Κώστας Δεσποινιάδης: Ὁ γάτος

 

 

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης

 

Ὁ γά­τος

 

Ι­ΝΑΙ ἕ­να ἥ­συ­χο δε­κεμ­βρι­ά­τι­κο βρά­δυ. Ἔ­ξω χι­ο­νί­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Κά­θο­μαι στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ δι­α­βά­ζω. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο στὸ βά­θος παί­ζει μιὰ ἀ­νού­σια πο­λι­τι­κὴ κου­βέν­τα. Ξαφ­νι­κὰ ὁ γά­τος μου, ποὺ μέ­χρι τό­τε ξά­πλω­νε ἀ­μέ­ρι­μνος στὸ χα­λά­κι του, ση­κώ­νε­ται ὄρ­θιος, κά­νει ἕ­να σάλ­το, ἀ­νε­βαί­νει στὴ μι­κρὴ βι­βλι­ο­θή­κη ποὺ βρί­σκε­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ καρ­φώ­νει τὸ βλέμ­μα του κά­που, μέ­νον­τας ἀ­κί­νη­τος γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ κα­τα­λά­βω τί κοι­τά­ει, ἀ­φοῦ ὅ­λα ἔ­ξω εἶ­ναι ἤ­ρε­μα, καὶ ἐ­πι­στρέ­φω στὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα, χα­μο­γε­λών­τας γιὰ τὴν «ἀ­νο­η­σί­α» του. Κρυ­φὰ ὅ­μως τὸν ζη­λεύω. Πό­σο θά ’­θε­λα, ἔ­στω καὶ γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές, νὰ κοι­τά­ζω ἀ­μέ­ρι­μνος τὸ χι­ό­νι ποὺ πέ­φτει στὸ πυ­κνὸ σκο­τά­δι; Πό­σο θά ’­θε­λα, ἔ­στω καὶ γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές, ὅ­λα τα ἀν­θρώ­πι­να νὰ μοῦ ἦ­ταν ξέ­να;

 

  

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2010).

 

Κώ­στας Δε­σποι­νιά­δης (Κο­ζά­νη, 1978). Ἀ­πὸ τὸ 2001 ἐκ­δί­δει καὶ δι­ευ­θύ­νει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­νο­πτι­κόν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ με­τα­φρά­σεις καὶ ἐ­πι­μέ­λεια ἐκ­δό­σε­ων. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριο, ­νε­κεν, Πλα­νό­διον. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Φράν­τς Κάφ­κα. ­να­τό­μος τῆς ­ξου­σί­ας (Πα­νο­πτι­κόν, 2007), Πό­λε­μος καὶ ­σφά­λεια (Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Νύ­χτες ποὺ μύ­ρι­ζαν θά­να­το (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, 2010).

 

Advertisements
%d ἱστολόγοι ἔχουν δηλώσει ὅτι αὐτὸ τοὺς ἀρέσει: