Ἀλεξάνδρα Δεληγιώργη: Ὁ μικρὸς Ὀρέστης ἤ Φυγὴ ποὺ σκοτώνει

 

 

 

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Δε­λη­γι­ώρ­γη

 

Ὁ μι­κρὸς Ὀ­ρέ­στης

Φυ­γὴ ποὺ σκο­τώ­νει

 

ΤΑΝ, ΚΑΠΟΤΕ, μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν γιό της. Τοῦ ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τα ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη καὶ τὸν προ­στά­τευ­ε, για­τὶ ἤ­ξε­ρε πό­σο θλι­βε­ρὸς καὶ ἄ­θλιος εἶ­ναι ὁ κό­σμος. Ὁ γιὸς της ἦ­ταν ἥ­συ­χος χα­ρα­κτή­ρας καὶ μᾶλ­λον εὐ­φυ­ής, ἀλ­λὰ δὲν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε νὰ τὸν ἀ­γα­ποῦν ἢ νὰ τὸν προ­στα­τεύ­ουν. Ἄλ­λα τὸν ἐν­δι­έ­φε­ραν. Γι’ αὐ­τὸ καὶ σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α τῆς βρόν­τη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ πο­τέ του δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ μά­να του πέ­θα­νε , ἀλ­λὰ δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση.»

       Αὐ­τὰ γρά­φει ἡ γλύ­πτρια Λου­ί­ζα Μπουρ­ζου­ά*, γιὰ νὰ ἐκ­φρά­σει τὴν ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­σων δὲν κα­τά­φε­ραν νὰ προ­φυ­λά­ξουν τὰ παι­διά τους ἀ­π’ αὐ­τὸν τὸν θλι­βε­ρὸ καὶ ἄ­θλιο κό­σμο.

       Ἡ ἴ­δια δὲν εἶ­χε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα προ­στά­τευ­ε τὸν γιό της. Φο­βᾶ­μαι πὼς νό­μι­ζε, ἀλ­λὰ δὲν τὸν προ­στά­τευ­ε. Ἐ­πί­σης δὲν δι­στά­ζει νὰ πεῖ ὅ­τι τοῦ ἦ­ταν δο­σμέ­νη ψυ­χή τε καὶ σώ­μα­τι. Ξε­χνᾶ, ὅ­μως, κά­τι ὧ­ρες ποὺ ἐ­νῶ ἦ­ταν μα­ζί του στὸ σπί­τι, ὁ νοῦς της ἦ­ταν στὰ ὑ­λι­κὰ ποὺ δού­λευ­ε στὸ ἐρ­γα­στή­ρι της, για­τὶ ἐ­πει­γό­ταν νὰ τοὺς δώ­σει μορ­φή. Ἔ­κα­νε μά­λι­στα τὸ λά­θος, πα­ρα­βλέ­πον­τας τὴν εὐ­φυΐ­α καὶ τὴν ἥ­συ­χη φύ­ση του, νὰ νο­μί­σει πὼς τὸ παι­δά­κι εἶ­χε ἤ­δη τὴν μορ­φὴ ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε μὲ τὸ νοῦ της· μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τῆς δι­κῆς της, ποὺ τῆς πῆ­ρε ἐ­λά­χι­στο χρό­νο νὰ τὴν συλ­λά­βει.

       Τώ­ρα τὰ ἔρ­γα της στοι­βά­ζον­ται στὶς γκα­λε­ρύ, στὰ μου­σεῖ­α, πη­γαι­νο­έρ­χον­ται σὲ ἐκ­θέ­σεις, ἀλ­λὰ ὁ γιός της ποὺ μι­σεῖ τὴν τέ­χνη, δὲν θὰ δεῖ οὔ­τε ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἔ­γι­νε σὰν πέ­τρα σκλη­ρός. Τῆς ἀρ­νή­θη­κε τὴν κα­τα­νό­η­ση ποὺ ζη­τοῦ­σε, σβή­νον­τας ἕ­να-ἕ­να τα ἐ­λα­φρυν­τι­κά, μὲ μιὰ μα­γι­κὴ μο­νο­κον­τυ­λιά. Σὰ νά ‘τα­νε καλ­λι­τέ­χνης.

 

* Tὸ κεί­με­νο τῆς L­o­u­i­se B­o­u­r­g­e­o­is (P­l­a­te 9) ἐ­κτί­θε­το μὲ γλυ­πτὰ καὶ κα­τα­σκευ­ές της, στὴν ἔκ­θε­ση «Εl r­e­t­o­r­no de lo r­e­p­r­i­m­i­do», ποὺ φι­λο­ξέ­νη­σε τὸ Ἵ­δρυ­μα P­r­oa, στὸ Μπου­έ­νος Αἱ­ρες, τὴν φε­τι­νὴ Ἄ­νοι­ξη.

 

 

 

Πη­γή: περ. Πλανόδιον, ἀρ. 51, Δεκέμβριος 2011.

 

Ἀ­λε­ξάν­δρα Δε­λη­γι­ώρ­γη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1947). Κρι­τι­κή, δο­κί­μιο, με­λέ­τη, μυ­θι­στό­ρη­μα, δι­ή­γη­μα. Πα­νε­πι­στη­μια­κός. Σπού­δα­σε Φι­λο­σο­φί­α στὸ Α.Π.Θ., ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Σορ­βόν­νη καὶ ἔ­λα­βε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της δί­πλω­μα τὸ 1980 ἀ­πὸ τὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, ὅ­που σή­με­ρα δι­δά­σκει Φι­λο­σο­φί­α. Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Οἱ φω­νές (Πε­ζο­γρα­φί­α, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1975). Τε­λευ­ταῖ­ο της: Τρυ­φε­ρὸς σύν­τρο­φος (Μυ­θι­στο­ρί­α, ἔκδ. Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2011).

 

Εἰκό­να: Maman [Μα­μά] (1999). Ἔργο τῆς Λουῒζ Μπουρ­ζουά, ἔξω ἀπὸ τὸ Μου­σεῖο Μο­ντέ­νας Τέ­χνης στὸ Λον­δί­νο.

 

Διαφημίσεις

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ μαθήτρια

 

 

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati)

 

Ἡ μα­θή­τρια

(La studentessa)

 

ΓΙΑΤΡΟΣ Τού­λιο Ρα­μπέ­σκι, κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μπρο­στὰ στὸ σπί­τι ἑ­νὸς ἀ­σθε­νοῦς του, κον­το­στά­θη­κε γιὰ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σει μιὰ ἔ­ξο­χη νε­α­ρὴ κο­πέ­λα ποὺ πλη­σί­α­ζε. Εἶ­χε μῆ­νες νὰ δεῖ τέ­τοι­ο λου­λού­δι! Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρό­σω­πο ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε ἀ­κό­μα τὰ ἁ­γνὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας ἀλ­λὰ ἤ­δη ἀ­κτι­νο­β­ο­λοῦ­σε μυ­στη­ρι­ώ­δεις προσ­δο­κί­ες, τοῦ ἔ­φερ­νε στὸ νοῦ κά­τι ἀ­ό­ρι­στο. «Κι ὅ­μως δὲν τὴν ἔ­χω ξα­να­δεῖ» ἀ­να­λο­γί­στη­κε. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τὸ κο­ρί­τσι πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του καὶ τὸν χαι­ρέ­τη­σε χα­μο­γε­λών­τας φι­λι­κά. «Σο­φί­α!» ἀ­πο­κρί­θη­κε αὐ­τός, ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας ἐ­πι­τέ­λους τὴν κό­ρη τοῦ πα­λιοῦ του φί­λου Στά­τσι, ἡ ὁ­ποί­α μέ­χρι χθὲς τοῦ φαι­νό­ταν κο­ρι­τσά­κι. Καὶ κοκ­κί­νι­σε ἐ­ξαι­τί­ας κά­ποι­ας ἀ­κα­θό­ρι­στης τα­ρα­χῆς. Ἡ νε­α­ρή, ποι­ὸς ξέ­ρει για­τί, κοκ­κί­νι­σε κι αὐ­τή. «Τὸ ξέ­ρεις» εἶ­πε αὐ­τὸς «πὼς δὲν σὲ ἀ­να­γνώ­ρι­σα; Ἔ­γι­νες κι­ό­λας ὁ­λό­κλη­ρη δε­σποι­νί­δα. Καὶ τὸ σχο­λεῖ­ο; Τί τά­ξη πᾶς φέ­τος;» «Δευ­τέ­ρα Λυ­κεί­ου.» «Δι­ά­ο­λε. Καὶ πῶς τὰ πᾶς;» ρώ­τη­σε ὁ Ραμ­πέ­σκι, ἐν­θυ­μού­με­νος τὰ πα­ρά­πο­να τοῦ φί­λου του γιὰ τὴν ἀρ­γό­στρο­φη καὶ τεμ­πέ­λα κό­ρη του, ποὺ δὲν ἔ­λε­γε μὲ τί­πο­τα νὰ δι­α­βά­σει. «Ναί, βέ­βαι­α» ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὴ μὲ ἔ­ξα­ψη «φέ­τος τὰ πά­ω πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα.» «Ἄρ­χι­σες ἐ­πι­τέ­λους νὰ δι­α­βά­ζεις, ἔ;» (Στὸ με­τα­ξὺ σχη­μα­τι­ζό­ταν μέ­σα του ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κου­βά­ρι ἀ­πὸ σκέ­ψεις: τί ἐν­τυ­πω­σια­κὴ με­τα­μόρ­φω­ση, ἔ­χα­νες τὸ μυα­λό σου μ’ αὐ­τὸ τὸ πλά­σμα, ἔ καὶ νὰ ἤ­μου­να εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια νε­ό­τε­ρος, βέ­βαι­α μι­κρὸ κο­ρι­τσά­κι ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ μ’ ἐ­κεί­νη τὴ λε­πτὴ καὶ ταυ­τό­χρο­να προ­κλη­τι­κὴ πτυ­χὴ στὰ χεί­λη, ἐ­κεῖ­νο τὸν λεῖ­ο καὶ σφρι­γη­λὸ λαι­μό… Καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα; Ὅ­λα ἐ­κεῖ­να ποὺ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ φαν­τα­στεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἀ­νά­λα­φρο φό­ρε­μα, καὶ ποὺ σχε­δὸν τοῦ ἔ­κο­βαν τὴν ἀ­νά­σα;) «Ὄ­χι» εἶ­πε ἡ Σο­φί­α. «Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Δὲ δι­α­βά­ζω, καὶ μά­λι­στα φέ­τος λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι συ­νή­θως. Κι ὅ­μως…» «Θὰ ἔ­χεις πιὸ ἐ­πι­ει­κεῖς κα­θη­γη­τές.» « Ὄ­χι βέ­βαια, οἱ κα­θη­γη­τὲς εἶ­ναι πάν­τα οἱ ἴ­διοι.» «Καὶ τό­τε πῶς τὸ ἐ­ξη­γεῖς;» «Δὲν ξέ­ρω. Εἶ­ναι βέ­βαι­ο ποὺ φέ­τος ἔ­χω μιὰ τύ­χη…» «Σὲ ὅ­λα τὰ μα­θή­μα­τα;» «Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ μα­θη­μα­τι­κά.» «Στοι­χη­μα­τί­ζω» εἶ­πε ὁ Ραμ­πέ­σκι μ’ ἕ­να με­λαγ­χο­λι­κὸ χα­μό­γε­λο, «στοι­χη­μα­τί­ζω πὼς στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ ἔ­χεις κα­θη­γή­τρια.» «Ναί, κα­θη­γή­τρια» καὶ γέ­λα­σε. «Μὰ ἐ­σεῖς πῶς τὸ μαν­τέ­ψα­τε;»

 

 

Πηγή: Ἀπό τὸν τόμο Siamo spiacenti di, Μιλάνο, Mondadori, 1975.

 

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­l­e­g­r­i­no, 1906-1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γό του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μέ τόν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μέ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις πού πα­ρει­σφρέ­ουν στήν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καί τήν ἀνα­τρέ­πουν.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰταλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

 

Ἠλίας Χαραλαμπόπουλος: Τὰ κινητά

 

Ἠ­λί­ας Χα­ρα­λαμ­πό­που­λος

 

Τὰ κι­νη­τά

 

ΕΝ ΕΙΧΑ πο­τὲ κα­λὴ σχέ­ση μὲ τὴν τε­χνο­λο­γί­α. Εἶ­ναι ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θω ἀ­νό­η­τος, γέ­ρος, πα­ρο­πλι­σμέ­νος. Κα­λώ­δια, φορ­τι­στές, κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, μὲ κά­να­νε νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι δὲν ἔ­χω κα­θό­λου μυα­λὸ στὸ κε­φά­λι μου. Ἔ­τσι, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ φερ­θῶ, ὅ­πως λέ­νε ἔ­ξυ­πνα καὶ νὰ προ­σαρ­μο­στῶ. Ὅ­πως αὐ­τὸς ποὺ φο­βᾶ­ται τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να καὶ δὲν τα­ξι­δεύ­ει πα­ρὰ μό­νο ὁ­δι­κῶς, ἔ­τσι καὶ ἐ­γὼ ἀ­πέ­φευ­γα τὴν τε­χνο­λο­γί­α. Ὅ­σο γι­νό­ταν.

       Δὲν ἔ­χω πα­ρά­πο­νο γιὰ τὸ πὼς τὰ κα­τά­φε­ρα. Ὡς ἐ­πι­πλο­ποι­ὸς δὲν ἐ­ξαρ­τι­ό­μου­νατό­σο πο­λὺ ἀ­πὸ αὐ­τήν. Τώ­ρα πιὰ εἶ­μαι στὴν σύν­τα­ξη καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ μά­θω τί­πο­τε και­νού­ριο.

       Τὸ πρῶ­το μου κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο, νο­μί­ζω μάρ­κας Motorola, ἦ­ταν δῶ­ρο γε­νε­θλί­ων ἀ­πὸ τὴν κό­ρη μου. Ἐ­κεῖ­να τὰ γε­νέ­θλια, τὰ πεν­τη­κο­στά, συ­νέ­πι­πταν μὲ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή της στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, στὴν Ἀ­με­ρι­κή, γιὰ σπου­δές. «Γιὰ νὰ μπο­ρῶ νὰ σὲ βρί­σκω ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μή», αὐ­τὰ ἦ­ταν τὰ λό­για της. Ἦ­ταν ἕ­να βα­ρὺ καὶ ἀρ­κε­τὰ ὀγ­κῶ­δες τη­λέ­φω­νο. Ὁ γιός μου, ποὺ τό­τε ἦ­ταν δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν καὶ ἔ­παι­ζε τὴν τε­χνο­λο­γί­α στὰ δά­κτυ­λα, προ­σπά­θη­σε νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ κα­τα­λά­βω τὶς βα­σι­κές του λει­τουρ­γί­ες. Θύ­μω­νε ὅ­μως, κα­θὼς τὰ αὐ­το­νό­η­τα γιὰ αὐ­τόν, ἐ­μέ­να μοῦ φαι­νόν­του­σαν τό­σο πε­ρί­πλο­κα, ποὺ συ­νε­χῶς τὸν δι­έ­κο­πτα γιὰ ἐ­ρω­τή­σεις. Ψέλ­λι­σα δυ­ὸ-τρεῖς φο­ρὲς συ­γνώ­μη, στὸ τέ­λος ὅ­μως ἐ­κνευ­ρί­στη­κα καὶ ἐ­γώ. «Φτά­νει», τοῦ εἶ­πα. «Αὐ­τὸ τὸ τη­λέ­φω­νο μοῦ τὸ ἔ­δω­σε ἡ Μα­ρί­α γιὰ νὰ μὲ βρί­σκει. Ὅ­ταν λοι­πὸν θὰ χτυ­πά­ει, θὰ ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­ναι ἡ Μα­ρί­α. Μὲ τὸ πρά­σι­νο κουμ­πὶ θὰ ἀ­παν­τά­ω. Καὶ μὲ τὸ κόκ­κι­νο θὰ τὸ κλεί­νω. Δὲν χρει­ά­ζο­μαι νὰ ξέ­ρω τί­πο­τε ἄλ­λο.»

       Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ βρέ­θη­κα μὲ ἕ­να ἀ­ση­μὶ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο, ποὺ ἦ­ταν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ τῆς Μα­ρί­ας. Ἡ γυ­ναί­κα μου πο­τὲ δὲν εἶ­χε τέ­τοι­ες δυ­σκο­λί­ες. Εἶ­χε ἀ­πὸ και­ρὸ τὸ δι­κό της τη­λέ­φω­νο καὶ ἤ­ξε­ρε νὰ τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ. Πάν­τα εἶ­χε πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη ἀ­πὸ ἐ­μέ­να. Σὲ ὅ­λες τὶς κα­τα­στά­σεις. Γιὰ αὐ­τὸ καὶ τὴν θαύ­μα­ζα. Δὲν τῆς τὸ εἶ­πα πο­τὲ ὅ­μως. Φο­βό­μουν ὅ­τι ἅ­μα τὸ κα­τα­λά­βαι­νε, θὰ ἔ­φευ­γε μα­κριά μου.

       Δε­δο­μέ­νης τῆς κα­τά­στα­σης, ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ φύ­γει καὶ ὁ Πα­να­γι­ώ­της, ὁ γιός μας, γιὰ σπου­δές, στὴν Ἰ­τα­λί­α αὐ­τός, ὅ­που ἤ­θε­λε νὰ μά­θει σχέ­διο, βρέ­θη­κα μὲ ἕ­να δεύ­τε­ρο τη­λέ­φω­νο στὰ χέ­ρια μου. Αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ ἦ­ταν ἕ­να μαῦ­ρο Nokia. Δὲν προ­σπά­θη­σε νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει τί­πο­τε. Εἶ­χε ἤ­δη δεῖ πῶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα τὸ τη­λέ­φω­νο ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε ἡ Μα­ρί­α. «Ξέ­ρεις», μοῦ εἶ­πε. «Γιὰ νὰ μπο­ρῶ καὶ ἐ­γὼ νὰ σὲ βρί­σκω ὅ­ταν χρει­ά­ζε­ται.» Τὸ μό­νο ποὺ τοῦ ζή­τη­σα, ἦ­ταν νὰ ἀλ­λά­ξει τὴν με­λω­δί­α ποὺ χτυ­ποῦ­σε. Ἔ­μοια­ζε μὲ τοῦ ἄλ­λου τη­λε­φώ­νου καὶ φο­βή­θη­κα μή­πως τὰ μπέρ­δευ­α. Ἀ­γό­ρα­σα κι ἕ­να μπου­φάν, ἀ­πὸ αὐ­τὰ μὲ ἀρ­κε­τὲς τσέ­πες, κα­θὼς πλέ­ον κου­βα­λοῦ­σα δυ­ὸ τη­λέ­φω­να μα­ζί μου, ὅ­που καὶ ἂν πή­γαι­να. Τὸν πρῶ­το και­ρό, ἡ Μα­ρί­α ἔ­παιρ­νε δυ­ὸ φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα, γιὰ νὰ δεῖ τί κά­νω. Ἔ­τσι κι ἀλ­λιῶς τὰ νέ­α της τὰ μά­θαι­να ἀ­πὸ τὴν μά­να της, μιὰ καὶ μι­λοῦ­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο τοῦ σπι­τιοῦ, ὅ­ταν ὅ­μως ἐ­γὼ ἔ­λει­πα στὴν δου­λειά. Ὁ γιός μου ἔ­παιρ­νε πιὸ ἄ­στα­τες ὧ­ρες καὶ μέ­ρες. Ὅ­ταν ἐν­θου­σι­α­ζό­ταν μὲ κά­τι, μὲ ἔ­παιρ­νε συ­νέ­χεια γιὰ νὰ μοῦ μι­λή­σει γιὰ αὐ­τό, με­τὰ ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν γιὰ μέ­ρες. Ὁ ἴ­διος ἀ­πὸ παι­δί.

       Τὸ τρί­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο τη­λέ­φω­νό μοῦ τὸ ἔ­φε­ρε πά­λι ὁ Πα­να­γι­ώ­της, πρὶν δυ­ὸ χρό­νια. Εἶ­χε ἔρ­θει ἐ­κτά­κτως ἀ­πὸ τὴν Ἰ­τα­λί­α, ὅ­που καὶ πα­ρέ­μει­νε τε­λι­κὰ με­τὰ τὶς σπου­δές του. Ἦρ­θε για­τί ἡ Ἑ­λέ­νη, ἡ γυ­ναί­κα μου, νο­ση­λευ­ό­ταν. Ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ τρο­με­ροὺς πο­νο­κέ­φα­λους τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια καὶ κά­τι εἶ­χε βρε­θεῖ στὶς ἐ­ξε­τά­σεις της. Ἡ Μα­ρί­α δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἔρ­θει ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κή· εἶ­χε τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της. Ἦ­ταν ἕ­να τη­λέ­φω­νο μὲ πα­ρά­ξε­νο ὄ­νο­μα, LG. «Γιὰ νὰ σὲ βρί­σκει ἡ μα­μά», μοῦ εἶ­πε. Αὐ­τὸ τὸ τη­λέ­φω­νο δὲν χτύ­πη­σε πα­ρὰ μιὰ φο­ρὰ μό­νο καὶ δὲν ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν γυ­ναί­κα μου. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸν ὑ­πεύ­θυ­νο για­τρό· μοῦ ζή­τη­σε νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με γιὰ νὰ μὲ ἐ­νη­με­ρώ­σει. Ὅ­τι ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ καρ­κί­νο τῶν πνευ­μό­νων μὲ πολ­λα­πλὲς με­τα­στά­σεις. Ἀ­νεγ­χεί­ρη­τος. Τὸ πο­λὺ τρεῖς μῆ­νες προσ­δό­κι­μο ἐ­πι­βί­ω­σης. Ἡ κα­η­μέ­νη, δὲν βγῆ­κε πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἄν­τε­ξε δυ­ὸ μῆ­νες. Ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρί­ο­δο τὰ τη­λέ­φω­νά μου χτυ­ποῦ­σαν κα­θη­με­ρι­νά. Τὰ παι­διὰ ἤ­θε­λαν νὰ μα­θαί­νουν τὸ πα­ρα­μι­κρό. Στὴν κη­δεί­α της ἦ­ταν καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὰ εἶ­δα. Μὲ παίρ­νουν ἀ­κό­μη τη­λέ­φω­νο κα­μιὰ φο­ρά. Ὄ­χι συ­χνά. Τοὺς κα­τα­λα­βαί­νω. Ἔ­χουν τὶς δι­κές τους ἔ­γνοι­ες. Ἐ­γὼ ὅ­μως τὰ κου­βα­λά­ω καὶ τὰ τρία τη­λέ­φω­να μα­ζί μου. Κά­θε βρά­δυ ποὺ θὰ γυ­ρί­σω σπί­τι ἀ­πὸ τὴν βόλ­τα μου, τὰ φορ­τί­ζω, τὰ κα­θα­ρί­ζω καὶ τὰ βά­ζω στὴν σει­ρά, στὸ τρα­πε­ζά­κι μπρο­στά μου, κα­θὼς χα­ζεύ­ω τη­λε­ό­ρα­ση μὲ τὶς ὦ­ρες. Κα­μιὰ φο­ρὰ μό­νο, ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θῶ καὶ πῶς νὰ τὸ πῶ, μὲ πιά­νει τὸ πα­ρά­πο­νο, πά­ω κλε­φτὰ στὸ στα­θε­ρὸ τη­λέ­φω­νο τοῦ σπι­τιοῦ, καὶ κα­λῶ τὰ νού­με­ρα ἕ­να-ἕ­να. Τὰ ἀ­φή­νω μὲ τὴν σει­ρὰ νὰ κου­δου­νί­σουν γιὰ ὥ­ρα καὶ ψι­θυ­ρί­ζω. Τὸ ὄ­νο­μα τοῦ κα­θε­νός.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἠ­λί­ας Χα­ρα­λαμ­πό­που­λος, (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1972). Σπού­δα­σε Ἰα­τρι­κὴ στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης, μὲ ἐξειδίκευση στὴν Ψυχια­τρι­κή.

 

 

Λευκάδιος Χέρν (Lafcadio Hearn): Μιὰ ἱστορία μαντείας

 

 

Λευ­κά­διος Χέρν (Lafkadio Hearn)

 

Μιὰ ἱ­στο­ρί­α μαν­τεί­ας

(A Story of Divination)

 

ΝΩ­ΡΙ­ΖΑ ΚΑ­ΠΟ­ΤΕ ἕ­να μαν­το­λό­γο, ποὺ πραγ­μα­τι­κὰ πί­στευ­ε στὴν ἐ­πι­στή­μη ποὺ ἀ­σκοῦ­σε γιὰ νὰ ζεῖ. Εἶ­χε μά­θει σὰν μα­θη­τὴς τῆς πα­λιᾶς, κι­νέ­ζι­κης φι­λο­σο­φί­ας, νὰ πι­στεύ­ει στὴ μαν­τεία πο­λὺ προ­τοῦ σκε­φτεῖ νὰ τὴν ἀ­σκή­σει σὰν ἐ­πάγ­γελ­μα. Στὴ διά­ρκεια τῆς νι­ό­της του ἦ­ταν στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ἑ­νὸς πλου­σί­ου ντα­ϊ­μυ­ό*, ὅ­μως στὴ συ­νέ­χεια, μὲ τὶς κοι­νω­νι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς με­τα­βο­λὲς ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ἡ κυ­βέρ­νη­ση Μέ­ϊ­τζι, κα­τάν­τη­σε κι αὐ­τὸς νὰ πε­ρι­πέ­σει στὴν ἴ­δια ἀ­πελ­πι­στι­κὴ κα­τά­στα­ση μὲ χι­λιά­δες ἄλ­λους, ἀ­νε­πάγ­γελ­τους πιὰ σα­μου­ρά­ι. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἔ­γι­νε μαν­το­λό­γος, ἕ­νας πε­ρι­πλα­νώ­με­νος οὐ­ρα­νά­ϊ­για – πε­ρι­φε­ρό­με­νος μὲ τὰ πό­δια ἀ­πὸ πό­λη σὲ πό­λη καὶ σπα­νί­ως γυρ­νών­τας σπί­τι του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ φο­ρὰ τὸ χρό­νο, μὲ τὰ ἔ­σο­δα ποὺ τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­φέ­ρει τὸ τα­ξί­δι του. Σὰν μαν­το­λό­γος εἶ­χε ἀρ­κε­τὴ ἐ­πι­τυ­χί­α – κυ­ρί­ως, νο­μί­ζω, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς τέ­λειας εἰ­λι­κρί­νειάς του, κα­θὼς καὶ ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς ἰ­δι­ό­μορ­φης, ἤ­πιας συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, ποὺ προ­κα­λοῦ­σε ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Τὸ σύ­στη­μά του ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τῶν πα­λι­ῶν λο­γί­ων: χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὸ βι­βλί­ο ποὺ εἶ­ναι γνω­στὸ στοὺς ἀγ­γλό­φω­νους ἀ­να­γνῶ­στες ὡς τὸ Γὶ-Τζὶνγκ, —κα­θὼς καὶ μιὰ δέ­σμη ἀ­πὸ μαῦ­ρα, ξύ­λι­να πλα­κί­δια, ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ δι­ευ­θε­τη­θοῦν ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ σχη­μα­τί­σουν κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ κι­νέ­ζι­κα ἑ­ξά­γραμ­μα— καὶ πάν­τα ἄρ­χι­ζε τὴ μαν­τεί­α του μὲ μιὰ σο­βα­ρὴ προ­σευ­χὴ πρὸς τοὺς θε­ούς.

       Τὸ ἴ­διο τὸ σύ­στη­μα, ὑ­πο­στή­ρι­ζε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­λάν­θα­στο στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς δα­σκά­λου. Ὁ­μο­λο­γοῦ­σε ὅ­τι εἶ­χε κά­νει κά­ποι­ες ἐ­σφαλ­μέ­νες προρ­ρή­σεις· ἔ­λε­γε ὅ­μως ὅ­τι αὐ­τὰ τὰ λά­θη ὀ­φεί­λον­ταν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴ δι­κή του πα­ρα­νό­η­ση κά­ποι­ων ἀ­πὸ τὰ σχό­λια τοῦ βι­βλί­ου ἢ κά­ποι­ων ἀ­πὸ τὰ δι­α­γράμ­μα­τα. Γιὰ νὰ εἶ­μαι δί­και­ος μα­ζί του πρέ­πει νὰ ἀ­να­φέ­ρω ὅ­τι στὴ δι­κή μου πε­ρί­πτω­ση —(μοῦ εἶ­χε πεῖ τὴ μοί­ρα τέσ­σε­ρις φο­ρές)— οἱ προρ­ρή­σεις του εἶ­χαν πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο, ποὺ εἶ­χα φο­βη­θεῖ. Μπο­ρεῖ νὰ μὴ πι­στεύ­ε­τε στὴ μαν­τεί­α – λο­γι­κὰ νὰ τὴν πε­ρι­φρο­νεῖ­τε· ὅ­μως κά­τι ἀ­πὸ μιὰ κλη­ρο­νο­μη­μέ­νη, δει­σι­δαί­μο­να τά­ση, λαν­θά­νει στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πό μᾶς· καὶ δὲν χρει­ά­ζον­ται πα­ρὰ λί­γες πα­ρά­ξε­νες ἐμ­πει­ρί­ες γιὰ νὰ τὴν ξυ­πνή­σουν, προ­κα­λών­τας τὴν πιὸ πα­ρά­λο­γη ἐλ­πί­δα ἢ φό­βο γιὰ τὴν κα­λὴ ἢ κα­κὴ μοί­ρα, ποὺ κά­ποι­ος μαν­το­λό­γος σᾶς ὑ­πο­σχέ­θη­κε. Βέ­βαι­α, νὰ βλέ­πα­με πραγ­μα­τι­κὰ τὸ μέλ­λον θὰ ἦ­ταν δυ­στυ­χί­α. Φαν­τα­στεῖ­τε τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς γνώ­σης ὅ­τι μέ­σα στοὺς ἑ­πό­με­νους δύ­ο μῆ­νες, κά­ποι­α φο­βε­ρὴ συμ­φο­ρὰ πρέ­πει νὰ σᾶς συμ­βεῖ, μιὰ συμ­φο­ρὰ τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ κά­νε­τε τί­πο­τε, γιὰ νὰ τὴν ἀν­τι­με­τω­πί­σε­τε!

       Ἦ­ταν ἤ­δη γέ­ρος, ὅ­ταν τὸν πρω­το­εῖ­δα στὸ Ἴ­ζου­μο, σί­γου­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­ξήν­τα χρο­νῶν, φαι­νό­ταν ὅ­μως πο­λὺ νε­ό­τε­ρος. Ἀρ­γό­τε­ρα τὸν συ­νάν­τη­σα στὴν Ὄ­σα­κα, στὸ Κυ­ό­το καὶ στὸ Κόμ­πε. Πολ­λὲς φο­ρὲς προ­σπά­θη­σα νὰ τὸν πεί­σω νὰ πε­ρά­σει τοὺς χει­μω­νι­ά­τι­κους μῆ­νες μὲ τὸ πε­ρισ­σό­τε­ρο κρύ­ο κά­τω ἀ­πὸ τὴ στέ­γη μου – κι αὐ­τὸ για­τί εἶ­χε μιὰ τό­σο ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ γνώ­ση τῶν πα­ρα­δό­σε­ων, ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μοῦ προ­σφέ­ρει ἀ­προ­σμέ­τρη­τη ὑ­πη­ρε­σί­α ἀ­πὸ λο­γο­τε­χνι­κὴ ἄ­πο­ψη. Ὅ­μως, ἐν μέ­ρει ἐ­πει­δὴ ἡ συ­νή­θεια τῆς πε­ρι­πλά­νη­σης τοῦ εἶ­χε γί­νει δεύ­τε­ρη φύ­ση, ἐν μέ­ρει ἀ­πὸ ἀ­γά­πη γιὰ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α, τό­σο ἄ­γρια ὅ­σο ἑ­νὸς γύ­φτου, πο­τὲ δὲν μπό­ρε­σα νὰ τὸν κρα­τή­σω κον­τά μου πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ δύ­ο μέ­ρες τὴ φο­ρά.

       Κά­θε χρό­νο εἶ­χε συ­νή­θει­ο νὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὸ Τό­κυ­ο –  κα­τὰ κα­νό­να ἀρ­γὰ τὸ φθι­νό­πω­ρο. Τό­τε κάμ­πο­σες βδο­μά­δες τρι­γυρ­νοῦ­σε ἀ­θό­ρυ­βα μέ­σα στὴν πό­λη, ἀ­πὸ συ­νοι­κί­α σὲ συ­νοι­κί­α, μέ­χρι νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ καὶ πά­λι. Ὅ­μως στὴ διά­ρκεια αὐ­τῶν τῶν φευ­γα­λέ­ων τα­ξι­δι­ῶν πο­τὲ δὲν πα­ρέ­λει­πε νὰ μὲ ἐ­πι­σκε­φτεῖ· φέρ­νον­τας κα­λό­δε­χτα νέ­α ἀ­π’ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τὰ μέ­ρη τοῦ Ἴ­ζου­μο – φέρ­νον­τας ἐ­πί­σης κά­ποι­ο πε­ρί­ερ­γο, μι­κρὸ δῶ­ρο, γε­νι­κὰ θρη­σκευ­τι­κοῦ εἴ­δους, ἀ­πὸ κά­ποι­ο φη­μι­σμέ­νο προ­σκύ­νη­μα. Τό­τε μοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α γιὰ κά­ποι­α λι­γό­ω­ρη συ­ζή­τη­ση μα­ζί του. Κά­ποι­ες φο­ρὲς ἡ κου­βέν­τα εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὰ πα­ρά­ξε­να πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­δε ἢ ἄ­κου­σε στὴ διάρκεια τοῦ τε­λευ­ταί­ου του τα­ξι­δι­ο­ῦ· κά­ποι­ες φο­ρὲς πε­ρι­στρε­φό­ταν γύ­ρω ἀ­πὸ πα­λιοὺς θρύ­λους ἢ δο­ξα­σί­ες· ἄλ­λες φο­ρὲς πά­λι ἀ­φο­ροῦ­σε τὴ μαν­το­λο­γί­α. Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τη­θή­κα­με μοῦ μί­λη­σε γιὰ μιὰ κι­νέ­ζι­κη μέ­θο­δο μαν­τεί­ας μὲ πο­λὺ ἀ­κρι­βῆ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, ποὺ λυ­πό­ταν για­τί πο­τὲ δὲν εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ μά­θει. «Ὅ­ποι­ος μά­θει κα­λὰ αὐ­τὴ τὴ μέ­θο­δο,» εἶ­πε, «θὰ μπο­ροῦ­σε, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ σοῦ πεῖ ὄ­χι μό­νο τὸν ἀ­κρι­βῆ χρό­νο, στὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ­ποι­α­δή­πο­τε κο­λώ­να ἢ δο­κὸς αὐ­τοῦ τοῦ σπι­τιοῦ θὰ ὑ­πο­χω­ρή­σει ἀ­π’ τὴ φθο­ρά, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ νὰ σοῦ πεῖ τὴν κα­τεύ­θυν­ση τοῦ σπα­σί­μα­τος, κα­θὼς καὶ ὅ­λα του τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Μπο­ρῶ, ὅ­μως, νὰ ἐ­ξη­γή­σω κα­λύ­τε­ρα τί ἐν­νο­ῶ, ἂν σοῦ ἀ­φη­γη­θῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

 

       «Ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι γιὰ τὸν φη­μι­σμέ­νο Κι­νέ­ζο μαν­το­λό­γο, ποὺ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α τὸν λέ­με Σό­κο Σέ­τσου καὶ εἶ­ναι γραμ­μέ­νη στὸ βι­βλί­ο B­a­i­k­wa-S­h­in-E­ki, ποὺ εἶ­ναι ἕ­να βι­βλί­ο μαν­τεί­ας. Ἐ­νῶ ἦ­ταν ἀ­κό­μα πο­λὺ νέ­ος, ὁ Σό­κο Σέ­τσου ἀ­πέ­κτη­σε μιὰ ὑ­ψη­λὴ θέ­ση λό­γῳ τῆς σο­φί­ας ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἀ­ρε­τῆς του· ὅ­μως πα­ραι­τή­θη­κε ἀ­π’ αὐ­τὴ καὶ ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὴν ἐ­ρη­μιά, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ ν’ ἀ­φι­ε­ρώ­σει ὅ­λο τὸ χρό­νο του στὴ με­λέ­τη. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­ζη­σε πολ­λὰ χρό­νια μό­νος σὲ μιὰ κα­λύ­βα ἀ­νά­με­σα στὰ βου­νά· με­λε­τών­τας χω­ρὶς φω­τιὰ τὸ χει­μώ­να καὶ χω­ρὶς βεν­τά­λια τὸ κα­λο­καί­ρι· γρά­φον­τας τὶς σκέ­ψεις του πά­νω στὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου του —λό­γῳ ἔλ­λει­ψης χαρ­τιοῦ— καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας μό­νο ἕ­να κε­ρα­μί­δι γιὰ μα­ξι­λά­ρι.

       »Μιὰ μέ­ρα, τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ με­γα­λύ­τε­ρου κα­λο­και­ρι­νοῦ καύ­σω­να, αἰ­σθάν­θη­κε νὰ τὸν πιά­νει ὑ­πνη­λί­α καὶ ξά­πλω­σε γιὰ ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ, μὲ τὸ κε­ρα­μί­δι κά­τω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι του. Δὲν εἶ­χε κα­λὰ-κα­λὰ ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ, ὅ­ταν ἕ­να πον­τί­κι πέ­ρα­σε τρέ­χον­τας πά­νω ἀ­π’ τὸ πρό­σω­πό του ξυ­πνών­τας τον ἀ­πό­το­μα. Ὀρ­γι­σμέ­νος, ἅρ­πα­ξε τὸ κε­ρα­μί­δι καὶ τὸ ἐκ­σφεν­δό­νι­σε στὸ πον­τί­κι· ὅ­μως αὐ­τὸ κα­τά­φε­ρε ν’ ἀ­πο­φύ­γει τὸ χτύ­πη­μα, καὶ τὸ κε­ρα­μί­δι ἔ­σπα­σε. Ὁ Σό­κο Σέ­τσου κύτ­τα­ξε μὲ θλί­ψη τὰ θρύ­ψα­λα τοῦ μα­ξι­λα­ριοῦ κι ἐ­πι­τί­μη­σε τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ βι­α­σύ­νη του. Τό­τε ξαφ­νι­κὰ ἀν­τι­λή­φθη­κε, πά­νω στὴν ὄ­ψη τοῦ πη­λοῦ ποὺ μό­λις εἶ­χε ἐ­κτε­θεῖ στὸ φῶς, κά­ποι­α κι­νέ­ζι­κα ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα – ἀ­νά­με­σα στὴν πά­νω καὶ στὴν κά­τω πλευ­ρὰ τοῦ κε­ρα­μι­διοῦ. Βρί­σκον­τας τὸ πράγ­μα πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο, σή­κω­σε τὰ κομ­μά­τια καὶ τὰ ἐ­ξέ­τα­σε προ­σε­κτι­κά. Ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι κα­τὰ μῆ­κος τοῦ σπα­σί­μα­τος δε­κα­ε­φτὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα εἶ­χαν γρα­φτεῖ πά­νω στὸν πη­λό, προ­τοῦ ἀ­κό­μα τὸ κε­ρα­μί­δι ψη­θεῖ· τὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα αὐ­τὰ ἔ­λε­γαν τὸ ἑ­ξῆς – Τὴ Χρο­νιὰ τοῦ Λα­γοῦ, τὸν τέ­ταρ­το μή­να, τὴ δέ­κα­τη ἑ­βδό­μη μέ­ρα, τὴν Ὥ­ρα τοῦ Φει­διοῦ, αὐ­τὸ τὸ κε­ρα­μί­δι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα χρη­σι­μέ­ψει σὰν μα­ξι­λά­ρι, θὰ τὸ πε­τά­ξουν πά­νω σ’ ἕ­να πον­τί­κι καὶ θὰ σπά­σει. Καὶ πραγ­μα­τι­κά, ἡ προ­φη­τεί­α εἶ­χε πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ τὴν Ὥ­ρα τοῦ Φει­δι­οῦ, τὴ δέ­κα­τη ἕ­βδο­μη μέ­ρα τοῦ τέ­ταρ­του μή­να τῆς Χρο­νιᾶς τοῦ Λα­γοῦ. Κα­τά­πλη­κτος ὁ Σό­κο Σέ­τσου κύτ­τα­ξε ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὰ θρύ­ψα­λα καὶ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὴ σφρα­γί­δα καὶ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ κα­τα­σκευα­στῆ. Ἀ­φή­νον­τας ἀ­μέ­σως τὴν κα­λύ­βα του καὶ παίρ­νον­τας μα­ζί του τὰ κομ­μά­τια τοῦ κε­ρα­μι­διοῦ, ξε­κί­νη­σε βι­α­στι­κὰ γιὰ τὴ γει­το­νι­κὴ πό­λη, σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ κε­ρα­μο­ποι­οῦ. Τὸν βρῆ­κε τὴν ἴ­δια ἐ­κεί­νη μέ­ρα, τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ σπα­σμέ­νο κε­ρα­μί­δι καὶ τὸν ρώ­τη­σε γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α του.

       »Ἀ­φοῦ ἐ­ξέ­τα­σε τὰ θρύ­ψα­λα προ­σε­κτι­κά, ὁ κε­ρα­μο­ποι­ὸς εἶ­πε – “Αὐ­τὸ τὸ κε­ρα­μί­δι κα­τα­σκευ­ά­στη­κε στὸ δι­κό μου ἐρ­γα­στή­ριο, ὅ­μως τὰ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα στὸν πη­λὸ γρά­φτη­καν ἀ­πὸ ἕ­να γέ­ρο —ἕ­να μαν­το­λό­γο— ποὺ ζή­τη­σε τὴν ἄ­δεια νὰ γρά­ψει κά­τι πά­νω στὸ κε­ρα­μί­δι προ­τοῦ αὐ­τὸ ψη­θεῖ.” – “Ξέ­ρεις ποῦ μέ­νει;” ρώ­τη­σε ὁ Σό­κο Σέ­τσου. “Ἔ­με­νε”, ἀ­πάν­τη­σε ὁ κε­ρα­μο­ποι­ός, “­ὄ­χι πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ δῶ· μπο­ρῶ μά­λι­στα νὰ σοῦ δεί­ξω τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι του. Δὲν ξέ­ρω ὅ­μως τὸ ὄ­νο­μά του.”

       »Ἀ­φοῦ μὲ τὴ κα­θο­δή­γη­ση τοῦ κε­ρα­μο­ποι­οῦ ἔ­φτα­σε στὸ σπί­τι, ὁ Σό­κο Σέ­τσου πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὴν εἴ­σο­δο καὶ ζή­τη­σε τὴν ἄ­δεια νὰ μι­λή­σει στὸ γέ­ρο μαν­το­λό­γο. Ἕ­νας μα­θη­τής, ποὺ πρό­σφε­ρε ἐ­πί­σης ὑ­πη­ρε­σί­ες, τὸν προ­σκά­λε­σε εὐ­γε­νι­κὰ νὰ πε­ρά­σει καὶ τὸν συ­νό­δε­ψε σ’ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο, μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο βρί­σκον­ταν πολ­λοὶ νε­α­ροὶ ἀ­φο­σι­ω­μέ­νοι στὴ με­λέ­τη. Κα­θὼς ὁ Σό­κο Σέ­τσου κά­θη­σε, ὅ­λοι οἱ νέ­οι τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν χαι­ρε­τι­σμό. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος ποὺ τοῦ πρω­το­μί­λη­σε, κά­νον­τας  πρὸς τὸ μέ­ρος του μιὰ ὑ­πό­κλι­ση, εἶ­πε: “­Λυ­πού­μα­στε πο­λὺ ποὺ πρέ­πει νὰ σᾶς πλη­ρο­φο­ρή­σου­με ὅ­τι ὁ δά­σκα­λός μας πέ­θα­νε ἐ­δῶ καὶ λί­γες μέ­ρες. Ὅ­μως σᾶς πε­ρι­μέ­να­με, δι­ό­τι μᾶς εἶ­χε προ­εί­πει ὅ­τι σή­με­ρα θὰ ἐρ­χό­σα­σταν σ’ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι, αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν ὥ­ρα. Τὸ ὄ­νο­μά σας εἶ­ναι Σό­κο Σέ­τσου. Καὶ ὁ δά­σκα­λός μας, μᾶς ἀ­νέ­θε­σε νὰ σᾶς δώ­σου­με ἕ­να βι­βλί­ο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πί­στευ­ε ὅ­τι θὰ σᾶς ἦ­ταν χρή­σι­μο. Πρό­κει­ται γι’ αὐ­τὸ ἐ­δῶ το βι­βλί­ο· εὐ­α­ρε­στη­θεῖ­τε νὰ τὸ δε­χθεῖ­τε.”

      »Ὁ Σό­κο Σέ­τσου ξαφ­νι­ά­στη­κε, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να κα­τα­χά­ρη­κε· για­τὶ τὸ βι­βλί­ο ἦ­ταν ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ἀ­πὸ τὰ σπα­νι­ό­τε­ρα καὶ πο­λυ­τι­μό­τε­ρα τοῦ εἴ­δους – ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ποὺ πε­ρι­εῖ­χε ὅ­λα τὰ μυ­στι­κὰ τῆς ἐ­πι­στή­μης τῆς μαν­τεί­ας. Ἀ­φοῦ εὐ­χα­ρί­στη­σε τοὺς νέ­ους καὶ δε­όν­τως ἐ­ξέ­φρα­σε τὰ συλ­λυ­πη­τή­ρια του γιὰ τὸ θά­να­το τοῦ δα­σκά­λου τους, γύ­ρι­σε στὴν κα­λύ­βα του καὶ ἄρ­χι­σε χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ νὰ ἐ­ξε­τά­ζει τὴν ἀ­ξί­α τοῦ βι­βλί­ου, συμ­βου­λευ­ό­με­νος τὶς σε­λί­δες του σχε­τι­κὰ μὲ τὴ δι­κή του μοί­ρα. Τὸ βι­βλί­ο τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μὲ τὸν ὑ­παι­νιγ­μὸ ὅ­τι στὴ νό­τια πλευ­ρὰ τῆς κα­τοι­κί­ας του, σὲ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο ση­μεῖ­ο κον­τὰ σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς κα­λύ­βας, τὸν πε­ρί­με­νε με­γά­λη τύ­χη. Ἔ­σκα­ψε στὸ μέ­ρος ποὺ τοῦ ὑ­πο­δεί­χτη­κε καὶ πραγ­μα­τι­κά, βρῆ­κε μιὰ στά­μνα ποὺ πε­ρι­εῖ­χε χρυ­σὸ τό­σο, ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν κά­νει πο­λὺ πλού­σιο ἄν­θρω­πο.»

 

* * *

 

Ὁ πα­λιός μου φί­λος ἄ­φη­σε αὐ­τὸ τὸν κό­σμο τό­σο μο­να­χι­κά, ὅ­σο εἶ­χε ζή­σει. Τὸν πε­ρα­σμέ­νο χει­μώ­να, κα­θὼς δι­ά­βαι­νε μιὰ ὁ­ρο­σει­ρά, ἔ­πε­σε πά­νω σε μιὰ χι­ο­νο­θύ­ελ­λα κι ἔ­χα­σε τὸ δρό­μο του. Πολ­λὲς μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, τὸν βρῆ­καν νὰ στέ­κε­ται ὄρ­θιος, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸν κορ­μὸ ἑ­νὸς πεύ­κου, μὲ τὸ μι­κρό του σακ­κί­διο δε­μέ­νο στοὺς ὤ­μους: ἕ­να ἄ­γαλ­μα ἀ­πὸ πά­γο – χέ­ρια δι­πλω­μέ­να καὶ μά­τια κλει­στά, σὰν σὲ δι­α­λο­γι­σμό. Ἴ­σως, πε­ρι­μέ­νον­τας νὰ πε­ρά­σει ἡ θύ­ελ­λα, νὰ εἶ­χε ὑ­πο­χω­ρή­σει στὴν ὑ­πνη­λί­α ποὺ φέρ­νει τὸ κρύ­ο, καὶ τὸ χι­ό­νι τὸν σκέ­πα­σε κα­θὼς κοι­μό­ταν. Ἀ­κού­γον­τας αὐ­τὸν τὸν πα­ρά­ξε­νο θά­να­το θυ­μή­θη­κα τὴν πα­λιὰ ἰ­α­πω­νι­κὴ πα­ροι­μί­α – Οὐ­ρα­νά­ϊ­για μὶ νὸ οὐ­ὲ σι­ρά­ζου: «Ὁ μαν­το­λό­γος δὲν γνω­ρί­ζει τὴν ἴ­δια του τὴ μοί­ρα.»

 

* ντα­ϊ­μυ­ό· περιφερειακὸς διοικητὴς τῆς φεουδαρχικῆς περιόδου (Σ.τ.ἐ.).

 

 

Πρώτη δημοσίευση: Lafcadio Hearn: In Ghostly Japan, Little, Brown, and Co., Boston 1899, σ. 50 -59.

 

 Λευ­κά­διος Χὲρν (Lafkadio Hearn) Γεν­νή­θη­κε τὸ 1850 στὴν Λευ­κά­δα, ἀ­πὸ πα­τέ­ρα Ἰρ­λαν­δό, τὸν Τσὰρ­λς Χέρν, ποὺ ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε τό­τε ὡς για­τρὸς τοῦ ἀγ­γλι­κοῦ στρα­τοῦ στὰ ὑ­πὸ βρε­ταν­νι­κὴ κα­το­χὴ Ἑ­πτά­νη­σα, καὶ μη­τέ­ρα Ἑλ­λη­νί­δα, τὴν Ρό­ζα Κα­σι­μά­τη ἀ­πὸ τὰ Κύ­θη­ρα. Με­τὰ ἀ­πὸ δύ­ο χρό­νια ὁ πα­τέ­ρας του γύ­ρι­σε μὲ με­τά­θε­ση στὴν Ἰρ­λαν­δί­α, μα­ζὶ μὲ ὅ­λη τὴν οἰ­κο­γέ­νεια. Ὅ­ταν ὁ Λευ­κά­διος ἦ­ταν τεσ­σά­ρων χρο­νῶν οἱ δύ­ο σύ­ζυ­γοι χώ­ρι­σαν. Τὸν Λευ­κά­διο με­γά­λω­σε μιὰ εὐ­κα­τά­στα­τη θεί­α του, ἡ ὁ­ποί­α φρόν­τι­σε καὶ γιὰ τὴ μόρ­φω­σή του, στέλ­νον­τάς τον νὰ σπου­δά­σει σὲ ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς συγ­γε­νῆ ἡ θεί­α ἔ­χα­σε τὴν πε­ρι­ου­σί­α της, ὁ­πό­τε ὁ Χέρν, σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν (1869) ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ με­τα­να­στεύ­σει στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Στὸ Σιν­σι­νά­τι καὶ τὴ Νέ­α Ὀρ­λε­ά­νη ὅ­που κυ­ρί­ως ἔ­ζη­σε πέ­ρα­σε πολ­λὲς κα­κου­χί­ες, ὥ­σπου βρῆ­κε δου­λειὰ ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες. Μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὸν ἔ­στει­λε ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τὴ στὴ Μαρ­τι­νί­κα. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χὴ ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­να­τέλ­λει τὸ λο­γο­τε­χνι­κό του ἄ­στρο. Τὸ βι­βλί­ο μὲ τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις του ἀ­πὸ τὸ νη­σὶ τῆς ἐ­ξω­τι­κῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς γνω­ρί­ζει ἐ­πι­τυ­χί­α. Ἐκ­πο­νεῖ ἐ­πί­σης με­τα­φρά­σεις Γάλ­λων λο­γο­τε­χνῶν. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ὴ τοῦ Λευ­κά­διου, τὸν ἀ­νέ­δει­ξε σὲ συγ­γρα­φέ­α δι­ε­θνοῦς βε­λη­νε­κοῦς καὶ τοῦ προ­σέ­δω­σε μιὰ σπά­νια ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, ἦ­ταν ἡ ἀ­πο­στο­λὴ ποὺ τοῦ ἀ­νέ­θε­σε ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα του νὰ πά­ει στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, ποὺ μό­λις πρὶν ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια εἶ­χε ἀ­νοί­ξει τὶς πύ­λες της στὴ Δύ­ση καὶ νὰ στεί­λει ἐν­τυ­πώ­σεις κ.λπ. ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ὁ Λευ­κά­διος ἐ­ρω­τεύ­τη­κε αὐ­τὴ τὴ χώ­ρα. Παν­τρεύ­τη­κε Ἰ­α­πω­νί­δα καὶ ἔ­γι­νε Ἰ­ά­πω­νας ὑ­πή­κο­ος, παίρ­νον­τας τὸ ὄ­νο­μα Κο­ϊ­ζού­μι Γι­ά­κου­μο. Ἀ­νέ­λα­βε συν­ει­δη­τὰ τὸ ἔρ­γο ἀ­πὸ τὴ μιὰ τῆς δι­ά­σω­σης τῆς ἰ­α­πω­νι­κῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς, πε­ρι­γρά­φον­τας τὴ ζω­ὴ ὅ­πως τὴν ἔ­βλε­πε γύ­ρω του, με­τα­γρά­φον­τας πα­ρα­μύ­θια καὶ θρύ­λους, πε­ρι­γρά­φον­τας ἔ­θι­μα κ.λπ., καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τῆς ἑρ­μη­νεί­ας αὐ­τοῦ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ στὴ Δύ­ση. Μέ­χρι σή­με­ρα, ἂν καὶ αὐ­τὴ ἡ ἑρ­μη­νεί­α ἔ­χει πε­ρά­σει ἀ­πὸ φά­σεις κρι­τι­κῆς, δὲν ἔ­χει πά­ψει νὰ μα­γνη­τί­ζει ἕ­να με­γά­λο ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, στὸ ὁ­ποῖ­ο, μα­ζὶ μὲ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἀ­ρε­τές, τὸν ρο­μαν­τι­σμὸ κ.λπ. τοῦ ἔρ­γου τοῦ Χέρν, ἀ­σκεῖ τὴν ἰ­δι­αί­τε­ρη γο­η­τεί­α της. Ὁ Λευ­κά­διος πέ­θα­νε στὴν Ἰ­α­πω­νί­α τὸ 1904 καὶ θά­φτη­κε ἐ­κεῖ μὲ τὸ βου­δι­στι­κὸ τυ­πι­κό, σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α του. Ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ δὲν ἔ­πα­ψε νὰ ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πὸ τὸ τραῦ­μα τῆς ἔλ­λει­ψης τῆς μη­τέ­ρας, τὴν ὁ­ποί­α πάν­τα ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μέ­σα στὰ θο­λὰ σπα­ράγ­μα­τα τῶν παι­δι­κῶν ἀ­να­μνή­σε­ων. Ὁ Χὲρν ἔ­γρα­ψε πολ­λὰ βι­βλί­α σχε­τι­κὰ μὲ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α, ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν δι­ά­ση­μο, ὅ­πως τὸ O­ut of t­he E­a­st, G­l­e­a­n­i­n­gs in B­u­d­d­ha F­i­e­l­ds, K­w­a­i­d­an, J­a­p­an: An A­t­t­e­m­pt at I­n­t­e­r­p­r­e­t­a­t­i­on, κ.ἄ. Ση­μαν­τι­κὴ εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἡ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α του, οἱ πα­ρα­δό­σεις γιὰ τὴν ἀγ­γλι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἔ­δω­σε ὡς κα­θη­γη­τὴς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τό­κυ­ο, κ.ἄ. (Περισσότερα στὸ http://www.lafcadio.gr/index.html)

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Στέ­λιος Πα­πα­λε­ξαν­δρό­που­λος (Ἀ­στα­κὸς Αἰ­τω­λο­α­καρ­να­νί­ας, 1951). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ Θρη­σκει­ο­λο­γί­α στὴν Ἰ­α­πω­νί­α. Δι­δά­σκει στὴ Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ ΕΚ­ΠΑ Ἱ­στο­ρί­α Θρη­σκευ­μά­των (Ἰ­α­πω­νι­κὸ βου­δι­σμό).  Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὲς με­λέ­τες, δο­κί­μια, ἄρ­θρα καὶ με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ τὰ Ἰ­α­πω­νι­κά. Ἐκτε­τα­μέ­νες με­τα­φρα­στικὲς ἐργα­σί­ες του μὲ εἰσα­γωγὲς καὶ ση­μειώσεις ἔχουν δη­μο­σιευ­τεῖ στὸ περ. Πλα­νό­διον γιὰ τοὺς ἰά­πω­νες συγ­γρα­φεῖς Σίγκα Να­ό­για (τχ. 32) καὶ Οὐέ­ντα Ἀκι­νά­ρι (τχ. 41).  

 

Εἰκόνα: Ὁ Λευκάδιος Χὲρν μὲ τὴ σύζυγό του Κοϊζούμι Σέτσου.

 

Σάιμον Μπρέτ (Simon Brett) καὶ ἄλλοι: [Τὸ σφιγμένο χαμόγελο τὸν ἔκανε νὰ μοιάζει…]

 

 

[Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Γ΄ – Ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα (2/2). Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ]

 

Σάιμον Μπρέτ (SimonBrett) καὶ ἄλλοι

 

[Τὸ σφιγ­μέ­νο χα­μό­γε­λο τὸν ἔ­κα­νε νὰ μοιά­ζει…]

([The ri­gid grin ma­de it look])

 

Ο ΣΦΙΓΜΕΝΟ χα­μό­γε­λο τὸν ἔ­κα­νε νὰ μοιά­ζει λὲς κι εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­π’ τὰ γέ­λια. Ὑ­πὸ ἄλ­λες συν­θῆ­κες τὸ θέ­α­μα ἐμ­πρός του μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἦ­ταν ἀ­στεῖο. Ἀλ­λὰ τὰ ἀ­στεῖ­α εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει ἀ­πὸ και­ρό. Μπο­ροῦ­σε κι­ό­λας νὰ δεῖ τοὺς τί­τλους: «Δὲν εἶ­ναι γιὰ γέ­λια: Ὁ Κλό­ουν-Δο­λο­φό­νος ξα­να­χτυ­πᾶ». Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ὑ­πῆρ­χε μιὰ κά­ποι­α δι­α­φο­ρά. Κά­τι στὸ χα­μό­γε­λο τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή του: ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι χαρ­τί. Ἦ­ταν ἕ­να ση­μεί­ω­μα ἀ­φη­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ δο­λο­φό­νο. Δύ­ο λέ­ξεις ἦ­ταν σκα­λι­σμέ­νες μὲ παι­δι­κὴ κη­ρομ­πο­γιά: Πί­σω σου! Γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε κα­λὰ τὰ κα­τα­κόκ­κι­να μά­τια. «Ἐ­σύ;» τραύ­λι­σε. Δὲν μὲ ἐ­ξέ­πλη­ξε. Με­θυ­σμέ­να μά­τια. Ἀ­χτέ­νι­στα κόκ­κι­να μαλ­λιά. Ἡ κό­ρη μου. «Εἶ­σαι πε­ρή­φα­νος τώ­ρα, μπαμ­πά;­». Κα­θὼς τὸ τσε­κού­ρι χα­μή­λω­νε, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, ἤ­μουν.

 

Σημείωση τοῦ μεταφραστῆ:

Τε­τάρ­τη, 28 Σε­πτεμ­βρί­ου. Τὸ εἶ­δος δι­η­γή­μα­τος τῆς τρί­της ἑ­βδο­μά­δας ἦ­ταν κω­μω­δί­α/ἀ­στυ­νο­μι­κό. Οἱ δύ­ο ἀρ­χι­κὲς πε­ρί­ο­δοι (καὶ πά­λι σὲ πλά­για) δό­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Σά­ι­μον Μπρέτ, συγ­γρα­φέ­α μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ρα­δι­ο­φω­νι­κῶν καὶ τη­λε­ο­πτι­κῶν σή­ριαλ, ποὺ συν­δυά­ζουν τὴν ἀ­στυ­νο­μι­κὴ πλο­κὴ μὲ μιὰ ἰ­δι­ά­ζου­σα αἴ­σθη­ση τοῦ χι­οῦ­μορ. Οἱ ἀρ­χι­κὲς προ­τά­σεις τοῦ Σά­ι­μον Μπρὲτ στὸ πρω­τό­τυ­πο εἶ­ναι: «The ri­gid grin ma­de it look as if he had di­ed laugh­ing. In other cir­cum­stan­ces the sight in front of him might ha­ve been fun­ny».

  

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Intro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (Jem­ma Press). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Edgar Lee Ma­sters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Jus­ti­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­».

 

Ἴαν Ράνκιν (Ian Rankin) καὶ ἄλλοι: [Ξύπνησα σ’ ἕνα ἄγνωστο δωμάτιο…]

..

 

.

[Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Γ΄ – Ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα (1/2). Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ]

.

Ἴ­αν Ράν­κιν (IanRankin) καὶ ἄλλοι

 .

[Ξύ­πνη­σα σ’ ἕ­να ἄ­γνω­στο δω­μά­τιο…]

([I wo­ke up on the floor of a stran­ge bed­room])

 

ΥΠΝΗΣΑ σ’ ἕ­να ἄ­γνω­στο δω­μά­τιο, στὸ πά­τω­μα, σφίγ­γον­τας στὸ δε­ξί μου χέ­ρι μί­α καὶ μο­να­δι­κὴ σφαί­ρα. Δὲν ἔ­βλε­πα που­θε­νὰ ὅ­πλο. Ὕ­που­λη σὰν ψί­θυ­ρος, ἡ ὀ­σμὴ τοῦ θα­νά­του γέ­μι­ζε τὰ πνευ­μό­νια μου. Γλυ­κιά, κου­ρα­σμέ­νη, οἰ­κεί­α. Ὅ­μως τὸ σῶ­μα ποὺ ἀν­τι­κρυ­ζα δὲν ἡ­σύ­χα­ζε. Τι­να­ζό­ταν μὲ σπα­σμούς. Τὸ κοι­τοῦ­σα ἀ­η­δι­α­σμέ­νος κα­θὼς τρεῖς κα­τσα­ρί­δες βγῆ­καν σκαρ­φα­λώ­νον­τας ἀ­π’ τὸ ἀ­νοι­χτὸ στό­μα τῆς ὡ­ραί­ας κο­πέ­λας. Τὸ κι­νη­τὸ στὴν τσέ­πη τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ της χτύ­πη­σε. «Ἡ σει­ρά σου». Γνώ­ρι­ζα κα­λὰ τὴ φω­νὴ στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς γραμ­μῆς. Μὲ τὴν ψυ­χὴ στὰ πό­δια τρά­βη­ξα γιὰ τὴν πόρ­τα. Τραν­τά­χτη­κε κι ἄ­νοι­ξε πρὶν τὴν ἀγ­γί­ξω. Ἐ­κεῖ­νος μ’ ἅρ­πα­ξε καὶ μ’ ἔ­σπρω­ξε στὴ σκη­νή. Μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ χει­ρο­κρο­τοῦ­σαν μὲ πρό­στα­ξε: «Τρα­γού­δη­σε». Πῆ­ρα μιὰ βα­θειὰ ἀ­νά­σα.

 

Σημείωση τοῦ μεταφραστῆ:

Τε­τάρ­τη, 14 Σε­πτεμ­βρί­ου. Τὸ εἶ­δος δι­η­γή­μα­τος ποὺ ὁ­ρί­στη­κε γιὰ τὴν ἐ­ναρ­κτή­ρια ἡ­μέ­ρα τοῦ «του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ἦ­ταν θρί­λερ. Τὴν ἀρ­χὴ (ση­μει­ω­μέ­νη στὸ κεί­με­νο μὲ πλά­για) ἔ­κα­νε ὁ Ἴ­αν Ράν­κιν, δη­μο­φι­λὴς συγ­γρα­φέ­ας ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, ἐμ­πνευ­στὴς τοῦ Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τῆ Ρέμ­πους. Ἡ ἐ­πι­λο­γὴ τῶν ἀ­ναρ­τή­σε­ων τῶν χρη­στῶν τοῦ twitter ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­με­λή­τρια ἐκ­δό­σε­ων Σού­ζι Μαγ­κουά­ιρ. Στὸ πρω­τό­τυ­πο, ἡ ἀρ­χὴ τοῦ Ἴ­αν Ράν­κιν εἶ­ναι: «I wo­ke up on the floor of a stran­ge bed­room, clutch­ing a sin­gle bul­let in my right hand. I couldn’t see any sign of a gun».

 

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Intro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (Jem­ma Press). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Edgar Lee Ma­sters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Jus­ti­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­».

 

Νὴλ Γκάιμαν (Neil Gaiman): Ἕνας τουϊτομαραθώνιος γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διηγήματος

 

 

[Ἕ­νας λο­γο­τε­χνι­κὸς «τουϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος»: Β΄ – Ἡ ἐκτίμηση τοῦ Νὴλ Γκάι­μαν. Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ

 

Νὴλ Γκάιμαν (NeilGaiman)

 

Ἕνας τουϊτομαραθώνιος γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ διηγήματος

(A tweetathon to save the short story)

 

ΓΑΠΩ ΤΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Με­γά­λω­σα μα­ζί τους. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ μὲ ἐ­πη­ρέ­α­σαν εἶ­ναι πιὰ ἐγ­γε­γραμ­μέ­νες στὸ DNA μου. «Μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα μὲ φυ­στί­κια» καὶ «Ἡ λο­τα­ρί­α» τῆς Σίρ­λε­ϊ Τζάκ­σον. «Σρέν­τνι Βά­σταρ» τοῦ Σά­κι. «Τὸ πό­δι τῆς μα­ϊ­μοῦς» τοῦ Γ.Γ. Τζέ­ι­κομ­πς. «Ὁ κη­που­ρὸς» τοῦ Κί­πλινγκ. Εἶ­ναι πά­ρα πολ­λὲς καὶ τρέ­φω γι’ αὐ­τὲς μό­νον ἁ­γνὴ ἀ­γά­πη.

       Γιὰ ἕ­ναν ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α συγ­γρα­φέ­α, μιὰ τέ­τοι­α ἀ­γά­πη εἶ­ναι κά­πως ἀ­νό­η­τη. Κα­λύ­τε­ρα νὰ γρά­φεις μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα κο­στο­λο­γοῦν­ται ὅ­σο ἕ­να κα­λὸ γεῦ­μα, ἂν εἶ­σαι τυ­χε­ρὸς (καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ οἱ ἀν­θο­λο­γί­ες ποὺ στὸ πα­ρελ­θὸν τὰ ἀ­γό­ρα­ζαν μα­ρα­ζώ­νουν ἢ ἔ­χουν κι­ό­λας ἐν­τε­λῶς ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ). Ὅ­ταν ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ον­ται, τὰ χρή­μα­τα δὲν φτά­νουν οὔ­τε γιὰ τὸ τα­ξὶ μέ­χρι τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο. Ὑ­πῆρ­ξα τυ­χε­ρός, κι ἔ­χω συγ­κεν­τρώ­σει τὰ δι­η­γή­μα­τά μου σὲ βι­βλί­α ποὺ κά­νουν κα­λὲς πω­λή­σεις γιὰ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των – ὡ­στό­σο, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να μι­κρὸ μέ­ρος τῶν πω­λή­σε­ων τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των μου.

       Ὅ­μως τὰ δι­η­γή­μα­τα εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ γιὰ νὰ ἀ­σκή­σουν οἱ νέ­οι συγ­γρα­φεῖς τὴν τέ­χνη τους: γιὰ νὰ δο­κι­μά­σουν δι­α­φο­ρε­τι­κὲς φω­νὲς καὶ τε­χνι­κές, νὰ πει­ρα­μα­τι­στοῦν, νὰ μά­θουν. Κι εἶ­ναι καὶ μιὰ θαυ­μά­σια πε­ρι­ο­χὴ γιὰ τοὺς δό­κι­μους συγ­γρα­φεῖς – ὅ­ταν, ἂς ποῦ­με, ἔ­χεις μιὰ ἰ­δέ­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ λά­βει τὴν ἔ­κτα­ση τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ὅ­ταν ἔ­χεις κά­τι ἁ­πλὸ καὶ κομ­ψὸ ποὺ πρέ­πει νὰ εἰ­πω­θεῖ. Στὸν κό­σμο ἀ­ρέ­σει νὰ δι­α­βά­ζει δι­η­γή­μα­τα. Καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ τὰ ἀ­κού­ει.

      Ἐ­δῶ καὶ χρό­νια τὸ Ra­­dio 4 ἔ­χει στη­ρί­ξει τὸ δι­ή­γη­μα. Δε­κά­λε­πτες ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­να­γνω­σμέ­νες μὲ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­σμό, προ­σφέ­ρουν στοὺς συγ­γρα­φεῖς, νέ­ους καὶ δό­κι­μους, τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ που­λή­σουν τὴ δου­λειά τους σὰν ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες. Καὶ γιὰ νὰ πῶ τὴν πλή­ρη ἀ­λή­θεια: πρὶν με­ρι­κὰ χρό­νια ἔ­γρα­ψα κι ἐ­γὼ γιὰ τὸ R­a­d­io 4 μιὰ ἱ­στο­ρί­α, μὲ τί­τλο «Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ», καὶ με­γά­λω­σα ἀ­κού­γον­τας ἐ­κεῖ δι­η­γή­μα­τα, μὲ τὸ ὄ­νει­ρο κά­πο­τε νὰ ἀ­κου­στεῖ κι ἕ­να δι­κό μου δι­ή­γη­μα.

       Τώ­ρα ἡ ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ σταθ­μοῦ στὸ δι­ή­γη­μα φθί­νει. Ὁ του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιος ποὺ κά­νου­με γιὰ νὰ δώ­σου­με δη­μο­σι­ό­τη­τα στὸ θέ­μα (σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴν Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων, κά­θε Τε­τάρ­τη γιὰ τὶς ἑ­πό­με­νες πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες, ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἀ­νε­βά­ζει στὸ twitter τὴν πρώ­τη φρά­ση μιᾶς ἱ­στο­ρί­ας καὶ οἱ χρῆ­στες θὰ προ­σθέ­τουν τὶς ἑ­πό­με­νες τέσ­σε­ρις προ­τά­σεις, ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ μιὰ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη ἱ­στο­ρί­α 670 χα­ρα­κτή­ρων) μπο­ρεῖ νὰ δώ­σει σπου­δαῖ­ες ἱ­στο­ρί­ες, μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι: ἡ συ­νερ­γα­τι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ἐρ­γα­σί­α πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­πο­δί­δει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ὅ­ταν τὸ ζή­τη­μα εἶ­ναι ἡ συγ­κέν­τρω­ση εἰ­δή­σε­ων ἢ ὁ σχο­λια­σμός, ἀλ­λὰ συ­νή­θως δὲν πα­ρά­γει σπου­δαί­α τέ­χνη.

       Ἡ μό­νη μου εὐ­χὴ εἶ­ναι ἡ προ­σπά­θεια αὐ­τὴ νὰ ὑ­πεν­θυ­μί­σει στὸν κό­σμο πό­ση ἀ­πό­λαυ­ση ἀν­τλοῦν ἀ­πὸ τὰ δι­η­γή­μα­τα ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἀ­κρο­α­τές, κι ἐ­πί­σης πό­σα μα­θαί­νου­με κα­τὰ τὴ συγ­γρα­φή τους. Κι ἂν φτι­ά­ξου­με ἄλ­λο ἕ­να δι­ή­γη­μα σὰν τὸ «Πό­δι τῆς μα­ϊ­μοῦς», αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι ἐ­πι­πλέ­ον κέρ­δος.

 

 

Νὴλ Γκά­ι­μαν (N­e­il G­a­i­m­an) (Πόρ­τσε­στερ, 1960). Ὁ Νὴλ Γκά­ι­μαν εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δη­μο­φι­λέ­στε­ρους συγ­γρα­φεῖς φαν­τα­σί­ας καὶ τρό­μου τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ἔχει γρά­ψει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα, κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ κό­μικς καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει ἀ­πο­σπά­σει πο­λυ­ά­ριθ­μα βρα­βεῖ­α. Ἀρ­κε­τὰ βι­βλί­α του κυ­κλο­φο­ροῦν καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά, κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὀ­ξὺ καὶ Mo­dern Ti­mes.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν Intro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (Jem­ma Press). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Edgar Lee Ma­sters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Jus­ti­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­».