Ἡρὼ Νικοπούλου: Κλαδεύοντας Μπονζάι

 

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου

 

Κλα­δεύ­ον­τας Μπον­ζά­ι

 

Ο ΠΡΩΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ αἰ­σθαν­θῶ καὶ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα νὰ σκε­φτῶ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α ἦ­ταν ἡ Με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Φρὰντς Κάφ­κα – τό­τε ἤ­μουν κον­τὰ στὴν ἐ­φη­βεί­α. Τὸ πα­ρά­ξε­νο κλί­μα, ἡ ὑ­παι­νι­κτι­κό­τη­τα καὶ ὁ συμ­βο­λι­σμός του ἐ­πέ­δρα­σαν πάνω μου πο­λὺ ἔν­το­να καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θη­τι­κά. Ἀνα­ζή­τη­σα κι ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τά του καὶ ἡ ἀρ­χι­κή μου αἴ­σθη­ση ἐ­νι­σχύ­θη­κε. Αὐ­τὸ ποὺ μὲ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζε ἦταν ἡ διά­ρκεια τοῦ ἀ­πό­η­χου τῆς ἀ­νά­γνω­σης μέ­σα μου. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ ὄ­χι τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τοῦ Κάφ­κα ἦ­ταν αὐ­τὰ ποὺ μὲ εἶ­χαν κερ­δί­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὰ με­γά­λα του ἔρ­γα μοῦ ἔ­μοια­ζαν σὰν νὰ εἶ­χαν γεν­νη­θεῖ γιὰ νὰ εἶ­ναι ἡ­μι­τε­λῆ. Τὸ ἀν­τί­θε­το αἴ­σθη­μα μοῦ προ­κα­λοῦ­σαν τὰ δι­η­γή­μα­τα: ἐ­νῶ δι­α­τη­ροῦ­σαν τὸ ἀ­πα­ρά­μιλ­λο αἰ­νιγ­μα­τι­κὸ κλί­μα τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των του, ἐ­ξα­σφά­λι­ζαν μιὰ φόρ­μα πε­ρι­ε­κτι­κὴ καὶ συ­χνὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μη.

       Στὸ ἐν­δι­ά­με­σο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα δι­ά­βα­σα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἀρ­κε­τῶν κλα­σι­κῶν συγ­γρα­φέ­ων. Πο­λὺ λί­γα ὅ­μως ἀ­π’ αὐ­τὰ μὲ ἔ­κα­ναν νὰ νι­ώ­σω τό­σο ζων­τα­νὴ καὶ τό­σο δη­μι­ουρ­γι­κὰ χει­ρα­φε­τη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κεί­με­νο ὅ­σο τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ Κάφ­κα. Ἀν­τι­θέ­τως ὁ χει­μαρ­ρώ­δης κό­σμος τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ἡ τε­ρα­τώ­δης κά­πο­τε ἐ­σω­τε­ρι­κή του ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ ἐ­νί­ο­τε, ὅ­πως στὸν Φῶ­κνερ, συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ τὸ τυ­πω­μέ­νο ἀ­πί­θα­νο γε­νε­α­λο­γι­κὸ δέν­τρο τῶν ἡ­ρώ­ων του, μὲ ρου­φοῦσε, χα­νό­μουν μέ­σα του, μὲ ἀ­φο­μοί­ω­νε σχε­δὸν μὲ ἕ­ναν τρό­πο πα­ρα­λυ­τι­κό. Μὲ δυ­ὸ λό­για δὲν ὑ­πήρ­χε χῶ­ρος γιὰ μέ­να. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρού­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ ταυ­τι­στῶ μὲ κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς ἥ­ρω­ες καὶ βέ­βαι­α νὰ δο­κι­μά­σω τὴ σκέ­ψη μου πά­νω σὲ ὁ­ρι­σμέ­να ζη­τή­μα­τα ποὺ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ μοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ προ­σεγ­γί­σω ὡς πραγ­μα­τι­κὲς κα­τα­στά­σεις. Πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα δι­ά­βα­σα μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα ἄ­πο­ψη τοῦ Κορ­τά­σαρ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα —ποὺ μι­λών­τας μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στό­μα ἑνὸς ἥ­ρω­ά του στὸ Κου­τσό— ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται πὼς οἱ ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἔ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νες ποὺ προ­ϋ­πάρ­χουν τῶν ἡ­ρώ­ών τους καὶ κα­λοῦν­ται οἱ χα­ρα­κτή­ρες νὰ δρά­σουν καὶ νὰ ἀν­τι-δρά­σουν μέ­σα στὸ δε­δο­μέ­νο πλαί­σιο. Κατά τὴν γνώμη μου, αὐ­τὸ κάνει μὲ ἰ­δα­νι­κὸ τρό­πο τὸ δι­ή­γη­μα, ὅ­που ὁ ἀ­να­γνώ­στης ἀ­να­συγ­κρο­τεῖ «ἱ­στο­ρί­ες» καὶ «πλαί­σιο» μέ­σα ἀ­πὸ τὰ σκό­πι­μα ἀ­φη­μέ­να ἴ­χνη τους στὸ κεί­με­νο.

       Κά­τι ἄλ­λο πού μοῦ εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση ἦ­ταν ὅτι τὸ με­ταί­σθη­μα ἑνὸς ὀγ­κώ­δους μυ­θι­στο­ρή­μα­τος κά­ποι­ες φο­ρὲς ἦταν ἴ­σο ἢ καὶ ἰ­σχνό­τε­ρο ἀ­π’ αὐ­τὸ ἑνὸς πυ­κνοῦ ὀ­λι­γο­σέ­λι­δου δι­η­γή­μα­τος. Πρό­σε­ξα πὼς συ­νή­θως αὐ­τὸ πού μοῦ ἔ­με­νε συ­νο­ψι­ζό­ταν σὲ λί­γες σε­λί­δες· τὴν βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α, κά­ποι­ες πε­ρι­γρα­φές, σπα­νί­ως ὁρι­σμέ­νες κο­φτε­ρὲς ἀ­τά­κες, ἕ­νας-δυ­ὸ ἤ­ρω­ες. Κι ἐ­νῶ προ­βλη­μα­τι­ζό­μουν μή­πως δὲν εἶμαι τε­λι­κὰ προ­σε­κτι­κὴ καὶ ἐ­παρ­κὴς ἀ­να­γνώ­στρια, πέφτω πά­νω στὴ γνω­στὴ σκέ­ψη τοῦ Μπόρ­χες, ποὺ λέ­ει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει λό­γος νὰ μπεῖ κα­νεὶς στὸν κό­πο νὰ γρά­ψει ἕ­να τε­ρά­στιο μυ­θι­στό­ρη­μα ἑ­κα­τον­τά­δων σε­λί­δων καὶ συ­νε­πῶς νὰ χά­σει πο­λύ­τι­μο χρό­νο, ἐ­φ’ ὅ­σον αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ χω­ρέ­σει μέ­σα σὲ λί­γες σε­λί­δες ἑ­νὸς κα­λοῦ πε­ρι­ε­κτι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος. Ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως κα­λύ­τε­ρα, κι ἄρ­χι­σα νὰ δι­α­βά­ζω δι­η­γή­μα­τα συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρα!

       Αἰ­σθά­νο­μαι φυ­σι­κὰ πιὸ πλού­σια γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ὅλη αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α τῶν με­γε­θῶν, ὅτι δη­λα­δὴ μιὰ ἀ­φή­γη­ση μπο­ρεῖ νὰ κυ­μαί­νε­ται ἀ­πὸ τὶς χι­λιά­δες σε­λί­δες τῶν κλα­σι­κῶν ἔρ­γων μέ­χρι τοὺς 144 χα­ρα­κτῆ­ρες τῶν «ἐ­λά­χι­στων δι­η­γη­μά­των» τοῦ Μά­ιμ­περ­γκ, ὅ­πως μὲ πε­ρίσ­σεια βε­βαι­ό­τη­τα τὰ ἀ­πο­κα­λεῖ, ποὺ γιὰ νὰ τὰ γρά­ψει ἀ­ξι­ο­ποί­η­σε τὰ ὅρια τοῦ γρα­πτοῦ μη­νύ­μα­τος τοῦ twitter, ὁρί­ζον­τας ἀν­τὶ ἀ­ριθ­μοῦ λέ­ξε­ων ἀ­ριθ­μὸ χα­ρα­κτή­ρων, καὶ κα­τέ­βα­σε ὁρια­κὰ τὸν πή­χυ ὡς πρὸς τὴν πο­σό­τη­τα τῶν λέ­ξε­ων, σὲ τέ­τοι­ο ση­μεῖο μά­λι­στα, ποὺ ὁ ἀ­να­στο­χα­σμὸς γιὰ τὰ ὅρια τῆς λο­γο­τε­χνί­ας νὰ ὁ­δη­γεῖ­ται στὰ ἄ­κρα: γιὰ τὸ ποῦ, δη­λα­δή, τε­λει­ώ­νει τὸ δι­ή­γη­μα προ­κει­μέ­νου νὰ πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν θέ­ση του στὸ εὐ­φυ­ο­λό­γη­μα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ ἢ μάλ­λον ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τὰ τὰ ζη­τή­μα­τα ποὺ ἐ­γεί­ρον­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρια καὶ τοὺς ἀ­φη­γη­μα­τι­κοὺς τρό­πους τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γιὰ τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα ὀ­ξύν­θη­κε, βά­θυ­νε, πλά­τυ­νε…

 

       Ἐ­δῶ καὶ μιὰ δε­κα­ε­τί­α ἄρ­χι­σα νὰ γρά­φω δι­η­γή­μα­τα. Τὸ DNA τους, ἄν μου ἐ­πι­τρέ­πε­ται ἡ ἔκ­φρα­ση, ἦ­ταν νὰ βγαί­νουν μι­κρά. Ὅ­σο πιὸ πολ­λὰ εἶ­χα νὰ πῶ, τό­σο πιὸ λί­γα δι­ά­λε­γα νὰ γρά­ψω. Δέ­κα σε­λί­δες τὸ πο­λὺ ἐκ­προ­σω­ποῦ­σαν τὰ πολ­λὰ ποὺ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ γρα­φοῦν. Ἦ­ταν φυ­σι­κό, λοι­πόν, νὰ κο­ρυ­φω­θεῖ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον μου γι’ αὐ­τὴ τὴ φόρ­μα, ὅ­ταν δύο χρό­νια πρὶν ἄρ­χι­σα νὰ με­λε­τῶ συ­στη­μα­τι­κό­τε­ρα τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα. Νο­μί­ζω πὼς ἡ μι­κρὴ φόρ­μα προ­σφέ­ρε­ται κα­λύ­τε­ρα γιὰ τὴν ἀ­πο­τύ­πω­ση ὁ­ρια­κῶν ψυ­χι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων μὲ ἔμ­με­σο τρό­πο, πε­δί­ο ποὺ μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει καὶ μὲ συγ­κι­νεῖ ἰ­δι­αί­τε­ρα. Ἡ ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση στὸν πο­λι­τι­σμέ­νο κό­σμο (καὶ αὐ­τὸ οἱ ψυ­χί­α­τροι τὸ γνω­ρί­ζουν κα­λά) ἐκ­δη­λώ­νε­ται ὑ­παι­νι­κτι­κά καὶ συ­νο­πτι­κά, μὲ μιὰ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος, μὲ μιὰ μό­νη λέ­ξη, μὲ μιὰ ἔγ­κλι­ση καὶ μό­νο τῆς φω­νῆς… Ἔ­τσι ἡ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση τοῦ κει­μέ­νου ὁδη­γεῖ καὶ ὁ­δη­γεῖ­ται ταυ­το­χρό­νως μὲ ἀ­φαι­ρε­τι­κούς, ὑ­παι­νι­κτι­κοὺς τρό­πους στὴν λει­τουρ­γι­κὴ πύ­κνω­ση ποὺ κά­νει τὸ δι­ή­γη­μα τὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ κα­θρέ­φτη τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που. Οἱ λέ­ξεις φτά­νουν στὸ ἀ­να­φο­ρι­κό τους ἀ­πό­σταγ­μα, στὸ μί­νι­μουμ τῆς ἀ­να­φο­ρι­κό­τη­τας. Κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς γραμ­μὲς τῆς ἀρ­χι­κῆς ἐ­ξι­στό­ρι­σης, ἂν εἶσαι μά­στο­ρας, ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­χνο­φαί­νε­ται ἡ αὔ­ρα μιᾶς ἄλ­λης πιὸ κρί­σι­μης ἴ­σως ἱ­στο­ρί­ας. Εἶ­ναι σὰν νὰ δου­λεύ­εις τὰ χρώ­μα­τα σ’ ἕνα καμ­βὰ στρω­μα­τι­κά, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας λε­πτὲς δι­α­φά­νει­ες ἐ­πι­τρέ­πεις στὴν κά­τω ἐ­πι­φά­νεια νὰ ἀ­να­δύ­ε­ται σι­γὰ καὶ σι­ω­πη­λὰ συμ­πλη­ρώ­νον­τας ἑρ­μη­νευ­τι­κὰ τὴν ἐ­πά­νω ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἔρ­γου.

       Ὅ­ταν ξε­κι­νά­ω νὰ γρά­ψω ἕ­να δι­ή­γη­μα, ἕ­να κεί­με­νο ποὺ τώ­ρα πιὰ ξέ­ρω πὼς ἡ καλ­λι­έρ­γειά του θὰ τὸ μι­κρύ­νει ἀν­τὶ νὰ τὸ με­γα­λώ­σει, ἕ­να μπον­ζά­ι δη­λα­δὴ στὰ κα­θ’ ἡ­μᾶς, ἔ­χω στὸ νοῦ μου τὸ «κου­κού­τσι» αὐ­τοῦ ποὺ θέ­λω νὰ πῶ καὶ προ­σπα­θῶ μέ­σα ἀ­πὸ ἐλ­λει­πτι­κὲς πε­ρι­γρα­φὲς νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω τὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα μέ­σα στὰ ὁποῖ­α θὰ λει­τουρ­γή­σει συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὰ ἡ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, ἀ­πο­φεύ­γον­τας σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση τὴν ἀ­νά­λυ­ση καὶ τὴν ἐ­πε­ξή­γη­ση. Ἂν τὸ κεί­με­νο βγεῖ με­γα­λύ­τε­ρο ἄπ΄ ὅ­σο τὸ θέ­λω, πιά­νω σὰν τὸν γλύ­πτη ποὺ σμι­λεύ­ει τὸ ὑ­λι­κό του καὶ ἀ­φαι­ρῶ τὰ πε­ριτ­τά, το­νί­ζω τὰ ση­μαν­τι­κά, ζυ­γί­ζον­τας, ἀν­τι­κα­θι­στών­τας καὶ προ­σθα­φαι­ρών­τας λέ­ξεις. Πάν­τα τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὅταν μι­κραί­νεις ἕ­να κεί­με­νο εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο, πιὸ πυ­κνό, πιὸ με­στὸ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νο ἀ­πὸ στο­λί­δια καὶ πε­ριτ­το­λο­γί­ες. Συ­νε­χῶς με­τρά­ω τὴν ἀν­το­χὴ τῶν προ­τά­σε­ων καὶ τῶν λέ­ξε­ων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ῶ. Τὰ ὑ­λι­κὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὅπως ὅλα τὰ ὑ­λι­κὰ τῆς τέ­χνης, ἔ­χουν ἐ­λα­στι­κό­τη­τα καὶ ὅρια ἀν­το­χής. Αὐ­τὰ τὰ ὅ­ρια στὸ δι­ή­γη­μα κρί­νον­ται στὸ πε­δί­ο τῆς ἀ­φη­γη­μα­τι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας. Κά­θε λέ­ξη ἢ φρά­ση ποὺ τὸ δι­ευρύνει ἀ­δι­και­ο­λό­γη­τα ὑ­πο­νο­μεύ­ει τὸ αἰ­σθη­τι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὅ­ταν νο­μί­ζω ὅ­τι τὸ ὅ­ριο αὐ­τὸ δὲν ἔ­χει πα­ρα­βια­στεῖ, τό­τε θε­ω­ρῶ τὸ κεί­με­νο τε­λει­ω­μέ­νο.

       Βρί­σκω ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὸ ζη­τού­με­νο ποὺ θέ­τει τὸ δι­ή­γη­μα: πρέ­πει μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο του νὰ συ­στή­σει ἕ­να κό­σμο ὁλό­κλη­ρο μὲ ἀρ­χή, μέ­ση καὶ τέ­λος, μὲ χα­ρα­κτῆρες, ἀν­τι­θέ­σεις κι ἀ­τμό­σφαι­ρες, μ’ ἕ­να ἡ­μι­σφαί­ριο ρη­τὸ κι ἕ­να ἄρ­ρη­το, δῶ­ρο στὴ φαν­τα­σί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη· ἕ­να σύ­νο­λο ποὺ τὸ κα­τορ­θώ­νει κα­τα­φεύ­γον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α, στὴν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, τὴν ἀ­φαί­ρε­ση καὶ τὸν ὑ­παι­νιγ­μό. Κά­θε λέ­ξη του πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ζυ­γι­σμέ­νη, κι αὐ­τὸ νο­μί­ζω τὸ φέρ­νει πιὸ κον­τὰ στὴν ποί­η­ση. Ἐ­δῶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀν­τι­στα­θῶ στὸν συ­νειρ­μὸ καὶ νὰ μὴν σκε­φτῶ τὸ ποι­η­τι­κὸ ἀν­τί­στοι­χο τοῦ Μπον­ζά­ι, ποὺ εἶ­ναι τὸ χα­ϊ­κοὺ μὲ τὴν γνω­στὴ φόρ­μα τοῦ τρί­στι­χου μὲ πέν­τε-ἑπτά-πέν­τε συλ­λα­βὲς ἀν­τι­στοί­χως, ποὺ ξε­κι­νών­τας ἀ­πὸ τὴν Ἰ­α­πω­νί­α ἁ­πλώ­θη­κε κι ἐμ­πλού­τι­σε τὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Πο­ρεί­α ποὺ δεί­χνει πὼς ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ κά­νει καὶ τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα, μιὰ καὶ στὸ δί­κτυ­ο βρί­σκει κα­νείς πλη­θώ­ρα τέ­τοι­ων κει­μέ­νων καὶ τὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον με­γα­λώ­νει, ἔ­χουν δὲ γί­νει ἤ­δη πολ­λὲς ξε­νό­γλωσ­σες ἀν­θο­λο­γί­ες.

       Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ζη­λεύ­ω τοὺς συγ­γρα­φείς ποὺ ἔ­ζη­σαν τὸν 19ο αἰ­ώ­να, τὰ εἶχαν ὅλα στὰ πό­δια τους, σκέ­πτο­μαι, ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νο ἀ­ριθ­μὸ ἀ­να­γνω­στῶν καὶ ἐ­πι­λέ­ον χρη­μα­τι­κὴ ἀ­μοι­βή, ἂν καὶ οὐ­σι­α­στι­κὰ μάλ­λον ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­να πε­νι­χρὸ ἀν­τί­τι­μο, ἀλ­λὰ ὅ­πως πάν­τα ἡ χρο­νι­κὴ ἀ­πό­στα­ση ὡ­ραι­ο­ποι­εῖ τὰ πράγ­μα­τα. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες ζη­τοῦσαν δια­ρκῶς κεί­με­να, καὶ τὰ μὲν δι­η­γή­μα­τα τὰ ἔ­βα­ζαν αὐ­τού­σια, ἐ­νώ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα τὰ δη­μο­σί­ευ­αν σὲ συ­νέ­χει­ες γιὰ νὰ κά­νουν δε­λε­α­στι­κό­τε­ρο τὸ φύλ­λο τους. Φαν­τά­ζο­μαι πὼς γιὰ νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν στὴν ζή­τη­ση τῶν συ­νε­χό­με­νων ἐ­πει­σο­δί­ων, οἱ συγ­γρα­φεῖς μάλ­λον θὰ ξε­χεί­λω­ναν τὰ κεί­με­νά τους. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ πάν­τως εἶ­ναι πὼς ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τύ­που καὶ τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν τό­τε ὤ­θη­σε στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὡς ξε­χω­ρι­στοῦ εἴ­δους. Μὲ πα­ρό­μοι­ο τρό­πο ἡ ἁλ­μα­τώ­δης ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ δι­κτυα­κοῦ κό­σμου τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες ἔ­κα­νε ν’ ἀν­θί­σει τὸ νέ­ο ὑ­πο-εἶ­δος, τὸ πο­λύ-πο­λὺ μι­κρὸ δι­η­γή­μα, τὸ σκό­πι­μα καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο γιὰ νὰ εἶ­ναι μι­κρό: τὸ Μπον­ζά­ι.

       Πάν­τα ἡ τα­χύ­τη­τα μοῦ δη­μι­ουρ­γοῦσε ἀρ­νη­τι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα καὶ σκέ­ψεις, οἱ ρυθ­μοὶ τῆς ἐ­πο­χῆς ποὺ ζοῦ­με ἀ­σκοῦ­νε πά­νω μου σω­μα­τι­κὴ καὶ ψυ­χι­κὴ βί­α. Ὅ­λα εἶ­ναι φὰστ καὶ ἐ­πι­φα­νεια­κά, δὲν προ­λα­βαί­νουν νὰ πᾶνε σὲ βα­θύ­τε­ρα ἐ­πί­πε­δα, δὲν προ­λα­βαί­νουν, θὰ χα­θεῖ χρό­νος, πο­λύ­τι­μος χρό­νος. Ἔ­χου­με γί­νει ἀ­παι­τη­τι­κοί, ἀ­δη­φά­γοι, χρει­α­ζό­μα­στε ἕ­να γρή­γο­ρο ἀ­πο­τέ­λε­σμα σὲ κά­θε μας κί­νη­ση, σὲ κά­θε μας προ­σπά­θεια. Γι’ αὐ­τὸ δὲν μὲ ἐκ­φρά­ζει ἡ ἑρ­μη­νεί­α τοῦ φαι­νο­μέ­νου τοῦ μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος σὰν ἀ­νάγ­κη καὶ ση­μεῖο τῶν και­ρῶν, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἴ­σως εἶναι σω­στὴ του­λά­χι­στον ὡς πρὸς τὸν τρό­πο τῆς πρόσ­λη­ψης. Στὸ δι­ή­γη­μα Μπον­ζά­ι βλέ­πω τὴν λι­τό­τη­τα, τὴν οἰ­κο­νο­μί­α, τὴν μα­γι­κὴ ἀ­πο­σι­ώ­πη­ση τοῦ ση­μαν­τι­κοῦ, τὸν λει­τουρ­γι­κὸ ὑ­παι­νιγ­μό· ὅ­λους ἐ­κεί­νους δη­λα­δὴ τοὺς τρό­πους ποὺ ἂν δὲν βρι­σκό­μα­σταν στὸ βα­σί­λει­ο τῆς ἀ­φή­γη­σης θὰ μᾶς θυ­μί­ζαν τὴν ποί­η­ση, ἀλ­λὰ ποὺ σί­γου­ρα, ὅ­πως καὶ σ’ αὐ­τὴ προ­ϋ­πο­θέ­τουν χρο­νο­βό­ρα καὶ ἐ­πί­πο­νη προ­ερ­γα­σί­α.

       Ὅ­ταν κά­ποι­α στιγ­μὴ πρὶν δύ­ο πε­ρί­που χρό­νια δη­μι­ουρ­γή­σα­με τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» κι ἄρ­χι­σα νὰ ἀ­σχο­λοῦ­μαι καὶ νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­κό­μη πιὸ ὀρ­γα­νω­μέ­να, ἡ ἐμ­πει­ρί­ά μου ἐμ­πλου­τί­στη­κε μὲ πο­λύ­τι­μες πα­ρα­μέ­τρους καὶ ὀ­πτι­κές. Συμ­βαί­νει συ­χνὰ δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να κεί­με­νο νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ποι­ὸ ἀ­κρι­βῶς στό­χο εἶχε ὁ συγ­γρα­φέ­ας του, ἐ­πί­σης ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν τοῦ βγῆκε συμ­πτω­μα­τι­κὰ μι­κρὸ ἢ ἂν δού­λε­ψε μὲ αὐ­τὴ τὴν πρό­θε­ση. Νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά, μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶναι τό­σο εὐ­δι­ά­κρι­τη στὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἀ­φο­ρᾶ ὅ­μως στὴν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νου καὶ τὴν σκο­πιὰ ἀ­π’ ὅπου τὸ βλέ­πει κα­νείς. Χαί­ρο­μαι ποὺ βλέ­πω ὅλο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να νὰ γεν­νι­οῦν­ται καὶ νὰ πα­τᾶνε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ γο­η­τευ­τι­κοῦ αὐ­τοῦ ὑ­πο-εἴ­δους ποὺ σι­γά-σι­γά δι­αι­σθά­νο­μαι ὅτι ὁδη­γεῖ­ται στὴν αὐ­το­νο­μί­α καὶ τὴν δι­καί­ω­σή του.

 

 

Πηγή: Κεί­με­νο ποὺ δια­βά­στη­κε στὴν ἐκδήλωση πού πραγματοποιήθηκε στὴν Ἑλληνο­αμε­ρι­κα­νι­κὴ Ἕνωση, στὶς 22.09.2011 γιὰ τὴν παρουσίαση τοῦ ἐπε­τει­­α­κοῦ πεντηκο­στοῦ τεύχους τοῦ περιοδικοῦ Πλανόδιον, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο στὸ Ἀμερι­κα­νικὸ μικρὸ διήγημα (flash fiction).

 

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀθήνα, 1958). Ζωγράφος, ποιήτρια, πεζογράφος. Σπού­δα­σε στὴν Ἀνωτάτη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν της Αθήνας καὶ ἐργάζεται ὡς καθηγήτρια Εἰ­κα­στικῶν στὴ Μέση Δημόσια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο: Ὁ Μύθος τοῦ Ὁ­δοιπόρου, Ποίηση, Aθήνα, 1986. Τελευταῖο της: Μὴ μὲ ψάχνετε ἐδῶ, Ποί­η­ση, ἐκδ. Πλανόδιον, Aθήνα, 2009.

 

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φία ἀ­πὸ τὴν ἐκδήλωση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ον στὴν Ἑλληνο­αμε­ρι­κα­νι­κὴ Ἕνωση στὶς 22.09.2011. Γιάν­νης Πα­τί­λης, Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

 

 

Διαφημίσεις
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: