Μὰξ Ἂπλ (Max Apple): Καρδιακὴ προσβολή

 

 

Μὰξ ­πλ (Max Apple)

 

Καρ­δια­κὴ προ­σβο­λή

(Heart Attack)

 

ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΜΟΥ μὲ ἐ­νο­χλεῖ, ἂν καὶ ἐ­πι­μέ­νω νὰ τὸ ἀρ­νοῦ­μαι. «Θά ’­ναι δυ­σπε­ψί­α», σκέ­φτο­μαι, καὶ ἀ­πο­φεύ­γω τὰ κρεμ­μύ­δια· ἢ λέ­ω «ἀρ­θρί­τι­δα», καὶ στα­μα­τά­ω νὰ πα­ραγ­γέλ­νω συ­κώ­τι καὶ φου­ά-γκρά. Τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ πρό­κει­ται γιὰ νευ­ρι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση μὲ κρα­τά­ει κλι­νή­ρη νὰ βα­ρι­α­να­σαί­νω γιὰ τρεῖς μέ­ρες. Γιὰ νὰ ξε­πε­ρά­σω τὸ ἄγ­χος, κά­νω γιόγ­κα. Ὅ­μως, νά ’­μαι πιά, νὰ πε­ρι­μέ­νω πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κά, γυ­μνὸς ὣς τὴ μέ­ση καὶ μὲ μιὰ βε­λό­να στὴ φλέ­βα, νὰ βή­χω ἐ­νῶ μιὰ ξέ­νη χού­φτα μοῦ κρα­τά­ει τοὺς ὄρ­χεις. Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πο­χὴ τῆς ἰ­ο­γε­νοῦς πνευ­μο­νί­ας μου θυ­μᾶ­μαι τοῦ­το τὸ σὲτ γρα­φεί­ου καὶ τὴν πέ­να 14 κα­ρα­τί­ων μάρ­κας Sheaffer. Γρά­φει συν­τα­γὲς χω­ρὶς τὴν πα­ρα­μι­κρὴ γρατ­ζου­νιά. Τὴ φο­ρὰ ποὺ κά­η­κα σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, τὰ πο­νε­μέ­να μά­τια μου σά­ρω­ναν τοὺς τοί­χους δι­α­βά­ζον­τας τὰ πτυ­χί­α καὶ κοί­τα­ζαν μὲ φθό­νο τὴν ὄ­μορ­φη σύ­ζυ­γο, τὰ τρί­α ἀ­γό­ρια καὶ τὴν κλαί­ου­σα ἰ­τιὰ τῆς πί­σω αὐ­λῆς.

       Μπο­ρῶ νὰ ἐ­πι­λέ­ξω ἀ­νά­με­σα στὸ Sports Illustrated, τὸ Time, τὸ Boys World καὶ ἄλ­λα. Σὰν νὰ τὸ κά­νω ἐ­πί­τη­δες, δι­α­λέ­γω τὸ δω­ρε­ὰν φυλ­λά­διο ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο. Ἡ μαρ­γα­ρί­νη Fleischmann μοῦ μι­λά­ει στα­ρά­τα γιὰ τὴ χο­λη­στε­ρό­λη. Θυ­μᾶ­μαι τὰ δέ­κα χι­λιά­δες ἀ­βγὰ τῆς νι­ό­της μου, ἐ­κεῖ­να τὰ πρω­τε­ϊ­νι­κὰ θαύ­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἴ­σως ὀ­φεί­λε­ται ποὺ τὸ μέ­σα μου ἔ­γι­νε σὰν γο­μο­λά­στι­χα. Δυ­ὸ με­λά­τα τὸ πρω­ί, ἕ­να σφι­χτὸ κά­θε βρά­δυ, σι­γο­βρα­σμέ­νο, με­ρι­κὲς φο­ρὲς γε­μά­το μα­γι­ο­νέ­ζα. Ὑ­πῆρ­ξα φί­λος τῶν ἀ­βγῶν μὲ πολ­λοὺς τρό­πους. Τὸ φυλ­λά­διο δεί­χνει τὴν καρ­διά μου, μιὰ μι­κρὴ ἀν­τλί­α στὸ μέ­γε­θος τῆς γρο­θιᾶς μου. Κά­νω γρο­θιὰ τὸ χέ­ρι μου καὶ κοι­τά­ζω τὶς ἀρ­θρώ­σεις τῶν δα­χτύ­λων μου, ἄ­σπρες σὰν τὰ τσό­φλια τῶν ἀ­βγῶν ποὺ τώ­ρα εὔ­χο­μαι νὰ εἶ­χα προ­τι­μή­σει. Κά­ποι­ος μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι τὸ μέ­γε­θος τοῦ πέ­ους ἰ­σοῦ­ται μὲ τὸ μέ­γε­θος τοῦ με­σαί­ου δα­χτύ­λου σὺν τὴν ἀ­πό­στα­ση ποὺ κα­λύ­πτει αὐ­τὸ τὸ δά­χτυ­λο λυ­γι­σμέ­νο πρὸς τὴν πα­λά­μη. Τὸ δι­κό μου δὲν φτά­νει οὔ­τε μέ­χρι τὸν καρ­πό. Κι ἡ καρ­διά μου μᾶλ­λον θὰ εἶ­ναι σὰν μπι­ζέ­λι μέ­σα σὲ τοῦ­το τὸ λι­πό­σαρ­κο, ἄ­τρι­χο στῆ­θος.

       Μιὰ νο­σο­κό­μα ντυ­μέ­νη ὅ­λη στὰ λευ­κὰ βγαί­νει ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα μὲ τὴν πι­να­κί­δα «PRIVATE» κι ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Κά­θε­ται πο­λὺ κον­τά μου στὸν κα­να­πὲ καὶ κοι­τά­ζει τὸ φυλ­λά­διο. Παίρ­νει τὸ ἱ­δρω­μέ­νο χέ­ρι μου στὰ δι­κά της καὶ γαρ­γα­λά­ει τὴν πα­λά­μη μου. Τὰ ἁ­πα­λά της χεί­λη ψι­θυ­ρί­ζουν στὸ αὐ­τί μου με­λω­δι­κά: «Κά­θε δυ­σκο­λί­α ἔ­χει τὸ νό­η­μά της…»

       «Οἱ ἀρ­τη­ρί­ες μου, λοι­πόν, εἶ­ναι γε­μά­τες νό­η­μα, φρόν­τι­σαν γι’ αὐ­τὸ τὰ πα­λιά μου λά­θη.»

       Μοῦ δεί­χνει τὸ φυλ­λά­διο. «Οἱ ἀρ­τη­ρί­ες πρέ­πει νὰ εἶ­ναι γε­μά­τες μό­νο μὲ τὸ ὑ­γρὸ ποὺ με­τα­φέ­ρουν. Ὅ­ταν φρον­τί­ζεις τὶς ἀρ­τη­ρί­ες σου, φρον­τί­ζεις τὴν καρ­διά σου. Ἐ­ξάλ­λου, αὐ­τὴ ἡ καρ­διὰ θὰ σὲ συν­τρο­φεύ­ει πάν­τα.» Βά­ζει τὴ γλώσ­σα της στὸ ἀ­φτί μου καὶ νι­ώ­θω ἕ­να χέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ που­κά­μι­σό μου. Τρα­γου­δά­ει: «Κά­θε ἀ­γό­ρι χρει­ά­ζε­ται ἕ­να κο­ρί­τσι…»

       «Ἐ­γὼ χρει­ά­ζο­μαι για­τρό… γιὰ τὶς ἀρ­τη­ρί­ες μου.»

       Μοῦ δεί­χνει ξα­νὰ τὸ φυλ­λά­διο καὶ δι­α­βά­ζει: «Πα­ρό­τι οἱ ἀρ­τη­ρί­ες μοιά­ζουν μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες, συ­χνὰ εἶ­ναι πιὸ ση­μαν­τι­κὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς γιὰ δι­ά­φο­ρους λό­γους. Κοι­τάξ­τε αὐ­τὴν ἐ­δῶ, ρὸζ καὶ εὔ­καμ­πτη σὰν λου­ρά­κι ρο­λο­γιοῦ. Λί­γο πα­ρα­πέ­ρα πε­ρι­μέ­νει ἀ­πει­λη­τι­κὴ ἡ χο­λη­στε­ρί­νη, μαύ­ρη σὰν πε­τρέ­λαι­ο καὶ πα­χιὰ σὰν τούρ­τα γε­νε­θλί­ων. Ἡ χο­λη­στε­ρί­νη εἶ­ναι ὁ κα­κὸς τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Δη­μι­ουρ­γεῖ προ­βλή­μα­τα στὸ κα­λὸ καὶ ἀ­γα­θὸ αἷ­μα, ποὺ δὲν ἐ­νο­χλεῖ κα­νέ­ναν καὶ ρέ­ει χα­ρού­με­νο σὲ ὅ­λους, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴ φυ­λή, τὸ θρή­σκευ­μα καὶ τὸ χρῶ­μα τοῦ δέρ­μα­τος.»

       «Πο­νά­ω», τῆς λέ­ω, «πο­νά­ω στὸ στῆ­θος, νι­ώ­θω τὴ γλώσ­σα μου πρη­σμέ­νη καὶ οἱ ἀρ­θρώ­σεις μου ἔ­χουν πιά­σει μού­χλα».

       Ξε­κουμ­πώ­νει τὸ που­κά­μι­σό μου ἀρ­γά. Τὰ μα­κριά, δρο­σε­ρὰ δά­χτυ­λά της μὲ χου­φτώ­νουν σὰν νὰ εἶ­χα παν­τοῦ βυ­ζιά. Τὸ ἄ­τα­κτο δε­ξί της χέ­ρι με­τρά­ει τοὺς σπον­δύ­λους στὴν πλά­τη μου. Βγά­ζει τὸ κολ­λα­ρι­στὸ κα­πέ­λο τῆς στο­λῆς καὶ τρί­βει τὸ πρό­σω­πό της στὸ ἡ­λια­κό μου πλέγ­μα. Στὴ μέ­ση μου ἀρ­χί­ζει νὰ μουρ­μου­ρί­ζει: «I’m as corny as Kansas in August…»* Νι­ώ­θω τὶς δο­νή­σεις βα­θιά. Ἐ­κεί­νη ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται. «Ἐ­κεῖ», ἀγ­κο­μα­χῶ, «ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ». Ἔ­χω πα­ρα­λύ­σει σὰν νὰ πῆ­ρα Βά­λιουμ. Κα­θὼς βογ­κά­ω, μὲ ξα­πλώ­νει στὸν πλα­στι­κὸ κα­να­πὲ ποὺ τρί­ζει. Τὰ χεί­λη, τὰ δόν­τια καὶ ἡ γλώσ­σα της λυσ­σο­μα­νοῦν ἀ­νά­με­σα στὰ πλευ­ρά μου. Μουρ­μου­ρί­ζει ἕ­να σκο­πὸ καὶ τὸ δω­μά­τιο γυ­ρί­ζει μέ­χρι ποὺ παίρ­νει τὸ μά­τι μου τὸ φυλ­λά­διο πε­ρα­σμέ­νο σὲ ἕ­να τσιμ­πι­δά­κι. Μέ­σα στὴν ἔ­ξα­ψή μου βλέ­πω τὸ δι­ά­γραμ­μα τῆς χο­λη­στε­ρί­νης, σὰν καρ­δι­ο­γρά­φη­μα, νὰ εἰ­σβάλ­λει στὸ αἷ­μα ποὺ ρέ­ει ἡ­ρω­ι­κὰ μέ­σα ἀ­πὸ κά­θε στε­νω­πό.

       Ὅ­ταν μὲ ἀ­φή­νει νὰ ση­κω­θῶ, εἶ­μαι γε­μά­τος με­λα­νι­ὲς ἀλ­λὰ νι­ώ­θω ὑ­πέ­ρο­χα. Τὰ χεί­λη της ἔ­χουν χά­σει τὸ χρῶ­μα τους ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση στὸ κορ­μί μου. Ἀρ­χί­ζω νὰ βγά­ζω τὸ παν­τε­λό­νι μου. Στα­μα­τά­ει τὸ χέ­ρι μου πά­νω στὴν ἀγ­κρά­φα τῆς ζώ­νης, φι­λών­τας με πα­ρα­τε­τα­μέ­να. «Ὁ ὅρ­κος», ψι­θυ­ρί­ζει.

       «Γι­α­τρεύ­τη­κα», λέ­ω. «Ξέ­χνα τον. Ξέ­χνα τὰ οὖ­ρα καὶ τὸ αἷ­μα. Κοί­τα». Χτυ­πῶ τὸ στῆ­θος μου ὅ­πως ὁ Ταρ­ζάν, φτύ­νω σὲ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ με­ταλ­λι­κὸ στα­χτο­δο­χεῖ­ο στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου.

       «Θὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου», λέ­ει. Χά­νε­ται στὸ δω­μά­τιο μὲ τὴν ταμ­πέ­λα «PRIVATE» ἐ­νῶ ἐ­γὼ βου­τά­ω με­ρι­κὰ Reader’s Digest γιὰ τὸ δρό­μο καὶ κα­να­δυ­ὸ Today’s Health γιὰ τὴν του­α­λέ­τα.

       Ἐ­πι­στρέ­φει μὲ μιὰ συ­σκευ­ὴ φυ­γο­κέν­τρι­σης καὶ μιὰ βά­ση μὲ δο­κι­μα­στι­κοὺς σω­λῆ­νες. Φι­λι­ό­μα­στε κι ἔ­πει­τα σκύ­βω γιὰ νὰ πά­ρω τὰ πράγ­μα­τά της.

       «Μὴ ζο­ρί­ζεις μιὰ καρ­διὰ ποὺ δὲν σὲ πρό­δω­σε…», μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Βγαί­νον­τας στέλ­νου­με ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λὶ στὸν φαρ­μα­κο­ποι­ὸ καὶ τὸ αἷ­μα μου κυ­λά­ει καὶ πά­λι ἀ­νεμ­πό­δι­στο.

 

* Tὸ τρα­γού­δι «(I’m In Love With) A Wonderful Guy» («Εἶμαι Ἐρω­τευ­μέ­νη μὲ ἕναν Ὑπέ­ρο­χο Τύ­πο») γρά­φτη­κε ἀπὸ τὸν Ρί­τσαρ­ντ Ρό­τζερ­ς καὶ τὸν Ὄσκαρ Χά­μερ­στιν Ι­Ι γιὰ τὸ μιού­ζι­καλ South Pacific (Νό­τιος Ει­ρη­νι­κός) [1949].

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ries,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Μὰξ ­πλ (Max Apple) (Γκράντ Ράπιντς, Μίτσιγκαν, 1941). Εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πεν­σιλ­βά­νια στὴ Φι­λα­δέλ­φεια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει καὶ δύο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ σε­νά­ρια.  

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Κα­τε­ρί­να Παπ­π (1976). Ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­­ου Ἀ­θη­νῶν (Ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ΜΜΕ), ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὸ 2004. Ξε­κί­νη­σε μὲ παι­δι­κὰ ἀ­να­γνώ­σμα­τα (πα­ρα­μύ­θια, ψυ­χα­γω­γι­κὰ & ἐ­πι­μορ­φω­τι­κὰ παι­δι­κὰ βι­βλί­α) καὶ συ­νέ­χι­σε μὲ 2-3 ἀ­κό­μα βι­βλί­α γιὰ ἐ­νή­λι­κες. Ἀ­πὸ τὸ 2005 ἀ­σχο­λεῖ­ται σχε­δὸν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση τε­χνι­κῶν καὶ ἰ­α­τρι­κῶν κει­μέ­νων. Γλῶσ­σες ἐρ­γα­σί­ας Ἀγ­γλι­κά/Γερ­μα­νι­κὰ πρὸς Ἑλ­λη­νι­κά.

 

Διαφημίσεις

Χριστίνα Συμβουλίδου: Freerider

 

 

Χριστίνα Συμβουλίδου

 

Freerider

 

ΗΝ ΠΟΛΗ ΑΥΤΗ τὴν ἔ­χεις ψη­λα­φή­σει. Στὸ σχό­λα­σμα ἁ­λω­νί­ζεις κά­θε μέ­ρα τὰ στε­νὰ ψά­χνον­τας μὲ τὸ βλέμ­μα τὶς γω­νί­ες. Πε­ζού­λια, κρά­σπε­δα, σκα­λιά, ὅ­που καὶ νὰ κοι­τά­ξεις βλέ­πεις μο­νά­χα εὐ­και­ρί­ες. Ὅ­ταν τὴν πρω­το­εῖ­δες, ἕ­ξι χρο­νῶν, σοῦ φά­νη­κε θη­ρί­ο· φῶ­τα, κόρ­νες, τό­σος κό­σμος, δὲν ἤ­τα­νε νὰ μεί­νε­τε, ἔ­λε­γαν, ἁ­πλὰ ἕ­νας σταθ­μὸς μὰ ἐ­σέ­να σὲ κέρ­δι­σε ἀ­μέ­σως ἡ γεύ­ση της, κρουα­σὰν ἀ­μυ­γδά­λου, πρώ­τη φο­ρὰ δο­κί­μα­ζες καὶ γλυ­κά­θη­κε τὸ στό­μα σου. Συ­νή­θι­σες, δὲν ἤ­θε­λες νὰ φύ­γεις. Ὅ­μως τὸ θη­ρί­ο τὸ ἐ­ξη­μέ­ρω­σες στ’ ἀ­λή­θεια μὲ τού­τη τὴ σα­νί­δα. Σα­νί­δα σω­τη­ρί­ας, δὲν τὴν ἀ­πο­χω­ρί­ζε­σαι πο­τέ. Ἑ­πτὰ στρώ­σεις σφεν­τά­μι, ἑ­πτὰ ζω­ὲς κι ἐ­σύ, σὰν γά­τα, ὅ­πως κι ἂν πέ­σει ἀ­πὸ ψη­λὰ προ­σγει­ώ­νε­ται στὰ πό­δια της. Ἔ­μα­θες νὰ σκέ­φτε­σαι πιὸ γρή­γο­ρα γλι­στρών­τας πά­νω στὰ ρο­δά­κια αὐ­τά. Ἔ­μα­θες ν’ ἀ­φή­νεις πί­σω σου ὅ­λα τ’ ἄλ­λα.

      Τὸ ὄ­νο­μα μό­νο σὲ προ­δί­δει. Τὰ ροῦ­χα, τὰ μαλ­λιά σου, ὁ τρό­πος ποὺ μι­λᾶς, δὲν ξε­χω­ρί­ζουν πιά. Ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους. Ἀ­κό­μα καὶ στὴ σκέ­ψη. Ὅ­ταν ἤρ­θα­τε ἤ­ξε­ρες πέν­τε λέ­ξεις ὅ­λες κι ὅ­λες, μ’ αὐ­τὲς πῆ­γες σχο­λεῖ­ο. Γέ­λα­σε κα­τά­μου­τρα ὁ δά­σκα­λος μό­λις ἄ­νοι­ξες τὸ στό­μα. Πεί­σμω­σες· τὸ πά­λε­ψες καὶ σὲ δυ­ὸ μῆ­νες ἔ­μα­θες. Ὥ­σπου νὰ βγά­λεις τὸ δη­μο­τι­κὸ ἤ­σουν πρῶ­τος. Τὴ γλώσ­σα τῆς μά­νας σου πά­λι ὅ­σο πά­ει τὴν ξε­χνᾶς.

      Ἐ­κεῖ­νος βέ­βαι­α στέ­κε­ται στὸ ὄ­νο­μα. Φαί­νε­ται πὼς φο­ροῦν τὴ στά­ση αὐ­τὴ μα­ζὶ μὲ τὴ στο­λή. Βα­ρά­ει ρυθ­μι­κὰ τὸ νύ­χι στὴν ταυ­τό­τη­τα καὶ ἀ­πο­φεύ­γει νὰ σὲ κοι­τά­ξει, γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ γί­νε­σαι ἀ­ό­ρα­τος. Σω­παί­νει. Τό­ση ὥ­ρα ποὺ μουρ­μού­ρα­γε τσο­γλά­νια, ἀ­λῆ­τες, κα­τα­στρέ­φε­τε τὰ μάρ­μα­ρα, ἤ­θε­λες νὰ τοῦ πεῖς πὼς μπο­ρεῖ τὰ μνη­μεῖ­α νά­ ’­ναι ἄ­ψυ­χα, νὰ μὴν μι­λᾶ­νε ὅ­μως γυ­ρεύ­ουν ἀν­θρώ­πους νὰ τὰ ζων­τα­νέ­ψουν, ζη­τᾶ­νε φαν­τα­σί­α, ἐ­σὺ ἄ­κου­σες τὸ κά­λε­σμα, εἶ­σαι πιὰ μό­νι­μος ἐ­δῶ, κά­θε βρα­δά­κι τρί­α χρό­νια τώ­ρα, τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­κα­τσες πα­ρά­με­ρα, με­τὰ ση­κώ­θη­κες νὰ δο­κι­μά­σεις, μιὰ δυ­ὸ σα­βοῦ­ρες κι ἀ­μέ­σως κά­ποι­ο ἄλ­λο παι­δὶ πλη­σί­α­σε νὰ σοῦ δεί­ξει τὸν τρό­πο, κα­θέ­νας γιὰ πάρ­τη του ἀλ­λὰ ὅ­λοι βο­η­θᾶ­νε, ἔ­τσι εἶ­ναι ἐ­δῶ καὶ κα­νεὶς δὲ νοι­ά­ζε­ται πὼς σὲ λέ­νε στ’ ἀ­λή­θεια. Θέ­λει πο­λὺ ἐ­ξά­σκη­ση νὰ βγά­λεις ἕ­να κόλ­πο, ὁ πιὸ ἐ­πί­μο­νος κερ­δί­ζει. Κά­θε ἅλ­μα μο­να­δι­κό, χω­ρὶς κα­νό­νες, κα­μιὰ χα­ραγ­μέ­νη πο­ρεί­α. Εἶ­ναι θέ­μα συγ­κέν­τρω­σης, νὰ ξε­χά­σεις κί­νη­ση, πλα­τεί­α, πε­ρα­στι­κούς, τοὺς σκύ­λους ποὺ κοι­μοῦν­ται, τοὺς του­ρί­στες στὰ παγ­κά­κια, νὰ ξε­χά­σεις ἀ­κό­μα καὶ πὼς αὐ­τὸ ποὺ προ­σπα­θεῖς μοιά­ζει ἀ­δύ­να­το. Παίρ­νεις φό­ρα καὶ ξαφ­νι­κὰ πε­τᾶς, τὸ σῶ­μα μέ­νει στὸν ἀ­έ­ρα λί­γες στιγ­μὲς με­τέ­ω­ρο. Τί νὰ συγ­κρι­θεῖ μ’­αὐ­τό; Κι ἂν ξα­στο­χή­σεις δὲν πει­ρά­ζει. Ὅ­σο χτυ­πᾶς, μα­θαί­νεις.

      Ση­κώ­νει κά­πο­τε τὸ πρό­σω­πο, ἡ φω­νὴ του ἔ­χει σκλη­ρύ­νει, δι­α­βά­ζεις τὸ βλέμ­μα του ἀ­μεί­λι­κτο· ἐ­σὺ τῆς μι­ά­μι­σης γε­νιᾶς, πάν­τα στὸ ἀ­νά­με­σα, ἐ­σὺ θὰ πλη­ρώ­σεις γιὰ ὅ­λους. Πι­σω­πα­τᾶς σφίγ­γον­τας τὴ σα­νί­δα στὸ πλευ­ρό σου μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ξε­κολ­λά­ει, γρά­φει κύ­κλο μι­σὸ καὶ τσα­κί­ζε­ται στὶς πλά­κες ἄς νο­μί­ζουν ἀ­κό­μα τὰ χέ­ρια σου πὼς τὴν κρα­τοῦν. Γυ­α­λό­χαρ­το καὶ σκλῆ­θρες κο­φτε­ρὲς σὰν τὸ γέ­λιο του. Σκύ­βεις στὰ πό­δια του γο­να­τι­στός, μα­ζεύ­εις τὰ κομ­μά­τια, τὰ χώ­νεις ὅ­πως να­ ’­ναι στὸ σα­κί­διο. Θα­’ ­θε­λες νὰ τοῦ πεῖς, εἴ­μα­στε σὰν τὴ βρο­χή, θὲς δὲ θὲς νὰ τὴν ἀ­πο­φύ­γεις δὲ γί­νε­ται. Μὰ δὲ μι­λᾶς, ἔ­χεις μά­θει. Πά­ει τὸ σα­νί­δι σου ποὺ σὲ κρα­τοῦ­σε ὅ­σο δι­ά­βα­ζες, πλά­ι σου τὸ φύ­λα­γες τὶς νύ­χτες, μό­νο τὰ ρου­λε­μὰν καὶ τὰ ρο­δά­κια γλί­τω­σαν. Σέρ­νε­σαι ὡς τὴ μπού­κα τοῦ με­τρό, δὲν ἔ­χεις λε­φτὰ οὔ­τε γιὰ εἰ­σι­τή­ριο πό­σο μᾶλ­λον γι’ ἄλ­λο σα­νί­δι, ἑ­κα­τό, δι­α­κό­σια τε­λά­ρα τὴ μέ­ρα, τό­σα πρέ­πει νὰ ξε­φορ­τώ­νεις μή­να ὁ­λό­κλη­ρο γιὰ νὰ πά­ρεις και­νούρ­γιο, τὰ φτη­νι­ά­ρι­κα ἴ­σα ποὺ τσου­λᾶ­νε κι ἡ μά­να σου ἂν τὸ μά­θει θὰ χα­ρεῖ, βα­ρέ­θη­κε λέ­ει νὰ σὲ βλέ­πει νὰ γυρ­νᾶς μα­τω­μέ­νος.

      Ἐ­κεί­νη ποὺ βλέ­πεις ἐ­σὺ ὅ­μως τώ­ρα μπρο­στά σου δὲν γί­νε­ται νὰ μὴν τὴ δεῖς, τὰ μά­τια της φέγ­γουν, ψη­λή, λε­πτή, περ­πα­τά­ει κι οἱ γο­φοὶ της χο­ρεύ­ουν, θεὰ κι ἔρ­χε­ται ἴ­σια σὲ ἐ­σέ­να, χα­μο­γε­λών­τας, πῶς γί­νε­ται, κον­τὰ πο­λὺ κον­τά σου καὶ παίρ­νει τὸ χέ­ρι σου, τὸ σφίγ­γει μὲς στὰ δι­κά της καὶ σὲ κοι­τά­ει, χα­μο­γε­λά­ει, τὰ μαλ­λιὰ της μα­κριὰ σὲ χα­ϊ­δεύ­ουν, μυ­ρί­ζουν ἀ­μύ­γδα­λο, κά­τι κλεί­νει στὴ χού­φτα σου, χαρ­τί, ἀ­πο­κλεί­ε­ται, θα­ ’­ναι εἴ­κο­σι, εἴ­κο­σι δυ­ὸ του­λά­χι­στον, τό­σο ὄ­μορ­φη, σοῦ χα­μο­γε­λά­ει, ἐ­σέ­να, ἀ­δύ­να­τον, κι ὅ­μως τὴ νι­ώ­θεις ἀ­κό­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ φεύ­γει. Μὲ τὴν ἀ­νά­σα κομ­μέ­νη ξε­σφίγ­γεις τὰ δά­χτυ­λα μὰ φυ­σι­κὰ δὲν εἶ­ναι τη­λέ­φω­νο: ἕ­να εἰ­σι­τή­ριο.

      Ψά­χνεις μπρὸς πί­σω νὰ μαν­τέ­ψεις. Ἀ­κυ­ρω­μέ­νο, μέ­νει ἀ­κό­μα μιὰ ὥ­ρα καὶ κά­τι. Σοῦ τό­ ’­δῶ­σε, δῶ­ρο, σὲ ἐ­σέ­να, σὲ δι­ά­λε­ξε, ἐ­σέ­να ἀ­π’ ὅ­λους στὴν πλα­τεί­α. Στρι­φο­γυρ­νᾶς τὸ εἰ­σι­τή­ριο, τὸ μά­τι στέ­κε­ται σὲ σκόρ­πι­ες λέ­ξεις τυ­πω­μέ­νες στὴ ρά­χη του …Η ΑΠΟΔΟΧΗ….ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΕΙΤΑΙ… Δὲν ξέ­ρεις πρέ­πει, μό­νο ἐ­πι­λο­γές. Πι­ά­νε­σαι ἀ­π’ τὸ χαρ­τά­κι, μα­κρό­στε­νο σὰν τὴ σα­νί­δα σου κι ἂς εἶ­ναι μιὰ στα­λιά, τό­σο ἐ­λα­φρὺ ποὺ σί­γου­ρα ἐ­πι­πλέ­ει. Ρί­χνεις τὸν σά­κο στὸν ὦ­μο καὶ σαλ­τά­ρεις με ­μιᾶς στὶς κυ­λι­ό­με­νες. Ἡ πό­λη σοῦ χα­ρί­ζει ἄλ­λη μιὰ εὐ­και­ρί­α· νὰ τρι­γυρ­νᾶς ἐ­λεύ­θε­ρος στὰ σω­θι­κά της μὲ ρό­δες δα­νει­κές.

  

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Πλανόδιον – Τεῦχος ἑλληνικοῦ μπονζάι: Ποιὰ ἐπιλέγονται».

 

Χρι­στί­να Συμ­βου­λί­δου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἔ­ρευ­να ἀρ­χεί­ων.

 

Ἀργύρης Χιόνης: Τὸ ἀπομεσήμερο ἑνὸς φαύνου

 

 

Ἀρ­γύ­ρης Χι­ό­νης

 

Τὸ ἀπομεσήμερο ἑνὸς φαύνου

 

N­e­v­er-n­e­v­e­r­m­o­re

«T­he R­a­v­en», E.A. P­oe

 

ΥΤΗ ΜΟΛΙΣ ΕΙΧΕ ΚΛΕΙΣΕΙ τὰ εἴ­κο­σι τρί­α· αὐ­τὸς πλη­σί­α­ζε τὰ ἑ­ξῆν­τα. Αὐ­τὴ εἶ­χε μό­λις ἐκ­δώ­σει τὴν πρώ­τη ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή της, ἀλ­λὰ ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε ἤ­δη γιὰ ἀ­να­γνώ­ρι­ση, γιὰ κα­τα­ξί­ω­ση. Αὐ­τός, ἀ­φοῦ εἶ­χε φτύσει αἷ­μα καὶ πε­ρά­σει διὰ πυ­ρὸς καὶ σι­δή­ρου, ἐ­θε­ω­ρεῖ­το πλέ­ον κα­τα­ξι­ω­μέ­νος ποι­η­τὴς καὶ κρι­τι­κός.

       Ἦ­ταν ἕ­να ζε­στὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο τοῦ Ἰ­ου­λί­ου καὶ ἦ­σαν ξα­πλω­μέ­νοι, ὁ­λό­γυ­μνοι, ἐ­πά­νω στὸ κρε­βά­τι του. Πρὶν ἀ­πὸ λί­γο, εἴ­χα­νε, κά­νει ἔ­ρω­τα· αὐ­τὴ μὲ βα­θιοὺς στε­ναγ­μοὺς καὶ πνι­χτὲς κραυ­γὲς “ἡ­δο­νῆς”· αὐ­τὸς μὲ ἱ­δρώ­τα καὶ ἄγ­χος γιὰ τὴ λει­ψὴ στύ­ση του.

       Αὐ­τὴ εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ· αὐ­τός, ξύ­πνιος καὶ γερ­μέ­νος στὸ πλά­ι, πρὸς τὸ μέ­ρος της, ἄ­κου­γε τὴν ἥ­συ­χη, ἀ­μέ­ρι­μνη ἀ­νά­σα της καὶ πε­ρι­ερ­γα­ζό­ταν τὸ κορ­μί της. Ὁ ὕ­πνος τὴν εἶ­χε κερ­δί­σει σὲ ὕ­πτια στά­ση, ἀλ­λὰ τὰ στή­θη της δὲν κρέ­μον­ταν δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά· σφι­χτὰ σὰν λε­μό­νια, ση­μά­δευ­αν μὲ ρῶ­γες ὄρ­θι­ες τὸ τα­βά­νι. Τὰ μπρά­τσα ἦ­σαν ἀ­λα­βά­στρι­να, στο­μά­χι καὶ κοι­λιὰ καμ­πύ­λω­ναν πρὸς τὰ μέ­σα, χω­ρὶς ὡ­στό­σο νὰ ἐκ­θέ­τουν, τὰ πα­ΐ­δια τοῦ ὑ­περ­κεί­με­νου θώ­ρα­κα. Τὸ τρί­χω­μα τοῦ ἐ­φη­βαί­ου κα­τά­μαυ­ρο, πυ­κνο­ΰ­φα­σμέ­νο βε­λοῦ­δο, οἱ μη­ροί, κρου­στοί, δὲν ξε­χεί­λω­ναν πά­νω στὸ στρῶ­μα· τὸ ἴ­διο καὶ οἱ γάμ­πες. Τὰ γό­να­τα δι­α­κρι­τὰ καὶ τέ­λεια σμι­λευ­μέ­να. Ὅ­σο γιὰ τὰ πό­δια —ἄχ, τὰ πό­δια!— δύ­ο κομ­ψο­τε­χνή­μα­τα, μὲ λε­πτουρ­γη­μένους ἀ­στρα­γά­λους, τέ­λεια πέλ­μα­τος καμ­πύ­λη καὶ ἀ­κρο­δά­χτυ­λα σὰν ρό­δι­νες, στρι­φτὲς κα­ρα­με­λί­τσες ποὺ σοῦ ‘ρ­χό­ταν νὰ τὶς γλεί­φεις μέ­χρι νὰ λι­ώ­σουν μὲς στὸ στό­μα σου.

       Ἀ­π’ τὰ δρο­σά­τα πό­δια της, στὰ μα­ρα­μέ­να τὰ δι­κά του πέ­ρα­σε τὸ βλέμ­μα του καί, ἀ­πὸ κεῖ, στὶς ἀ­χα­μνές του γάμ­πες ἀ­νη­φό­ρι­σε, στ’ ἀρ­θρι­τι­κά του γό­να­τα καὶ στοὺς σα­κου­λι­α­σμέ­νους του μη­ρούς. Στὸ σμί­ξι­μό τους, ἀν­τί­κρι­σε, μὲ δέ­ος, τὰ τζού­φια ἀρ­χί­δια του, στε­φα­νω­μέ­να ἀ­πὸ γκρί­ζες γου­ρου­νό­τρι­χες, καί, λί­γο πιὸ ψη­λά, τὴ χα­λα­ρὴ κοι­λιὰ πού, ὅ­πως ἤ­τα­νε γερ­τὸς στὸ πλά­ι, πά­νω στὸ στρῶ­μα εἶ­χε κυ­λή­σει. Μί­σος καὶ ἀ­η­δί­α τὸν κα­τέ­λα­βε γιὰ τὸ πα­ρηκ­μα­σμέ­νο του κορ­μί. Ἡ σύγ­κρι­ση τοῦ οἰ­κεί­ου χει­μῶ­νος μὲ τὸ πα­ρα­κεί­με­νο θα­λε­ρὸ θέ­ρος τὸν τζά­κι­ζε καί, ἀ­φοῦ ὁ ὕ­πνος δὲν ἔ­στερ­γε, ὡς πα­ρη­γο­ρη­τής, τὰ μά­τια νὰ τοῦ κλεί­σει, τὸ χέ­ρι ἅ­πλω­σε κι ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη, πλά­ι στὸ κρε­βά­τι, ἕ­να βι­βλί­ο ἀ­νέ­συ­ρε, στὴν τύ­χη, καὶ στὴν τύ­χη (τί φρι­κτή, Θε­έ μου, τύ­χη!) στὴν ἑ­βδο­μη­κο­στὴ ἐ­νά­τη τὸ ἄ­νοι­ξε σε­λί­δα κι ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει:

       Πά­ει κι­ό­λας χρό­νος ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ὁ Φα­ρὶντ πῆ­ρε τὴ Νά­α­μα γυ­ναί­κα, καὶ κά­θε πρω­ϊ­νὸ τὸ ἀν­τρό­γυ­νο κά­τω ἀ­πὸ τὶς ἀ­λέ­ες τρι­γυρ­νᾶ, ποὺ οἱ φυλ­λω­σι­ές τους τὸ ξα­νά­νι­ω­μα τοῦ ἔ­ρω­τα θρο­ΐ­ζουν.

       Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νοι προ­χω­ροῦν, ὁ ἕ­νας πλά­ι στὸν ἄλ­λο, ἀρ­γὰ-ἀρ­γά, λὲς καὶ ξε­προ­βο­δί­ζου­νε νε­κρὸ στὸ μνῆ­μα, λὲς καὶ τὴ μου­σι­κὴ δὲν ἀ­γρι­κοῦν τῶν δέν­τρων, δί­χως νὰ λὲν μιὰ λέ­ξη, δί­χως οὒ­τ’ ἕ­να βλέμ­μα ν’ ἀν­ταλ­λά­ζουν.

       Μέ­ρα τὴ μέ­ρα, τῆς Νά­α­μας τὰ μά­τια βα­θου­λώ­νουν, χλω­μι­ά­ζου­νε τὰ μά­γου­λά της.

       Κι ἐ­γὼ φαν­τά­ζο­μαι μὲ πό­ση ἡ­δο­νὴ θὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται, μὲς στὴ σι­ω­πὴ τῆς νύ­χτας, πλα­γι­α­σμέ­νη πλά­ι στὸν Φα­ρίντ, ὁ­λό­γυ­μνη, τὸ ἀρ­γό, μὰ στα­θε­ρὸ ἔρ­γο τοῦ θα­νά­του στοῦ γέ­ρον­τα τὸ σῶ­μα, τὸ τρί­ξι­μο τὸ σι­γα­νὸ ποὺ κά­νουν οἱ κλει­δώ­σεις του, κα­θὼς μί­α πρὸς μί­α, τὶς θρυμ­μα­τί­ζει ὁ χρό­νος, τὸ ἀ­δι­ά­κο­πο τῆς ὕ­παρ­ξής του ξε­χαρ­βά­λω­μα

       Ὅ­μως, τὸ γλυ­κο­χά­ρα­μα, ὅ­ταν τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος, ἐ­κεῖ­νος γέρ­νει ἀ­πά­νω ἀπ΄ τὸ κε­φά­λι τῆς ὀ­μορ­φο­νιᾶς καί, σὰν θε­ριὸ ποὺ τὸ μυα­λὸ τῆς λεί­ας του ρου­φᾶ, τὰ χα­ρω­πά της ὄ­νει­ρα τα­ρά­ζει.(1)

       Τοῦ ἦρ­θε σκο­το­δί­νη, τοῦ ἦρ­θε νὰ σκο­τώ­σει ἄν­θρω­πο. Σκό­τω­σε μό­νο ἕ­να κου­νού­πι πού ‘­χε τὴν ἀ­τυ­χί­α πά­νω στὴν ἐ­πί­μα­χη σε­λί­δα νὰ προ­σγει­ω­θεῖ, τὴν ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς στιγ­μὴ ποὺ ἔ­κλει­νε μὲ πά­τα­γο καὶ κα­τα­γῆς πε­τοῦ­σε τὸ  βι­βλί­ο.

       Τὸ λα­χτα­ρι­στὸ στὸ πλά­ι του κορ­μὶ λα­χτά­ρι­σε, σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι ἀ­π’ τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ τρο­μαγ­μέ­νο, ρώ­τη­σε: «Τί ἔ­γι­νε, ἀ­γά­πη μου, τί ἔ­πα­θες;» Τό­τε, αὐ­τὸς τὴν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιά, τὰ ὑ­πέ­ρο­χα με­τα­ξω­τὰ μαλ­λιά της, καὶ δυ­ὸ ἀ­πα­νω­τὰ τῆς ἔ­ρι­ξε σκαμ­πί­λια, φω­νά­ζον­τας: «Μὰ πῶς τολ­μᾶς, μὰ πῶς τολ­μᾶς νὰ εἶ­σαι τό­σο νέ­α, τό­σ’ ὡ­ραί­α;­!» Ὕ­στε­ρα, πρὶν προ­λά­βει αὐ­τὴ ν’ ἀρ­θρώ­σει λέ­ξη, φό­ρε­σε ἕ­να παν­τα­λό­νι, ἕ­να που­κά­μι­σο κι ἕ­να ζευ­γά­ρι ἐ­σπαν­τρί­λι­ες καὶ πῆ­ρε τοὺς δρό­μους, νὰ τὴν ἀ­φή­σει μό­νη, νὰ μὴν τὴ δεῖ νὰ φεύ­γει, νὰ τὸν ἀ­φή­σει, ἐ­πι­τέ­λους, μό­νο.

       Ἐ­πέ­στρε­ψε με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα. Τὸ σπί­τι ἦ­ταν ἄ­δει­ο· ὁ Παί­κτης Δί­σκων Συμ­πα­γῶν ἔ­παι­ζε ἀ­κό­μη τὸ Πρε­λού­διο στὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο ἑ­νὸς φαύ­νου. Πάν­τα στὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τὸ ἔ­βα­ζε ἐ­κεῖ­νο τὸ κομ­μά­τι, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­κα­νε ἔ­ρω­τα. Ἐ­νί­σχυ­ε τὴν ἐλ­λει­πή του στύ­ση, τὴν ἔ­κα­νε πιὸ συμ­πα­γῆ. Ἔ­τσι νό­μι­ζε. Τώ­ρα, ὡ­στό­σο, πλη­σί­α­σε τὴ συ­σκευ­ὴ καί, μουρ­μου­ρί­ζον­τας, μὲ κά­ποι­α θλί­ψη, εἶ­ν’ ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ μὲ πιὸ πολ­λὴ ἀ­να­κού­φι­ση, «Πο­τέ – πο­τὲ πιὰ»(2), τὴν ἔ­κλει­σε.

 

Ση­μει­ώ­σεις τοῦ συγγραφέα:

(1) Πρό­κει­ται γιὰ τὸ ποί­η­μα «Συ­ζυ­γι­κὴ ζω­ή» ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­βό­λι τῆς ἀ­γά­πης ἀ­γνώ­στου Ἄ­ρα­βα ποι­η­τῆ ποὺ ἔ­ζη­σε στὴ Γρα­νά­δα (Ἱ­σπα­νί­α) τὸν 10ο ἡ 11ο αἰ­ώ­να (ἐκδ. Ἠ­ρι­δα­νός, 1982, σελ. 79-80). Ἡ με­τά­φρα­ση (ἐ­δῶ ἐ­λα­φρῶς πει­ραγ­μέ­νη, ὥ­στε νὰ δέ­νει μὲ τὸν ρυθ­μὸ τοῦ δι­κοῦ μου κει­μέ­νου) ὀ­φεί­λε­ται στὸν Κώ­στα Τρι­κο­γλί­δη, με­τα­φρα­στῆ ἐ­πί­σης τοῦ μνη­μει­ώ­δους ἔρ­γου Χί­λι­ες καὶ μιὰ νύ­χτες.

(2) Τό­σο ὁ S­t­é­p­h­a­ne M­a­l­l­a­r­mé, ποὺ ἔ­γρα­ψε «Τὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο ἑ­νὸς φαύ­νου», ὅ­σο καὶ ὁ C­l­a­u­de D­e­b­u­s­sy, ποὺ συ­νέ­θε­σε τὸ συμ­φω­νι­κὸ ποί­η­μα Πρε­λού­διο στὸ ἀ­πο­με­σή­με­ρο ἑ­νὸς φαύ­νου, ἦ­σαν λά­τρεις τοῦ E­d­g­ar A­l­l­an P­oe· ὁ δεύ­τε­ρος, μά­λι­στα, μιὰ ζω­ὴ σχε­δί­α­ζε (τὸν πρό­λα­βε ὅ­μως ὁ θά­να­τος) νὰ συν­θέ­σει μιὰ ὄ­πε­ρα μὲ θέ­μα τὴν Πτώ­ση τοῦ σπι­τιοῦ τῶν Ἄ­σερ.

 

  

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἀρ­γύ­ρης Χι­ό­νης (Ἀ­θή­να, 1943). Ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, με­τά­φρα­ση. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Θρο­φα­ρὶ Κο­ριν­θί­ας. Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των του: Ἡ φω­νὴ τῆς σι­ω­πῆς. Ποι­ή­μα­τα 1966-2000 (Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2006). Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὅ,τι πε­ρι­γρά­φω μὲ πε­ρι­γρά­φει. Ποί­η­ση δω­μα­τί­ου (Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2010).

 

Εἰκό­να: Ἀταί­ρια­στο ζευ­γά­ρι. Ἔργο τοῦ Lucas Cranach τοῦ Πρε­σβύ­τε­ρου (1472-1553).

 

Τ. Κοράγκεσαν Μπόιλ (T. Coraghessan Boyle): Ὁ Ἐκτελεστής

 

 

Τ. Κοράγκεσαν Μπόιλ (T. Coraghessan Boyle)

 

Ἐκτελεστής

(The Hit Man)

 

Νε­ό­τη­τα

 

Α ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗ εἶ­ναι τα­ραγ­μέ­να ἐ­ξαι­τί­ας τῆς μαύ­ρης σα­κού­λας ποὺ φο­ρᾶ πά­νω στὸ κε­φά­λι. Δά­σκα­λοι δι­ορ­θώ­νουν τὴν προ­φο­ρά του, ὁ προ­πο­νη­τὴς ἐ­πι­κρί­νει τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τὸν ξε­βρα­κώ­νει για­τί ἔ­και­γε τὰ μι­κρὰ μὲ τὴν κά­φτρα τοῦ τσι­γά­ρου. Εἶ­ναι ἕ­νας κα­κὸς μα­θη­τής. Στὰ γεύ­μα­τα κά­θε­ται μό­νος, τρο­φο­δο­τών­τας τὴ σκο­τει­νὴ σχι­σμὴ τοῦ στό­μα­τός του μὲ γλυ­κο­πί­πε­ρα καὶ σα­λά­μι. Στοὺς δι­α­δρό­μους, λε­πτοὶ καὶ μυ­ώ­δεις νε­α­ροὶ ἀ­θλη­τὲς τρα­βοῦν τὴν μαύ­ρη κου­κού­λα καὶ τὸν σφα­λι­α­ρί­ζουν στὸ σβέρ­κο. Στὰ δε­κα­τρί­α του τὸν πλη­σιά­ζει ὁ ἀρ­χη­γὸς τὴν πο­δο­σφαι­ρι­κῆς ὁ­μά­δας, ποὺ τὸν ἀ­κι­νη­το­ποι­εῖ καὶ τοῦ βγά­ζει τὴν κου­κού­λα. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς τὸν κα­θα­ρί­ζει. Πέν­τε χρό­νια, ἀ­πο­φαί­νε­ται ὁ δι­κα­στής.

 

Πί­σω στοὺς Δρό­μους

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἐ­πι­στρέ­φει στοὺς δρό­μους μέ­σα σ’ ἕ­να δί­μη­νο.

 

Πρῶ­το Ραν­τε­βού

 

       Ἡ κο­πέ­λα ὀ­νο­μά­ζε­ται Σύν­θια. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς στα­μα­τᾶ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της μὲ τὴ νε­κρο­φό­ρα τοῦ πα­τέ­ρα του. (Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴ­διος ἀ­πε­χθά­νε­ται καὶ μι­σεῖ, εἶ­ναι νε­κρο­θά­φτης. Στὸ πρω­ι­νό, ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, ἐκ­σφεν­δό­νι­σε τὰ κόρ­νφλε­ϊκς ἀ­πὸ τὸ μπὸλ τοῦ γιοῦ του. Ὁ γιὸς ἀ­πεί­λη­σε νὰ κα­θα­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα. Δὲν τὸ κά­νει, συγ­κρα­τι­έ­ται ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λί­α λό­γους ὅ­πως ὁ «σεβασμὸς πρὸς τὸν γο­νιό» καὶ τὰ βα­θιὰ ἑ­δραι­ω­μέ­να ταμ­ποὺ κα­τὰ τῆς πα­τρο­κτο­νί­ας ποὺ δι­α­πο­τί­ζουν τὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το.)

       Ὁ πα­τέ­ρας τῆς Σύν­θια ἔ­χει ἀ­ση­μέ­νι­ες φα­βο­ρί­τες καὶ παί­ζει τέ­νις. Ἀ­παν­τᾶ στὸ χτύ­πη­μα τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, δεί­χνει ἔκ­πλη­κτος ἀ­πὸ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἁρ­πά­ζει τὴν Σύν­θια ἀ­πὸ τὸν ἀγ­κώ­να, κολ­λᾶ ἕ­να εἰ­κο­σα­δό­λα­ρο στὴν πα­λά­μη τοῦ πα­τέ­ρα της, καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα.

 

Θά­να­τος Πα­τέ­ρα

 

       Στὸ πρω­ι­νὸ ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς, ἐκ­σφεν­δο­νί­ζει τὰ κόρ­νφλε­ϊκς ἀ­πὸ τὸ μπὸλ τοῦ πα­τέ­ρα του. Με­τὰ τὸν κα­θα­ρί­ζει.

 

Θά­να­τος Μη­τέ­ρας

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς εἶ­ναι πλέ­ον εἴ­κο­σι καὶ κά­τι. Παί­ζει μπι­λιά­ρδο, ση­κώ­νει βά­ρη καὶ πί­νει τὸ γά­λα ἀ­πὸ τὸ μπου­κά­λι. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­ναι στὸ νο­σο­κο­μεῖο, πε­θαί­νον­τας ἀ­πὸ καρ­κί­νο ἢ καρ­διά. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας φο­ρά­ει μαῦ­ρα. Τὸ ἴ­διο καὶ ὁ Ἐ­κτε­λεστής.

 

Πρώ­τη Δου­λειά

 

       Ὁ Πορ­φύ­ριο Μπου­νι­όζ, ἕ­νας κου­βα­νὸς χρη­μα­τι­στής, προ­σκα­λεῖ τὸν Ἐ­κτε­λε­στὴ σὲ γεῦ­μα. Ἀ­κού­ω ψά­χνεις δου­λειά, λέ­ει ὁ Μπου­νι­όζ.

       Σω­στά, λέ­ει ὁ Ἐ­κτε­λεστής.

 

Μπι­ζέ­λια

 

       Στὸν Ἐ­κτε­λε­στὴ δὲν ἀ­ρέ­σουν τὰ μπι­ζέ­λια. Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ ἰ­σορ­ρο­πή­σουν στὸ πι­ρού­νι.

 

Ἐκ­πομ­πὴ Λό­γου

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς πε­ρι­μέ­νει στὰ πα­ρα­σκή­νια, ἡ λεύ­κη κό­ψη ἑ­νὸς τσι­γά­ρου χα­ρά­ζει τὴ βα­θειὰ σκο­τει­νιὰ τοῦ κε­φα­λιοῦ καὶ τῶν ἄ­νω ἄ­κρων του. Ἡ μα­κι­γι­ὲζ τοῦ ἔ­χει φτιά­ξει τὸ στό­μα καὶ τὰ μά­τια, ἔ­χει κα­θα­ρί­σει τὸ χνού­δι ἀ­π’ τὴν κου­κού­λα του. Τὸν ἔ­χουν ἐ­νη­με­ρώ­σει. Ὁ κα­λε­σμέ­νος πρὶν ἀ­π’ αὐ­τὸν εἶ­ναι ἕ­νας παι­δί­α­τρος. Μιὰ πλα­νη­τι­κὴ λάμ­ψη λού­ζει τὴ σκη­νὴ ὅ­που ὁ πα­ρου­σια­στὴς καὶ ὁ παι­δί­α­τρος, χω­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ ἕ­να φοί­νι­κα σὲ γλά­στρα, κά­θον­ται σταυ­ρο­πό­δι καὶ συ­ζη­τοῦν γιὰ μι­κρο­δι­α­τα­ρα­χὲς βρε­φῶν καὶ νη­πί­ων.

       Με­τὰ τὸ δι­ά­λειμ­μα τῆς ἐκ­πομ­πῆς ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς βρί­σκει τὸν ἑ­αυ­τό του στρι­μωγ­μέ­νο σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα σκη­νο­θέ­τη, μὲ τὰ λευ­κὰ φῶ­τα στὰ μα­τιά του. Ὁ πα­ρου­σια­στὴς τῆς ἐκ­πομ­πῆς εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­δρας μὲ παι­δι­κὸ πρό­σω­πο ποὺ μό­λις ἔ­χει πα­τή­σει τὰ σα­ράν­τα. Χα­μο­γε­λᾶ σὰν νά ’­ταν ὁ Θε­ὸς μὲ ὅ­λους Του τοὺς ἀγ­γέ­λους. Ὥ­στε, λοι­πόν, εἶ­σαι Ἐ­κτε­λε­στής, τοῦ λέ­ει. Πές μου —πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ ξέ­ρω— πῶς εἶ­ναι νὰ ἐ­κτε­λεῖς κά­ποι­ον;

 

Θά­να­τος τοῦ Μα­τέ­ο Μα­ρί­α Μπου­νι­όζ

 

       Τὸ πτῶ­μα τοῦ Μα­τέ­ο Μα­ρί­α Μπου­νι­όζ, ξά­δελ­φου καὶ συ­νέ­ται­ρου ἑ­νὸς δι­α­κε­κρι­μέ­νου χρη­μα­τι­στῆ, ἀ­να­κα­λύ­πτε­ται κά­τω στὶς ἀ­πο­βά­θρες ἕ­να ζε­στὸ κα­λο­και­ρι­ά­τι­κο πρω­ι­νό. Ὁ­μί­χλη ἀ­να­δύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ σὰν ἀ­τμός, μυ­ρί­ζει ψα­ρί­λα. Ἕ­να με­γά­λο μαυ­ρο­πού­λι κουρ­νιά­ζει στὸ μέ­τω­πο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα.

 

Γά­μος

 

       Ἡ Σύν­θια καὶ ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς στέ­κον­ται μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν ἁ­γί­α τρά­πε­ζα, πλά­ι-πλά­ι Αὐ­τὴ φο­ρᾶ ἕ­να λευ­κὸ σα­τὲν νυ­φι­κὸ καὶ ἕ­να δαν­τε­λω­τὸ βέ­λο. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἔ­χει νοι­κιά­σει ἕ­να σμό­κιν, τὸ πο­λὺ με­γά­λο νού­με­ρο, καὶ μιὰ μαύ­ρη βε­λού­δι­νη κου­κού­λα μὲ με­τα­ξω­τὸ πε­ρί­γυ­ρο.

       …Μέ­χρι νὰ σᾶς χω­ρί­σει ὁ θά­να­τος, λέ­ει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας.

 

Δι­α­θέ­σεις

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς εἶ­ναι δύ­σθυ­μος, ἀ­πρό­βλε­πτος. Μιὰ φο­ρὰ σὲ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο, ἡ σερ­βι­τό­ρα τοῦ ἔ­φε­ρε τὴ σπε­σι­α­λι­τέ, ρο­λὸ-κι­μά, ὅ­μως ξέ­χα­σε νὰ ἀ­φαι­ρέ­σει τὰ μπι­ζέ­λια. Ὑ­πῆρ­χε μιὰ κη­λί­δα σάλ­τσας στὴν κου­κού­λα τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ, πε­ρί­που ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι τὸ πη­γού­νι του. Σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του στὴ σερ­βι­τό­ρα, τὰ μά­τια του σὰν καρ­φιὰ πί­σω ἀ­πὸ τὶς τρι­γω­νι­κὲς σχι­σμές, καὶ τὴν κα­θά­ρι­σε.

       Μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ πῆ­γε στὸν ἱπ­πό­δρο­μο μὲ 25 δο­λά­ρια, ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ 1.800. Στα­μά­τη­σε στὸ κα­πνο­πω­λεῖ­ο. Κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζὶ ἕ­νας μέ­θυ­σος κρε­μά­στη­κε ἀ­π’ τὸ μα­νί­κι του καὶ ἱ­κέ­τευ­σε γιὰ ψι­λά. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι στὴ τσέ­πη, ἔ­βγα­λε τὰ 1.800 καὶ τά ’­δω­σε στὸν μέ­θυ­σο. Με­τὰ τὸν κα­θά­ρι­σε.

 

Πρω­τό­το­κος

 

       Ἀ­γό­ρι. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς εἶ­ναι κα­τευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Γέρ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἄ­κρη τοῦ παρ­κο­κρέ­βα­του καὶ βά­ζει τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ δα­χτυ­λά­κια γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν λα­βὴ ἑ­νὸς ἐ­πι­νι­κε­λω­μέ­νου πλα­τύ­στο­μου πι­στο­λιοῦ. Τὸ ὅ­πλο εἶ­ναι γε­μι­σμέ­νο μὲ ἄ­σφαι­ρα – ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς θέ­λει τὸ ἀ­γό­ρι νὰ συ­νη­θί­σει τὸν ἦ­χο. Πε­ρί­που σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων χρό­νων τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­χει κα­τα­κτή­σει τὶς βα­σι­κὲς ἀρ­χὲς τοῦ Τά­ε Κβὸν Ντό, μπο­ρεῖ νὰ καρ­φώ­σει ἕ­να μα­χαί­ρι στὸν τοῖ­χο ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση τρι­ῶν μέ­τρων, καὶ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σει ἕ­ναν κι­νού­με­νο στό­χο καὶ μὲ τὰ δυ­ὸ χέ­ρια. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς ἀ­κούμ­πα τὴ φαρ­διά του πα­λά­μη στὸ κε­φά­λι τοῦ ἀ­γο­ριοῦ. Ἐ­σὺ Τί­γρη, λέ­ει, θά ’­σαι γιὰ τὰ με­γά­λα κόλ­πα.

 

Δου­λειά

 

       Πε­τᾶ στὸ Σιν­σι­νά­τι. Στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες. Στὴ Βο­στό­νη. Στὸ Λον­δί­νο. Στὶς ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοὺς εἶ­ναι πιὰ γνώ­ρι­μος.

 

Δυ­ὸ Στρέμ­μα­τα καὶ ἕ­να Γκα­ράζ

 

       Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς μα­ζεύ­ει τὰ φύλ­λα μὲ τὴν τσουγ­κρά­να, σὲ με­γά­λους ἀ­στα­θεῖς σω­ρούς. Φο­ρᾶ ἕ­να μαῦ­ρο μπλου­ζά­κι, κομ­μέ­νο στοὺς ὤ­μους, καὶ μιὰ βαμ­βα­κε­ρὴ κου­κού­λα ἐρ­γα­σί­ας, ἐ­πί­σης μαύ­ρη. Ἡ Σύν­θια πε­ρι­ποι­εῖ­ται τὸ παρ­τέ­ρι, ὁ γιός του παί­ζει στὸ γρα­σί­δι. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς χαι­ρε­τᾶ τοὺς γεί­το­νες κα­θὼς περ­νοῦν μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. Ὁ γεί­το­νες ἀν­τα­πο­δί­δουν τὸν χαι­ρε­τι­σμό.

       Ὅ­ταν ἔ­χει κα­θα­ρί­σει ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὰ τὸ γκα­ζόν, ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς μα­ζεύ­ει ὅ­λους τους μι­κροὺς λο­φί­σκους φύλ­λων σὲ ἕ­να με­γα­λύ­τε­ρο σω­ρὸ στὸ μέ­γε­θος ἑ­νὸς φορ­τη­γοῦ. Με­τὰ σκύ­βει γιὰ νὰ τὰ ἀ­νά­ψει μὲ τὸν ἀ­να­πτή­ρα του. Ἀ­μέ­σως οἱ φλό­γες ξε­πη­δοῦν ἀ­π’ τὰ φύλ­λα, δη­μι­ουρ­γοῦν αὐ­λά­κια ποὺ δι­α­σχί­ζουν τὸν σω­ρό, τὸν τυ­λί­γουν σὲ μιὰ πύ­ρι­νη μπά­λα. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς στέ­κε­ται ἀ­πό­με­ρα, μὲ τὰ χέ­ρια σταυ­ρω­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τοὺς τε­ρά­στιους μυ­ώ­δεις δι­κε­φά­λους του. Στὸ πλευ­ρό του εἶ­ναι ὁ τρι­κέ­φα­λος σκύ­λος. Σκύ­βει γιὰ νὰ χα­ϊ­δέ­ψει κά­θε κε­φά­λι, ἐ­νῶ κα­πνὸς καὶ σπί­θες μαί­νον­ται πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό.

 

Πα­ρα­μο­νεύ­ον­τας στοὺς Δρό­μους τῆς Πό­λης

 

       Πα­ρα­μο­νεύ­ει τοὺς δρό­μους τῆς πό­λης, για­κὰς ἀ­νε­βα­σμέ­νος, χα­μη­λὰ τὸ κα­πέ­λο. Εἶ­ναι ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα. Πα­ρα­μο­νεύ­ει σὲ πα­λιὰ πο­λυ­κα­τα­στή­μα­τα, μι­κρο­ε­πι­χει­ρή­σεις, πάρ­κα, βεν­ζι­νά­δι­κα. Πα­λιὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα, φρά­χτες, βι­τρί­νες. Σκυ­λιὰ γρυ­λί­ζουν στὶς σκι­ές, με­τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται στὰ μου­λω­χτά. Μπο­ρεῖ νὰ ἐ­κτε­λέ­σει ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἀ­πὸ ἐ­μᾶς.

 

Ἀ­πο­χώ­ρη­ση

 

       Μιὰ ὁ­μά­δα ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ες στὸ σι­νά­φι —ἑ­ξην­τά­ρη­δες, ἑ­βδο­μην­τά­ρη­δες, εὐ­τρα­φεῖς καὶ ἀ­ξι­ο­πρε­πεῖς, μὲ δι­α­μαν­τέ­νια δα­κτυ­λί­δια, ποῦ­ρα, μέ­σα στὴ χλί­δα— τοῦ κά­νουν ἕ­να πάρ­τι. Ὁ Πορ­φύ­ριο Μπου­νι­όζ, τώ­ρα πιὰ στὰ ὀ­γδόν­τα του, βγά­ζει λό­γο καὶ τι­μᾶ τὸν Ἐ­κτε­λε­στὴ μὲ ἕ­να ἐ­πι­χρυ­σω­μέ­νο δρε­πά­νι. Ὁ Ἐ­κτε­λεστὴς τὸν εὐ­χα­ρι­στεῖ, με­τὰ ἀ­πο­σύ­ρε­ται στὴ λί­μνη, ὅ­που φαί­νε­ται μέ­σα στὸ τα­χύ­πλο­ό του νὰ ἐ­πι­τα­χύ­νει πρὸς τ’ ἀ­νοι­χτά, μὲ τὴν κου­κού­λα νὰ ἀ­νε­μί­ζει στὸ ἀ­ε­ρά­κι.

 

Θά­να­τος

 

       Εἶ­ναι τσα­κι­σμέ­νος, μα­ρα­μέ­νος, μι­σὸς ὁ πα­λιὸς ἑ­αυ­τός του. Βρί­σκε­ται ἀ­να­ση­κω­μέ­νος στὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κρε­βα­τιοῦ του στὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ Ἐ­λέ­ους, μιὰ θά­λασ­σα ἀ­πὸ γεν­τια­νὲς κρέ­μον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι του. Σω­λη­νά­κια χώ­νον­ται στὴν κου­κού­λα ἀ­π’ τὰ ἀ­να­πνευ­στι­κὰ ἀ­νοίγ­μα­τα, τὰ μα­τιά του εἶ­ναι θο­λὰ καὶ κόκ­κι­να, βου­λι­αγ­μέ­να βα­θιὰ πί­σω ἀ­π’ τὶς τρι­γω­νι­κὲς σχι­σμές. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας φο­ρᾶ μαῦ­ρα. Τὸ ἴ­διο καὶ ὁ Ἐ­κτε­λεστής.

       Στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς πό­λης ὁ γιὸς τοῦ Ἐ­κτε­λε­στῆ στέ­κε­ται μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸν κα­θρέ­φτη ἑ­νὸς μα­γα­ζιοῦ ποὺ εἰ­δι­κεύ­ε­ται σὲ ἀμ­φι­έ­σεις Ἐ­κτε­λε­στῶν. Προ­βά­ρει τὴν πρώ­τη του κου­κού­λα.

  

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

 

Τ. Κο­ράγ­κε­σαν Μπό­ιλ (T. Coraghessan Boyle) (Πίλ­σκιλ, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1948). Γνω­στὸς γιὰ τὸ χιοῦ­μορ καὶ τὸν σαρ­κα­σμό του. Ἔ­χει γρά­ψει πο­λυ­ά­ριθ­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 8 συλ­λο­γὲς καὶ 12 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἔ­χει λά­βει ση­μαν­τι­κὰ βρα­βεῖ­α καὶ ἱ­στο­ρί­ες του ἔ­χουν με­τα­φερ­θεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γι­ου­μου­ξού­ζης. Φοι­τη­τὴς τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20ου αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

Τ. Κο­ράγ­κε­σαν Μπό­ιλ: Εἰκόνες καὶ ἔργα: http://www.youtube.com/watch?v=6Mw-YSY1sJM

 

Δημήτρης Πετσετίδης: Ζήλια

 

 

Δη­μή­τρης Πε­τσε­τί­δης

 

Ζή­λια

 

ΑΝΩ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, στὴν ὀ­θό­νη τοῦ ὑ­πο­λο­γι­στῆ δι­ά­βα­σε τὸ μή­νυ­μα:

    1 αἴ­τη­μα φι­λί­ας.

       Πά­τη­σε μὲ τὸ πον­τί­κι καὶ δι­ά­βα­σε:

       Ἡ Ἄν­να Βέ­ρα θέ­λει νὰ γί­νε­τε φί­λοι. Ξα­να­πά­τη­σε:

       Ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση.

       Στὴν ὀ­θό­νη του ἐμ­φα­νί­στη­κε ἡ φρά­ση:

       Ὁ Στέ­φα­νος Γι­α­νοῦ­ρος εἶ­ναι φί­λος μὲ τὴν Ἄν­να Βέ­ρα.

       Κοί­τα­ξε τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν φί­λων του: 458, τί νὰ τοὺς κά­νει τό­σους φί­λους; Μὲ τοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους δὲν ἔ­χει ἀν­ταλ­λά­ξει οὔ­τε λέ­ξη.

       Ἄ­νοι­ξε τὸ προ­φὶλ τῆς Ἄν­νας, ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει τὶς φω­το­γρα­φί­ες της. Ἡ Ἄν­να μα­θή­τρια στὴν πα­ρέ­λα­ση, ἡ Ἄν­να στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, ἡ Ἄν­να στὴ θά­λασ­σα.

       Πέ­ρα­σαν με­ρι­κὲς ἡ­μέ­ρες, μί­λη­σε μὲ τὴν Γι­ώ­τα στὴ συ­νο­μι­λί­α, τὸν ζά­λι­σε μὲ ἕ­να πλῆ­θος ἀ­νό­η­τες ἐ­ρω­τή­σεις, ἔ­κλει­σε τὴν ἐ­πα­φή. Τό­τε εἶ­δε τὸ ὄ­νο­μα Ἄν­να Βέ­ρα μα­ζὶ μὲ μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὀ­νό­μα­τα φί­λων μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους μπο­ροῦ­σε νὰ συ­νο­μι­λή­σει. Πά­τη­σε τὸ πον­τί­κι πά­νω στὴν εἰ­κό­να της καὶ ἔ­γρα­ψε στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς συ­νο­μι­λί­ας:

       Χα­θή­κα­με.

       Ἦρ­θε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα ἡ ἀ­πάν­τη­ση.

       Ἡ Ἄν­να λέ­ει: Γειά σου, Στέ­φα­νε. Τί κά­νεις;

       Ἔ­τσι ἄρ­χι­σε ἡ ἱ­στο­ρί­α τους.

       Ἄρ­χι­σαν νὰ ἀν­ταλ­λά­σ­σουν μη­νύ­μα­τα στὴ συ­νο­μι­λί­α τοῦ Facebook κα­θη­με­ρι­νῶς μέ­χρι ποὺ τοὺς ἔ­πια­νε ἡ νύ­χτα. Περ­νοῦ­σαν τὰ με­σά­νυ­χτα κι αὐ­τοὶ κολ­λη­μέ­νοι στὴν ὀ­θό­νη τῶν ὑ­πο­λο­γι­στῶν ξε­χνοῦ­σαν τὸν ὕ­πνο.

       Ἔ­νι­ω­θε ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο αἴ­σθη­μα κά­θε φο­ρὰ πού, κοι­τών­τας τὴ φω­το­γρα­φί­α της, ἔ­γρα­φε μιὰ φρά­ση στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ πε­ρί­με­νε τὴν ἀ­πάν­τη­ση.

       Μιὰ μέ­ρα ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ρω­τά­ει γιὰ τὴ ζω­ή της, γιὰ τὶς σπου­δές της. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε σπου­δά­σει στὴν Ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ Σχο­λὴ στὴν Ξάν­θη, ἐ­κεῖ εἶ­χε γνω­ρί­σει τὸν Μι­χά­λη, αἰ­ώ­νιο φοι­τη­τή. Γύ­ρι­ζαν μα­ζὶ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια, ἕ­να κα­λο­καί­ρι πῆ­γαν δι­α­κο­πὲς στὴ Σαν­το­ρί­νη.

       Τοῦ ἔ­στει­λε μιὰ φω­το­γρα­φί­α μὲ τὸ mail, ὁ Μι­χά­λης σὲ μιὰ ἐν­τοῦ­ρο καὶ αὐ­τὴ γαν­τζω­μέ­νη πί­σω του.

       Τῆς ἔ­στει­λε μή­νυ­μα:

       ΖΗΛΕΥΩ

       Αὐ­τὴ ἀ­πάν­τη­σε:

       Εἶ­ναι ἀ­νό­η­το νὰ ζη­λεύ­εις. Ἔ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε.

       Τό­τε τῆς ἔ­γρα­ψε:

       Κα­λά, πό­σων χρό­νων εἶ­σαι;

       Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἄρ­γη­σε νὰ ἔρ­θει:

       Πε­νήν­τα πέν­τε.

 

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Δη­μή­τρης Πε­τσε­τί­δης (Σπάρ­τη, 1940). Σπού­δα­σε Μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Δώ­δε­κα στὸ δί­φραγ­κο (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Τὸ Δέν­τρο, 1986), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του: Λυσ­σα­σμέ­νες ἀ­λε­ποῦ­δες, (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Κέ­δρος, 2007).

 

 

Κώστας Δεσποινιάδης: Ὁ γάτος

 

 

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Ὁ γά­τος

 

Ι­ΝΑΙ ἕ­να ἥ­συ­χο δε­κεμ­βρι­ά­τι­κο βρά­δυ. Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Κά­θο­μαι στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ δι­α­βά­ζω. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο στὸ βά­θος παί­ζει μιὰ ἀ­νού­σια πο­λι­τι­κὴ κου­βέν­τα. Ξαφ­νι­κὰ ὁ γά­τος μου, ποὺ μέ­χρι τό­τε ξά­πλω­νε ἀ­μέ­ρι­μνος στὸ χα­λά­κι του, ση­κώ­νε­ται ὄρ­θιος, κά­νει ἕ­να σάλ­το, ἀ­νε­βαί­νει στὴ μι­κρὴ βι­βλι­ο­θή­κη ποὺ βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ καρ­φώ­νει τὸ βλέμ­μα του κά­που, μέ­νον­τας ἀ­κί­νη­τος γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω τί κοι­τά­ει, ἀ­φοῦ ὅ­λα ἔ­ξω εἶ­ναι ἤ­ρε­μα, καὶ ἐ­πι­στρέ­φω στὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα, χα­μο­γε­λών­τας γιὰ τὴν «ἀ­νο­η­σί­α» του. Κρυ­φὰ ὅ­μως τὸν ζη­λεύω. Πό­σο θά ’­θε­λα, ἔ­στω καὶ γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές, νὰ κοι­τά­ζω ἀ­μέ­ρι­μνος τὸ χι­ό­νι ποὺ πέ­φτει στὸ πυ­κνὸ σκο­τά­δι; Πό­σο θά ’­θε­λα, ἔ­στω καὶ γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές, ὅ­λα τα ἀν­θρώ­πι­να νὰ μοῦ ἦ­ταν ξέ­να;

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010).

 

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Φράν­τς Κάφ­κα. ­να­τό­μος τῆς ­ξου­σί­ας (Πα­νο­πτι­κόν, 2007), Πό­λε­μος καὶ ­σφά­λεια (Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, 2010).

 

Ρὸμπ Κέρνι (Rob Carney): Ταξιδεύοντας μόνος

 

 

Ρὸμπ Κέρ­νι (Rob Carney)

 

Τα­ξι­δεύ­ον­τας μό­νος

(Traveling Alone)

 

ΣΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ νὰ με­γα­λώ­νεις μὲ τὶς ἀ­στρα­πές. Ἂν εἶ­σαι, λό­γου χά­ρη, ἀ­πὸ τὸ Κάν­σας, κά­τι τέ­τοι­ο εἶ­ναι φυ­σι­κό. Φυ­σι­κὸ κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο μα­ζί, μιὰ καὶ ξέ­ρεις πῶς εἶ­ναι νὰ ρα­πί­ζουν οἱ οὐ­ρὲς τῶν φω­τει­νῶν μα­στι­γί­ων τὴ σκε­πή σου ἢ τὴ σι­τα­πο­θή­κη ἢ τὸ μο­να­δι­κὸ δέν­τρο στὴν πε­ρι­ο­χή. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι τὸ θέ­μα μου. Γιὰ μέ­να, ὅ­λο αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι τὸ ἀ­σύλ­λη­πτο. Μὲ ἄλ­λα λό­για, τὸ προ­σμέ­νω μὲ λα­χτά­ρα ὅ­πο­τε μυ­ρί­ζω τὴν ἀ­στρα­πὴ νὰ πλη­σιά­ζει, κα­θὼς μα­στι­γώ­νει καὶ ρι­γώ­νει καὶ τὴν ἀ­κοῦς νὰ συ­ρί­ζει καὶ νὰ σχί­ζει τὴ νύ­χτα. Αὐ­τὸ λα­τρεύ­ω. Φαν­τά­σου, λοι­πόν: κά­πο­τε ἤ­μουν σὲ ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο —πᾶ­νε τρί­α χρό­νια— ἕ­να μι­κρὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἀ­πὸ τὸ Ντάλ­λας μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὴ λί­μνη Τσάρλς —ἑ­πο­μέ­νως πρέ­πει νὰ ἤ­μα­σταν κά­που πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἀ­να­το­λι­κὸ Τέ­ξας ἢ τὸ Σρίβ­πορτ— θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι καὶ τὸ Ἀρ­κάν­σας —τέ­λος πάν­των— τὸ θέ­μα εἶ­ναι πὼς ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ τε­ρά­στιο σύν­νε­φο ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ ἐρ­γο­στά­σιο ἀ­στρα­πῆς. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ ἔ­βλε­πες. Δὲν ἐ­κτό­ξευ­ε ἀ­στρα­πό­βρον­τα. Ὅ­λα συ­νέ­βαι­ναν μέ­σα στὸ σύν­νε­φο: πε­ρι­ο­χὲς ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἄ­στρα­φταν ξαφ­νι­κὰ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του… ὕ­στε­ρα πα­ρα­πέ­ρα… ὕ­στε­ρα πὶν πὶν πὶν πὶν πὶν ὅ­λες στὴ σει­ρά… σὰν νὰ στε­κό­σουν ἔ­ξω ἀ­πὸ ἐρ­γα­στή­ριο συγ­κολ­λή­σε­ων μὲς στὸ σκο­τά­δι, μὲς στὸ χι­ό­νι, καὶ νὰ βλέ­πεις τὶς ἠ­λε­κτρι­κὲς ἐκ­κε­νώ­σεις μέ­σα ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τὰ κα­λυμ­μέ­να μὲ σκό­νη. Κά­πως ἔ­τσι ἔ­μοια­ζε. Καὶ ὅ­λο αὐ­τὸ συ­νε­χι­ζό­ταν χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Ναί, ἔ­μοια­ζε πραγ­μα­τι­κὰ μὲ ἐρ­γο­στά­σιο. Σὰν νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νο τὸ σύν­νε­φο τὸ ση­μεῖ­ο πα­ρα­γω­γῆς τῆς ἀ­στρα­πῆς, ποὺ στὴ συ­νέ­χεια με­τα­φε­ρό­ταν σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο μέ­σῳ κα­ται­γί­δων. Σὰν νὰ δού­λευ­αν ἐ­κεῖ μέ­σα οἱ θε­οὶ μὲ σφυ­ριὰ κι ἀ­μό­νια καὶ φυ­σε­ρά, φο­ρών­τας αὐ­τὰ τὰ κρά­νη μὲ τοὺς φα­κοὺς κε­φα­λῆς γιὰ νὰ βλέ­πουν. Σὰν συν­νε­φι­α­σμέ­νο κα­μί­νι ἔ­μοια­ζε. Σὰν τὴν κοι­τί­δα τοῦ φω­τός. Ἴ­σως ἔ­τσι νὰ ἦ­ταν τὸ σύμ­παν μέ­σα στὴ μή­τρα. Θε­έ μου, μα­κά­ρι κά­ποι­ος νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ μα­ζί μου. Εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἀ­ξί­ζει πο­λὺ νὰ μοι­ρα­στεῖς μὲ κά­ποι­ον.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes and Ro­bert Sha­pard, eds., Flash Fi­ction For­ward, 80 ve­ry short sto­ries, New York, London: W.W. Norton & Company, 2006. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Ρὸμπ Κέρ­νι (Rob Carney).  Ἔχει δη­μο­σιεύ­σει δύ­ο τομί­δια ποί­η­σης καὶ τὴ συλ­λογὴ Boasts, Toasts, and Ghosts, ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖο ποί­η­σης τῆς Γιού­τα τὸ 2004. Τὸ σύ­ντο­μο θε­α­τρι­κό του ἔργο «Sirens: A Play in One Act» δη­μοσιεύ­τη­κε ἀπὸ τὸ Northwest Review. Ἡ τε­λευ­ταί­α ποι­η­τικὴ δουλειά του μὲ τί­τλο Weather Report, δη­μο­σιεύ­τη­κε ἀπὸ τὸ Somondoca Press τὴν Ἄνοι­ξη τοῦ 2006.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἑ­λέ­νη [Νέλ­λη] Μπου­ραν­τά­νη (Πει­ραι­ᾶς, 1976). Ἐκ­παι­δευ­τι­κός, με­τα­φρά­στρια. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ τὴ συγ­γρα­φή. Δη­μο­σί­ευ­σε (με­τα­ξὺ ἄλ­λων) τὸ δι­ή­γη­μα «Habari Rafiki!» στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἔρ­γο: Φαν­τα­στεῖτε τὸ μέλ­λον σας σὲ μιὰ πό­λη ποὺ ἀλ­λά­ζει. 10 βρα­βευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα (Ἀ­θή­να: Ἐκ­δό­σεις Ἰ­α­νός, 2009).