι­κὸ ὁ­ρι­σμὸ τῆς τρα­γω­δί­ας, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α κά­πως ἀ­ο­ρί­στως «ἕ­να κά­ποι­ο μέ­γε­θος» (μέ­γε­θος ἐ­χού­σης) κρί­νε­ται πάν­τως ἀ­πα­ραί­τη­το. Στὴν πε­ρί­πτω­ση, ὡ­στό­σο, τοῦ Πό­ου ἡ βρα­χύ­τη­τα τῆς ἔ­κτα­σης, τό­σο στὸν ποι­η­τι­κὸ ὅ­σο καὶ στὸν πε­ζὸ λό­γο, συ­νι­στᾶ τὸν πρω­ταρ­χι­κὸ πυ­ρή­να τῆς καλ­λι­τε­χνι­κῆς σύν­θε­σης. Τὸ κρι­τή­ριο αὐ­τὸ προ­τάσ­σει μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἔμ­φα­ση ὁ βο­στω­νέ­ζος πε­ζο­γρά­φος καὶ στὰ δύ­ο σχε­τι­κὰ μὲ τὸ θέ­μα μας πο­λὺ γνω­στὰ κεί­με­νά του: στὴν κρι­τι­κή του [Α΄ + Β΄] γιὰ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των T­w­i­ce-T­o­ld T­a­l­es τοῦ Χῶ­θορν (1842) καὶ στὸ δο­κί­μιό του Ἡ Φι­λο­σο­φί­α τῆς Σύν­θε­σης (1846), στὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­ξη­γεῖ τὴν μέ­θο­δο μὲ τὴν ὁ­ποί­α συ­νέ­θε­σε τὸ ποί­η­μά του «Τὸ Κο­ρά­κι» (1845). Δεύ­τε­ρο κρι­τή­ριο, με­τὰ τὴν συν­το­μί­α στὴν ἔ­κτα­ση, προ­βάλ­λει ὁ Πό­ου τὴν δη­μι­ουρ­γί­α στὴν ψυ­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη μιᾶς ἰ­σχυ­ρῆς ἐν­τύ­πω­σης (ef­fect), τὴν ὁ­ποί­α ὡ­στό­σο δὲν παύ­ει νὰ θε­ω­ρεῖ ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν ἀρ­χὴ τῆς συν­το­μί­ας, ἀ­φοῦ ὅ­πως ση­μει­ώ­νε­ται στὴν Φι­λο­σο­φί­α τῆς Σύν­θε­σης: «δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­πο­δεί­ξει κα­νεὶς πὼς ἕ­να ποί­η­μα εἶ­ναι πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο στὸν βαθ­μὸ ποὺ ἐ­ξυ­ψώ­νει τὴν ψυ­χὴ δι­ε­γεί­ρον­τάς την  ἔν­το­να· καὶ κά­θε ἔν­το­νη δι­έ­γερ­ση, ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς ψυ­χι­κῆς ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας, εἶ­ναι σύν­το­μη.»

       Ἡ συν­το­μί­α, ὡ­στό­σο, γιὰ τὸν Πό­ου, δὲν εἶ­ναι αὐ­το­σκο­πός. Οὔ­τε συ­νι­στᾶ θε­με­λι­ώ­δη καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἀ­ξί­α μό­νο δι­ό­τι εἶ­ναι ἄ­με­σα συν­δε­δε­μέ­νη μὲ τὴν φυ­σι­ο­λο­γί­α τῆς ψυ­χι­κῆς δι­έ­γερ­σης. Τό­σο στὴν ποί­η­ση ὅ­σο καὶ στὸ πε­ζό, ἡ συν­το­μί­α ἔ­χει ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο σκο­πό: νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σει τὸ αἴ­σθη­μα τῆς ὁ­λό­τη­τας καὶ τῆς ἑ­νό­τη­τας τοῦ καλ­λι­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου – ποι­ό­τη­τες ποὺ κα­τα­στρέ­φον­ται, ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει, στὰ συ­νη­θι­σμέ­να μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὅ­πως καὶ στὰ με­γά­λα ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ ποι­ή­μα­τα.

       Ὁ Πό­ου μά­λι­στα ὑ­πῆρ­ξε ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους λο­γο­τέ­χνες, ἂν ὄ­χι ὁ πρῶ­τος, ποὺ ἐ­πε­χεί­ρη­σε νὰ ὁ­ρί­σει τὸ μέ­γε­θος τῆς συν­το­μί­ας. Ἐ­πε­νό­η­σε δέ, μὲ μιὰ ἐν­τυ­πω­σια­κὴ με­τα­φο­ρά, καὶ τὴν σχε­τι­κὴ μο­νά­δα μέ­τρη­σης: τὸ σω­στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο, μᾶς λέ­ει, πρέ­πει νὰ μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ «in o­ne s­i­t­t­i­ng», δη­λα­δὴ «σὲ μιὰ μό­νο ἀ­νά­γνω­ση», «δια­μιᾶς», «μο­νο­ρού­φι», ἢ —λέ­ξη πρὸς λέ­ξη— «σὲ μιὰ κα­θι­σιά», γιὰ νὰ μεί­νου­με σὲ κά­ποι­ες ἀ­πὸ τὶς ἀν­τί­στοι­χες νε­ο­ελ­λη­νι­κὲς ἀ­πο­δό­σεις τῶν με­τα­φρα­στῶν του. Σ’ αὐ­τὸ ὁ Πό­ου εἶ­ναι κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κός: ἐ­ὰν γιὰ τὴν ἀ­νά­γνω­σή του χρεια­στοῦν «δυ­ὸ κα­θι­σιές» («if t­wo s­i­t­t­i­n­gs be r­e­q­u­i­r­ed»­), ὑ­πει­σέρ­χον­ται στὴν πρόσ­λη­ψη τοῦ ἔρ­γου τὰ πράγ­μα­τα τοῦ κα­θ’ ἡ­μέ­ραν βί­ου καὶ κά­θε αἴ­σθη­μα ὁ­λό­τη­τας κα­τα­στρέ­φε­ται ἀ­μέ­σως. Στὸ ἴ­διο μῆ­κος κύ­μα­τος καὶ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο ση­μεῖ­ο (γρά­φον­τας γιὰ τὸν Χῶ­θορν) προ­σπα­θεῖ νὰ γί­νει πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­νος, ἐ­κτι­μών­τας ἐ­κεῖ πὼς τὸ σύν­το­μο πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἀ­φή­γη­μα «χρει­ά­ζε­ται ἀ­πὸ μι­σὴ ἕ­ως μί­α ἢ δύ­ο ὧ­ρες ἀ­νά­γνω­ση», ἕ­να ὅ­ριο φυ­σι­κὰ πο­λὺ σχε­τι­κὸ ποὺ εὔ­κο­λα πα­ρα­βι­ά­ζε­ται πρὸς τὰ κά­τω, ἂν σκε­φτεῖ κα­νεὶς πὼς τὸ «Ὀ­βὰλ πορ­τραῖ­το» (1842), 1300 λέ­ξε­ων καὶ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ συν­το­μό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Πό­ου, θὰ χρει­α­ζό­ταν τὸ πο­λὺ πέν­τε λε­πτὰ γιὰ νὰ δι­α­βα­στεῖ.

       Εἶ­ναι προ­φα­νὲς πὼς ἡ μο­νά­δα μέ­τρη­σης τοῦ Πό­ου πα­ρὰ τὸ κρι­τή­ριο τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς συ­νο­χῆς ποὺ δι­α­θέ­τει, δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι πο­σο­τι­κὰ ἀρ­κε­τὰ ἀ­σα­φής, ὄ­χι μό­νο γιὰ τὸν ὑ­πο­κει­με­νι­κὸ ἀ­πὸ ἀ­να­γνώ­στη σὲ ἀ­να­γνώ­στη χα­ρα­κτή­ρα τῆς πε­ρί­φη­μης «κα­θι­σιᾶς», ἀλ­λὰ πρω­τί­στως λό­γῳ μιᾶς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πα­ρα­μέ­τρου ποὺ ὑ­πει­σέρ­χε­ται «βί­αι­α» στὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ ἑ­νὸς λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους καὶ ποὺ δὲν εἶ­ναι ἄλ­λη ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­πα­θῆ πράγ­μα­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, τὰ «a­f­f­a­i­rs of t­he w­o­r­ld» καὶ τὰ «w­o­r­l­d­ly i­n­t­e­r­e­s­ts» ὅ­πως τὰ πε­ρι­γρά­φει, ποὺ ἔρ­χον­ται νὰ ἀ­πει­λή­σουν τὴν ἑ­νό­τη­τα τοῦ ἔρ­γου τέ­χνης, εἰ­σά­γον­τας ἔ­τσι μὲ ἕ­ναν δρα­μα­τι­κὸ τρό­πο τὴν κα­τά­στα­ση τοῦ νε­ω­τε­ρι­κοῦ ἀν­θρώ­που μέ­σα στὸν κό­σμο τῶν κλα­σι­κῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν καλ­λι­τε­χνι­κῶν ἀ­ξι­ῶν. Οἱ τε­ρά­στι­ες με­ταλ­λα­γὲς ποὺ ἔ­χουν ὑ­πο­στεῖ οἱ κα­θη­με­ρι­νὲς ὑ­πο­θέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀ­πὸ τὴν Βο­στώ­νη τοῦ 1840 στὴν αὐ­γὴ τοῦ 21ου αἰ­ώ­να, χω­ρὶς νὰ ἔ­χουν τρο­πο­ποι­ή­σει δρα­στι­κὰ τὴν οὐ­σί­α τοῦ σύγ­χρο­νου δι­η­γή­μα­τος, ἔ­χουν στὴν πρά­ξη συμ­πι­έ­σει ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὰ συμ­βα­τι­κὰ ὅ­ριά του: ἑ­νά­μι­ση αἰ­ώ­να με­τὰ ἡ «κα­θι­σιὰ» τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς ἐ­πο­χῆς μας εἶ­ναι φα­νε­ρὸ ὅ­τι δια­ρκεῖ πο­λὺ λι­γό­τε­ρο. Ταυ­τό­χρο­να οἱ ἀλ­λα­γὲς αὐ­τὲς ἔ­χουν ἀ­να­δεί­ξει στὴν ἀ­να­γνω­στι­κὴ πρά­ξη τὸ δι­ή­γη­μα ὡς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ σύμ­βο­λα τοῦ ἀ­γω­νι­ζό­με­νου γιὰ ψυ­χι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ ποι­ό­τη­τα νε­ω­τε­ρι­κοῦ ἀν­θρώ­που, κα­θὼς μὲ τὴν ἐ­κτα­τι­κὴ ἀ­να­δί­πλω­ση τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους, ὅ­πως ἑρ­μη­νεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὸν ἀ­με­ρι­κα­νὸ ἐμ­πνευ­στή του, ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται κά­θε φο­ρὰ νὰ δι­α­σω­θοῦν ἀ­ξί­ες τῆς τέ­χνης, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ὁ­λό­τη­τα καὶ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τά της, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν χα­ο­τι­κὸ κό­σμο τῆς νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ποὺ τὶς πε­ρι­βάλ­λει καὶ τὶς ἀ­πει­λεῖ. Ὡ­στό­σο, δὲν εἶ­ναι ἴ­σως πε­ριτ­τὸ νὰ προ­στε­θεῖ ἐ­δῶ πὼς ὁ ἴ­διος ἀ­γώ­νας γιὰ ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κὴ ποι­ό­τη­τα ὑ­πη­ρε­τεῖ­ται πάν­το­τε καὶ ἀ­πὸ τὸ κα­λὸ μυ­θι­στό­ρη­μα, μό­νο ποὺ ἐ­δῶ ἄλ­λες ἀ­ξί­ες, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ἀν­το­χὴ καὶ ἡ διά­ρκεια μέ­σῳ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, δι­α­σώ­ζων­ται μέ­σα ἀ­πὸ ἄλ­λους δρό­μους τῆς γρα­φῆς.

 

* * *

 

Ἐ­πα­να­κάμ­πτον­τας στὸ σή­με­ρα θὰ δι­α­πι­στώ­σου­με ὅ­τι, ἐ­δῶ καὶ δύ­ο δε­κα­ε­τί­ες πε­ρί­που, τὸ σύν­το­μο καὶ πο­λὺ σύν­το­μο δι­ή­γη­μα τεί­νουν νὰ γί­νουν ὁ κα­νό­νας τῆς σύγ­χρο­νης πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς ἔκ­φρα­σης. Σ’ αὐ­τὸ συν­τε­λοῦν, κα­τὰ τὴ γνώ­μη μας, πρω­τί­στως δύ­ο πα­ρά­γον­τες. Πρῶ­τ’ ἀ­π’ ὅ­λα ἡ ρα­γδαί­α παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση καὶ δι­ά­χυ­ση τῶν ποι­κί­λων πο­λι­τι­σμι­κῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν. Ἐ­ὰν ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ τύ­που τὸν 19ο αἰ­ώ­να (μιὰ πρώ­τη μορ­φὴ παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­σης) ἔ­κα­νε τό­σο ἔν­το­να αἰ­σθη­τὸ ὡς λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος τὸ δι­ή­γη­μα, μπο­ρεῖ εὔ­κο­λα νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νεὶς (καὶ τὸ βλέ­πει στὴν πρά­ξη) πό­σο πολ­λα­πλα­σι­α­στι­κὰ δρᾶ ὁ σύγ­χρο­νος παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νος τύ­πος, δη­λα­δὴ τὸ Δι­α­δί­κτυ­ο, στὴν πα­ρα­γω­γὴ καὶ δι­ά­δο­ση αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς φόρ­μας! Εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος κρί­σι­μος πα­ρά­γων ποὺ ἀ­νοί­γει δι­ά­πλα­τα τὸν δρό­μο σ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο: στὴν ἐν­το­νό­τε­ρη ἀ­νά­δυ­ση σὲ παγ­κό­σμιο ἐ­πί­πε­δο τῆς ἐ­λάσ­σο­νος λο­γο­τε­χνί­ας, τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἐ­κεί­νης ποὺ ἀ­νέ­κα­θεν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε ἀν­τι­στι­κτι­κὰ ὑ­ψη­λοὺς καὶ κυ­ρί­αρ­χους πο­λι­τι­σμοὺς τῆς γρα­φῆς. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ται­ριά­ζει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ στὴν πο­λι­τι­σμι­κὴ πο­λυ­εί­δεια τῶν ἡ­με­ρῶν μας καὶ ἡ ὁ­ποί­α προ­ϋ­πο­θέ­τει γι’ αὐ­τὸν ποὺ γρά­φει (ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη ποὺ ἐκ­φρά­ζε­ται μέ­σῳ αὐ­τῆς) τὸ αἴ­σθη­μα ὅ­τι δὲν ἀ­νή­κει —ἐκ­προ­σω­πών­τας τα— σὲ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη ὁ­μά­δα, γλώσ­σα, κουλ­τού­ρα, λο­γο­τε­χνι­κὸ κα­νό­να, ἀ­γο­ρά, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὲ μιὰ μει­ο­νό­τη­τα πού δη­μι­ουρ­γεῖ στὸ πε­ρι­θώ­ριο ὅ­λων αὐ­τῶν, χα­μέ­νη μέ­σα στὸν ἀ­πέ­ραν­το ὠ­κε­α­νὸ τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας. Δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου τυ­χαῖ­ο γιὰ μιὰ τέ­τοι­α κοι­νό­τη­τα τὸ ὅ­τι βρῆ­κε στὸ δι­ή­γη­μα, σ’ αὐ­τὸν τὸν πα­ρί­α τῶν με­γά­λων φι­λο­λο­γι­κῶν γε­νῶν τῆς κλα­σι­κῆς πα­ρά­δο­σης, τὸ ἰ­δα­νι­κὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο γιὰ τὴν ἔκ­φρα­ση τῶν πιὸ γνή­σι­ων αἰ­σθη­μά­των της.

       Ἀλ­λὰ στὸ ση­μεῖ­ο αὐ­τὸ βρί­σκε­ται καὶ ὁ βα­θύ­τε­ρος πο­λι­τι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας ἐ­τού­της τῆς μᾶλ­λον ἀ­πο­λι­τι­κῆς θε­μα­το­λο­γι­κὰ τέ­χνης. Δι­ό­τι στὸ γι­γάν­τιο καὶ ὁ­λι­στι­κὸ συ­νε­χὲς τῆς παγ­κό­σμιας ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, προ­ϊ­ὸν σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἑ­νὸς ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτου ὁ­μο­γε­νο­ποι­η­τι­κοῦ οἰ­κο­νο­μι­κοῦ συ­στή­μα­τος, ἡ ἐν λό­γῳ ἐκ­φρα­στι­κή, ἀν­τι­πα­ρα­τάσ­σον­τας στὶς κα­λύ­τε­ρες στιγ­μές της τὴν ἑ­νό­τη­τα τοῦ δι­κοῦ της ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κοῦ κό­σμου, συ­νι­στᾶ μιὰ ἐμ­μέ­νου­σα ἐν­δη­μι­κὴ ἀ­συ­νέ­χεια. Ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸν μον­τερ­νι­στι­κὸ φε­τι­χι­σμὸ τῆς φέ­ρου­σας τε­χνο­λο­γί­ας μὲ τὴν ἀ­νά­κλη­ση παμ­πά­λαι­ων ἐκ­κρε­μο­τή­των τῆς ψυ­χῆς. Καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸν χῶ­ρο γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἔ­στω καὶ λι­γο­στὴ λυ­τρω­τι­κὴ κα­θι­σιὰ ποὺ ἐ­πι­τρέ­πει στὸ πνεῦ­μα νὰ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴ ζω­ή μας!

 

* * *

 

Ὑ­στε­ρό­γρα­φο γιὰ τὸν πα­ρόν­τα τό­μο.

           

Τὸ πα­ρὸν 51ο τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ τρί­το ση­μαν­τι­κὸ βῆ­μα στὴν συ­στη­μα­τι­κὴ δι­ε­ρεύ­νη­ση τοῦ χώ­ρου τοῦ δι­η­γή­μα­τος, εἰ­δι­κό­τε­ρα τοῦ λε­γό­με­νου «μι­κροῦ», ποὺ ἐγ­και­νί­α­σε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό μας τὸ Φθι­νό­πω­ρο τοῦ 2009. Στὸ πλαί­σιο τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας ἑ­νὸς τεύ­χους ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νου στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, τὸ λε­γό­με­νο F­l­a­sh F­i­c­t­i­on, τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ σχε­δί­α­σε πα­ράλ­λη­λα καὶ ξε­κί­νη­σε ἕ­ξι μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010, μιὰ ἱ­στο­σε­λί­δα ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα γε­νι­κό­τε­ρα, πρω­τό­τυ­πο εἴ­τε με­τα­φρα­σμέ­νο ἀ­πὸ πολ­λὲς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς γλῶσ­σες: τὸ γνω­στό σας πιὰ ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Αὐ­τὸ ὑ­πῆρ­ξε καὶ τὸ πρῶ­το μας —με­γα­λύ­τε­ρο σὲ φι­λο­δο­ξί­α καὶ συ­νε­χι­ζό­με­νη διά­ρκεια— βῆ­μα.

       Ἀ­κο­λού­θη­σε, τὸ ἑ­πό­με­νο, δεύ­τε­ρο, βῆ­μα, δη­λα­δὴ τὸ προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο καὶ ὑ­πε­σχη­μέ­νο ἀ­πὸ και­ρὸ τεῦ­χος τοῦ ἀ­με­ρι­κα­νι­κοῦ μπον­ζά­ι (F­l­a­sh F­i­c­t­i­on), ποὺ κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν πε­ρα­σμέ­νο Ἰ­ού­νιο (τχ. 50) τοῦ 2011.

       Καὶ τώ­ρα ἔρ­χε­ται τὸ τρί­το μας βῆ­μα, τὸ τεῦ­χος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μπον­ζά­ι, τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ποὺ γρά­φε­ται στὶς μέ­ρες μας. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­νὰ χεῖ­ρας τεῦ­χος εἶ­χε καὶ αὐ­τὸ μιὰ μα­κρὰ καὶ πλού­σια προ­ε­τοι­μα­σί­α. Ἐ­πι­πλέ­ον δι­α­θέ­τει τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα νὰ συν­δυά­ζει πα­ρου­σι­ά­ζον­τας ἰ­σό­τι­μα μιὰ ἀ­παι­τη­τι­κὴ ἐ­πι­λο­γὴ ἀ­πὸ νέ­ες καὶ στὴν πλει­ο­νό­τη­τά τους ἄ­γνω­στες λο­γο­τε­χνι­κὲς φω­νὲς μὲ ἀ­νέκ­δο­τα κεί­με­να γνω­στῶν ἑλ­λή­νων λο­γο­τε­χνῶν μὲ μα­κρό­χρο­νη δη­μι­ουρ­γι­κὴ πα­ρου­σί­α στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ γράμ­μα­τα.

       Τὴν πο­ρεί­α πρὸς τὸ πα­ρὸν τεῦ­χος συ­νο­ψί­ζα­με σ’ ἕ­ναν κρί­σι­μο σταθ­μό της μὲ τὴν πα­ρα­κά­τω ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ποὺ ἀ­ναρ­τού­σα­με στὶς ἠ­λε­κτρο­νι­κές του σε­λί­δες τὴν 1η Αὐ­γού­στου τοῦ 2010:

Ἀ­γα­πη­τὲ Ἀ­να­γνώ­στη,

       ὅ­πως ἤ­δη θὰ γνω­ρί­ζεις, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας ἕ­να τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ μι­κρὸ ἑλ­λη­νι­κὸ δι­ή­γη­μα, σκε­φτή­κα­με νὰ ἀ­πευ­θυν­θοῦ­με, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τοὺς γνω­στοὺς λο­γο­τέ­χνες, πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές, καὶ στὴ με­γά­λη κοι­νό­τη­τα τῶν φί­λων τῆς λο­γο­τε­χνί­ας —νέ­ους συγ­γρα­φεῖς, κυ­ρί­ως— καὶ νὰ τοὺς ζη­τή­σου­με νὰ στεί­λουν συ­νερ­γα­σί­ες τους στὸ πε­ρι­ο­δι­κό, ὥ­στε νὰ δι­α­λέ­ξου­με ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς —κα­τὰ τὴν κρί­ση μας πάν­τα— κα­λύ­τε­ρες καὶ νὰ τὶς δη­μο­σι­εύ­σου­με στὸ σχε­τι­κὸ τεῦ­χος. Στὴν πρό­σκλη­σή μας αὐ­τὴ ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λη ἀν­τα­πό­κρι­ση: ἕ­ως τὶς 30 Ἰ­ου­νί­ου 2010, κα­τα­λη­κτι­κὴ ἡ­με­ρο­μη­νί­α ὑ­πο­βο­λῆς τῶν συ­νερ­γα­σι­ῶν, εἶ­χαν ὑ­πο­βλη­θεῖ 381 μπον­ζά­ι ἀ­πὸ 169 πρό­σω­πα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ προ­σε­κτι­κὴ με­λέ­τη κα­τὰ τὸν μή­να Ἰ­ού­λιο ὅ­λου τοῦ ὑ­λι­κοῦ, ἐ­πι­λέ­γη­σαν 37 ἀ­πὸ αὐ­τά. Τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση ἔ­κα­ναν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ὁ Γιά­ννης Πα­τί­λης.

       Σύμ­φω­να μὲ τὸν προ­γραμ­μα­τι­σμὸ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τὰ μπον­ζά­ι ποὺ ἐ­πι­λέ­χθη­καν θὰ συμ­πε­ρι­λη­φθοῦν στὸ δεύ­τε­ρο τεῦ­χος τοῦ 2011 (Δε­κέμ­βριος), τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, ἐ­νῶ τὸ πρῶ­το τεῦ­χος τοῦ ἴ­διου ἔ­τους (Ἰ­ού­νιος 2011) θὰ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀν­τί­στοι­χο ἀγ­γλο­σα­ξω­νι­κό (flash fiction) [­.­.­.]

       Δε­κα­τέσ­σε­ρις μῆ­νες με­τὰ δι­α­πι­στώ­νου­με μὲ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ὅ­τι ὁ ἀ­μη­τὸς ὑ­πῆρ­ξε πράγ­μα­τι πλού­σιος: τὰ 37 ἐ­πι­λεγ­μέ­να κεί­με­να (ὁ κα­τά­λο­γος τῶν ὁ­ποί­ων ἔ­χει ἀ­ναρ­τη­θεῖ στὸ ἱ­στο­λό­γιο [ἐγγραφὴ 01-08-2010]) ἦρ­θαν νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν ἄλ­λα 53 (μέ­χρι στιγ­μῆς) ἀ­πὸ γνω­στοὺς λο­γο­τέ­χνες στοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πευ­θυν­θή­κα­με. Ὑ­πεν­θυ­μί­ζου­με στὸν ἀ­να­γνώ­στη ὅ­τι τὰ πρὸς δη­μο­σί­ευ­ση κεί­με­να δὲν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­περ­βαί­νουν τὶς 750 λέ­ξεις, ἐ­νῶ ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πι­θυ­μη­τὸ νὰ πα­ρου­σιά­ζουν πλο­κὴ καὶ εἰ δυ­να­τὸν χα­ρα­κτῆ­ρες.

       Ὅ­πως εἶ­ναι εὐ­νό­η­το ὁ με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς τῶν συ­νερ­γα­σι­ῶν δὲν θὰ ἐ­πέ­τρε­πε τὴν δη­μο­σί­ευ­ση ὅ­λων μα­ζὶ σὲ ἕ­να καὶ μό­νον τεῦ­χος, δί­χως νὰ ἐ­πη­ρε­α­στεῖ σο­βα­ρὰ ἡ κα­θι­ε­ρω­μέ­νη φυ­σι­ο­γνω­μί­α τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ. Ἔ­τσι ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ μοι­ρά­σου­με τὶς συμ­με­το­χὲς σὲ δύ­ο συ­νε­χό­με­να τεύ­χη, μὲ τὸν προ­γραμ­μα­τι­σμὸ καὶ ἑ­νὸς δεύ­τε­ρου γιὰ τὸ Κα­λο­καί­ρι τοῦ 2012. 

 

* * *

 

Σὲ μιὰ τέ­τοι­α πο­λυ­πρό­σω­πη συ­να­γω­γὴ καλ­λι­τε­χνι­κῶν φω­νῶν εἶ­ναι ἀ­να­με­νό­με­νο τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον νὰ στρέ­φε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα στὶς νέ­ες πα­ρου­σί­ες. Ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἐ­πί­πε­δο τῆς ποι­ό­τη­τάς τους; Ἔ­χει κά­τι ἀλ­λά­ξει στὰ θέ­μα­τα καὶ στὸν τρό­πο δι­α­χεί­ρι­σής τους ἀ­πὸ τὴν γνω­στή μας εἰ­κό­να τῆς σύγ­χρο­νης νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς πε­ζο­γρα­φί­ας – ἐ­κεί­νης ποὺ τὰ χρο­νο­λο­γι­κὰ ὅ­ριά της θὰ μπο­ροῦ­σαν —τὸ μέ­γι­στο— νὰ ὁ­ρι­στοῦν ἀ­πὸ τοὺς ἐν ζω­ῇ πε­ζο­γρά­φους μας;

       169 συμ­με­το­χὲς καὶ 381 δι­η­γή­μα­τα σί­γου­ρα δὲν ἐ­ξαν­τλοῦν τὸ πε­δί­ο τῆς νε­ό­τα­της δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας, ὡ­στό­σο ὡς σύ­νο­λο δὲν εἶ­ναι τό­σο μι­κρό, ὥ­στε νὰ μὴν ἐ­πι­τρέ­πει τὴν ἐ­ξα­γω­γὴ κά­ποι­ων πρώ­των δι­α­πι­στώ­σε­ων. 

       Ἑ­στι­ά­ζον­τας πρω­τί­στως στὰ 37 δι­η­γή­μα­τα ποὺ κρί­θη­καν ὡς κα­λύ­τε­ρα, μὲ τὸ σκε­πτι­κὸ ὅ­τι οἱ πιὸ ὥ­ρι­μες καὶ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θει­ες μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σουν μὲ με­γα­λύ­τε­ρη δι­αί­σθη­ση τὶς συν­τε­λού­με­νες ἀλ­λα­γές, αὐ­τὸ ποὺ πιὸ εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ νὰ δι­α­πι­στώ­σει κα­νεὶς εἶ­ναι τὸ σα­φέ­στα­το προ­βά­δι­σμα ποὺ ἔ­χει ἡ θε­μα­τι­κὴ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Εἴ­τε ὡς σχέ­ση γο­νέ­ων μὲ τέ­κνα εἴ­τε ὡς προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ γά­μου, ἡ κρί­ση τῆς σύγ­χρο­νης οἰ­κο­γέ­νειας ἐ­πα­νέρ­χε­ται μὲ ἔν­τα­ση μέ­σα στὰ κα­λύ­τε­ρα δείγ­μα­τα (βλ. λ.χ. τὸ μπονζά­ι «Ἡ ξέ­νη» τοῦ Μάν­θου Ἀγ­γέ­λη). Ἡ θε­μα­τι­κὴ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας δι­α­πλέ­κε­ται συ­χνὰ καὶ στε­νὰ μὲ τὴ θε­μα­τι­κὴ τοῦ ἔ­ρω­τα, κα­θὼς στὰ πιὸ πολ­λὰ σχε­τι­κὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὸ ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πει­λεῖ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α εἶ­ναι ὁ ἐ­ρω­τι­σμὸς τοῦ ἀ­τό­μου. Ὁ ἔ­ρω­τας δὲν εἶ­ναι τό­σο, ὅ­σο στὸ σχε­τι­κὰ πρό­σφα­το πα­ρελ­θόν, μιὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­τη ὑ­πό­θε­ση με­τα­ξὺ δύ­ο ἐν­δι­α­φε­ρο­μέ­νων προ­σώ­πων, ὅ­σο ἕ­να πρό­βλη­μα ποὺ ἐμ­πλέ­κει ἔν­το­να τὰ μέ­λη μιᾶς (ἢ καὶ δεύ­τε­ρης) μι­κρῆς κοι­νω­νι­κῆς ὁ­μά­δας: τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Θυ­μί­ζον­τας ἀ­πρό­σμε­να πο­λὺ πα­λι­ό­τε­ρους και­ρούς, ἕ­να σύγ­χρο­νο ἐ­ρω­τι­κὸ δι­ή­γη­μα, πο­λὺ πιὸ τολ­μη­ρὸ καὶ ἕ­τοι­μο νὰ μι­λή­σει, δί­χως συ­ναι­σθη­μα­τι­σμοὺς καὶ μὲ ἀ­συ­νή­θι­στη στὴ λο­γο­τε­χνί­α μας ὡ­ρι­μό­τη­τα, γιὰ τὶς ἀ­λή­θει­ες του, εἶ­ναι πρῶ­τ’ ἀ­π’ ὅ­λα ἕ­να μι­κρὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ δρά­μα. Ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἡ θε­μα­τι­κὴ τῆς ἡ­λι­κί­ας: πα­ρα­τη­ροῦ­με, δη­λα­δή,  ἕ­να αὐ­ξη­μέ­νο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τοῦ ἀ­τό­μου σὲ κα­θο­ρι­στι­κὴ συ­νάρ­τη­ση μὲ τὴν ἡ­λι­κί­α του, ἀ­πό­το­κο ἴ­σως ἑ­νὸς πα­ρα­τε­τα­μέ­νου ἥ­ρε­μου κοι­νω­νι­κοῦ βί­ου μὲ με­γά­λα προσ­δό­κι­μα ὅ­ρια ἐ­πι­βί­ω­σης.­.. Ἱ­στο­ρι­κὲς ἢ πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς, χω­ρὶς νὰ ἔ­χουν ἐ­κλεί­ψει τε­λεί­ως, ἀ­που­σιά­ζουν ἐν­τυ­πω­σια­κά, ση­μα­το­δο­τών­τας κα­τὰ τὴ γνώ­μη μας τὸ βα­θύ­τε­ρο βύ­θι­σμα τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας στὸ ὑ­πε­ρε­θνι­κὸ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νο μάγ­μα τῶν δυ­τι­κῶν κοι­νω­νι­ῶν.

       Ὡς πρὸς τοὺς τρό­πους ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας, τὸν γνω­στό μας ρε­α­λι­σμό, γνώ­ρι­σμα κα­τε­ξο­χὴν τῆς ἐλ­λη­νι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας τῶν με­τα­πο­λε­μι­κῶν δε­κα­ε­τι­ῶν, ἔρ­χε­ται νὰ ἐ­ξι­σορ­ρο­πή­σει ὡς ἀ­νερ­χό­με­νο στοι­χεῖ­ο ὁ ἐ­σω­τε­ρι­κὸς μο­νό­λο­γος καί, ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, μιὰ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νη καὶ κα­λο­δου­λε­μέ­νη ψυ­χο­γρα­φί­α. Κι ἐ­νῶ κυ­ρια­ρχεῖ ἡ σο­βα­ρὴ μα­τιά, τὸ κρι­τι­κὸ αἴ­σθη­μα τῆς ὑ­πο­βαθ­μι­σμέ­νης ζω­ῆς δὲν παύ­ει νὰ τρο­φο­δο­τεῖ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς τὶς ποι­κί­λες ὄ­ψεις τοῦ κω­μι­κοῦ.

       Γιὰ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν ἐ­πι­λεγ­μέ­νων κει­μέ­νων ὁ ἀ­να­γνώ­στης τοῦ Πλα­νό­διου θὰ σχη­μα­τί­σει τὴ γνώ­μη του, ὀ­φεί­λω, ὡ­στό­σο, νὰ ση­μει­ώ­σω πὼς δὲν ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στες οἱ φο­ρὲς ποὺ βρε­θή­κα­με μπρο­στὰ σὲ ἀ­πρό­σμε­να κα­λὰ κεί­με­να, ἐ­νῶ ὁ μέ­σος ὅ­ρος, ὅ­σων ἐ­πε­λέ­γη­σαν τε­λι­κά, δὲν ἔ­χει νὰ ζη­λέ­ψει πολ­λὰ ἀ­πὸ τὶς κα­λὲς στιγ­μὲς τῆς “ἐ­πώ­νυ­μης” τρέ­χου­σας δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας. Ἴ­σως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ πο­λὺ κα­λὰ κεί­με­να αὐ­τῆς τῆς συλ­λο­γῆς νὰ ἀ­νή­κουν καὶ στοὺς λι­γό­τε­ρο γνω­στοὺς συγ­γρα­φεῖς. 

       Τέ­λος, ἕ­να ἐν­τε­λῶς και­νούρ­γιο στοι­χεῖ­ο στὴ δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α μας εἶ­ναι ἡ προ­έ­λευ­ση ἀρ­κε­τῶν συμ­με­το­χῶν ἀ­πὸ τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα πιὰ ἐρ­γα­στή­ρια «δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς» ποὺ ξε­πε­τά­χτη­καν τὴν τε­λευ­ταί­α δε­κα­πεν­τα­ε­τί­α καὶ στὸν τό­πο μας. Φαί­νε­ται πὼς κά­νουν κα­λὰ τὴ δου­λειά τους, ἀν­τι­σταθ­μί­ζον­τας στὸν ρό­λο τῆς ἐμ­φά­νι­σης νέ­ων τα­λέν­των τὴν φθί­νου­σα πα­ρου­σί­α ὡς εἶ­δος τῶν πα­ρα­δο­σια­κῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν, πού, πα­ρα­δο­σια­κὰ ἐ­πί­σης, δι­ευ­θύ­νον­ταν καὶ δι­ευ­θύ­νον­ται ἀ­πὸ ποι­η­τές. Με­λε­τών­τας προ­σε­κτι­κό­τε­ρα τὸ δι­ή­γη­μα τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν, τεί­νω νὰ πι­στεύ­ω πὼς τὸ εἶ­δος του πρό­σφε­ρε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ ν’ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­σει τὴν ἀ­λή­θεια τῆς ζω­ῆς τῶν ἡμερῶν ποὺ διανύουμε ἀπ’ ὅσο ἡ ποίηση.

 
 

Πηγή: περ. Πλανόδιον, ἀρ. 51, Δεκέμβριος 2011.

 

Γιά­ννης Πα­τί­λης (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση (1980-2010). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἵ­δρυ­ση καὶ ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τὸ Δέν­τρο (1978), Νῆ­σος – Μου­σι­κὴ καὶ Ποί­η­ση (1983) καὶ Κρι­τι­κὴ καὶ Κεί­με­να (1984). Ἀ­πὸ τὸ 1986 ἐκ­δί­δει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­διον, ἐ­νῶ τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2010 ἵ­δρυ­σε καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸν πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἱ­στο­χῶ­ρο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Δη­μο­σί­ευ­σε ἑ­πτὰ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ δύ­ο συγ­κεν­τρω­τι­κές. Πρῶ­το του ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο Ὁ μι­κρὸς καὶ τὸ Θη­ρί­ο (Ἀ­θή­να, 1970), τε­λευ­ταῖ­ο Ἀ­κτὴ Καλ­λι­μα­σι­ώ­τη καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2009). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση: Τα­ξί­δια στὴν ἴ­δια πό­λη. Ποι­ή­μα­τα 1970-1990 (β’ ἐκδ. Ὕ­ψι­λον, Ἀ­θή­να, 2000).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: