Γκὺ ντὲ Μωπασσάν (Guy de Maupassant): Ὁ θρύλος τοῦ ὄρους Σαὶν-Μισέλ

.

.

Γκὺ ντὲ Μωπασσάν(Guy de Maupassant)

.

Ὁ θρύλος τοῦ ὄρους Σαὶν-Μισέλ

(La légend dy mont Saint-Michel)

.

ΑΤ’ ΑΡΧΗΝ τὸ εἶ­δα ἀ­πὸ τὴν Καν­κάλ, τὸν πα­ρα­μυ­θέ­νιο πύρ­γο ποὺ εἶ­ναι φυ­τε­μέ­νος μέ­σα στὴ θά­λασ­σα. Τὸ εἶ­χα δεῖ θο­λὰ σὰν μιὰ γκρί­ζα σκιὰ ὑ­ψω­μέ­νη πρὸς τὸν νε­φε­λώ­δη οὐ­ρα­νό.

       Τὸ ξα­να­εῖ­δα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­βάνς, τὸ δεί­λι. Ἡ ἀ­τε­λεί­ω­τη ἄμ­μος ἦ­ταν κόκ­κι­νη, ὁ ὁ­ρί­ζον­τας ἦ­ταν κόκ­κι­νος, ὅ­λος ὁ ἀ­τε­λεί­ω­τος κάμ­πος ἦ­ταν κόκ­κι­νος· μό­νο τὸ ἀ­πό­κρη­μνο ἀ­βα­εῖ­ο ποὺ ἦ­ταν σφη­νω­μέ­νο ἐ­κεῖ κά­τω, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ στε­ριά, σὰν μιὰ φαν­τα­στι­κὴ ἀ­γρέ­παυ­λη, σὰν ἕ­να ἐ­ξαί­σιο ὀ­νει­ρε­μέ­νο πα­λά­τι, ἀ­πί­στευ­τα πα­ρά­ξε­νο καὶ ὄ­μορ­φο, πα­ρέ­με­νε σχε­δὸν μαῦ­ρο μέ­σα στὴν πορ­φύ­ρα τῆς μέ­ρας ποὺ ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε.

       Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ξε­κί­νη­σα τὴν αὐ­γὴ γιὰ νὰ τὸ δῶ, δι­α­σχί­ζον­τας τὴν ἄμ­μο καὶ μὲ τὸ μά­τι στραμ­μέ­νο πρὸς αὐ­τὸ τὸ τε­ρα­τῶ­δες κό­σμη­μα ποὺ ἦ­ταν με­γά­λο ὅ­σο κι ἕ­να βου­νὸ σμι­λευ­μέ­νο σὰν μιὰ κα­μέ­α καὶ ἀ­έ­ρι­νο σὰν μου­σε­λί­να. Ὅ­σο πλη­σί­α­ζα, τό­σο αἰ­σθα­νό­μουν μιὰ ἀ­νά­τα­ση ἀ­πὸ τὸν θαυ­μα­σμό, για­τὶ τί­πο­τε στὸν κό­σμο δὲν εἶ­ναι, κα­τὰ τὴν ἄ­πο­ψή μου, τό­σο ἐκ­πλη­κτι­κὸ καὶ τό­σο τέ­λει­ο.

       Καὶ πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν, ἔκ­πλη­κτος ὡ­σὰν νὰ εἶ­χα ἀ­πο­κτή­σει τὶς συ­νή­θει­ες ἑ­νὸς θε­οῦ, δι­α­μέ­σου ἐ­κεί­νων τῶν αἰ­θου­σῶν ποὺ τὶς στή­ρι­ζαν ἀ­νά­λο­γα ἐ­λα­φρι­ὲς ἢ βα­ρι­ὲς στῆ­λες, δι­α­μέ­σου τῶν δι­α­δρό­μων ποὺ τοὺς δι­α­περ­νοῦ­σε τὸ φῶς τῆς μέ­ρας, καὶ μὲ ἀ­νυ­ψω­μέ­να τὰ γε­μά­τα θαυ­μα­σμὸ μά­τια μου πρὸς τὶς καμ­πα­νοῦ­λες ποὺ φαί­νον­ται σὰν πύ­ραυ­λοι ἕ­τοι­μοι νὰ ἐ­κτο­ξευ­τοῦν στὸν οὐ­ρα­νό, καὶ σὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ μπερ­δε­μέ­νο κου­βά­ρι ἀ­πὸ πυρ­γί­σκους, ὑ­δρορ­ρό­ες, τὸν κομ­ψὸ καὶ ἑλ­κυ­στι­κὸ δι­ά­κο­σμο, τὰ λί­θι­να κομ­ψο­τε­χνή­μα­τα καὶ τὶς γρα­νι­τέ­νι­ες δαν­τέ­λες, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα μιᾶς κο­λοσ­σια­ίας καὶ πε­ρί­τε­χνης ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς.

       Κα­θὼς στε­κό­μουν ἐκ­στα­τι­κός, μὲ πλη­σί­α­σε ἕ­νας χω­ρι­κὸς τῆς Κά­τω Νορ­μαν­δί­ας καὶ μοῦ δι­η­γή­θη­κε τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς με­γά­λης δι­α­μά­χης του Ἁ­γί­ου Μι­χα­ὴλ μὲ τὸν δι­ά­βο­λο.

       Ἕ­νας ἰ­δι­ο­φυ­ὴς σκε­πτι­κι­στὴς εἶ­πε: «Ὁ Θε­ός, ἔ­πλα­σε τὸν ἄν­θρω­πο κα­τ’ εἰ­κό­ναν του, ἀλ­λὰ καὶ ὁ ἄν­θρω­πος τοῦ τὸ ἀν­τα­πέ­δω­σε μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω.»

       Αὐ­τὰ τὰ λό­για κρύ­βουν μιὰ αἰ­ώ­νια ἀ­λή­θεια καὶ θὰ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γο νὰ δη­μι­ουρ­γή­σου­με σὲ κά­θε ἤ­πει­ρο τὴν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς το­πι­κῆς θε­ό­τη­τας, καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων σὲ κά­θε μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἐ­παρ­χί­ες μας.

       Ὁ νέ­γρος προ­σκυ­νᾶ τὰ ἄ­γρια, ἀν­θρω­πο­βό­ρα εἴ­δω­λα· ὁ πο­λυ­γα­μι­κὸς Μω­α­με­θα­νός, γε­μί­ζει τὸν πα­ρά­δει­σό του μὲ γυ­ναῖ­κες· οἱ Ἕλ­λη­νες, ὡς πρα­κτι­κοὶ ἄν­θρω­ποι, εἶ­χαν θε­ο­ποι­ή­σει ὅ­λα τα πά­θη. Κά­θε χω­ριὸ στὴ Γαλ­λί­α, τε­λεῖ ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α ἑ­νὸς ἁ­γί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ εἰ­κό­να δι­α­φέ­ρει ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν εἰ­κό­να τῶν κα­τοί­κων.

       Ὅ­μως, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ ἀ­γρυ­πνᾶ πά­νω ἀ­πὸ τὴν Κά­τω Νορ­μαν­δί­α, ὁ Ἄγ­γε­λος Μι­χα­ήλ, ὁ δο­ξα­σμέ­νος καὶ νι­κη­φό­ρος ἄγ­γε­λος, ὁ ρομ­φαι­ο­φό­ρος, ὁ θρι­αμ­βι­κὸς ἥ­ρω­ας τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, αὐ­τὸς ποὺ ἐ­πι­κρά­τη­σε ἐ­πὶ τοῦ δι­α­βό­λου.

       Ἀλ­λά, ἰ­δοὺ πῶς ὁ πο­λυ­μή­χα­νος κά­τοι­κος τῆς Κά­τω Νορ­μαν­δί­ας, ὁ ὑ­πο­κρι­τι­κός, στρε­ψό­δι­κος καὶ ὕ­που­λος, κα­τα­νο­εῖ καὶ ἀ­φη­γεῖ­ται τὸν ἀ­γώ­να τοῦ Μέ­γα Ἁ­γί­ου μὲ τὸν δι­ά­βο­λο.

       Γιὰ νὰ προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὶς κα­κί­ες τοῦ δαί­μο­να γεί­το­νά του, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ κα­τα­σκεύ­α­σε με­σο­πέ­λα­γα αὐ­τὴ τὴν κα­τοι­κί­α ποὺ εἶ­ναι ἀν­τά­ξια ἑ­νὸς Ἀρ­χα­γέλ­λου· καὶ πράγ­μα­τι, μό­νον ἕ­νας τέ­τοι­ος ἅ­γιος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­σκευά­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του μιὰ τέ­τοι­α κα­τοι­κί­α.

       Ἀλ­λὰ κα­θὼς εἶ­χε ἀ­κό­μα τὶς ἀμ­φι­βο­λί­ες του γιὰ τὶς πρά­ξεις τοῦ Κα­κοῦ, πε­ρι­έ­βα­λε τὸ βα­σί­λει­ό του μὲ κι­νού­με­νη ἄμ­μο, πιὸ κα­κό­βου­λη καὶ ἀ­πὸ τὴν θά­λασ­σα.

       Ὁ δι­ά­βο­λος κα­τοι­κοῦ­σε σὲ μιὰ τα­πει­νὴ κα­λύ­βα στὴν ἀ­κτή· ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ κά­το­χός των βο­σκό­το­πων ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σαν μέ­σα στὸ ἁλ­μυ­ρὸ νε­ρό, τὰ γό­νι­μα χω­ρά­φια μὲ τὶς γό­νι­μες σο­δει­ές, τὶς πλού­σι­ες πε­διά­δες καὶ τὶς ἐ­πί­σης γό­νι­μες πλα­γι­ὲς ὁ­λό­κλη­ρης τῆς χώ­ρας· ἐ­νῶ ὁ ἅ­γιος βα­σί­λευ­ε μό­νον στὶς ἀμ­μώ­δεις πε­ρι­ο­χές, κι ἔ­τσι, ὁ δι­ά­βο­λος ἦ­ταν πλού­σιος καὶ ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ ἦ­ταν φτω­χὸς σὰν ἀ­γύρ­της.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κά­ποι­α χρό­νια νη­στεί­ας, ὁ ἅ­γιος ἄρ­χι­σε νὰ ἐ­νο­χλεῖ­ται ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση καὶ σκέ­φτη­κε νὰ κά­νει ἕ­να συμ­βι­βα­σμὸ μὲ τὸν δι­ά­βο­λο· ἀλ­λὰ τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου εὔ­κο­λα, για­τὶ ὁ Σα­τα­νᾶς νοια­ζό­ταν γιὰ τὴ συγ­κο­μι­δή του.

       Τὸ σκέ­φτη­κε ἕ­ξι μῆ­νες καὶ με­τά, ἕ­να πρω­ί, πῆ­ρε τὸ δρό­μο γιὰ τὴ στε­ριά. Ὁ δαί­μο­νας ἔ­τρω­γε μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα του τὴ σού­πα του, ὅ­ταν ξαφ­νι­κὰ ἀν­τί­κρι­σε τὸν ἅ­γιο. Ἀ­μέ­σως ἔ­τρε­ξε νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σει, φί­λη­σε τὸ χέ­ρι του, τοῦ εἶ­πε νὰ πε­ρά­σει μέ­σα καὶ τοῦ πρό­σφε­ρε κά­τι νὰ δρο­σι­στεῖ.

       Ἀ­φοῦ ἤ­πι­ε μιὰ γα­βά­θα γά­λα, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ πῆ­ρε τὸ λό­γο:

       «Ἦρ­θα νὰ σοῦ προ­τεί­νω μιὰ κα­λὴ δου­λειά.»

       Ὁ δι­ά­βο­λος, ἀ­θῶ­ος καὶ δί­χως κα­χυ­πο­ψί­α, ἀ­πάν­τη­σε:

       — Δέ­χο­μαι.

       — Ἰ­δού, θὰ μοῦ ἐκ­χω­ρή­σεις ὅ­λα τα κτή­μα­τά σου.

       Ὁ Σα­τα­νᾶς ἀ­νή­συ­χος, θέ­λη­σε νὰ μι­λή­σει.

       «Ναί, ἀλ­λά…»

       Ὁ ἅ­γιος συ­νέ­χι­σε:

       «Ἄ­κου πρῶ­τα. Θὰ μοῦ ἐκ­χω­ρή­σεις ὅ­λα σου τὰ κτή­μα­τα, θὰ ἀ­να­λά­βω τὴ συν­τή­ρη­ση, τὴ δου­λειά, τὸ ὄρ­γω­μα, τὴ σπο­ρά, τὸ κά­πνι­σμα, τὰ πάν­τα τέ­λος πάν­των καὶ θὰ μοι­ρα­ζό­μα­στε τὴ σο­δειά. Συμ­φω­νεῖς;»

       Ὁ δι­ά­βο­λος, τεμ­πέ­λης κα­θὼς ἦ­ταν, δέ­χτη­κε.

       Ζή­τη­σε μό­νο ἐ­πι­πλέ­ον κά­ποι­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ γευ­στι­κὰ μπαρ­μπού­νια ποὺ ψα­ρεύ­ουν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μο­να­χι­κὸ ὄ­ρος. Ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ τοῦ τὸ ὑ­πο­σχέ­θη­κε.

       Ἕ­σφι­ξαν τὰ χέ­ρια, ἔ­φτυ­σαν κι οἱ δυ­ὸ γιὰ νὰ δεί­ξουν ὅ­τι ἡ συμ­φω­νί­α εἶ­χε κλεί­σει, καὶ ὁ ἅ­γιος συ­νέ­χι­σε:

       «Κοί­τα, δὲν θέ­λω νὰ ἔ­χεις πα­ρά­πο­να ἀ­πὸ μέ­να. Δι­ά­λε­ξε τί προ­τι­μᾶς: τὸ τμῆ­μα τῆς σο­δειᾶς ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν χω­ρα­φι­ῶν, ἢ ἐ­κεῖ­νο ποὺ φυ­τρώ­νει μέ­σα στὴ γῆ.»

       Ὁ Σα­τα­νᾶς φώ­να­ξε:

       «Θὰ πά­ρω ἐ­κεῖ­νο ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται στὴν ἐ­πι­φά­νεια.»

       — «Σύμ­φω­νοι» εἶ­πε ὁ ἅ­γιος.

       Καὶ ἔ­φυ­γε.

       Ὅ­μως, ἕ­ξι μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, μέ­σα στὸ τε­ρά­στιο τσι­φλί­κι τοῦ δι­α­βό­λου, δὲν ἔ­βλε­πες πα­ρὰ μό­νο κα­ρό­τα, ρα­πα­νά­κια, κρεμ­μύ­δια, λα­γό­χορ­το , ὅ­λα τα φυ­τὰ ποὺ οἱ θρε­πτι­κὲς ρί­ζες τους εἶ­ναι κα­λὲς καὶ νό­στι­μες, καὶ τῶν ὁ­ποί­ων τὰ ἄ­χρη­στα φύλ­λα προ­ο­ρί­ζον­ται γιὰ ζω­ο­τρο­φές.

       Ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν κέρ­δι­σε τί­πο­τε καὶ θέ­λη­σε νὰ σπά­σει τὸ συμ­βό­λαι­ο, χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας τὸν Ἅ­γιο Μι­χα­ὴλ «πο­νη­ρό».

       Ἀλ­λὰ ὁ Ἅ­γιος εἶ­χε γλυ­κα­θεῖ ἀ­πὸ τὶς καλ­λι­έρ­γει­ες· ἐ­πέ­στρε­ψε νὰ βρεῖ τὸ δι­ά­βο­λο:

       «Σὲ δι­α­βε­βαι­ῶ ὅ­τι δὲν τὸ σκέ­φτη­κα κα­θό­λου· ἔ­τσι προ­έ­κυ­ψε, δὲν φταίω σὲ τί­πο­τε ἐ­γώ. Καὶ γιὰ νὰ σὲ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σω, σοῦ προ­σφέ­ρω αὐ­τὴ τὴ χρο­νιά, ὅ,τι ὑ­πάρ­χει κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς γῆς.»

       — Συμ­φω­νῶ, εἶ­πε ὁ Σα­τα­νᾶς.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη Ἄ­νοι­ξη, ὅ­λη ἡ ἔ­κτα­ση τῶν χω­ρα­φι­ῶν τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Κα­κοῦ, ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νη μὲ πα­χὺ σι­τά­ρι, μὲ βρώ­μη με­γά­λη σὰν καμ­πα­νού­λα, λι­νά­ρι, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ κράμ­βη, κόκ­κι­νο τρι­φύλ­λι, μπι­ζέ­λια, λά­χα­να, ἀγ­κι­νά­ρες, μὲ ὅ­λους τους σπό­ρους καὶ ὅ­λες τὶς ὀ­πῶ­ρες ποὺ εὐ­δο­κι­μοῦν ὑ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου.

       Ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη τί­πο­τε καὶ ἦ­ταν ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νος.

       Κα­τα­πι­ά­στη­κε πά­λι μὲ τὰ λι­βά­δια του καὶ μὲ τὸ ὄρ­γω­μα καὶ πα­ρέ­μει­νε κου­φὸς σὲ ὅ­λα τα νέ­α ἀ­νοίγ­μα­τα ποὺ τοῦ ἔ­κα­νε ὁ γεί­το­νάς του.

       Κύ­λη­σε ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος χρό­νος. Ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νου ἀρ­χον­τι­κοῦ του, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ κοί­τα­ζε τὴν γό­νι­μη γῆ ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν ὣς πέ­ρα μα­κριὰ καὶ ἔ­βλε­πε τὸν δι­ά­βο­λο νὰ δι­ευ­θύ­νει τὶς ἐρ­γα­σί­ες, νὰ ἀ­πο­θη­κεύ­ει τὴ σο­δειά, νὰ ἀ­λέ­θει τοὺς σπό­ρους του. Καὶ ἦ­ταν ἔ­ξω φρε­νῶν καὶ ἐ­ξορ­γι­σμέ­νος μὲ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α του. Μὴ μπο­ρών­τας πιὰ νὰ κο­ρο­ϊ­δέ­ψει τὸν Σα­τα­νᾶ, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ἐκ­δι­κη­θεῖ, καὶ πῆ­γε νὰ τὸν πα­ρα­κα­λέ­σει νὰ δει­πνή­σουν μα­ζὶ τὴν ἑ­πό­με­νη Δευ­τέ­ρα.

       «Δὲν εὐ­τύ­χη­σες μὲ τὶς δου­λει­ές σου μα­ζί μου, τοῦ εἶ­πε, τὸ ξέ­ρω· ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ μεί­νει με­τα­ξὺ μας κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα μνη­σι­κα­κί­ας, γι’ αὐ­τὸ σὲ προ­σκα­λῶ νὰ δει­πνή­σεις μα­ζί μου. Θὰ σοῦ προ­σφέ­ρω γιὰ γεῦ­μα ὡ­ραῖ­α πράγ­μα­τα.»

       Ὁ Σα­τα­νᾶς ποὺ ἦ­ταν τό­σο λαί­μαρ­γος ὅ­σο καὶ τεμ­πέ­λης, δέ­χτη­κε εὐ­χα­ρί­στως. Τὴν μέ­ρα ἐ­κεί­νη, φό­ρε­σε τὰ κα­λύ­τε­ρα ροῦ­χα του καὶ πῆ­ρε τὸ δρό­μο γιὰ τὸ Ὄ­ρος.

       Ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ὴλ τὸν ἔ­βα­λε νὰ κα­θί­σει σὲ ἕ­να κα­τα­πλη­κτι­κὸ τρα­πέ­ζι. Στὴν ἀρ­χὴ σέρ­βι­ραν βὸλ ὠ βὰν πα­ρα­γε­μι­σμέ­να μὲ νε­φρὰ κό­κο­ρα, κε­φτε­δά­κια μὲ σάρ­κα ἀ­πὸ λου­κά­νι­κα, με­τὰ δύ­ο με­γά­λα μπαρ­μπού­νια ἀ λὰ κρέμ, κα­τό­πιν μιὰ λευ­κὴ γα­λο­πού­λα πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ κά­στα­να κον­φὶ μέ­σα σὲ κρα­σί, με­τὰ ἕ­να ἀρ­νί­σιο μπού­τι μα­ρι­να­ρι­σμέ­νο καὶ τρυ­φε­ρὸ σὰν γλυ­κό· με­τὰ λα­χα­νι­κὰ ποὺ ἔ­λι­ω­ναν στὸ στό­μα καὶ ζε­στή, νό­στι­μη, ἀ­χνι­στὴ γα­λέ­τα, ποὺ μο­σχο­μύ­ρι­ζε βού­τυ­ρο.

       Ἤ­πιαν κα­θα­ρὸ μη­λί­τη οἶ­νο, ἀ­φρώ­δη καὶ ζα­χα­ρώ­δη, καὶ κόκ­κι­νο με­θυ­στι­κὸ κρα­σί, καὶ ὕ­στε­ρα, με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε πιά­το, ἔ­πι­ναν σὰν σφουγ­γά­ρι πε­πα­λαι­ω­μέ­νο ἀ­πό­σταγ­μα μή­λου.

       Ὁ δι­ά­βο­λος ἔ­φα­γε καὶ ἤ­πι­ε τὸν ἀ­γλέ­ο­ρα, τό­σο πο­λὺ καὶ τό­σο κα­λὰ ποὺ ἔ­νι­ω­σε δυ­σά­ρε­στα.

       Τό­τε, ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ήλ, ση­κώ­θη­κε φο­βε­ρὸς καὶ τρο­με­ρὸς καὶ φώ­να­ξε μὲ βρον­τε­ρὴ φω­νή:

       «Μπρο­στά μου!!! Μπρο­στά μου, κά­θαρ­μα! Τολ­μᾶς…μπρο­στά μου…»

       Ὁ Σα­τα­νᾶς τὰ ἔ­χα­σε καὶ τό ’βά­λε στὰ πό­δια καὶ ὁ ἅ­γιος, ἀρ­πά­ζον­τας μιὰ μαγ­κού­ρα, τὸν κυ­νή­γη­σε.

       Ἔ­τρε­χαν στὰ κά­τω σα­λό­νια, γυ­ρί­ζον­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς κο­λῶ­νες, ἀ­νέ­βαι­ναν τὶς ἀ­έ­ρι­νες σκά­λες, κάλ­πα­ζαν κα­τὰ μῆ­κος τῶν γει­σω­μά­των, πη­δοῦ­σαν ἀ­πὸ ὑ­δρορ­ρό­η σὲ ὑ­δρορ­ρό­η. Ὁ φτω­χὸς δαί­μο­νας, ἄρ­ρω­στος νὰ σοῦ σπα­ρά­ζει τὴν ψυ­χή, ἔ­τρε­χε νὰ φύ­γει, βρω­μί­ζον­τας τὴν κα­τοι­κί­α τοῦ ἁ­γί­ου. Ἐ­πι­τέ­λους, βρέ­θη­κε στὴν τε­λευ­ταί­α τα­ρά­τσα, πο­λὺ ψη­λά, ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­κα­λύ­πτει κα­νεὶς τὸν ἀ­πέ­ραν­το κόλ­πο μὲ τὶς ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες πό­λεις, τὴν ἄμ­μο καὶ τὰ βο­σκο­τό­πια του. Δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ ξε­φύ­γει γιὰ πο­λύ· καὶ ὁ ἅ­γιος τοῦ κα­τά­φε­ρε ἕ­να πι­σώ­πλα­το χτύ­πη­μα, μιὰ γε­ρὴ κλω­τσιὰ ποὺ τὸν ἐκ­σφεν­δό­νι­σε σὰν μπά­λα στὸ δι­ά­στη­μα.

       Πέ­τα­ξε στὰ οὐ­ρά­νια σὰν ἀ­κόν­τιο καὶ ἔ­πε­σε μὲ ὅ­λο του τὸ βά­ρος μπρο­στὰ στὴν πό­λη Μορ­τέν. Τὰ κέ­ρα­τα στὸ μέ­τω­πό του καὶ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια τῶν με­λῶν του, καρ­φώ­θη­καν βα­θιὰ μέ­σα στὸ βρά­χο ὁ ὁ­ποῖ­ος κρα­τᾶ αἰ­ώ­νια τα ἴ­χνη αὐ­τῆς τῆς πτώ­σης τοῦ Σα­τα­νᾶ.

       Ση­κώ­θη­κε κου­τσαί­νον­τας, σα­κα­τε­μέ­νος στὸν αἰ­ώ­να τὸν ἅ­παν­τα· καὶ κοι­τών­τας πί­σω του τὸ μοι­ραῖ­ο Ὄ­ρος νὰ ὀρ­θώ­νε­ται σὰν ἀ­πό­κρη­μνη κορ­φὴ στὴ δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου, κα­τά­λα­βε κα­λὰ ὅ­τι θὰ ἔ­βγαι­νε πάν­τα ἡτ­τη­μέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἄ­νι­σο ἀ­γώ­να, καὶ ἀ­να­χώ­ρη­σε σέρ­νον­τας τὸ πό­δι του, κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς μα­κρι­νὲς χῶ­ρες, ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας στὸν ἐ­χθρό του τὰ χω­ρά­φια, τὶς πλα­γι­ές, τὰ βο­σκο­τό­πια καὶ τὶς πε­διά­δες.

       Νά λοι­πὸν πὼς ὁ Ἅ­γιος Μι­χα­ήλ, προ­στά­της τῶν Νορ­μαν­δῶν νί­κη­σε τὸν δι­ά­βο­λο.

       Ἕ­νας ἄλ­λος λα­ὸς θὰ εἶ­χε φαν­τα­στεῖ ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὴ τὴ μά­χη.

(19 Δε­κεμ­βρί­ου 1882)

      .      

.

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Contes Fantastiques Complets, ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις: ἐκ­δό­σεις Marabout. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: 19 Δε­κεμ­βρί­ου 1882, στὸ Gil Blas.

.

Γκὺ ντὲ Μω­πασ­σάν(Guy de Maupassant). Γεν­νή­θη­κε στὶς 5 Αὐ­γού­στου 1850 στὸν πύρ­γο Miromesnil στὴν Tourville-sur-Arques καὶ πέ­θα­νε στὶς 6 Ἰ­ου­λί­ου 1893 στὸ Πα­ρί­σι. Συν­δε­ό­ταν μὲ φι­λί­α μὲ τὸν Ἐ­μὶλ Ζο­λὰ καὶ τὸν Γου­σταῦ­ο Φλωμ­πέρ. Τὰ ἔρ­γα του χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται, πα­ρὰ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ καὶ τὸν πε­σι­μι­σμὸ ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ αὐ­τό, ἀ­πὸ με­γά­λη ρε­α­λι­στι­κὴ δύ­να­μη καὶ ἔ­λεγ­χο τῶν ἐκ­φρα­στι­κῶν του μέ­σων. Ἡ πα­ρου­σί­α του στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ στε­ρέ­ω­μα τῆς Γαλ­λί­ας, δια­ρκεῖ μιὰ δε­κα­ε­τί­α—ἀ­πὸ τὸ 1880 ἕ­ως τὸ 1890—πρὶν τρε­λα­θεῖ καὶ πε­θά­νει σὲ ἡ­λι­κί­α 42 ἐ­τῶν. Ἀ­πέ­κτη­σε φή­μη πρὶν τὸ θά­να­τό του καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα νὰ θε­ω­ρεῖ­ται με­γά­λος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ νο­βε­λί­στας, τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸ ἔρ­γο του ἀ­να­ζω­πυ­ρώ­θη­κε καὶ ἀ­πὸ τὴ με­τα­φο­ρὰ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο πολ­λῶν ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του.

.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἰ­ω­άν­να Ἀ­βρα­μί­δου (Δρά­μα, 1951). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς με­τα­φρά­στρια στὴν ΕΕ ἀ­πὸ τὸ 1980 ἕ­ως τὸ 2001. Ἀ­πὸ τὸ 2003 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας, ποί­η­σης, καὶ φι­λο­σο­φί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά.

.

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: