Ἀλεξάνδρα Δεληγιώργη: Ὁ μικρὸς Ὀρέστης ἤ Φυγὴ ποὺ σκοτώνει

 

 

 

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Δε­λη­γι­ώρ­γη

 

Ὁ μι­κρὸς Ὀ­ρέ­στης

Φυ­γὴ ποὺ σκο­τώ­νει

 

ΤΑΝ, ΚΑΠΟΤΕ, μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν γιό της. Τοῦ ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη καὶ τὸν προ­στά­τευ­ε, για­τὶ ἤ­ξε­ρε πό­σο θλι­βε­ρὸς καὶ ἄ­θλιος εἶ­ναι ὁ κό­σμος. Ὁ γιὸς της ἦ­ταν ἥ­συ­χος χα­ρα­κτή­ρας καὶ μᾶλ­λον εὐ­φυ­ής, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε νὰ τὸν ἀ­γα­ποῦν ἢ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­ουν. Ἄλ­λα τὸν ἐν­δι­έ­φε­ραν. Γι’ αὐ­τὸ καὶ σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α τῆς βρόν­τη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ πο­τέ του δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ μά­να του πέ­θα­νε , ἀλ­λὰ δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση.»

       Αὐ­τὰ γρά­φει ἡ γλύ­πτρια Λου­ί­ζα Μπουρ­ζου­ά*, γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σει τὴν ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­σων δὲν κα­τά­φε­ραν νὰ προ­φυ­λά­ξουν τὰ παι­διά τους ἀ­π’ αὐ­τὸν τὸν θλι­βε­ρὸ καὶ ἄ­θλιο κό­σμο.

       Ἡ ἴ­δια δὲν εἶ­χε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα προ­στά­τευ­ε τὸν γιό της. Φο­βᾶ­μαι πὼς νό­μι­ζε, ἀλ­λὰ δὲν τὸν προ­στά­τευ­ε. Ἐ­πί­σης δὲν δι­στά­ζει νὰ πεῖ ὅ­τι τοῦ ἦ­ταν δο­σμέ­νη ψυ­χή τε καὶ σώ­μα­τι. Ξε­χνᾶ, ὅ­μως, κά­τι ὧ­ρες ποὺ ἐ­νῶ ἦ­ταν μα­ζί του στὸ σπί­τι, ὁ νοῦς της ἦ­ταν στὰ ὑ­λι­κὰ ποὺ δού­λευ­ε στὸ ἐρ­γα­στή­ρι της, για­τὶ ἐ­πει­γό­ταν νὰ τοὺς δώ­σει μορ­φή. Ἔ­κα­νε μά­λι­στα τὸ λά­θος, πα­ρα­βλέ­πον­τας τὴν εὐ­φυΐ­α καὶ τὴν ἥ­συ­χη φύ­ση του, νὰ νο­μί­σει πὼς τὸ παι­δά­κι εἶ­χε ἤ­δη τὴν μορ­φὴ ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε μὲ τὸ νοῦ της· μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τῆς δι­κῆς της, ποὺ τῆς πῆ­ρε ἐ­λά­χι­στο χρό­νο νὰ τὴν συλ­λά­βει.

       Τώ­ρα τὰ ἔρ­γα της στοι­βά­ζον­ται στὶς γκα­λε­ρύ, στὰ μου­σεῖ­α, πη­γαι­νο­έρ­χον­ται σὲ ἐκ­θέ­σεις, ἀλ­λὰ ὁ γιός της ποὺ μι­σεῖ τὴν τέ­χνη, δὲν θὰ δεῖ οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἔ­γι­νε σὰν πέ­τρα σκλη­ρός. Τῆς ἀρ­νή­θη­κε τὴν κα­τα­νό­η­ση ποὺ ζη­τοῦ­σε, σβή­νον­τας ἕ­να-ἕ­να τα ἐ­λα­φρυν­τι­κά, μὲ μιὰ μα­γι­κὴ μο­νο­κον­τυ­λιά. Σὰ νά ‘τα­νε καλ­λι­τέ­χνης.

 

* Tὸ κεί­με­νο τῆς L­o­u­i­se B­o­u­r­g­e­o­is (P­l­a­te 9) ἐ­κτί­θε­το μὲ γλυ­πτὰ καὶ κα­τα­σκευ­ές της, στὴν ἔκ­θε­ση «Εl r­e­t­o­r­no de lo r­e­p­r­i­m­i­do», ποὺ φι­λο­ξέ­νη­σε τὸ Ἵ­δρυ­μα P­r­oa, στὸ Μπου­έ­νος Αἱ­ρες, τὴν φε­τι­νὴ Ἄ­νοι­ξη.

 

 

 

Πη­γή: περ. Πλανόδιον, ἀρ. 51, Δεκέμβριος 2011.

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Δε­λη­γι­ώρ­γη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1947). Κρι­τι­κή, δο­κί­μιο, με­λέ­τη, μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα. Πα­νε­πι­στη­μια­κός. Σπού­δα­σε Φι­λο­σο­φί­α στὸ Α.Π.Θ., ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Σορ­βόν­νη καὶ ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της δί­πλω­μα τὸ 1980 ἀ­πὸ τὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, ὅ­που σή­με­ρα δι­δά­σκει Φι­λο­σο­φί­α. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Οἱ φω­νές (Πε­ζο­γρα­φί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1975). Τε­λευ­ταῖ­ο της: Τρυ­φε­ρὸς σύν­τρο­φος (Μυ­θι­στο­ρί­α, ἔκδ. Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2011).

 

Εἰκό­να: Maman [Μα­μά] (1999). Ἔργο τῆς Λουῒζ Μπουρ­ζουά, ἔξω ἀπὸ τὸ Μου­σεῖο Μο­ντέ­νας Τέ­χνης στὸ Λον­δί­νο.

 

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ μαθήτρια

 

 

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati)

 

Ἡ μα­θή­τρια

(La studentessa)

 

ΓΙΑΤΡΟΣ Τού­λιο Ρα­μπέ­σκι, κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μπρο­στὰ στὸ σπί­τι ἑ­νὸς ἀ­σθε­νοῦς του, κον­το­στά­θη­κε γιὰ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει μιὰ ἔ­ξο­χη νε­α­ρὴ κο­πέ­λα ποὺ πλη­σί­α­ζε. Εἶ­χε μῆ­νες νὰ δεῖ τέ­τοι­ο λου­λού­δι! Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρό­σω­πο ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε ἀ­κό­μα τὰ ἁ­γνὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας ἀλ­λὰ ἤ­δη ἀ­κτι­νο­β­ο­λοῦ­σε μυ­στη­ρι­ώ­δεις προσ­δο­κί­ες, τοῦ ἔ­φερ­νε στὸ νοῦ κά­τι ἀ­ό­ρι­στο. «Κι ὅ­μως δὲν τὴν ἔ­χω ξα­να­δεῖ» ἀ­να­λο­γί­στη­κε. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸ κο­ρί­τσι πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του καὶ τὸν χαι­ρέ­τη­σε χα­μο­γε­λών­τας φι­λι­κά. «Σο­φί­α!» ἀ­πο­κρί­θη­κε αὐ­τός, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας ἐ­πι­τέ­λους τὴν κό­ρη τοῦ πα­λιοῦ του φί­λου Στά­τσι, ἡ ὁ­ποί­α μέ­χρι χθὲς τοῦ φαι­νό­ταν κο­ρι­τσά­κι. Καὶ κοκ­κί­νι­σε ἐ­ξαι­τί­ας κά­ποι­ας ἀ­κα­θό­ρι­στης τα­ρα­χῆς. Ἡ νε­α­ρή, ποι­ὸς ξέ­ρει για­τί, κοκ­κί­νι­σε κι αὐ­τή. «Τὸ ξέ­ρεις» εἶ­πε αὐ­τὸς «πὼς δὲν σὲ ἀ­να­γνώ­ρι­σα; Ἔ­γι­νες κι­ό­λας ὁ­λό­κλη­ρη δε­σποι­νί­δα. Καὶ τὸ σχο­λεῖ­ο; Τί τά­ξη πᾶς φέ­τος;» «Δευ­τέ­ρα Λυ­κεί­ου.» «Δι­ά­ο­λε. Καὶ πῶς τὰ πᾶς;» ρώ­τη­σε ὁ Ραμ­πέ­σκι, ἐν­θυ­μού­με­νος τὰ πα­ρά­πο­να τοῦ φί­λου του γιὰ τὴν ἀρ­γό­στρο­φη καὶ τεμ­πέ­λα κό­ρη του, ποὺ δὲν ἔ­λε­γε μὲ τί­πο­τα νὰ δι­α­βά­σει. «Ναί, βέ­βαι­α» ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὴ μὲ ἔ­ξα­ψη «φέ­τος τὰ πά­ω πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα.» «Ἄρ­χι­σες ἐ­πι­τέ­λους νὰ δι­α­βά­ζεις, ἔ;» (Στὸ με­τα­ξὺ σχη­μα­τι­ζό­ταν μέ­σα του ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κου­βά­ρι ἀ­πὸ σκέ­ψεις: τί ἐν­τυ­πω­σια­κὴ με­τα­μόρ­φω­ση, ἔ­χα­νες τὸ μυα­λό σου μ’ αὐ­τὸ τὸ πλά­σμα, ἔ καὶ νὰ ἤ­μου­να εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια νε­ό­τε­ρος, βέ­βαι­α μι­κρὸ κο­ρι­τσά­κι ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ μ’ ἐ­κεί­νη τὴ λε­πτὴ καὶ ταυ­τό­χρο­να προ­κλη­τι­κὴ πτυ­χὴ στὰ χεί­λη, ἐ­κεῖ­νο τὸν λεῖ­ο καὶ σφρι­γη­λὸ λαι­μό… Καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα; Ὅ­λα ἐ­κεῖ­να ποὺ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἀ­νά­λα­φρο φό­ρε­μα, καὶ ποὺ σχε­δὸν τοῦ ἔ­κο­βαν τὴν ἀ­νά­σα;) «Ὄ­χι» εἶ­πε ἡ Σο­φί­α. «Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Δὲ δι­α­βά­ζω, καὶ μά­λι­στα φέ­τος λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι συ­νή­θως. Κι ὅ­μως…» «Θὰ ἔ­χεις πιὸ ἐ­πι­ει­κεῖς κα­θη­γη­τές.» « Ὄ­χι βέ­βαια, οἱ κα­θη­γη­τὲς εἶ­ναι πάν­τα οἱ ἴ­διοι.» «Καὶ τό­τε πῶς τὸ ἐ­ξη­γεῖς;» «Δὲν ξέ­ρω. Εἶ­ναι βέ­βαι­ο ποὺ φέ­τος ἔ­χω μιὰ τύ­χη…» «Σὲ ὅ­λα τὰ μα­θή­μα­τα;» «Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ μα­θη­μα­τι­κά.» «Στοι­χη­μα­τί­ζω» εἶ­πε ὁ Ραμ­πέ­σκι μ’ ἕ­να με­λαγ­χο­λι­κὸ χα­μό­γε­λο, «στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ ἔ­χεις κα­θη­γή­τρια.» «Ναί, κα­θη­γή­τρια» καὶ γέ­λα­σε. «Μὰ ἐ­σεῖς πῶς τὸ μαν­τέ­ψα­τε;»

 

 

Πηγή: Ἀπό τὸν τόμο Siamo spiacenti di, Μιλάνο, Mondadori, 1975.

 

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­l­e­g­r­i­no, 1906-1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γό του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μέ τόν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μέ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις πού πα­ρει­σφρέ­ουν στήν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καί τήν ἀνα­τρέ­πουν.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Ἠλίας Χαραλαμπόπουλος: Τὰ κινητά

 

Ἠ­λί­ας Χα­ρα­λαμ­πό­που­λος

 

Τὰ κι­νη­τά

 

ΕΝ ΕΙΧΑ πο­τὲ κα­λὴ σχέ­ση μὲ τὴν τε­χνο­λο­γί­α. Εἶ­ναι ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ἀ­νό­η­τος, γέ­ρος, πα­ρο­πλι­σμέ­νος. Κα­λώ­δια, φορ­τι­στές, κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, μὲ κά­να­νε νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι δὲν ἔ­χω κα­θό­λου μυα­λὸ στὸ κε­φά­λι μου. Ἔ­τσι, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ φερ­θῶ, ὅ­πως λέ­νε ἔ­ξυ­πνα καὶ νὰ προ­σαρ­μο­στῶ. Ὅ­πως αὐ­τὸς ποὺ φο­βᾶ­ται τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να καὶ δὲν τα­ξι­δεύ­ει πα­ρὰ μό­νο ὁ­δι­κῶς, ἔ­τσι καὶ ἐ­γὼ ἀ­πέ­φευ­γα τὴν τε­χνο­λο­γί­α. Ὅ­σο γι­νό­ταν.

       Δὲν ἔ­χω πα­ρά­πο­νο γιὰ τὸ πὼς τὰ κα­τά­φε­ρα. Ὡς ἐ­πι­πλο­ποι­ὸς δὲν ἐ­ξαρ­τι­ό­μου­νατό­σο πο­λὺ ἀ­πὸ αὐ­τήν. Τώ­ρα πιὰ εἶ­μαι στὴν σύν­τα­ξη καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ μά­θω τί­πο­τε και­νού­ριο.

       Τὸ πρῶ­το μου κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο, νο­μί­ζω μάρ­κας Motorola, ἦ­ταν δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων ἀ­πὸ τὴν κό­ρη μου. Ἐ­κεῖ­να τὰ γε­νέ­θλια, τὰ πεν­τη­κο­στά, συ­νέ­πι­πταν μὲ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή της στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, στὴν Ἀ­με­ρι­κή, γιὰ σπου­δές. «Γιὰ νὰ μπο­ρῶ νὰ σὲ βρί­σκω ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή», αὐ­τὰ ἦ­ταν τὰ λό­για της. Ἦ­ταν ἕ­να βα­ρὺ καὶ ἀρ­κε­τὰ ὀγ­κῶ­δες τη­λέ­φω­νο. Ὁ γιός μου, ποὺ τό­τε ἦ­ταν δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν καὶ ἔ­παι­ζε τὴν τε­χνο­λο­γί­α στὰ δά­κτυ­λα, προ­σπά­θη­σε νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ κα­τα­λά­βω τὶς βα­σι­κές του λει­τουρ­γί­ες. Θύ­μω­νε ὅ­μως, κα­θὼς τὰ αὐ­το­νό­η­τα γιὰ αὐ­τόν, ἐ­μέ­να μοῦ φαι­νόν­του­σαν τό­σο πε­ρί­πλο­κα, ποὺ συ­νε­χῶς τὸν δι­έ­κο­πτα γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Ψέλ­λι­σα δυ­ὸ-τρεῖς φο­ρὲς συ­γνώ­μη, στὸ τέ­λος ὅ­μως ἐ­κνευ­ρί­στη­κα καὶ ἐ­γώ. «Φτά­νει», τοῦ εἶ­πα. «Αὐ­τὸ τὸ τη­λέ­φω­νο μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ἡ Μα­ρί­α γιὰ νὰ μὲ βρί­σκει. Ὅ­ταν λοι­πὸν θὰ χτυ­πά­ει, θὰ ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­ναι ἡ Μα­ρί­α. Μὲ τὸ πρά­σι­νο κουμ­πὶ θὰ ἀ­παν­τά­ω. Καὶ μὲ τὸ κόκ­κι­νο θὰ τὸ κλεί­νω. Δὲν χρει­ά­ζο­μαι νὰ ξέ­ρω τί­πο­τε ἄλ­λο.»

       Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ βρέ­θη­κα μὲ ἕ­να ἀ­ση­μὶ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο, ποὺ ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τῆς Μα­ρί­ας. Ἡ γυ­ναί­κα μου πο­τὲ δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες δυ­σκο­λί­ες. Εἶ­χε ἀ­πὸ και­ρὸ τὸ δι­κό της τη­λέ­φω­νο καὶ ἤ­ξε­ρε νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ. Πάν­τα εἶ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη ἀ­πὸ ἐ­μέ­να. Σὲ ὅ­λες τὶς κα­τα­στά­σεις. Γιὰ αὐ­τὸ καὶ τὴν θαύ­μα­ζα. Δὲν τῆς τὸ εἶ­πα πο­τὲ ὅ­μως. Φο­βό­μουν ὅ­τι ἅ­μα τὸ κα­τα­λά­βαι­νε, θὰ ἔ­φευ­γε μα­κριά μου.

       Δε­δο­μέ­νης τῆς κα­τά­στα­σης, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ φύ­γει καὶ ὁ Πα­να­γι­ώ­της, ὁ γιός μας, γιὰ σπου­δές, στὴν Ἰ­τα­λί­α αὐ­τός, ὅ­που ἤ­θε­λε νὰ μά­θει σχέ­διο, βρέ­θη­κα μὲ ἕ­να δεύ­τε­ρο τη­λέ­φω­νο στὰ χέ­ρια μου. Αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ ἦ­ταν ἕ­να μαῦ­ρο Nokia. Δὲν προ­σπά­θη­σε νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει τί­πο­τε. Εἶ­χε ἤ­δη δεῖ πῶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα τὸ τη­λέ­φω­νο ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε ἡ Μα­ρί­α. «Ξέ­ρεις», μοῦ εἶ­πε. «Γιὰ νὰ μπο­ρῶ καὶ ἐ­γὼ νὰ σὲ βρί­σκω ὅ­ταν χρει­ά­ζε­ται.» Τὸ μό­νο ποὺ τοῦ ζή­τη­σα, ἦ­ταν νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν με­λω­δί­α ποὺ χτυ­ποῦ­σε. Ἔ­μοια­ζε μὲ τοῦ ἄλ­λου τη­λε­φώ­νου καὶ φο­βή­θη­κα μή­πως τὰ μπέρ­δευ­α. Ἀ­γό­ρα­σα κι ἕ­να μπου­φάν, ἀ­πὸ αὐ­τὰ μὲ ἀρ­κε­τὲς τσέ­πες, κα­θὼς πλέ­ον κου­βα­λοῦ­σα δυ­ὸ τη­λέ­φω­να μα­ζί μου, ὅ­που καὶ ἂν πή­γαι­να. Τὸν πρῶ­το και­ρό, ἡ Μα­ρί­α ἔ­παιρ­νε δυ­ὸ φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα, γιὰ νὰ δεῖ τί κά­νω. Ἔ­τσι κι ἀλ­λιῶς τὰ νέ­α της τὰ μά­θαι­να ἀ­πὸ τὴν μά­να της, μιὰ καὶ μι­λοῦ­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο τοῦ σπι­τιοῦ, ὅ­ταν ὅ­μως ἐ­γὼ ἔ­λει­πα στὴν δου­λειά. Ὁ γιός μου ἔ­παιρ­νε πιὸ ἄ­στα­τες ὧ­ρες καὶ μέ­ρες. Ὅ­ταν ἐν­θου­σι­α­ζό­ταν μὲ κά­τι, μὲ ἔ­παιρ­νε συ­νέ­χεια γιὰ νὰ μοῦ μι­λή­σει γιὰ αὐ­τό, με­τὰ ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν γιὰ μέ­ρες. Ὁ ἴ­διος ἀ­πὸ παι­δί.

       Τὸ τρί­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο τη­λέ­φω­νό μοῦ τὸ ἔ­φε­ρε πά­λι ὁ Πα­να­γι­ώ­της, πρὶν δυ­ὸ χρό­νια. Εἶ­χε ἔρ­θει ἐ­κτά­κτως ἀ­πὸ τὴν Ἰ­τα­λί­α, ὅ­που καὶ πα­ρέ­μει­νε τε­λι­κὰ με­τὰ τὶς σπου­δές του. Ἦρ­θε για­τί ἡ Ἑ­λέ­νη, ἡ γυ­ναί­κα μου, νο­ση­λευ­ό­ταν. Ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ τρο­με­ροὺς πο­νο­κέ­φα­λους τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια καὶ κά­τι εἶ­χε βρε­θεῖ στὶς ἐ­ξε­τά­σεις της. Ἡ Μα­ρί­α δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κή· εἶ­χε τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της. Ἦ­ταν ἕ­να τη­λέ­φω­νο μὲ πα­ρά­ξε­νο ὄ­νο­μα, LG. «Γιὰ νὰ σὲ βρί­σκει ἡ μα­μά», μοῦ εἶ­πε. Αὐ­τὸ τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν χτύ­πη­σε πα­ρὰ μιὰ φο­ρὰ μό­νο καὶ δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν γυ­ναί­κα μου. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸν ὑ­πεύ­θυ­νο για­τρό· μοῦ ζή­τη­σε νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με γιὰ νὰ μὲ ἐ­νη­με­ρώ­σει. Ὅ­τι ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ καρ­κί­νο τῶν πνευ­μό­νων μὲ πολ­λα­πλὲς με­τα­στά­σεις. Ἀ­νεγ­χεί­ρη­τος. Τὸ πο­λὺ τρεῖς μῆ­νες προσ­δό­κι­μο ἐ­πι­βί­ω­σης. Ἡ κα­η­μέ­νη, δὲν βγῆ­κε πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἄν­τε­ξε δυ­ὸ μῆ­νες. Ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο τὰ τη­λέ­φω­νά μου χτυ­ποῦ­σαν κα­θη­με­ρι­νά. Τὰ παι­διὰ ἤ­θε­λαν νὰ μα­θαί­νουν τὸ πα­ρα­μι­κρό. Στὴν κη­δεί­α της ἦ­ταν καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὰ εἶ­δα. Μὲ παίρ­νουν ἀ­κό­μη τη­λέ­φω­νο κα­μιὰ φο­ρά. Ὄ­χι συ­χνά. Τοὺς κα­τα­λα­βαί­νω. Ἔ­χουν τὶς δι­κές τους ἔ­γνοι­ες. Ἐ­γὼ ὅ­μως τὰ κου­βα­λά­ω καὶ τὰ τρία τη­λέ­φω­να μα­ζί μου. Κά­θε βρά­δυ ποὺ θὰ γυ­ρί­σω σπί­τι ἀ­πὸ τὴν βόλ­τα μου, τὰ φορ­τί­ζω, τὰ κα­θα­ρί­ζω καὶ τὰ βά­ζω στὴν σει­ρά, στὸ τρα­πε­ζά­κι μπρο­στά μου, κα­θὼς χα­ζεύ­ω τη­λε­ό­ρα­ση μὲ τὶς ὦ­ρες. Κα­μιὰ φο­ρὰ μό­νο, ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θῶ καὶ πῶς νὰ τὸ πῶ, μὲ πιά­νει τὸ πα­ρά­πο­νο, πά­ω κλε­φτὰ στὸ στα­θε­ρὸ τη­λέ­φω­νο τοῦ σπι­τιοῦ, καὶ κα­λῶ τὰ νού­με­ρα ἕ­να-ἕ­να. Τὰ ἀ­φή­νω μὲ τὴν σει­ρὰ νὰ κου­δου­νί­σουν γιὰ ὥ­ρα καὶ ψι­θυ­ρί­ζω. Τὸ ὄ­νο­μα τοῦ κα­θε­νός.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἠ­λί­ας Χα­ρα­λαμ­πό­που­λος, (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1972). Σπού­δα­σε Ἰα­τρι­κὴ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, μὲ ἐξειδίκευση στὴν Ψυχια­τρι­κή.

 

 

Λευκάδιος Χέρν (Lafcadio Hearn): Μιὰ ἱστορία μαντείας

 

 

Λευ­κά­διος Χέρν (Lafkadio Hearn)

 

Μιὰ ἱ­στο­ρί­α μαν­τεί­ας

(A Story of Divination)

 

ΝΩ­ΡΙ­ΖΑ ΚΑ­ΠΟ­ΤΕ ἕ­να μαν­το­λό­γο, ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ πί­στευ­ε στὴν ἐ­πι­στή­μη ποὺ ἀ­σκοῦ­σε γιὰ νὰ ζεῖ. Εἶ­χε μά­θει σὰν μα­θη­τὴς τῆς πα­λιᾶς, κι­νέ­ζι­κης φι­λο­σο­φί­ας, νὰ πι­στεύ­ει στὴ μαν­τεία πο­λὺ προ­τοῦ σκε­φτεῖ νὰ τὴν ἀ­σκή­σει σὰν ἐ­πάγ­γελ­μα. Στὴ διά­ρκεια τῆς νι­ό­της του ἦ­ταν στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ἑ­νὸς πλου­σί­ου ντα­ϊ­μυ­ό*, ὅ­μως στὴ συ­νέ­χεια, μὲ τὶς κοι­νω­νι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς με­τα­βο­λὲς ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ἡ κυ­βέρ­νη­ση Μέ­ϊ­τζι, κα­τάν­τη­σε κι αὐ­τὸς νὰ πε­ρι­πέ­σει στὴν ἴ­δια ἀ­πελ­πι­στι­κὴ κα­τά­στα­ση μὲ χι­λιά­δες ἄλ­λους, ἀ­νε­πάγ­γελ­τους πιὰ σα­μου­ρά­ι. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἔ­γι­νε μαν­το­λό­γος, ἕ­νας πε­ρι­πλα­νώ­με­νος οὐ­ρα­νά­ϊ­για – πε­ρι­φε­ρό­με­νος μὲ τὰ πό­δια ἀ­πὸ πό­λη σὲ πό­λη καὶ σπα­νί­ως γυρ­νών­τας σπί­τι του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ φο­ρὰ τὸ χρό­νο, μὲ τὰ ἔ­σο­δα ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­φέ­ρει τὸ τα­ξί­δι του. Σὰν μαν­το­λό­γος εἶ­χε ἀρ­κε­τὴ ἐ­πι­τυ­χί­α – κυ­ρί­ως, νο­μί­ζω, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς τέ­λειας εἰ­λι­κρί­νειάς του, κα­θὼς καὶ ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς ἰ­δι­ό­μορ­φης, ἤ­πιας συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, ποὺ προ­κα­λοῦ­σε ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Τὸ σύ­στη­μά του ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τῶν πα­λι­ῶν λο­γί­ων: χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ βι­βλί­ο ποὺ εἶ­ναι γνω­στὸ στοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ἀ­να­γνῶ­στες ὡς τὸ Γὶ-Τζὶνγκ, —κα­θὼς καὶ μιὰ δέ­σμη ἀ­πὸ μαῦ­ρα, ξύ­λι­να πλα­κί­δια, ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ δι­ευ­θε­τη­θοῦν ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ σχη­μα­τί­σουν κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κι­νέ­ζι­κα ἑ­ξά­γραμ­μα— καὶ πάν­τα ἄρ­χι­ζε τὴ μαν­τεί­α του μὲ μιὰ σο­βα­ρὴ προ­σευ­χὴ πρὸς τοὺς θε­ούς.

       Τὸ ἴ­διο τὸ σύ­στη­μα, ὑ­πο­στή­ρι­ζε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­λάν­θα­στο στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς δα­σκά­λου. Ὁ­μο­λο­γοῦ­σε ὅ­τι εἶ­χε κά­νει κά­ποι­ες ἐ­σφαλ­μέ­νες προρ­ρή­σεις· ἔ­λε­γε ὅ­μως ὅ­τι αὐ­τὰ τὰ λά­θη ὀ­φεί­λον­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴ δι­κή του πα­ρα­νό­η­ση κά­ποι­ων ἀ­πὸ τὰ σχό­λια τοῦ βι­βλί­ου ἢ κά­ποι­ων ἀ­πὸ τὰ δι­α­γράμ­μα­τα. Γιὰ νὰ εἶ­μαι δί­και­ος μα­ζί του πρέ­πει νὰ ἀ­να­φέ­ρω ὅ­τι στὴ δι­κή μου πε­ρί­πτω­ση —(μοῦ εἶ­χε πεῖ τὴ μοί­ρα τέσ­σε­ρις φο­ρές)— οἱ προρ­ρή­σεις του εἶ­χαν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ποὺ εἶ­χα φο­βη­θεῖ. Μπο­ρεῖ νὰ μὴ πι­στεύ­ε­τε στὴ μαν­τεί­α – λο­γι­κὰ νὰ τὴν πε­ρι­φρο­νεῖ­τε· ὅ­μως κά­τι ἀ­πὸ μιὰ κλη­ρο­νο­μη­μέ­νη, δει­σι­δαί­μο­να τά­ση, λαν­θά­νει στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πό μᾶς· καὶ δὲν χρει­ά­ζον­ται πα­ρὰ λί­γες πα­ρά­ξε­νες ἐμ­πει­ρί­ες γιὰ νὰ τὴν ξυ­πνή­σουν, προ­κα­λών­τας τὴν πιὸ πα­ρά­λο­γη ἐλ­πί­δα ἢ φό­βο γιὰ τὴν κα­λὴ ἢ κα­κὴ μοί­ρα, ποὺ κά­ποι­ος μαν­το­λό­γος σᾶς ὑ­πο­σχέ­θη­κε. Βέ­βαι­α, νὰ βλέ­πα­με πραγ­μα­τι­κὰ τὸ μέλ­λον θὰ ἦ­ταν δυ­στυ­χί­α. Φαν­τα­στεῖ­τε τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς γνώ­σης ὅ­τι μέ­σα στοὺς ἑ­πό­με­νους δύ­ο μῆ­νες, κά­ποι­α φο­βε­ρὴ συμ­φο­ρὰ πρέ­πει νὰ σᾶς συμ­βεῖ, μιὰ συμ­φο­ρὰ τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ κά­νε­τε τί­πο­τε, γιὰ νὰ τὴν ἀν­τι­με­τω­πί­σε­τε!

       Ἦ­ταν ἤ­δη γέ­ρος, ὅ­ταν τὸν πρω­το­εῖ­δα στὸ Ἴ­ζου­μο, σί­γου­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν, φαι­νό­ταν ὅ­μως πο­λὺ νε­ό­τε­ρος. Ἀρ­γό­τε­ρα τὸν συ­νάν­τη­σα στὴν Ὄ­σα­κα, στὸ Κυ­ό­το καὶ στὸ Κόμ­πε. Πολ­λὲς φο­ρὲς προ­σπά­θη­σα νὰ τὸν πεί­σω νὰ πε­ρά­σει τοὺς χει­μω­νι­ά­τι­κους μῆ­νες μὲ τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο κρύ­ο κά­τω ἀ­πὸ τὴ στέ­γη μου – κι αὐ­τὸ για­τί εἶ­χε μιὰ τό­σο ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ γνώ­ση τῶν πα­ρα­δό­σε­ων, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ προ­σφέ­ρει ἀ­προ­σμέ­τρη­τη ὑ­πη­ρε­σί­α ἀ­πὸ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἄ­πο­ψη. Ὅ­μως, ἐν μέ­ρει ἐ­πει­δὴ ἡ συ­νή­θεια τῆς πε­ρι­πλά­νη­σης τοῦ εἶ­χε γί­νει δεύ­τε­ρη φύ­ση, ἐν μέ­ρει ἀ­πὸ ἀ­γά­πη γιὰ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α, τό­σο ἄ­γρια ὅ­σο ἑ­νὸς γύ­φτου, πο­τὲ δὲν μπό­ρε­σα νὰ τὸν κρα­τή­σω κον­τά μου πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ δύ­ο μέ­ρες τὴ φο­ρά.

       Κά­θε χρό­νο εἶ­χε συ­νή­θει­ο νὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ Τό­κυ­ο –  κα­τὰ κα­νό­να ἀρ­γὰ τὸ φθι­νό­πω­ρο. Τό­τε κάμ­πο­σες βδο­μά­δες τρι­γυρ­νοῦ­σε ἀ­θό­ρυ­βα μέ­σα στὴν πό­λη, ἀ­πὸ συ­νοι­κί­α σὲ συ­νοι­κί­α, μέ­χρι νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ καὶ πά­λι. Ὅ­μως στὴ διά­ρκεια αὐ­τῶν τῶν φευ­γα­λέ­ων τα­ξι­δι­ῶν πο­τὲ δὲν πα­ρέ­λει­πε νὰ μὲ ἐ­πι­σκε­φτεῖ· φέρ­νον­τας κα­λό­δε­χτα νέ­α ἀ­π’ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τὰ μέ­ρη τοῦ Ἴ­ζου­μο – φέρ­νον­τας ἐ­πί­σης κά­ποι­ο πε­ρί­ερ­γο, μι­κρὸ δῶ­ρο, γε­νι­κὰ θρη­σκευ­τι­κοῦ εἴ­δους, ἀ­πὸ κά­ποι­ο φη­μι­σμέ­νο προ­σκύ­νη­μα. Τό­τε μοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α γιὰ κά­ποι­α λι­γό­ω­ρη συ­ζή­τη­ση μα­ζί του. Κά­ποι­ες φο­ρὲς ἡ κου­βέν­τα εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὰ πα­ρά­ξε­να πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­δε ἢ ἄ­κου­σε στὴ διάρκεια τοῦ τε­λευ­ταί­ου του τα­ξι­δι­ο­ῦ· κά­ποι­ες φο­ρὲς πε­ρι­στρε­φό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ πα­λιοὺς θρύ­λους ἢ δο­ξα­σί­ες· ἄλ­λες φο­ρὲς πά­λι ἀ­φο­ροῦ­σε τὴ μαν­το­λο­γί­α. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τη­θή­κα­με μοῦ μί­λη­σε γιὰ μιὰ κι­νέ­ζι­κη μέ­θο­δο μαν­τεί­ας μὲ πο­λὺ ἀ­κρι­βῆ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, ποὺ λυ­πό­ταν για­τί πο­τὲ δὲν εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ μά­θει. «Ὅ­ποι­ος μά­θει κα­λὰ αὐ­τὴ τὴ μέ­θο­δο,» εἶ­πε, «θὰ μπο­ροῦ­σε, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ σοῦ πεῖ ὄ­χι μό­νο τὸν ἀ­κρι­βῆ χρό­νο, στὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ­ποι­α­δή­πο­τε κο­λώ­να ἢ δο­κὸς αὐ­τοῦ τοῦ σπι­τιοῦ θὰ ὑ­πο­χω­ρή­σει ἀ­π’ τὴ φθο­ρά, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ νὰ σοῦ πεῖ τὴν κα­τεύ­θυν­ση τοῦ σπα­σί­μα­τος, κα­θὼς καὶ ὅ­λα του τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Μπο­ρῶ, ὅ­μως, νὰ ἐ­ξη­γή­σω κα­λύ­τε­ρα τί ἐν­νο­ῶ, ἂν σοῦ ἀ­φη­γη­θῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

 

       «Ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι γιὰ τὸν φη­μι­σμέ­νο Κι­νέ­ζο μαν­το­λό­γο, ποὺ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α τὸν λέ­με Σό­κο Σέ­τσου καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νη στὸ βι­βλί­ο B­a­i­k­wa-S­h­in-E­ki, ποὺ εἶ­ναι ἕ­να βι­βλί­ο μαν­τεί­ας. Ἐ­νῶ ἦ­ταν ἀ­κό­μα πο­λὺ νέ­ος, ὁ Σό­κο Σέ­τσου ἀ­πέ­κτη­σε μιὰ ὑ­ψη­λὴ θέ­ση λό­γῳ τῆς σο­φί­ας ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἀ­ρε­τῆς του· ὅ­μως πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­π’ αὐ­τὴ καὶ ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὴν ἐ­ρη­μιά, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ ν’ ἀ­φι­ε­ρώ­σει ὅ­λο τὸ χρό­νο του στὴ με­λέ­τη. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­ζη­σε πολ­λὰ χρό­νια μό­νος σὲ μιὰ κα­λύ­βα ἀ­νά­με­σα στὰ βου­νά· με­λε­τών­τας χω­ρὶς φω­τιὰ τὸ χει­μώ­να καὶ χω­ρὶς βεν­τά­λια τὸ κα­λο­καί­ρι· γρά­φον­τας τὶς σκέ­ψεις του πά­νω στὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου του —λό­γῳ ἔλ­λει­ψης χαρ­τιοῦ— καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μό­νο ἕ­να κε­ρα­μί­δι γιὰ μα­ξι­λά­ρι.

       »Μιὰ μέ­ρα, τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου κα­λο­και­ρι­νοῦ καύ­σω­να, αἰ­σθάν­θη­κε νὰ τὸν πιά­νει ὑ­πνη­λί­α καὶ ξά­πλω­σε γιὰ ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ, μὲ τὸ κε­ρα­μί­δι κά­τω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι του. Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ, ὅ­ταν ἕ­να πον­τί­κι πέ­ρα­σε τρέ­χον­τας πά­νω ἀ­π’ τὸ πρό­σω­πό του ξυ­πνών­τας τον ἀ­πό­το­μα. Ὀρ­γι­σμέ­νος, ἅρ­πα­ξε τὸ κε­ρα­μί­δι καὶ τὸ ἐκ­σφεν­δό­νι­σε στὸ πον­τί­κι· ὅ­μως αὐ­τὸ κα­τά­φε­ρε ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὸ χτύ­πη­μα, καὶ τὸ κε­ρα­μί­δι ἔ­σπα­σε. Ὁ Σό­κο Σέ­τσου κύτ­τα­ξε μὲ θλί­ψη τὰ θρύ­ψα­λα τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ κι ἐ­πι­τί­μη­σε τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ βι­α­σύ­νη του. Τό­τε ξαφ­νι­κὰ ἀν­τι­λή­φθη­κε, πά­νω στὴν ὄ­ψη τοῦ πη­λοῦ ποὺ μό­λις εἶ­χε ἐ­κτε­θεῖ στὸ φῶς, κά­ποι­α κι­νέ­ζι­κα ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα – ἀ­νά­με­σα στὴν πά­νω καὶ στὴν κά­τω πλευ­ρὰ τοῦ κε­ρα­μι­διοῦ. Βρί­σκον­τας τὸ πράγ­μα πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο, σή­κω­σε τὰ κομ­μά­τια καὶ τὰ ἐ­ξέ­τα­σε προ­σε­κτι­κά. Ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι κα­τὰ μῆ­κος τοῦ σπα­σί­μα­τος δε­κα­ε­φτὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα εἶ­χαν γρα­φτεῖ πά­νω στὸν πη­λό, προ­τοῦ ἀ­κό­μα τὸ κε­ρα­μί­δι ψη­θεῖ· τὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα αὐ­τὰ ἔ­λε­γαν τὸ ἑ­ξῆς – Τὴ Χρο­νιὰ τοῦ Λα­γοῦ, τὸν τέ­ταρ­το μή­να, τὴ δέ­κα­τη ἑ­βδό­μη μέ­ρα, τὴν Ὥ­ρα τοῦ Φει­διοῦ, αὐ­τὸ τὸ κε­ρα­μί­δι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα χρη­σι­μέ­ψει σὰν μα­ξι­λά­ρι, θὰ τὸ πε­τά­ξουν πά­νω σ’ ἕ­να πον­τί­κι καὶ θὰ σπά­σει. Καὶ πραγ­μα­τι­κά, ἡ προ­φη­τεί­α εἶ­χε πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ τὴν Ὥ­ρα τοῦ Φει­δι­οῦ, τὴ δέ­κα­τη ἕ­βδο­μη μέ­ρα τοῦ τέ­ταρ­του μή­να τῆς Χρο­νιᾶς τοῦ Λα­γοῦ. Κα­τά­πλη­κτος ὁ Σό­κο Σέ­τσου κύτ­τα­ξε ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὰ θρύ­ψα­λα καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὴ σφρα­γί­δα καὶ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ κα­τα­σκευα­στῆ. Ἀ­φή­νον­τας ἀ­μέ­σως τὴν κα­λύ­βα του καὶ παίρ­νον­τας μα­ζί του τὰ κομ­μά­τια τοῦ κε­ρα­μι­διοῦ, ξε­κί­νη­σε βι­α­στι­κὰ γιὰ τὴ γει­το­νι­κὴ πό­λη, σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ κε­ρα­μο­ποι­οῦ. Τὸν βρῆ­κε τὴν ἴ­δια ἐ­κεί­νη μέ­ρα, τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ σπα­σμέ­νο κε­ρα­μί­δι καὶ τὸν ρώ­τη­σε γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α του.

       »Ἀ­φοῦ ἐ­ξέ­τα­σε τὰ θρύ­ψα­λα προ­σε­κτι­κά, ὁ κε­ρα­μο­ποι­ὸς εἶ­πε – “Αὐ­τὸ τὸ κε­ρα­μί­δι κα­τα­σκευ­ά­στη­κε στὸ δι­κό μου ἐρ­γα­στή­ριο, ὅ­μως τὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα στὸν πη­λὸ γρά­φτη­καν ἀ­πὸ ἕ­να γέ­ρο —ἕ­να μαν­το­λό­γο— ποὺ ζή­τη­σε τὴν ἄ­δεια νὰ γρά­ψει κά­τι πά­νω στὸ κε­ρα­μί­δι προ­τοῦ αὐ­τὸ ψη­θεῖ.” – “Ξέ­ρεις ποῦ μέ­νει;” ρώ­τη­σε ὁ Σό­κο Σέ­τσου. “Ἔ­με­νε”, ἀ­πάν­τη­σε ὁ κε­ρα­μο­ποι­ός, “­ὄ­χι πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ δῶ· μπο­ρῶ μά­λι­στα νὰ σοῦ δεί­ξω τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι του. Δὲν ξέ­ρω ὅ­μως τὸ ὄ­νο­μά του.”

       »Ἀ­φοῦ μὲ τὴ κα­θο­δή­γη­ση τοῦ κε­ρα­μο­ποι­οῦ ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι, ὁ Σό­κο Σέ­τσου πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὴν εἴ­σο­δο καὶ ζή­τη­σε τὴν ἄ­δεια νὰ μι­λή­σει στὸ γέ­ρο μαν­το­λό­γο. Ἕ­νας μα­θη­τής, ποὺ πρό­σφε­ρε ἐ­πί­σης ὑ­πη­ρε­σί­ες, τὸν προ­σκά­λε­σε εὐ­γε­νι­κὰ νὰ πε­ρά­σει καὶ τὸν συ­νό­δε­ψε σ’ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο βρί­σκον­ταν πολ­λοὶ νε­α­ροὶ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νοι στὴ με­λέ­τη. Κα­θὼς ὁ Σό­κο Σέ­τσου κά­θη­σε, ὅ­λοι οἱ νέ­οι τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν χαι­ρε­τι­σμό. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος ποὺ τοῦ πρω­το­μί­λη­σε, κά­νον­τας  πρὸς τὸ μέ­ρος του μιὰ ὑ­πό­κλι­ση, εἶ­πε: “­Λυ­πού­μα­στε πο­λὺ ποὺ πρέ­πει νὰ σᾶς πλη­ρο­φο­ρή­σου­με ὅ­τι ὁ δά­σκα­λός μας πέ­θα­νε ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Ὅ­μως σᾶς πε­ρι­μέ­να­με, δι­ό­τι μᾶς εἶ­χε προ­εί­πει ὅ­τι σή­με­ρα θὰ ἐρ­χό­σα­σταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν ὥ­ρα. Τὸ ὄ­νο­μά σας εἶ­ναι Σό­κο Σέ­τσου. Καὶ ὁ δά­σκα­λός μας, μᾶς ἀ­νέ­θε­σε νὰ σᾶς δώ­σου­με ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πί­στευ­ε ὅ­τι θὰ σᾶς ἦ­ταν χρή­σι­μο. Πρό­κει­ται γι’ αὐ­τὸ ἐ­δῶ το βι­βλί­ο· εὐ­α­ρε­στη­θεῖ­τε νὰ τὸ δε­χθεῖ­τε.”

      »Ὁ Σό­κο Σέ­τσου ξαφ­νι­ά­στη­κε, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να κα­τα­χά­ρη­κε· για­τὶ τὸ βι­βλί­ο ἦ­ταν ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ἀ­πὸ τὰ σπα­νι­ό­τε­ρα καὶ πο­λυ­τι­μό­τε­ρα τοῦ εἴ­δους – ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ποὺ πε­ρι­εῖ­χε ὅ­λα τὰ μυ­στι­κὰ τῆς ἐ­πι­στή­μης τῆς μαν­τεί­ας. Ἀ­φοῦ εὐ­χα­ρί­στη­σε τοὺς νέ­ους καὶ δε­όν­τως ἐ­ξέ­φρα­σε τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια του γιὰ τὸ θά­να­το τοῦ δα­σκά­λου τους, γύ­ρι­σε στὴν κα­λύ­βα του καὶ ἄρ­χι­σε χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ νὰ ἐ­ξε­τά­ζει τὴν ἀ­ξί­α τοῦ βι­βλί­ου, συμ­βου­λευ­ό­με­νος τὶς σε­λί­δες του σχε­τι­κὰ μὲ τὴ δι­κή του μοί­ρα. Τὸ βι­βλί­ο τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ τὸν ὑ­παι­νιγ­μὸ ὅ­τι στὴ νό­τια πλευ­ρὰ τῆς κα­τοι­κί­ας του, σὲ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο ση­μεῖ­ο κον­τὰ σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς κα­λύ­βας, τὸν πε­ρί­με­νε με­γά­λη τύ­χη. Ἔ­σκα­ψε στὸ μέ­ρος ποὺ τοῦ ὑ­πο­δεί­χτη­κε καὶ πραγ­μα­τι­κά, βρῆ­κε μιὰ στά­μνα ποὺ πε­ρι­εῖ­χε χρυ­σὸ τό­σο, ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν κά­νει πο­λὺ πλού­σιο ἄν­θρω­πο.»

 

* * *

 

Ὁ πα­λιός μου φί­λος ἄ­φη­σε αὐ­τὸ τὸν κό­σμο τό­σο μο­να­χι­κά, ὅ­σο εἶ­χε ζή­σει. Τὸν πε­ρα­σμέ­νο χει­μώ­να, κα­θὼς δι­ά­βαι­νε μιὰ ὁ­ρο­σει­ρά, ἔ­πε­σε πά­νω σε μιὰ χι­ο­νο­θύ­ελ­λα κι ἔ­χα­σε τὸ δρό­μο του. Πολ­λὲς μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν βρῆ­καν νὰ στέ­κε­ται ὄρ­θιος, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸν κορ­μὸ ἑ­νὸς πεύ­κου, μὲ τὸ μι­κρό του σακ­κί­διο δε­μέ­νο στοὺς ὤ­μους: ἕ­να ἄ­γαλ­μα ἀ­πὸ πά­γο – χέ­ρια δι­πλω­μέ­να καὶ μά­τια κλει­στά, σὰν σὲ δι­α­λο­γι­σμό. Ἴ­σως, πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ πε­ρά­σει ἡ θύ­ελ­λα, νὰ εἶ­χε ὑ­πο­χω­ρή­σει στὴν ὑ­πνη­λί­α ποὺ φέρ­νει τὸ κρύ­ο, καὶ τὸ χι­ό­νι τὸν σκέ­πα­σε κα­θὼς κοι­μό­ταν. Ἀ­κού­γον­τας αὐ­τὸν τὸν πα­ρά­ξε­νο θά­να­το θυ­μή­θη­κα τὴν πα­λιὰ ἰ­α­πω­νι­κὴ πα­ροι­μί­α – Οὐ­ρα­νά­ϊ­για μὶ νὸ οὐ­ὲ σι­ρά­ζου: «Ὁ μαν­το­λό­γος δὲν γνω­ρί­ζει τὴν ἴ­δια του τὴ μοί­ρα.»

 

* ντα­ϊ­μυ­ό· περιφερειακὸς διοικητὴς τῆς φεουδαρχικῆς περιόδου (Σ.τ.ἐ.).

 

 

Πρώτη δημοσίευση: Lafcadio Hearn: In Ghostly Japan, Little, Brown, and Co., Boston 1899, σ. 50 -59.

 

 Λευ­κά­διος Χὲρν (Lafkadio Hearn) Γεν­νή­θη­κε τὸ 1850 στὴν Λευ­κά­δα, ἀ­πὸ πα­τέ­ρα Ἰρ­λαν­δό, τὸν Τσὰρ­λς Χέρν, ποὺ ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε τό­τε ὡς για­τρὸς τοῦ ἀγ­γλι­κοῦ στρα­τοῦ στὰ ὑ­πὸ βρε­ταν­νι­κὴ κα­το­χὴ Ἑ­πτά­νη­σα, καὶ μη­τέ­ρα Ἑλ­λη­νί­δα, τὴν Ρό­ζα Κα­σι­μά­τη ἀ­πὸ τὰ Κύ­θη­ρα. Με­τὰ ἀ­πὸ δύ­ο χρό­νια ὁ πα­τέ­ρας του γύ­ρι­σε μὲ με­τά­θε­ση στὴν Ἰρ­λαν­δί­α, μα­ζὶ μὲ ὅ­λη τὴν οἰ­κο­γέ­νεια. Ὅ­ταν ὁ Λευ­κά­διος ἦ­ταν τεσ­σά­ρων χρο­νῶν οἱ δύ­ο σύ­ζυ­γοι χώ­ρι­σαν. Τὸν Λευ­κά­διο με­γά­λω­σε μιὰ εὐ­κα­τά­στα­τη θεί­α του, ἡ ὁ­ποί­α φρόν­τι­σε καὶ γιὰ τὴ μόρ­φω­σή του, στέλ­νον­τάς τον νὰ σπου­δά­σει σὲ ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς συγ­γε­νῆ ἡ θεί­α ἔ­χα­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α της, ὁ­πό­τε ὁ Χέρν, σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν (1869) ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ με­τα­να­στεύ­σει στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Στὸ Σιν­σι­νά­τι καὶ τὴ Νέ­α Ὀρ­λε­ά­νη ὅ­που κυ­ρί­ως ἔ­ζη­σε πέ­ρα­σε πολ­λὲς κα­κου­χί­ες, ὥ­σπου βρῆ­κε δου­λειὰ ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες. Μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὸν ἔ­στει­λε ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τὴ στὴ Μαρ­τι­νί­κα. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χὴ ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­να­τέλ­λει τὸ λο­γο­τε­χνι­κό του ἄ­στρο. Τὸ βι­βλί­ο μὲ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις του ἀ­πὸ τὸ νη­σὶ τῆς ἐ­ξω­τι­κῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς γνω­ρί­ζει ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἐκ­πο­νεῖ ἐ­πί­σης με­τα­φρά­σεις Γάλ­λων λο­γο­τε­χνῶν. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ὴ τοῦ Λευ­κά­διου, τὸν ἀ­νέ­δει­ξε σὲ συγ­γρα­φέ­α δι­ε­θνοῦς βε­λη­νε­κοῦς καὶ τοῦ προ­σέ­δω­σε μιὰ σπά­νια ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, ἦ­ταν ἡ ἀ­πο­στο­λὴ ποὺ τοῦ ἀ­νέ­θε­σε ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα του νὰ πά­ει στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, ποὺ μό­λις πρὶν ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὶς πύ­λες της στὴ Δύ­ση καὶ νὰ στεί­λει ἐν­τυ­πώ­σεις κ.λπ. ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ὁ Λευ­κά­διος ἐ­ρω­τεύ­τη­κε αὐ­τὴ τὴ χώ­ρα. Παν­τρεύ­τη­κε Ἰ­α­πω­νί­δα καὶ ἔ­γι­νε Ἰ­ά­πω­νας ὑ­πή­κο­ος, παίρ­νον­τας τὸ ὄ­νο­μα Κο­ϊ­ζού­μι Γι­ά­κου­μο. Ἀ­νέ­λα­βε συν­ει­δη­τὰ τὸ ἔρ­γο ἀ­πὸ τὴ μιὰ τῆς δι­ά­σω­σης τῆς ἰ­α­πω­νι­κῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς, πε­ρι­γρά­φον­τας τὴ ζω­ὴ ὅ­πως τὴν ἔ­βλε­πε γύ­ρω του, με­τα­γρά­φον­τας πα­ρα­μύ­θια καὶ θρύ­λους, πε­ρι­γρά­φον­τας ἔ­θι­μα κ.λπ., καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τῆς ἑρ­μη­νεί­ας αὐ­τοῦ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ στὴ Δύ­ση. Μέ­χρι σή­με­ρα, ἂν καὶ αὐ­τὴ ἡ ἑρ­μη­νεί­α ἔ­χει πε­ρά­σει ἀ­πὸ φά­σεις κρι­τι­κῆς, δὲν ἔ­χει πά­ψει νὰ μα­γνη­τί­ζει ἕ­να με­γά­λο ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, στὸ ὁ­ποῖ­ο, μα­ζὶ μὲ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἀ­ρε­τές, τὸν ρο­μαν­τι­σμὸ κ.λπ. τοῦ ἔρ­γου τοῦ Χέρν, ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη γο­η­τεί­α της. Ὁ Λευ­κά­διος πέ­θα­νε στὴν Ἰ­α­πω­νί­α τὸ 1904 καὶ θά­φτη­κε ἐ­κεῖ μὲ τὸ βου­δι­στι­κὸ τυ­πι­κό, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α του. Ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ δὲν ἔ­πα­ψε νὰ ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ τὸ τραῦ­μα τῆς ἔλ­λει­ψης τῆς μη­τέ­ρας, τὴν ὁ­ποί­α πάν­τα ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μέ­σα στὰ θο­λὰ σπα­ράγ­μα­τα τῶν παι­δι­κῶν ἀ­να­μνή­σε­ων. Ὁ Χὲρν ἔ­γρα­ψε πολ­λὰ βι­βλί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α, ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν δι­ά­ση­μο, ὅ­πως τὸ O­ut of t­he E­a­st, G­l­e­a­n­i­n­gs in B­u­d­d­ha F­i­e­l­ds, K­w­a­i­d­an, J­a­p­an: An A­t­t­e­m­pt at I­n­t­e­r­p­r­e­t­a­t­i­on, κ.ἄ. Ση­μαν­τι­κὴ εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἡ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α του, οἱ πα­ρα­δό­σεις γιὰ τὴν ἀγ­γλι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἔ­δω­σε ὡς κα­θη­γη­τὴς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τό­κυ­ο, κ.ἄ. (Περισσότερα στὸ http://www.lafcadio.gr/index.html)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος (Ἀ­στα­κὸς Αἰ­τω­λο­α­καρ­να­νί­ας, 1951). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ Θρη­σκει­ο­λο­γί­α στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Δι­δά­σκει στὴ Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΕΚ­ΠΑ Ἱ­στο­ρί­α Θρη­σκευ­μά­των (Ἰ­α­πω­νι­κὸ βου­δι­σμό).  Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὲς με­λέ­τες, δο­κί­μια, ἄρ­θρα καὶ με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά. Ἐκτε­τα­μέ­νες με­τα­φρα­στικὲς ἐργα­σί­ες του μὲ εἰσα­γωγὲς καὶ ση­μειώσεις ἔχουν δη­μο­σιευ­τεῖ στὸ περ. Πλα­νό­διον γιὰ τοὺς ἰά­πω­νες συγ­γρα­φεῖς Σίγκα Να­ό­για (τχ. 32) καὶ Οὐέ­ντα Ἀκι­νά­ρι (τχ. 41).  

 

Εἰκόνα: Ὁ Λευκάδιος Χὲρν μὲ τὴ σύζυγό του Κοϊζούμι Σέτσου.

 

Σάιμον Μπρέτ (Simon Brett) καὶ ἄλλοι: [Τὸ σφιγμένο χαμόγελο τὸν ἔκανε νὰ μοιάζει…]

 

 

[Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Γ΄ – Ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα (2/2). Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ]

 

Σάιμον Μπρέτ (SimonBrett) καὶ ἄλλοι

 

[Τὸ σφιγ­μέ­νο χα­μό­γε­λο τὸν ἔ­κα­νε νὰ μοιά­ζει…]

([The ri­gid grin ma­de it look])

 

Ο ΣΦΙΓΜΕΝΟ χα­μό­γε­λο τὸν ἔ­κα­νε νὰ μοιά­ζει λὲς κι εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­π’ τὰ γέ­λια. Ὑ­πὸ ἄλ­λες συν­θῆ­κες τὸ θέ­α­μα ἐμ­πρός του μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἦ­ταν ἀ­στεῖο. Ἀλ­λὰ τὰ ἀ­στεῖ­α εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει ἀ­πὸ και­ρό. Μπο­ροῦ­σε κι­ό­λας νὰ δεῖ τοὺς τί­τλους: «Δὲν εἶ­ναι γιὰ γέ­λια: Ὁ Κλό­ουν-Δο­λο­φό­νος ξα­να­χτυ­πᾶ». Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ὑ­πῆρ­χε μιὰ κά­ποι­α δι­α­φο­ρά. Κά­τι στὸ χα­μό­γε­λο τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή του: ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι χαρ­τί. Ἦ­ταν ἕ­να ση­μεί­ω­μα ἀ­φη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ δο­λο­φό­νο. Δύ­ο λέ­ξεις ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νες μὲ παι­δι­κὴ κη­ρομ­πο­γιά: Πί­σω σου! Γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε κα­λὰ τὰ κα­τα­κόκ­κι­να μά­τια. «Ἐ­σύ;» τραύ­λι­σε. Δὲν μὲ ἐ­ξέ­πλη­ξε. Με­θυ­σμέ­να μά­τια. Ἀ­χτέ­νι­στα κόκ­κι­να μαλ­λιά. Ἡ κό­ρη μου. «Εἶ­σαι πε­ρή­φα­νος τώ­ρα, μπαμ­πά;­». Κα­θὼς τὸ τσε­κού­ρι χα­μή­λω­νε, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, ἤ­μουν.

 

Σημείωση τοῦ μεταφραστῆ:

Τε­τάρ­τη, 28 Σε­πτεμ­βρί­ου. Τὸ εἶ­δος δι­η­γή­μα­τος τῆς τρί­της ἑ­βδο­μά­δας ἦ­ταν κω­μω­δί­α/ἀ­στυ­νο­μι­κό. Οἱ δύ­ο ἀρ­χι­κὲς πε­ρί­ο­δοι (καὶ πά­λι σὲ πλά­για) δό­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Σά­ι­μον Μπρέτ, συγ­γρα­φέ­α μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ρα­δι­ο­φω­νι­κῶν καὶ τη­λε­ο­πτι­κῶν σή­ριαλ, ποὺ συν­δυά­ζουν τὴν ἀ­στυ­νο­μι­κὴ πλο­κὴ μὲ μιὰ ἰ­δι­ά­ζου­σα αἴ­σθη­ση τοῦ χι­οῦ­μορ. Οἱ ἀρ­χι­κὲς προ­τά­σεις τοῦ Σά­ι­μον Μπρὲτ στὸ πρω­τό­τυ­πο εἶ­ναι: «The ri­gid grin ma­de it look as if he had di­ed laugh­ing. In other cir­cum­stan­ces the sight in front of him might ha­ve been fun­ny».

  

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Intro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (Jem­ma Press). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Edgar Lee Ma­sters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Jus­ti­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­».

 

Ἴαν Ράνκιν (Ian Rankin) καὶ ἄλλοι: [Ξύπνησα σ’ ἕνα ἄγνωστο δωμάτιο…]

..

 

.

[Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Γ΄ – Ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα (1/2). Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ]

.

Ἴ­αν Ράν­κιν (IanRankin) καὶ ἄλλοι

 .

[Ξύ­πνη­σα σ’ ἕ­να ἄ­γνω­στο δω­μά­τιο…]

([I wo­ke up on the floor of a stran­ge bed­room])

 

ΥΠΝΗΣΑ σ’ ἕ­να ἄ­γνω­στο δω­μά­τιο, στὸ πά­τω­μα, σφίγ­γον­τας στὸ δε­ξί μου χέ­ρι μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ σφαί­ρα. Δὲν ἔ­βλε­πα που­θε­νὰ ὅ­πλο. Ὕ­που­λη σὰν ψί­θυ­ρος, ἡ ὀ­σμὴ τοῦ θα­νά­του γέ­μι­ζε τὰ πνευ­μό­νια μου. Γλυ­κιά, κου­ρα­σμέ­νη, οἰ­κεί­α. Ὅ­μως τὸ σῶ­μα ποὺ ἀν­τι­κρυ­ζα δὲν ἡ­σύ­χα­ζε. Τι­να­ζό­ταν μὲ σπα­σμούς. Τὸ κοι­τοῦ­σα ἀ­η­δι­α­σμέ­νος κα­θὼς τρεῖς κα­τσα­ρί­δες βγῆ­καν σκαρ­φα­λώ­νον­τας ἀ­π’ τὸ ἀ­νοι­χτὸ στό­μα τῆς ὡ­ραί­ας κο­πέ­λας. Τὸ κι­νη­τὸ στὴν τσέ­πη τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ της χτύ­πη­σε. «Ἡ σει­ρά σου». Γνώ­ρι­ζα κα­λὰ τὴ φω­νὴ στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς γραμ­μῆς. Μὲ τὴν ψυ­χὴ στὰ πό­δια τρά­βη­ξα γιὰ τὴν πόρ­τα. Τραν­τά­χτη­κε κι ἄ­νοι­ξε πρὶν τὴν ἀγ­γί­ξω. Ἐ­κεῖ­νος μ’ ἅρ­πα­ξε καὶ μ’ ἔ­σπρω­ξε στὴ σκη­νή. Μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ χει­ρο­κρο­τοῦ­σαν μὲ πρό­στα­ξε: «Τρα­γού­δη­σε». Πῆ­ρα μιὰ βα­θειὰ ἀ­νά­σα.

 

Σημείωση τοῦ μεταφραστῆ:

Τε­τάρ­τη, 14 Σε­πτεμ­βρί­ου. Τὸ εἶ­δος δι­η­γή­μα­τος ποὺ ὁ­ρί­στη­κε γιὰ τὴν ἐ­ναρ­κτή­ρια ἡ­μέ­ρα τοῦ «του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ἦ­ταν θρί­λερ. Τὴν ἀρ­χὴ (ση­μει­ω­μέ­νη στὸ κεί­με­νο μὲ πλά­για) ἔ­κα­νε ὁ Ἴ­αν Ράν­κιν, δη­μο­φι­λὴς συγ­γρα­φέ­ας ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, ἐμ­πνευ­στὴς τοῦ Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τῆ Ρέμ­πους. Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν ἀ­ναρ­τή­σε­ων τῶν χρη­στῶν τοῦ twitter ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­με­λή­τρια ἐκ­δό­σε­ων Σού­ζι Μαγ­κουά­ιρ. Στὸ πρω­τό­τυ­πο, ἡ ἀρ­χὴ τοῦ Ἴ­αν Ράν­κιν εἶ­ναι: «I wo­ke up on the floor of a stran­ge bed­room, clutch­ing a sin­gle bul­let in my right hand. I couldn’t see any sign of a gun».

 

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Intro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (Jem­ma Press). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Edgar Lee Ma­sters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Jus­ti­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­».

 

Νὴλ Γκάιμαν (Neil Gaiman): Ἕνας τουϊτομαραθώνιος γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διηγήματος

 

 

[Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Β΄ – Ἡ ἐκτίμηση τοῦ Νὴλ Γκάι­μαν. Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ

 

Νὴλ Γκάιμαν (NeilGaiman)

 

Ἕνας τουϊτομαραθώνιος γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διηγήματος

(A tweetathon to save the short story)

 

ΓΑΠΩ ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Με­γά­λω­σα μα­ζί τους. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ μὲ ἐ­πη­ρέ­α­σαν εἶ­ναι πιὰ ἐγ­γε­γραμ­μέ­νες στὸ DNA μου. «Μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μὲ φυ­στί­κια» καὶ «Ἡ λο­τα­ρί­α» τῆς Σίρ­λε­ϊ Τζάκ­σον. «Σρέν­τνι Βά­σταρ» τοῦ Σά­κι. «Τὸ πό­δι τῆς μα­ϊ­μοῦς» τοῦ Γ.Γ. Τζέ­ι­κομ­πς. «Ὁ κη­που­ρὸς» τοῦ Κί­πλινγκ. Εἶ­ναι πά­ρα πολ­λὲς καὶ τρέ­φω γι’ αὐ­τὲς μό­νον ἁ­γνὴ ἀ­γά­πη.

       Γιὰ ἕ­ναν ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α συγ­γρα­φέ­α, μιὰ τέ­τοι­α ἀ­γά­πη εἶ­ναι κά­πως ἀ­νό­η­τη. Κα­λύ­τε­ρα νὰ γρά­φεις μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα κο­στο­λο­γοῦν­ται ὅ­σο ἕ­να κα­λὸ γεῦ­μα, ἂν εἶ­σαι τυ­χε­ρὸς (καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ οἱ ἀν­θο­λο­γί­ες ποὺ στὸ πα­ρελ­θὸν τὰ ἀ­γό­ρα­ζαν μα­ρα­ζώ­νουν ἢ ἔ­χουν κι­ό­λας ἐν­τε­λῶς ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ). Ὅ­ταν ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ον­ται, τὰ χρή­μα­τα δὲν φτά­νουν οὔ­τε γιὰ τὸ τα­ξὶ μέ­χρι τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο. Ὑ­πῆρ­ξα τυ­χε­ρός, κι ἔ­χω συγ­κεν­τρώ­σει τὰ δι­η­γή­μα­τά μου σὲ βι­βλί­α ποὺ κά­νουν κα­λὲς πω­λή­σεις γιὰ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των – ὡ­στό­σο, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να μι­κρὸ μέ­ρος τῶν πω­λή­σε­ων τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των μου.

       Ὅ­μως τὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ γιὰ νὰ ἀ­σκή­σουν οἱ νέ­οι συγ­γρα­φεῖς τὴν τέ­χνη τους: γιὰ νὰ δο­κι­μά­σουν δι­α­φο­ρε­τι­κὲς φω­νὲς καὶ τε­χνι­κές, νὰ πει­ρα­μα­τι­στοῦν, νὰ μά­θουν. Κι εἶ­ναι καὶ μιὰ θαυ­μά­σια πε­ρι­ο­χὴ γιὰ τοὺς δό­κι­μους συγ­γρα­φεῖς – ὅ­ταν, ἂς ποῦ­με, ἔ­χεις μιὰ ἰ­δέ­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ λά­βει τὴν ἔ­κτα­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ὅ­ταν ἔ­χεις κά­τι ἁ­πλὸ καὶ κομ­ψὸ ποὺ πρέ­πει νὰ εἰ­πω­θεῖ. Στὸν κό­σμο ἀ­ρέ­σει νὰ δι­α­βά­ζει δι­η­γή­μα­τα. Καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὰ ἀ­κού­ει.

      Ἐ­δῶ καὶ χρό­νια τὸ Ra­­dio 4 ἔ­χει στη­ρί­ξει τὸ δι­ή­γη­μα. Δε­κά­λε­πτες ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­να­γνω­σμέ­νες μὲ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­σμό, προ­σφέ­ρουν στοὺς συγ­γρα­φεῖς, νέ­ους καὶ δό­κι­μους, τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ που­λή­σουν τὴ δου­λειά τους σὰν ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες. Καὶ γιὰ νὰ πῶ τὴν πλή­ρη ἀ­λή­θεια: πρὶν με­ρι­κὰ χρό­νια ἔ­γρα­ψα κι ἐ­γὼ γιὰ τὸ R­a­d­io 4 μιὰ ἱ­στο­ρί­α, μὲ τί­τλο «Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ», καὶ με­γά­λω­σα ἀ­κού­γον­τας ἐ­κεῖ δι­η­γή­μα­τα, μὲ τὸ ὄ­νει­ρο κά­πο­τε νὰ ἀ­κου­στεῖ κι ἕ­να δι­κό μου δι­ή­γη­μα.

       Τώ­ρα ἡ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ σταθ­μοῦ στὸ δι­ή­γη­μα φθί­νει. Ὁ του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος ποὺ κά­νου­με γιὰ νὰ δώ­σου­με δη­μο­σι­ό­τη­τα στὸ θέ­μα (σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴν Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων, κά­θε Τε­τάρ­τη γιὰ τὶς ἑ­πό­με­νες πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες, ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἀ­νε­βά­ζει στὸ twitter τὴν πρώ­τη φρά­ση μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας καὶ οἱ χρῆ­στες θὰ προ­σθέ­τουν τὶς ἑ­πό­με­νες τέσ­σε­ρις προ­τά­σεις, ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ μιὰ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α 670 χα­ρα­κτή­ρων) μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες, μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι: ἡ συ­νερ­γα­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πο­δί­δει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι ἡ συγ­κέν­τρω­ση εἰ­δή­σε­ων ἢ ὁ σχο­λια­σμός, ἀλ­λὰ συ­νή­θως δὲν πα­ρά­γει σπου­δαί­α τέ­χνη.

       Ἡ μό­νη μου εὐ­χὴ εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θεια αὐ­τὴ νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σει στὸν κό­σμο πό­ση ἀ­πό­λαυ­ση ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἀ­κρο­α­τές, κι ἐ­πί­σης πό­σα μα­θαί­νου­με κα­τὰ τὴ συγ­γρα­φή τους. Κι ἂν φτι­ά­ξου­με ἄλ­λο ἕ­να δι­ή­γη­μα σὰν τὸ «Πό­δι τῆς μα­ϊ­μοῦς», αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι ἐ­πι­πλέ­ον κέρ­δος.

 

 

Νὴλ Γκά­ι­μαν (N­e­il G­a­i­m­an) (Πόρ­τσε­στερ, 1960). Ὁ Νὴλ Γκά­ι­μαν εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δη­μο­φι­λέ­στε­ρους συγ­γρα­φεῖς φαν­τα­σί­ας καὶ τρό­μου τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ἔχει γρά­ψει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα, κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ κό­μικς καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει ἀ­πο­σπά­σει πο­λυ­ά­ριθ­μα βρα­βεῖ­α. Ἀρ­κε­τὰ βι­βλί­α του κυ­κλο­φο­ροῦν καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὀ­ξὺ καὶ Mo­dern Ti­mes.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Intro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (Jem­ma Press). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Edgar Lee Ma­sters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Jus­ti­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­».

 

Γιάννης Παλαβός: Ἕνας λογοτεχνικὸς «τουϊτομαραθώνιος»

 

 

[Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Α’ – Τὸ ἐγχείρημα]

 

Γιάννης Παλαβός

 

Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»

 

ΔΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, τὸ B­BC ἐν­τάσ­σει στὸ πρό­γραμ­μά του ἀ­να­γνώ­σεις δι­η­γη­μά­των. Πρό­κει­ται γιὰ ἰ­σχυ­ρὴ πα­ρά­δο­ση, τὴν ὁ­ποί­α μέ­χρι πρό­σφα­τα ἡ δι­οί­κη­ση τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος ὑ­πο­στή­ρι­ζε σθε­να­ρά. Στὸ πλαί­σιο, ὡ­στό­σο, τῶν πε­ρι­κο­πῶν καὶ τῆς ἀ­να­θε­ώ­ρη­σης τοῦ προ­γράμ­μα­τός του πρὸς ὄ­φε­λος τῶν ἐ­νη­με­ρω­τι­κῶν ἐκ­πομ­πῶν, οἱ ἑ­βδο­μα­δια­ῖες με­τα­δό­σεις ἔ­χουν στα­δια­κὰ κα­τὰ τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια πε­ρι­ο­ρι­στεῖ. Ὣς τὸ 2009, τὸ Radio 4 τοῦ BBC με­τέ­δι­δε ἕ­ξι δι­η­γή­μα­τα τὴν ἑ­βδο­μά­δα. Ἔ­κτο­τε, οἱ με­τα­δό­σεις πε­ρι­ο­ρί­στη­καν στὶς δύ­ο ἐ­βδο­μα­δια­ίως, ἐ­νῶ πρό­σφα­τα ἀ­να­κοι­νώ­θη­κε ὅ­τι ἀ­πὸ τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 2012 θὰ με­τα­δί­δε­ται μό­νον ἕ­να δι­ή­γη­μα τὴν ἑ­βδο­μά­δα.

       Ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἀ­ναι­ρεῖ μιὰ πα­ρά­δο­ση δε­κα­ε­τι­ῶν καὶ συμ­βάλ­λει στὴν ἀ­πα­ξί­ω­ση τῆς μι­κρῆς φόρ­μας, ἔ­χει καὶ πρα­κτι­κὲς συ­νέ­πει­ες: ἀρ­κε­τοὶ συγ­γρα­φεῖς —νε­ό­τε­ροι καὶ δό­κι­μοι— στὸ πα­ρελ­θὸν ἀ­πέ­κτη­σαν πρό­σβα­ση σὲ εὐ­ρύ­τε­ρα ἀ­κρο­α­τή­ρια μέ­σω τῶν με­τα­δό­σε­ων τοῦ BBC, ἐ­νῶ τοὺς δό­θη­κε ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ προ­ω­θή­σουν ὡς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες τὸ ἔρ­γο τους.

       Ὅ­πως ἦ­ταν εὔ­λο­γο, ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων (Society of Authors) ἀν­τέ­δρα­σε στὴν ὑ­πὸ σχε­δια­σμὸ νέ­α μεί­ω­ση. Ἐ­πε­λέ­γη ὡς τρό­πος ἡ δι­ορ­γά­νω­ση ἑ­νὸς μα­ρα­θω­νί­ου συγ­γρα­φῆς μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος μέ­σῳ τοῦ twitter: κά­θε Τε­τάρ­τη, γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες (ἀ­πὸ τὶς 14 Σε­πτεμ­βρί­ου ὣς τὶς 12 Ὀ­κτω­βρί­ου ἐ­φέ­τος), ἕ­νας κα­τα­ξι­ω­μέ­νος συγ­γρα­φέ­ας, μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔ­δι­νε μέ­σω τοῦ twitter μιὰ ἐ­ναρ­κτή­ρια φρά­ση καὶ οἱ χρῆ­στες ἔ­πρε­πε νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὴ συ­νέ­χεια. Κά­θε μι­κρο­δι­ή­γη­μα ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ πέν­τε ἀ­ναρ­τή­σεις (t­w­e­e­ts), τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐ­πέ­λε­γε εἴ­τε ὁ ἴ­διος ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἴ­τε κά­ποι­ος ἐ­πι­με­λη­τής. Τὸ κά­θε δι­ή­γη­μα ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­ριθ­μεῖ συ­νο­λι­κὰ ἕ­ως 670 χα­ρα­κτῆ­ρες. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ποὺ ἔ­λα­βαν μέ­ρος εἶ­ναι οἱ Σά­ι­μον Μπρὲτ (Si­mon Brett), Νὴλ Γκάιμαν (Neil Gai­man), Τζοὰν Χάρις (Jo­an­ne Har­ris), Ἴ­αν Ράνκιν (Ian Ran­kin) καὶ Σά­ρα Γου­ό­τερς (Sa­rah Wa­ters). Συ­νο­λι­κὰ ὁ «του­ι­το­μα­ρα­θώ­νιος» ἀ­πέ­δω­σε ἕ­ξι μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα (τὴν τε­λευ­ταί­α Τε­τάρ­τη, 12 Ὀ­κτω­βρί­ου, ὁ Νὴλ Γκά­ι­μαν ποὺ ἔ­κλει­σε τὸν μα­ρα­θώ­νιο ἔ­δω­σε δύ­ο ἐ­ναρ­κτή­ρι­ες φρά­σεις). Συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὰ τοῦ μα­ρα­θω­νί­ου, ὑ­πῆρ­χε —ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη— δι­α­θέ­σι­μη στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων (www.societyofauthors.org) αἴ­τη­ση γιὰ τὴν ἀ­κύ­ρω­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης τοῦ BBC, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­γρά­ψει κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νος. Ἐ­πί­σης, στὸν ἴ­διο ἱ­στό­το­πο μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­κού­σει τὰ ἕ­ξι μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­γνω­σμέ­να ἀ­πὸ τρεῖς δη­μο­φι­λεῖς βρε­τα­νοὺς ἠ­θο­ποι­ούς, τὴ Μπρέν­τα Μπλέ­θιν (Bren­da Ble­thyn), τὸν Μπὶλ Νάι (Bill Ni­ghy) καὶ τὸν Χιοὺ Μπόν­βιλ (Hugh Bon­ne­vil­le).

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀ­να­κοί­νω­ση τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, τὸ ἐγ­χεί­ρη­μα κρί­νε­ται ἐ­πι­τυ­χές: χι­λιά­δες χρῆ­στες τοῦ twitter συμ­με­τεῖ­χαν κά­θε Τε­τάρ­τη στὴ συλ­λο­γι­κὴ συγ­γρα­φὴ κά­θε μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος, ἐ­νῶ ἡ αἴ­τη­ση γιὰ ἀ­να­στο­λὴ τῆς ἀ­πό­φα­σης τοῦ BBC ἔ­χει συγ­κεν­τρώ­σει πά­νω ἀ­πὸ 7000 ὑ­πο­γρα­φές.

 

* * *

 

Ἡ ἰ­δέ­α νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ γιὰ δη­μι­ουρ­γι­κοὺς σκο­ποὺς τὸ twitter, μὲ τοὺς ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες φορ­μα­λι­στι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει ἡ τε­χνι­κὴ φύ­ση τοῦ μέ­σου, ἀ­κού­γε­ται ἑλ­κυ­στι­κή. Μοιά­ζει σὰν ἄ­σκη­ση ὕ­φους, ἡ ὁ­ποί­α κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­αν θυ­μί­ζει τὶς αὐ­στη­ρὲς φόρ­μες τῆς ποί­η­σης πρὶν τὶς ρή­ξεις ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ὁ μον­τερ­νι­σμός· ἤ, κα­λύ­τε­ρα —μιᾶς καὶ τὸ δι­α­κύ­βευ­μα στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πα­ρα­γω­γὴ ἑ­νὸς κει­μέ­νου μὲ αἰ­σθη­τι­κὴ ἀ­ξί­α μὲν ἀλ­λὰ μὲ τὴ μέ­γι­στη οἰ­κο­νο­μί­α— τὸ χα­ι-κοὺ ἢ τὸ ἐ­πί­γραμ­μα. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ἡ δη­μο­φι­λί­α τῶν λε­γό­με­νων «μέ­σων κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης» ὅ­πως τὸ twitter ἐ­ξα­σφα­λί­ζει δη­μο­σι­ό­τη­τα. Ὁ­μοί­ως λει­τουρ­γεῖ καὶ ἡ συμ­με­το­χι­κὴ φύ­ση τοῦ μέ­σου, ἡ ὁ­ποί­α κι­νη­το­ποι­εῖ ἄ­κο­πα χι­λιά­δες κό­σμου.

       Μὲ ἄλ­λα λό­για, ἕ­νας «Τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ δι­η­γή­μα­τος» (ὅ­πως τι­τλο­φο­ρεῖ­ται τὸ ἄρ­θρο τοῦ Νὴλ Γκά­ι­μαν ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ­­ στὴν ἑ­πό­με­νη ἀνάρ­τη­ση) συ­νι­στᾶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε μιὰ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη, ἠ­χη­ρὴ κί­νη­ση γιὰ νὰ προ­ω­θη­θοῦν οἱ σκο­ποὶ τῶν δι­ορ­γα­νω­τῶν – μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­σφα­λῶς δὲν θὰ δι­α­φω­νοῦ­σαν πολ­λοί.

       Ὡ­στό­σο, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἂν κρι­θεῖ μὲ αὐ­στη­ρὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ κρι­τή­ρια, δὲν εἶ­ναι ἐν­θαρ­ρυν­τι­κό. Τὰ ἕ­ξι μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­πέ­δω­σε ὁ του­ι­το­μα­ρα­θώ­νιος μᾶλ­λον δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν ὄν­τως δι­η­γή­μα­τα. Ὁ Γκά­ι­μαν, δύ­ο μέ­ρες ἀ­φοῦ ξε­κί­νη­σε ὁ μα­ρα­θώ­νιος (το ἄρ­θρο του δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὶς 16 Σε­πτεμ­βρί­ου στὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ βι­βλί­ο ἰ­στο­λό­γιο τοῦ G­u­a­r­d­­i­an) ἐ­πε­σή­μαι­νε: «Ὁ του­ι­το­μα­ρα­θώ­νιος ποὺ κά­νου­με [­.­.­.] μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες, μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι: ἡ συ­νερ­γα­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πο­δί­δει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι ἡ συγ­κέν­τρω­ση εἰ­δή­σε­ων ἢ ὁ σχο­λια­σμός, ἀλ­λὰ συ­νή­θως δὲν πα­ρά­γει σπου­δαί­α τέ­χνη.» Καὶ ἔ­χει δί­κιο: τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα ποὺ προ­έ­κυ­ψαν μοιά­ζουν μὲ συ­νον­θύ­λευ­μα δι­α­φο­ρε­τι­κῶν φω­νῶν καὶ αἰ­σθη­τι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν, ποὺ στὴν πλει­ο­ψη­φί­α τους δὲν κα­τα­λή­γουν που­θε­νά. Πα­ρό­λο ποὺ τὸ εἶ­δος τῆς ἱ­στο­ρί­ας ὁ­ρι­ζό­ταν πρὶν ἀ­πὸ κά­θε μα­ρα­θώ­νιο καὶ πα­ρό­λο ποὺ ὑ­πῆρ­χε ἐ­πι­με­λη­τὴς μὲ κα­θῆ­κον νὰ ἑ­νο­ποι­ή­σει ὑ­φο­λο­γι­κὰ καὶ νὰ δώ­σει κα­τεύ­θυν­ση στὰ ἑ­κα­τον­τά­δες μη­νύ­μα­τα ἀρ­μο­λο­γών­τας τα σὲ ἕ­να ἑ­νια­ῖο σῶ­μα, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα —δε­δο­μέ­νου καὶ τοῦ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νου χρό­νου συγ­γρα­φῆς— δὲν δι­και­ώ­νει τὶς προσ­δο­κί­ες γιὰ ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ξι­α­νά­γνω­στο κεί­με­νο.

       Πρέ­πει νὰ ση­μει­ω­θεῖ ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ ἀ­πό­πει­ρα νὰ γρά­ψει κα­νεὶς ἐκ­κι­νών­τας ἀ­πὸ τοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς τοῦ μέ­σου αὐ­τοῦ στε­ρεῖ­ται νο­ή­μα­τος· οἱ 670 χα­ρα­κτῆ­ρες ποὺ τέ­θη­καν ὡς ὅ­ριο θὰ μπο­ροῦ­σαν ἄ­νε­τα στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς ἐ­παρ­κοῦς συγ­γρα­φέα νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἱ­κα­νὸ χῶ­ρο —ἢ καὶ ἔ­ναυ­σμα— γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει ἕ­να ἀ­ξι­ό­λο­γο, ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νο μι­κρο­δι­ή­γη­μα. Ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ὅ­μως, εἶ­ναι πι­θα­νῶς ἐ­φι­κτὸ ὑ­πὸ συν­θῆ­κες δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεῖ­νες τοῦ του­ϊτο­μα­ρα­θώ­νιου· ἤ­τοι, ὅ­ταν συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι ἕ­να πρό­σω­πο μὲ προ­σω­πι­κό­τη­τα, τα­λέν­το καὶ πλή­ρη ἔ­λεγ­χο τοῦ κει­μέ­νου, καὶ χω­ρὶς ἀ­σφυ­κτι­κὸ χρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­ρι­σμό. Ἀ­σφα­λῶς, ὅ­λα κρί­νον­ται ἐκ τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος· ὡ­στό­σο, ἕ­να κεί­με­νο λο­γο­τε­χνι­κῶν ἀ­ξι­ώ­σε­ων συ­νή­θως εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν ἑ­νὸς συγ­γρα­φι­κοῦ νοῦ καὶ ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πο­τύ­πω­ση τῆς μο­να­δι­κῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τῆς μο­να­δι­κῆς αἰ­σθη­τι­κῆς του.

 

* * *

 

Στὸ πλαί­σιο τοῦ μι­κροῦ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» τοῦ Πλα­νό­διου στὸ πρω­τό­τυ­πο ἐγ­χεί­ρη­μα τῆς ἀγ­γλι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, πα­ρα­τί­θε­ται τὸ ἄρ­θρο τοῦ Νὴλ Γκά­ι­μαν μὲ τί­τλο «Ἕ­νας του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ δι­η­γή­μα­τος». Τὸ κεί­με­νο πα­ρου­σιά­ζει ἐν­δι­α­φέ­ρον, για­τί ἀ­πο­τε­λεῖ κα­τά­θε­ση τῆς εἰ­λι­κρι­νοῦς ἀ­γά­πης ἑ­νὸς ἀ­ξι­ό­λο­γου καὶ δη­μο­φι­λέ­στα­του συγ­γρα­φέ­α, γνω­στοῦ κυ­ρί­ως ὡς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φου, γιὰ τὴ μι­κρὴ φόρ­μα. Ταυ­τό­χρο­να, θί­γει τὸ ζή­τη­μα τοῦ ὅ­λο καὶ συρ­ρι­κνού­με­νου ἐκ­δο­τι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸ δι­ή­γη­μα. Ἐ­πί­σης, τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα πε­ρι­λαμ­βά­νει με­τα­φρα­σμέ­νες στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ τὶς δύ­ο ἐ­παρ­κέ­στε­ρες, κα­τὰ τὴν κρί­ση τοῦ γρά­φον­τος, ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πὸ τὶς ἕ­ξι τοῦ μα­ρα­θω­νί­ου. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­τρέ­ξει στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων γιὰ νὰ δι­α­βά­σει καὶ τὶς ὑ­πό­λοι­πες, ὥ­στε νὰ σχη­μα­τί­σει μιὰ πλή­ρη ἄ­πο­ψη γιὰ τὴν ἔκ­βα­ση τοῦ ἐγ­χει­ρή­μα­τος.

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Intro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (Jem­ma Press). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Edgar Lee Ma­sters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Jus­ti­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­».

 

Γιῶργος Χουλιάρας: Χαστούκια

 

 

Γιῶργος Χουλιάρας

 Χα­στού­κια

ΠΑΙΝΑΜΕ ΣΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ καὶ ἄρ­χι­ζε τὰ χα­στού­κια, μοῦ ἐ­κμυ­στη­ρεύ­θη­κε τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ ἤ­μουν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ ξα­να­βρε­θή­κα­με.

        Δὲν γνω­ρι­ζό­μα­σταν τό­σο κα­λὰ καὶ σκέ­φτη­κα μή­πως εἰ­ρω­νευ­ό­ταν αὐ­τὸ ποὺ τῆς εἶ­χα πεῖ. Στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ εἶ­χα πα­ρα­κα­λέ­σει φί­λους νὰ ὑ­παι­νι­χθοῦν σκο­τει­νὲς προ­τι­μή­σεις, θέ­λον­τας νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ ἀ­πὸ συμ­φοι­τή­τρια ποὺ τὴ θε­ω­ροῦ­σαν γιὰ δέ­σι­μο καὶ μὲ εἶ­χαν συμ­βου­λεύ­σει νὰ τὴν ἀ­πο­φύ­γω. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ μὲ κρυμ­μέ­νο ἕ­να σκοι­νὶ στὸ ἀμ­πέ­χο­νό της καὶ νὰ πρέ­πει νὰ ἐ­ξη­γή­σω ὅ­τι πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξα πρό­σκο­πος. Δὲν ἤ­ξε­ρα κα­θό­λου ἀ­πὸ κόμ­πους, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὸν γόρ­διο δε­σμό.

       Μπο­ρεῖ πά­λι μὲ τὴν ἐ­κμυ­στή­ρευ­σή της νὰ ἤ­θε­λε νὰ ὑ­πο­δεί­ξει πὼς ἦ­ταν και­ρὸς νὰ ση­κω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι ἂν ἐ­πρό­κει­το νὰ προ­λά­βου­με πρω­ι­νὸ πρὶν νυ­χτώ­σει.

       Ἔ­κα­νε ὥ­ρα ἀ­λέ­θον­τας τὸν κα­φέ, ἐ­νῶ ἐ­γὼ ἐ­πι­δό­θη­κα σὲ πα­ραλ­λα­γὲς ἀ­βγῶν, στὶς ὁ­ποῖ­ες εἰ­δι­κευ­ό­μουν ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χή. Δὲν ὑ­πῆρ­χε καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο στὸ ψυ­γεῖ­ο της. Σὲ μιὰ τρύ­πα στὸ κέν­τρο πο­λὺ λε­πτῆς ὀ­με­λέ­τας, το­πο­θέ­τη­σα ἕ­να ἀ­βγὸ μά­τι ψη­μέ­νο σὲ ἄλ­λο τη­γά­νι. Λέ­ρω­να βέ­βαι­α πε­ρισ­σό­τε­ρα σκεύ­η, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον εἶ­χε πλυν­τή­ριο πιά­των.

       Βγή­κα­με στὸ μπαλ­κό­νι κα­θὼς ἔ­δυ­ε ὁ ἥ­λιος, μὲ b­r­e­a­k­f­a­st γρή­γο­ρα σπά­ζον­τας τὴ νη­στεί­α, λὲς καὶ ἐ­ξισ­λα­μι­σθέν­τες Χρι­στια­νοὶ προ­σπα­θοῦ­σαν μὲ μι­κρὴ ἐ­πι­τυ­χί­α νὰ ἐ­φαρ­μό­σουν κα­νό­νες ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει τὸ Ρα­μα­ζά­νι.

       Συ­νέ­χι­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α της ἀ­φοῦ φά­γα­με. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε τὸ γυ­μνά­σιο εἶ­χε ἐν­δώ­σει, πί­στευ­ε τό­τε. Ἢ ἐ­ρω­τευ­θεῖ, πί­στευ­ε τώ­ρα, ἕ­ναν συμ­μα­θη­τὴ τοῦ πα­τέ­ρα της. Οἱ δι­κοί της συμ­μα­θη­τὲς δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴ μυ­ή­σουν σὲ ὅ­σα δὲν ἤ­ξε­ραν οὔ­τε οἱ ἴ­διοι. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε πρό­σβα­ση σὲ γκαρ­σο­νι­έ­ρα κον­τὰ στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ ἔ­τσι δὲν ἔ­χα­νε ὦ­ρες ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο σὲ κα­φε­τέ­ρι­ες καὶ βόλ­τες στὰ πάρ­κα.

       Τί ἀ­νά­μνη­ση, τὴ ρώ­τη­σα, σοῦ ἔ­χει μεί­νει. Αὐ­τὴ πού σοῦ εἶ­πα, ἀ­πάν­τη­σε. Βγαί­να­με ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, κλεί­δω­νε καὶ κα­λοῦ­σε τὸ ἀ­σαν­σέρ, στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ ὁ­ποί­ου ἀ­νελ­λι­πῶς κοι­τα­ζό­ταν μὲ ἀ­πο­ρί­α ἢ θαυ­μα­σμὸ συγ­χαί­ρον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του.

        Μπαί­να­με καὶ ἄρ­χι­ζε τὰ μά­γου­λά του στὰ χα­στού­κια.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιῶργος Χουλιάρας (Θεσσαλονίκη, 1951). Σπούδασε στὸ Ὄρεγκον καὶ στὶς ΗΠΑ, ἐργάστηκε ὡς πανεπιστημιακός λέκτορας, σύμβουλος πολιτιστικών φορέων καὶ ἀκόλουθος τύπου. Ὑπῆρξε συνιδρυτής τῶν περιοδικῶν Τρὰμ καὶ Χάρτης καὶ ἐπιμελητής ἀγγλόγλωσσων (λογοτεχνικῶν καὶ επιστημονικῶν) περιοδικῶν στὶς ΗΠΑ. Τελευταῖο του βιβλίο: Οἱ δρόμοι τῆς μελάνης (ἐκδ.Νεφέλη, 2005).

Μάνος Καλπαδάκης: Τὸ δίλημμα

 

 

Μά­νος Καλ­πα­δά­κης

 

Τὸ δί­λημ­μα

 

ΓΝΩΣΤΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ Νί­κος Στά­μου (Β’ βρα­βεῖ­ο Φε­στι­βὰλ Θεσ/νί­κης, Γ’ Βρα­βεῖ­ο Φε­στι­βὰλ Νί­και­ας) κά­θε­ται ἀ­να­παυ­τι­κὰ στὴν πο­λυ­θρό­να, ρί­χνει ἕ­να αὐ­στη­ρὸ ἐ­ξε­τα­στι­κὸ βλέμ­μα τρι­γύ­ρω, ἐ­πι­θε­ω­ρεῖ. Ὅ­λοι κον­τά του κρέ­μον­ται μὲ ἀ­γω­νί­α ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα καὶ ἀ­πὸ τὸ στό­μα του. Ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, νευ­ρι­κός, ἤ­ρε­μος, ὀρ­γι­σμέ­νος; Ὅ­μως ἕ­να συγ­κα­τα­βα­τι­κό του χα­μό­γε­λο τοὺς κα­θη­συ­χά­ζει, τὰ πνεύ­μα­τα ἠ­ρε­μοῦν, ἕ­να νεῦ­μα του μὲ νό­η­μα εἶ­ναι ἀρ­κε­τό. Ἀ­μέ­σως οἱ συ­νερ­γά­τες του κι­νη­το­ποι­οῦν­ται, φω­νὲς σκόρ­πι­ες, κο­φτὲς ὁ­δη­γί­ες, ὁ πυ­ρε­τὸς ἀ­νε­βαί­νει. Ἡ δρά­ση ἀρ­χί­ζει…

       Ὁ ἄν­τρας αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸ περ­βά­ζι τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ τοῦ 12ου ὀ­ρό­φου τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας στὴ γω­νία τῶν ὁ­δῶν Σι­δω­νί­ας καὶ Τί­ρυν­θος. Με­γα­λό­πρε­πο τὸ κά­τω του θέ­α­μα. Οἱ δρό­μοι φορ­τω­μέ­νοι κί­νη­ση, οἱ ἄν­θρω­ποι σὰν μυρ­μήγ­κια, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα σὰν παι­χνί­δια κουρ­δι­σμέ­να ἀ­πὸ ἕ­να τρε­λὸ ἐγ­κέ­φα­λο νὰ στρι­φο­γυ­ρί­ζου­νε. Κοι­τά­ζει μα­γνη­τι­σμέ­νος, θὰ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νει ὧ­ρες ἔ­τσι, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας τὴ θέ­α. Ὅ­μως πρέ­πει νὰ πέ­σει, νὰ πέ­σει….

       Ξαφ­νι­κά, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει για­τί, ἡ ζω­ή του ἀρ­χί­ζει νὰ ξε­τυ­λί­γε­ται μπρο­στά του, μὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ τα­χύ­τη­τα. Βα­σα­νι­σμέ­να παι­δι­κὰ χρό­νια μὲ μιὰ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του μη­τέ­ρα, μὲ τὴν φτώ­χεια νὰ τοὺς δέρ­νει ἀ­λύ­πη­τα. Δύ­σκο­λα τε­λει­ώ­νει τὸ σχο­λεῖ­ο, ἔ­πει­τα ἡ πρώ­τη εὐ­και­ρί­α δου­λειᾶς ποὺ τυ­χαί­νει στὸ δρό­μο του: ἕ­νας θί­α­σος ἠ­θο­ποι­ῶν ποὺ τὸν παίρ­νουν μα­ζί τους γιὰ νὰ ἀ­να­πλη­ρώ­σει κά­ποι­ον δι­κό τους, τουρ­νὲ στὴν ἐ­παρ­χί­α σι­γὰ-σι­γὰ κολ­λά­ει μα­ζί τους, τοὺς ἀ­κο­λου­θεῖ ὅ­που πη­γαί­νουν νὰ παί­ξουν. Βρί­σκει βο­λι­κὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα, μο­νι­μο­ποι­εῖ­ται σ’ αὐ­τὸ – μ’ ὅ­λες τὶς δυ­σκο­λί­ες ποὺ συ­ναν­τᾶ με­τα­πη­δών­τας ἀ­πὸ τὸν ἕ­να θί­α­σο στὸν ἄλ­λο. Ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μιὰ συ­νά­δελ­φό του, παν­τρεύ­ε­ται – ὅ­μως σὲ μιὰ τέ­τοι­α δύ­σκο­λη ζω­ὴ πῶς μπο­ρεῖ ἕ­νας γά­μος νὰ στε­ρι­ώ­σει; Ἡ γυ­ναί­κα του τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­πει γιὰ νὰ φύ­γει μὲ ἕ­να φί­λο της, ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τέ­χει εὔ­κο­λα τὸ πλῆγ­μα, ρί­χνε­ται στὸ πι­ο­τό, ἀν­τι­δρᾶ μὲ πε­ρα­στι­κοὺς ἔ­ρω­τες, στὴ δου­λειὰ δί­νε­ται πιὸ πο­λὺ γιὰ νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὰ φαν­τά­σμα­τα ποὺ τὸν στοι­χει­ώ­νουν, μιὰ σο­βα­ρὴ ἀρ­ρώ­στια τὸν τσα­κί­ζει – ἐ­νῶ ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ρη­μαγ­μέ­νη ζω­ὴ τοῦ ἀ­φή­νει μιὰ ὑ­πό­πι­κρη γεύ­ση ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης καὶ κα­τά­θλι­ψης.

       Καὶ τώ­ρα ποὺ ὅ­λα αὐ­τὰ περ­νοῦν γορ­γὰ ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ του κα­θὼς κοι­τά­ζει κά­τω, μιὰ ἰ­δέ­α κλω­θο­γυ­ρί­ζει μέ­σα του. Τί κέρ­δι­σε ἀ­πὸ τού­τη τὴ ζω­ὴ ποὺ πέ­ρα­σε καὶ περ­νά­ει τώ­ρα; Ἄ­ξι­ζε τά­χα νὰ ὑ­πο­στεῖ τό­σα …γιὰ νὰ φθά­σει σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο; Εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ ἕ­να ἀ­γα­θὸ ποὺ ἔ­χει ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ δι­α­τη­ρή­σει ἢ ποὺ ἔ­χει τὸ δι­καί­ω­μα νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, ὅ­πο­τε θέ­λει, ἀ­φοῦ μά­λι­στα κα­νέ­νας δὲν τὸν ρώ­τη­σε γιὰ νὰ ἔλ­θει στὸν κό­σμο;

       Ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ ἔ­ζη­σε μέ­χρι σή­με­ρα τοῦ ἔ­χουν δη­μι­ουρ­γή­σει ἕ­να τέ­τοι­ο αἴ­σθη­μα μα­ται­ό­τη­τας καὶ ἀ­δι­έ­ξο­δου ὅ­που ὁ­δη­γεῖ­ται; Κι ὅ­ταν ἕ­νας πει­ρα­σμὸς ὅ­πως αὐ­τὸς ποὺ χαί­νει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια του πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μπρο­στά του;

       Στέ­κε­ται, δί­γνω­μος, πα­νι­κό­βλη­τος, τρέ­μον­τας μπρο­στὰ στὸ τρο­με­ρὸ δί­λημ­μα. Ὅ­ταν ξάφ­νου… ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι φυ­σά­ει καὶ χα­ϊ­δεύ­ει τὸ πρό­σω­πό του. Καὶ τό­τε, μέ­σα στὸ μυα­λό του, χύ­νε­ται ἕ­να ἀ­προσ­δό­κη­το, ζε­στὸ φῶς, ἕ­να φῶς ζω­ῆς καὶ ἐλ­πί­δας. Ναί, πρέ­πει —δὲν γί­νε­ται ἀλ­λι­ῶς— ἡ ζω­ὴ αὐ­τὴ νὰ ἔ­χει δο­θεῖ γιὰ κά­ποι­ο σκο­πό (ὅ­πως πρέ­πει νὰ ἔ­χει κά­ποι­ο σκο­πὸ τὸ ἀ­ε­ρά­κι ποὺ φύ­ση­ξε καὶ ὅ­λα τὰ θαυ­μα­στὰ ποὺ τὸν τρι­γυ­ρί­ζουν). Εἶ­ναι λοι­πὸν ἡ ζω­ὴ ἕ­να δῶ­ρο ποὺ δὲν ἔ­χει δι­καί­ω­μα νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, ὅ­ποι­α καὶ ἂν εἶ­ναι τὰ βά­σα­να καὶ οἱ τα­λαι­πω­ρί­ες ποὺ τοῦ ἔ­χει ἐ­πι­φυ­λά­ξει· ἔ­χει μό­νο χρέ­ος νὰ συ­νε­χί­σει νὰ ἀ­γω­νί­ζε­ται καὶ νὰ παίρ­νει ἀ­πὸ αὐ­τὴν καὶ νὰ τῆς προ­σφέ­ρει ὅ,τι μπο­ρεῖ – κι αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ σκο­τει­νὸ μὰ καὶ γο­η­τευ­τι­κό της μυ­στή­ριο:

       Προ­χω­ρεῖ ἕ­να βῆ­μα, κι ἀ­κό­μη ἕ­να….

 

       Ὁ Νί­κος Στά­μου σκύ­βει ἀ­πὸ πά­νω του: «Ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ πέ­σι­μο, τοῦ λέ­ει χα­μο­γε­λα­στός. Ρε­α­λι­στι­κό­τα­το. Μό­νο γιὰ μιὰ στιγ­μή, γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀ­λή­θεια, μὲ ἀ­νη­σύ­χη­σε ἡ ἔκ­φρα­σή σου —τὴν ἔ­χω ξα­να­δεῖ σὲ ἄλ­λους—, φο­βή­θη­κα μή­πως κά­ποι­ες πε­ρί­ερ­γες ἰ­δέ­ες μπῆ­καν στὸ μυα­λό σου, ἂν καὶ ἤ­ξε­ρα πὼς ὅ­λα τὰ μέ­τρα ἀ­σφα­λεί­ας εἶ­χαν λη­φθεῖ. Μὰ ἀ­μέ­σως ἔ­πει­τα σκέ­φτη­κα πὼς ἡ ἔκ­φρα­ση αὐ­τὴ ἦ­ταν ὅ,τι χρει­α­ζό­ταν γιὰ τὴν σκη­νὴ τῆς ται­νί­ας ποὺ γυ­ρί­ζου­με. Ὁ­πό­τε τὸ σύ­νο­λο ἦ­ταν πο­λὺ δε­μέ­νο κι ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο. Μπρά­βο σου!­»

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 51 (Δε­κέμ­βρι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Μά­νος Καλ­πα­δά­κης (Ἀ­θή­να, 1936). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1963 ἕ­ως τὸ 1998 ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δι­πλω­μα­τι­κὸς στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἐ­ξέ­δω­σε τὰ βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φη­μά­των: Δα­νει­κὰ το­πί­α, (Ἐκδ. Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 1988) καὶ Στὶς ἴ­δι­ες ρά­γες (Ἐκδ. Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 1993).